← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 157/18, 22/12/2021

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 157/18, 22/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:B25 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ιωαννίδου - Παπά, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 157/18 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Εναντίον ΧΧΧΧ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου 2021 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Ν.Νεοκλέους Για τον κατηγορούμενο 2: κα Παπαδημήτρη Κατηγορούμενος 2 παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος 2 έχει βρεθεί ένοχος με δική του παραδοχή στην κατηγορία της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού κατά παράβαση του άρθρου 14Β του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφάλαιο 105, κατηγορία

  1. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι στις 10 Ιανουαρίου 2018 στο υπό ανακαίνιση υποστατικό με την ονομασία Πχχι που βρίσκεται στην Μχχχη εργοδότησε παράνομα τον κατηγορούμενο 1, χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την συνήγορο υπεράσπισης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους και δε χρήζουν επανάληψης. Αναφέρθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Η συνήγορος υπεράσπισης αγόρευσε προς μετριασμό της ποινής και αναφέρθηκε ειδικότερα στην παραδοχή του κατηγορουμένου και την απολογία του στο Δικαστήριο, τις φιλικές σχέσεις που είχε με τον αλλοδαπό και ότι δεν έδωσε οποιαδήποτε αμοιβή σε αυτόν. Επικαλέστηκε τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου δηλαδή ότι είναι ηλικίας 38 ετών και πατέρας ενός ανήλικου παιδιού το οποίο ζει στην Οχχχα. Ακόμη ανέφερε ότι έχουν αλλάξει οι συνθήκες του, είναι αρραβωνιασμένος και αναμένει να γεννηθεί το δεύτερο του παιδί. Επίσης είναι προστάτης της μητέρας του την οποία συντηρεί οικονομικά. Η κα Παπαδημήτρη υποστήριξε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη την πάροδο 3 χρόνων από την διάπραξη του αδικήματος, παράγοντας οποίος λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής και ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και εργάζεται με μερική απασχόληση ως Βοηθός μεσίτη. Το αδίκημα το οποίο αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι σοβαρό αυτό διαφαίνεται και από την σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτό από το νομοθέτη όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο. Συγκεκριμένα προβλέπεται σύμφωνα με το άρθρο 14Β ποινή φυλάκισης μέχρι 3 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €5.000 ή και τις δύο αυτές ποινές, σύμφωνα με την προηγούμενη τροποποίηση του Νόμου ως δηλαδή ίσχυε κατά το
  2. Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος έχει τονιστεί από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου το οποίο σε σειρά αποφάσεων του σημείωσε την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών λόγω της συχνότητας με την οποία εμφανίζεται τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο. Από τη νομολογία καταδεικνύεται δε με απόλυτη σαφήνεια ότι σε αυτού του είδους τα αδικήματα ενδείκνυται επιβολή ποινής φυλάκισης και ποινές προστίμου οι οποίες επιβλήθηκαν πρωτόδικα ανατράπηκαν κατ' έφεση και αντικαταστάθηκαν με ποινές φυλάκισης. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Μιχαήλ

(2001)2 Α.Α.Δ. 74, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πάγκαλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 304 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζαννέττου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438). Το πιο κάτω απόσπασμα από την Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 285 είναι ενδεικτικό των πιο πάνω: «Η ανησυχητική έξαρση στη διάπραξη του αδικήματος με όλες τις σοβαρές συνέπειες τις οποίες συνεπάγεται στην αγορά εργασίας και στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου υπαγορεύει την αυστηρή αντιμετώπιση του.