← Κύπρος

ΔΗΜΟΣ ΠΕΓΕΙΑΣ ν. Ιωάννου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 72/21, 11/2/2021

ΔΗΜΟΣ ΠΕΓΕΙΑΣ ν. Ιωάννου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 72/21, 11/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:B28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ιωαννίδου - Παπά, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 72/21 ΔΗΜΟΣ ΠΕΓΕΙΑΣ Κατήγορος - Αιτητής εναντίον

  1. ΧΧΧ Stock
  2. ΧΧΧ TEXNODOMI LIMITED
  3. ΧΧΧ Ιωάννου Κατηγορούμενοι - Καθ' ων η αίτηση 2,3 Μονομερής Αίτηση ημερ. 5/1/21 Ημερομηνία: 11 Φεβρουαρίου 2021 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή-Αιτήτρια: κ. Β. Καραγιαννίδης για Ι. Π¨Ζαχαρία Δ.Ε.Π.Ε Για τους Κατηγορούμενους 2 και 3 - Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3: κ. Γ. Σιαηλής ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ H παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση καταχωρήθηκε και εκκρεμεί εναντίον των κατηγορουμένων 1, 2 και 3 δια της οποίας η μεν 2η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι ως εργοληπτική εταιρεία άρχισε και συνεχίζει την εκτέλεση εργασιών ανέγερσης τριώροφης οικοδομής εντός του τεμαχίου με αρ.2Χ1, αρ.εγγρ. 4/2Χ1, φ/σχ.4Χ/2ΧΧ1, τμήμα 04, στην τοποθεσία ΒΧΧΧά, του Δήμου Πέγειας, της επαρχίας Πάφου, χωρίς να εξασφαλιστεί άδεια οικοδομής από την αρμόδια αρχή, δηλαδή τον Δήμο Πέγειας, η οποία έληξε στις 29/11/2017 (δεύτερη κατηγορία), ο δε 3ος κατηγορούμενος κατηγορείται ότι υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής και/ή αντιπρόσωπος της 2ης κατηγορούμενης παράνομα επέτρεψε και/ή της παρείχε συνδρομή για την εκτέλεση εργασιών ανέγερσης οικοδομής χωρίς να εξασφαλιστεί άδεια οικοδομής από την αρμόδια αρχή (τρίτη κατηγορία). Με μονομερή αίτηση του Δήμου Πέγειας ημερ.5/1/21, εκδόθηκε στις 7.1.2021 προσωρινό διάταγμα με το οποίο συγκεκριμένα διατάσσονται οι κατηγορούμενοι - καθ' ων η αίτηση 2 και 3 καθώς και οι διευθυντές, υπάλληλοι ή νόμιμοι αντιπρόσωποι τους όπως αναστείλουν πάσης φύσεως οικοδομικές και/ή κατασκευαστικές εργασίες και/ή εργασίες επεκτάσεων που εκτελούνται εντός του πιο πάνω τεμαχίου μέχρι τελικής εκδίκασης της υπόθεσης. Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, εις τα άρθρα 2,3 και 20 του Κεφ. 96, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 2, 4, 5, 9 και στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  4. Ως προς τα γεγονότα, η αίτηση στηρίζεται στην επισυνημμένη ένορκο δήλωση του ΧΧΧ Παντελίδη, δημοτικού μηχανικού στον Δήμο Πέγειας ο οποίος είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος λειτουργός από τον Δήμαρχο και το Δημοτικό Συμβούλιο Πέγειας για την εξέταση και έκδοση των αδειών οικοδομής και επιθεώρησης υποστατικών για σκοπούς συμμόρφωσης με εκδοθείσες άδειες οικοδομής και είναι τα ακόλουθα꞉ Από τον φάκελο με αρ. ΚΧΧ/2011, φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος αρ. 1 είναι ιδιοκτήτης και νόμιμος κάτοχος του ως άνω τεμαχίου. Η κατηγορούμενη αρ.2 είναι εργοληπτική εταιρεία και όπως τους ανέφερε ο κατηγορούμενος αρ.3 είναι εξουσιοδοτημένη από τον κατηγορούμενο 1 για την ανέγερση κατοικίας με υπόγειο χώρο, με περίφραξη και κολυμβητική δεξαμενή εντός του προαναφερόμενου τεμαχίου. Ο κατηγορούμενος αρ.1 είχε εξασφαλίσει αρχικά άδεια οικοδομής με αρ.5896 που προέβλεπε την κατασκευή κατοικίας με περίφραξη και κολυμβητική δεξαμενή η οποία έληγε την 29/11/
  5. Η άδεια ανανεώθηκε στις 29/11/15, με αρ.6ΧΧ6, αρ. φακ. ΚΧΧ/1Χ και έληξε την 29/11/
  6. Η άδεια οικοδομής ξανά ανανεώθηκε με αρ.6ΧΧ5 και έχει λήξει την 29/11/
  7. Έκτοτε δεν έχει υποβληθεί οποιαδήποτε αίτηση για άδεια οικοδομής. Ο ομνύον αναφέρει ότι απαιτείται και η έκδοση νέας πολεοδομικής άδειας. Στις 30/12/2020 σε επιτόπια έρευνα που διεξήχθη από τον ομνύοντα στο πιο πάνω τεμάχιο, διαπίστωσε ότι η κατηγορούμενη αρ.2 με την συνδρομή του κατηγορούμενου αρ.3 άρχισαν και συνεχίζουν την εκτέλεση εργασιών ανέγερσης οικοδομής, ήτοι την κατασκευή τριώροφης οικοδομής, χωρίς την εκ των προτέρων εξασφάλιση άδειας οικοδομής, και πολεοδομικής, από τον Δήμο Πέγειας. Επιπλέον, ενώ τα εγκεκριμένα σχέδια προνοούσαν υπόγειο χώρο, αυτός δεν έχει κατασκευαστεί και οι κατηγορούμενοι - καθ' ων η αίτηση αρ.2 και αρ.3 ανεγείρουν τριώροφη οικοδομή, με αποτέλεσμα να παραβιάζεται το μέγιστο ύψος που επιτρέπεται από τους κανονισμούς. Ακόμη αυτός αναφέρει ότι οι κατηγορούμενοι σκοπεύουν να προχωρήσουν σε ολοκλήρωση των παράνομων κατασκευών, να τελειοποιήσουν την κατασκευή και των 3 ορόφων, την τοιχοποιία και τις χωματουργικές εργασίες χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Οι εργασίες εκτελούνται παράνομα και χωρίς αρμόδια επίβλεψη ήτοι χωρίς επιβλέποντα μηχανικό όπως ορίζει η νομοθεσία και συνεπώς επικίνδυνα. Ο ίδιος ο Δήμαρχος επικοινώνησε προσωπικά και τηλεφωνικά με τον κατηγορούμενο αρ.3, και ενημέρωσε για τις παράνομες ενέργειες των κατηγορουμένων και ζήτησε όπως τερματίσουν άμεσα τις εργασίες, αλλά δεν συμμορφώθηκαν και έχουν αγνοήσει πλήρως τις υποδείξεις του Αιτητή για τερματισμό των παράνομων εργασιών. Τέλος, αναφέρει ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ως προβλέπεται από τον Νόμο. Μετά την επίδοση του προσωρινού διατάγματος οι κατηγορούμενοι - καθ' ων η αίτηση 2 και 3 καταχώρισαν Eιδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης προβάλλοντας λόγους ένστασης στην έκδοση και διατήρηση του προσωρινού διατάγματος. Με την ένσταση τους οι κατηγορούμενοι 2 και 3 προβάλλουν ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 για έκδοση του επίδικου διατάγματος (πρώτος λόγος), ότι αυτό δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί (δεύτερος λόγος), ότι υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης (τρίτος λόγος), ότι οι αιτητές έχουν αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα και δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια (τέταρτος λόγος) παραπλανώντας το για την μονομερή έκδοση του Διατάγματος. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση του ΧΧΧ Ιωάννου, κατηγορούμενου - καθ' ου η αίτηση 3, στην οποία αναφέρονται συνοπτικά τα ακόλουθα: Προβάλλεται ότι ο καθ' ου η αίτηση - κατηγορούμενος 3 είναι ΧΧΧ μηχανικός και διευθυντής της καθ' ης η αίτηση - κατηγορούμενης 2 ο οποίος επικαλείται την ύπαρξη υπογραφείσας γραπτής συμφωνίας μεταξύ της καθ' ης η αίτηση 2 και του κατηγορούμενου 1 ημερομηνίας 19/11/19 για την εκτέλεση εργασιών για ολοκλήρωση της ημιτελούς κατοικίας (σκελετό) 2 ορόφων με υπόγειο στο επίδικο τεμάχιο. Ο σκελετός της οικίας ήταν ήδη κτισμένος από το