Προβάλλει λοιπόν επιτακτική η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Η μαζική παράνομη κάθοδος αλλοδαπών στην Κύπρο πρέπει να οφείλεται και στην προσδοκία εργοδότησης τους. Αυτή η προσδοκία βέβαια καλλιεργείται από εργοδότες όπως τον εφεσίβλητο. Η απροθυμία των Κυπρίων εργοδοτών να εργοδοτήσουν παράνομα αλλοδαπούς θα αποτελούσε παράγοντα ανασταλτικό της παράνομης καθόδου τους στην Κύπρο. Θα προσθέταμε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις είναι προφανής ο οικονομικός στόχος και πρέπει όλοι να έχουν υπόψη ότι δεν είναι ανεκτός ο προσπορισμός οικονομικού οφέλους δια της παρανομίας. Χρηματική ποινή όχι μόνο δεν ενεργεί ως αποτρεπτική, όχι μόνο δεν αποτελεί επαρκή τιμωρία, αλλά και στέλλει και λανθασμένα μηνύματα στους επίδοξους παραβάτες.» Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Αθανασίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 311 έγινε αναφορά ως χρήσιμης, στην ακόλουθη περιγραφή της κατάστασης που δημιουργείται από τη συχνότητα διάπραξης αδικημάτων αυτής της φύσης, ως έγινε από το πρωτόδικο Δικαστήριο: «Η εργοδότηση αλλοδαπών οι οποίοι είτε εισήλθαν νόμιμα είτε παράνομα χωρίς να κατέχουν τις απαιτούμενες άδειες από τις αρμόδιες αρχές είναι ένα αδίκημα σοβαρό που η σοβαρότητά του επιτείνεται ακόμα περισσότερο ένεκα της έξαρσης που παρουσιάζει. Καθημερινά πάρα πολλές υπηρεσίες του κράτους ασχολούνται με την πάταξη αυτού του είδους αδικήματος που όπως έχει χαρακτηριστεί και από αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει καταντήσει μάστιγα με αρνητικές επιπτώσεις τόσο κοινωνικές όσο και οικονομικές. Και οι επιπτώσεις αυτές οι δυσάρεστες, έχουν ήδη αρχίσει να εκδηλώνονται. Είναι γνωστό ότι κατά κύματα αλλοδαποί εισέρχονται ή προσπαθούν να εισέλθουν στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας με σκοπό, χωρίς να είναι και ο αποκλειστικός σκοπός αυτός, η εξεύρεση εργασίας. Εάν και οι εργοδότες εδώ τηρούσαν το νόμο και τους κανονισμούς και λειτουργούσαν τις επιχειρήσεις τους σύμφωνα με την κειμένη νομοθεσία αυτό το φαινόμενο δεν θα είχε την έξαρση που παρουσιάζει σήμερα. Είναι με τη συμμετοχή και συνενοχή όλων των εργοδοτών που οδηγήθηκε αυτό το φαινόμενο στα επίπεδα που είναι σήμερα». Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Γραμματικού
(2001)2 Α.Α.Δ. 467 τονίστηκε δε ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης για τον εργοδοτούμενο θα πρέπει να συνοδεύεται κατά κανόνα με ανάλογη ποινή για τον εργοδότη, έχοντας υπόψη ότι η προβλεπόμενη ποινή για τον εργοδότη είναι πιο αυστηρή από εκείνη που προβλέπεται για τον εργοδοτούμενο. Υιοθετήθηκε σχετικά το πιο κάτω απόσπασμα από την Γενικός Εισαγγελέας ν. Μονιάτη
(2000)2 Α.Α.Δ. 553: «Η πρόβλεψη για την περίπτωση των εργοδοτών ποινής αισθητά αυστηρότερης σε σύγκριση με ανάλογα αδικήματα των αλλοδαπών εργοδοτουμένων, είναι εξ αρχής προσδιοριστική της εντονότερης αποδοκιμασίας της δικής τους συμμετοχής στην ανησυχητική κατάσταση που δημιουργεί η μεγάλη συχνότητα με την οποία εμφανίζονται αυτά τα κρούσματα. Δικαίως, θα λέγαμε, αν συνυπολογίσουμε πως δεν έχουμε να κάμουμε στην περίπτωση αυτή με τον κατά τεκμήριο οικονομικά αδύνατο που αναζητά πόρους για επιβίωση. Αυτό το πλήγμα, η μαζική, όπως διαπιστώθηκε, παράνομη είσοδος αλλοδαπών, για την οποία κατ' επανάληψη κρίθηκε αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικών ποινών, δεν μπορεί παρά να συνδεθεί με την προσδοκία που τέτοια στάση των εργοδοτών δικαιολογεί, για εξασφάλιση, κάτω από συνθήκες δύσκολα εξακριβώσιμες, κρυφής απασχόλησης. Χρειάζεται, λοιπόν, για πρόσθετους λόγους αποτρεπτική ποινή για αδίκημα αυτής της φύσης και πράγματι, κάτω από τέτοιες συνθήκες, δεν ήταν ορθή η πρόσδοση τόσο αποφασιστικής σημασίας στο γεγονός ότι ο εφεσίβλητος δεν βαρυνόταν με προηγούμενες καταδίκες.» Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι τελευταία η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου προβαίνει σε μια διαφοροποίηση των υποθέσεων όπου ο παρανόμως εργοδοτούμενος αλλοδαπός βρίσκεται νόμιμα στην Κύπρο σε αντίθεση με τις πιο σοβαρές υποθέσεις όπου ο αλλοδαπός βρίσκεται παράνομα στην Δημοκρατία. Αυτό προφανώς γιατί θεωρήθηκε ότι η εργοδότηση κάποιου που διαμένει παράνομα εδώ, αποτελεί ταυτόχρονα και ενθάρρυνση του να συνεχίσει να παρανομεί και να διαμένει στην Δημοκρατία χωρίς άδεια. Έτσι έχουν ανατραπεί ποινές φυλάκισης σε περιπτώσεις φοιτητών ή αιτητών πολιτικού ασύλου καθώς και σε εργοδότες τους και έχουν αντικατασταθεί με ποινές προστίμου (βλ. Lin Qinlong ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 501 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικολάου
(2006)2 Α.Α.Δ. 488). Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τη σοβαρότητα του αδικήματος καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας αλλά και λόγω του ότι τα αδικήματα αυτής της φύσης βρίσκονται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση και από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Λαμβάνω επίσης υπόψην ότι ο εργοδοτούμενος αλλοδαπός κατά τον επίδικο χρόνο δεν βρισκόταν παράνομα στη Δημοκρατία. Πάρα τα πιο πάνω είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της υπόθεσης, για εξισορρόπηση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής όμως δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171 και Αστυνομία ν. Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ. 17). Σύμφωνα με τα γεγονότα της παρούσας ο κατηγορούμενος 1 ευρισκόταν νόμιμα στην Δημοκρατία εφόσον ήταν αιτητής πολιτικού ασύλου. Προς όφελος του κατηγορούμενου λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη μου όσα αναφέρθηκαν από την συνήγορο υπεράσπισης και ιδιαίτερα την παραδοχή και απολογία του στο δικαστήριο, το λευκό του ποινικό μητρώο στοιχείο που του δίνει το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου, τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος ως αναφέρθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή, τις προσωπικές οικογενειακές και επαγγελματικές του συνθήκες, ως αναφέρθηκαν από την συνήγορο του. Τέλος ένας άλλος σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψην προς όφελος του κατηγορούμενου είναι και ο χρόνος που παρήλθε από την διάπραξη του αδικήματος, ήτοι σχεδόν 4 έτη. Ως έχει νομολογηθεί η πάροδος χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, δηλαδή αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από περέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Η πάροδος τέτοιου μακρού χρόνου μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου στο διάστημα αυτό μπορεί να αλλάξουν ριζικά (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355). Ως λέχθηκε δε στην Αβραάμ ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 365, η καθυστέρηση στην καταχώρηση μιας υπόθεσης εναντίον ενός προσώπου και/ή καθυστέρηση στην εκδίκαση της, αποτελούν σημαντικό ελαφρυντικό παράγοντα, ο οποίος, ανάλογα με τις περιστάσεις, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο τη μείωση της ποινής αναφορικά με το είδος αυτής, αλλά και μετατροπή της ποινής που κανονικά θα επιβάλλετο αν δεν υπήρχε η καθυστέρηση. Η έκταση φυσικά της ευθύνης του κατηγορούμενου στην εν λόγω καθυστέρηση λαμβάνεται επίσης υπόψην στο δέοντα βαθμό. Σε τέτοια περίπτωση αυτός δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά.
(2001)2 Α.Α.Δ. 617). Ανεξαρτήτως όμως του ποιός φέρει ευθύνη για την καθυστέρηση στην εκδίκαση μιας υπόθεσης το γεγονός της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την τιμωρία του παραβάτη τείνει ασφαλώς προς το μετριασμό της ποινής (βλ.Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267). Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα δεδομένα κρίνω ότι μπορεί να αποφευχθεί επιβολή ποινής φυλάκισης στον κατηγορούμενο. Καταληκτικά επιβάλλω σε αυτόν €500 πρόστιμο στην πρώτη κατηγορία. (Υπ.) ...................................... Γ. Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.