  8. Οι εργασίες ξεκίνησαν περί τον Δεκέμβριο του
  9. Δεν αποδέχεται τον ψευδή ισχυρισμό του ΧΧΧ Παντελίδη ότι οι εργασίες αφορούσαν την ανέγερση τριώροφης οικοδομής, επισυνάπτοντας σχετικές φωτογραφίες τεκμήριο
  10. Συγκεκριμένα, αποδέχονται ότι έγιναν οικοδομικές εργασίες οι οποίες όμως δεν ολοκληρώθηκαν. Επιπλέον αναφέρει ότι υπάρχουν όλες οι σχετικές άδειες τις οποίες επισυνάπτει ως τεκμήρια 2-
  11. Η τελευταία παραχωρηθείσα άδεια οικοδομής με αρ. 6ΧΧ5 λήγει στις 29/11/
  12. Στις 19/11/19 η καθ' ης η αίτηση 2 και ο κατηγορούμενος 1 της ποινικής υπόθεσης υπέγραψαν συμφωνία (τεκμ.1). Ακόμη, επικαλείται ότι η καθ' ης η αίτηση 2 πραγματοποίησε εργασίες τοιχοποϊίας σε όλη την οικία οι οποίες ολοκληρώθηκαν πριν τις 30/12/20 ως επίσης και σοβατίσματα, ηλεκτρικές και χωματουργικές εργασίες . Αναφορικά με το θέμα της ισχυριζόμενης από τους καθ' ων η αίτηση 2 και 3 καθυστέρησης στην καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης και της αίτησης αυτός αναφέρει ότι οι αρμόδιοι του Δήμου Πέγειας τον ενόχλησαν περί τα τέλη του
  13. Αυτός αποδέχεται την τηλεφωνική επικοινωνία με τον Δήμαρχο κατά ή περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2020 και ότι αντάλλαξαν τις απόψεις τους οι οποίες ήταν διαφορετικές αναφορικά με το κατά πόσον η οικοδομή ήταν διώροφη ή τριώροφη και τί εργασίες ανέλαβαν αυτοί. Ισχυρίζεται ακόμη ότι δεν τίθεται θέμα επικινδυνότητας της οικοδομής από τις εργασίες που πραγματοποιούνται. Τέλος, προβάλλεται με την ένσταση ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 και γενικά οι προϋποθέσεις για έκδοση και συνέχιση της ισχύος του επίδικου εκδοθέντος διατάγματος. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων της αίτησης και της ένστασης και οι συνήγοροι παρέδωσαν στο Δικαστήριο τις γραπτές τους αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Το Δικαστήριο διατηρεί κατά νου τις θέσεις των διαδίκων και θα τις λάβει υπόψη του και στον βαθμό που είναι αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60 έχει αναλυθεί με σαφήνειακαι περιεκτικότητα στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates

(1982)1 AAΔ.557 και οι εν λόγω αρχές υιοθετήθηκαν σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι υποθέσεις Karydas Taxi Co Ltd v. Andreas Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321, Constantinides v. Makriyiorghou and another
(1978)1 C.L.R. 585 και η Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R. 557, για αυτό το θέμα είναι μόνο μερικές που ενδεικτικά αναφέρονται. Στη συνέχεια παρατίθενται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν, πριν το Δικαστήριο αποφασίσει, να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία με βάση το ισοζύγιο των επιπτώσεων, υπέρ της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος και κατ΄ επέκταση στη διατήρηση του σε ισχύ μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης ή την μη έκδοση του:
  1. Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση.
  2. Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα ότι ο αιτητής δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή ή σε ανταπαίτηση.
  3. Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Διευθύντριας υπηρεσιών κοινωνικής ευημερίας, Έφεση Αρ. 10/2020, 15/10/2020 όπου έχουν αναφερθεί αναλυτικά οι προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινού Διατάγματος: «Η έκδοση προσωρινού διατάγματος διέπεται, γενικά, από τις πρόνοιες του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο αυτό είναι περιορισμένο και εξετάζει βασικά κατά πόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις αυτές.». Στην ίδια αναφέρεται ότι: «Όπως εξηγήθηκε περαιτέρω στην Κυριάκου κ.α. ν. Κυριάκου, Πολ. Έφ. Αρ. Ε301/2016, ημερ. 26.9.2017, τούτο έχει την έννοια ότι το δικόγραφο αποκαλύπτει αναγνωρισμένο, είτε από το Νόμο (legal right) είτε από το δίκαιο της επιείκειας (equitable right), αγώγιμο δικαίωμα (βλ. Διατάγματα, Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, 1η έκδ., σελ. 55).» Στην υπόθεση Δήμος Πάφου ν. Πόλις Αριστοτέλους κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10258/13, 30/8/2013 με αναφορά και σε αποφάσεις του Ανωτάτου αναφέρεται ότι: «ο Αιτητής που με μονομερή αίτηση εξασφάλισε υπέρ του προσωρινό διάταγμα έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ (βλ. Dolego Estates Ltd κ.ά. ν. Φιλίππου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1217, 1224)». Για να παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα πρέπει να ικανοποιούνται δύο παράμετροι: · ότι στη βάση των δεδομένων που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τον Αιτητή ορθά εκδόθηκε το διάταγμα, και · ότι στη βάση των δεδομένων κατά την ακρόαση, αφ' ότου ορίστηκε επιστρεπτέο, είναι ορθή η οριστικοποίηση του διατάγματος και συνέχιση της ισχύος του. Τα δεδομένα κατά την ακρόαση περιλαμβάνουν τα επιπλέον στοιχεία που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου από το ενιστάμενο μέρος, τον καθ' ου η αίτηση. Όπως έχει λεχθεί στην Dolego Estates Ltd κ.ά. ν. Φιλίππου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1217, 1224: «Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι η έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος μονομερώς δεν μεταθέτει το βάρος της απόδειξης κατά την ακρόαση και επομένως οι εφεσείοντες είχαν το βάρος να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι το διάταγμα θα έπρεπε να παραμείνει σε ισχύ. (Βλέπε: Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453)». Στην υπόθεση ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. ΛΟΙΖΙΔΟΥ, Πολιτική Εφεση Αρ. E7/2018, 21/3/2019 λέχθηκε ότι: «Η πρώτη προϋπόθεση που ορίζει το άρθρο 32 αφορά το ποιοτικό κριτήριο της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και συνδέθηκε, αρχικά από την καθοριστική επί του ζητήματος υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 CLR 557, με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα. Θεωρήθηκε ότι ο όρος στα πλαίσια του άρθρου 32 δεν πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαιτεί ο,τιδήποτε πέραν της αποκάλυψης «συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων». Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό, καθώς αναμένεται από τον Ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά του το οποίο, ως ισχυρίζεται, παραβιάζει η αντίδικη πλευρά». Στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 2041 υιοθετείται η επί του προκειμένου Αγγλική νομολογία όπως εκφράζεται στο σύγγραμμα Copinger and Skone Jameson Copyright, 12η έκδοση παραγ.621 (σε μετάφραση): «Συζητήσιμη υπόθεση.. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση». Ως προς την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, έχει εξηγηθεί ότι δεν περιλαμβάνεται οτιδήποτε πέραν από του να αποδειχθεί ότι πρόκειται περί συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα και τη μαρτυρία. Για δε την ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο αιτητής σε θεραπεία, επεξηγείται στη νομολογία ότι αφορά την απόδειξη ύπαρξης υπόθεσης, πέραν από απλή πιθανότητα, αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις. Ειδικότερα σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση είναι χρήσιμα τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση Α. Κυτάλα ν. Άννα Χρυσάνθου και άλλοι
(1996)1 Α.Α.Δ. 253 και είναι τα εξής: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας, που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ. Odysseos v. Pieris Estated Ltd and Others
(1982)1 CLR 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 CLR 585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 ALL E.R. 417 (σελ. 430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Gyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504, η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας.» Η τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματοςέχει αναλυθεί και στην ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. ΛΟΙΖΙΔΟΥ, (πιο πάνω): «αυτή σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρουση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία». Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Μετά την εξέταση των πιο πάνω προϋποθέσεων και εφόσον αυτές πληρούνται, το Δικαστήριο θα πρέπει επιπλέον να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Είναι προφανές ότι σκοπός της εξασφάλισης προσωρινού διατάγματος είναι η προστασία του Αιτητή για να αποζημιωθεί ή να προστατευθεί σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής ή της ανταπαίτησης του μετά την ακρόαση. Η ανάγκη προστασίας του Αιτητή δεν μπορεί παρά να σταθμίζεται με την αντίστοιχη ανάγκη, να προστατευθεί ο αντίδικος από ζημιά που θα ήταν δυνατό να υποστεί κατά την άσκηση των δικών του δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο συνεπώς θα πρέπει πάντοτε να σταθμίζει τα δύο πιο πάνω στοιχεία και να καθορίσει, εάν είναι δυνατό, ποιος από τους δύο διάδικους, θα υποστεί τη μεγαλύτερη ταλαιπωρία από την έκδοση ή όχι του διατάγματος (Βλέπε υπόθεση American Cinamid Co. v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E.R. 504, 509-510). Ένα άλλο θέμα το οποίο εξετάζεται, πριν την έκδοση προσωρινού διατάγματος, είναι κατά το πόσο οι αποζημιώσεις στις οποίες δυνατό να δικαιούται ο αιτητής, θα ήταν εύκολο ή δυνατό να υπολογισθούν με αρκετή βεβαιότητα. Η δυσκολία ή αδυναμία υπολογισμού αποτελεί παράγοντα ο οποίος συνηγορεί υπέρ της έκδοσης τέτοιου διατάγματος. (Βλέπε υπόθεση Καρυδάς Ταξί Co Ltd ν. Ανδρέας Κωμοδίκης
(1975)1 Α.Α.Δ 321). Μια άλλη αρχή, την οποία το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, για έκδοση ή μη προσωρινού διατάγματος, είναι το ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά η ίδια θεραπεία με αυτή της αγωγής, ούτως ώστε να μην αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα σε δύο περιπτώσεις. (Βλ. γενικά Halsbury´s Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 21, παράγρ. 763, Michael v. Brenivos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578, Bhimjiyani v. Gregoriou
(1980)1 C.L.R. 14 και η υπόθεση Re Χ΄΄ Κωνσταντή, Αίτ. 89/98 της 8.10.98). Περαιτέρω, σύμφωνα με την υπόθεση C.T. TOBACCO LIMITED v. της Εταιρείας Εκδόσεις ΑΡΚΤΙΝΟΣ Λτδ κ.α.
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 853 το Δικαστήριο δεν μπορεί στο στάδιο της έκδοσης ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος να προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας των προσώπων που τυχόν αντεξετάσθηκαν, για να καταλήξει σε εύρημα κατά πόσο ήταν αξιόπιστοι ή όχι. Το Δικαστήριο κατά την ακρόαση ενός προσωρινού διατάγματος δεν προχωρεί στην αξιολόγηση των προβαλλόμενων ισχυρισμών ούτε ασκεί τελική κρίση αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης είτε της νομικής πτυχής της, δεδομένου ότι όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, αυτό εμπίπτει στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου που εκδικάζει την ουσία της υπόθεσης. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και δεν καταλήγει σε συμπεράσματα ως προς συγκρουόμενα πραγματικά θέματα. Στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 225, αναφέρονται σχετικά τα εξής (στη σελ. 236): «Θα επαναλάβουμε, έστω και με τον κίνδυνο να γίνουμε φορτικοί, πως οι διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνουμε, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασισθούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της». Στην παρούσα υπόθεση υπενθυμίζεται εδώ ότι ο Αιτητής είχε και κατά το μονομερές στάδιο, αλλά και διατήρησε κατά το στάδιο της ακρόασης της αιτήσεως, μετά την καταχώρηση της ένστασης, το βάρος να ικανοποιήσει τα τρία κριτήρια του άρθρου 32 προτού τύχει της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Λαμβανομένων υπόψη όλων των πιο πάνω νομικών αρχών και κανόνων, τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τις δύο πλευρές, χωρίς να διενεργείται οποιαδήποτε αξιολόγηση ως προς την αξιοπιστία αυτής, αλλά κατά αφηρημένο και αντικειμενικό κριτήριο, για σκοπούς της παρούσας Αίτησης και μόνο, εξετάζεται στη συνέχεια κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, εφόσον αυτές αμφισβητούνται και κατά ακολουθία εάν δικαιολογείται η διατήρηση σε ισχύ του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 7.1.21. Πρωτίστως θα εξετάσω τον τρίτο και τον τέταρτο λόγο ένστασης δια του οποίου οι κατηγορούμενοι - καθ΄ων η αίτηση 2 και 3 προβάλλουν ότι ο αιτητής απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα και/ή δεν έχει προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων αλλά και ότι υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ Όπως η νομολογία σαφώς καθορίζει για να επιτύχειο τέταρτος λόγος ένστασης πρέπει να αποδειχθεί ότι το γεγονός που δεν έχει αποκαλυφθεί είναι ουσιώδες. Η απλή παράλειψη αναφοράς γεγονότος δεν οδηγεί σε ακύρωση του διατάγματος. Στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου
(1998)1 (Β) ΑΑΔ 598 ειπώθηκαν τα εξής: «Όπως διαπιστώσαμε στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Limited και Άλλου
(1996)1 (Α) ΑΑΔ 597,πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι, όπως αναφέραμε, κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Στην παρούσα περίπτωση το τί δεν έχει αποκαλυφθεί από τον Αιτητή σύμφωνα με τους καθ' ων η αίτηση 2 και 3 είναι:
  1. Ότι παρέλειψαν να αποκαλύψουν ότι ο σκελετός της οικίας (η οικοδομή) ήταν ήδη κτισμένος από το
  2. Ότι η καθ' ης η αίτηση 2 άρχισε τις εργασίες τον Δεκέμβριο του
  3. Ότι ενόχλησαν για πρώτη φορά τους καθ' ών η αίτηση 2 και 3 τον Νοέμβριο του
  4. Η επικοινωνία που είχε ο καθ' ου η αίτηση 3 με τον ΧΧΧ Παντελίδη ήταν για το πώς θα φαίνεται καλύτερη η όψη της οικίας από τον δρόμο.
  5. Παρέλειψαν να αναφέρουν την ύπαρξη του συμβολαίου μεταξύ του κατηγορούμενου 1 και της καθ' ης η αίτηση 2 ενώ στην ένορκο δήλωση του ΧΧΧ Παντελίδη αναφέρεται για εξουσιοδότηση. Το ερώτημα το οποίο καλείται το Δικαστήριο να απαντήσει εξετάζοντας τον πιο πάνω λόγο ένστασης είναι κατά πόσο το Δικαστήριο εάν είχε ενώπιον του τα πιο πάνω γεγονότα δεν θα εξέδιδε το διάταγμα ημερ. 7.1.
  6. Με την ένορκο δήλωση του ΧΧΧ Παντελίδη η οποία συνοδεύει την αίτηση τέθηκε αρχικά ενώπιον του Δικαστηρίου η σύνδεση της καθ' ης η αίτηση 2 και του 3 κάτι το οποίο βεβαίως αποδέχονται. Δεν έχει παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση 2 και 3 οποιαδήποτε εν ισχύει άδεια εφόσον οι ίδιοι επικαλούνται την ύπαρξη αυτών. Μετά από τις 29/11/2017 αφότου λήγει η άδεια οικοδομής με αρ.6235 παρουσιάζεται η ύπαρξη μίας συμφωνίας μεταξύ του κατηγορούμενου 1 και της καθ' ης η αίτηση 2, ημερομηνίας 19/11/19 για την οποία όμως είναι άγνωστο εάν αποστάληκε ή γνωστοποιήθηκε στον αιτητή ούτως ώστε ο ομνύον για τους Αιτητές να την αναφέρει στην ένορκο δήλωση του. Οι ισχυρισμοί του καθ' ου η αίτηση 3 στην ένορκη του δήλωση αναφορικά με την κατάσταση της επίδικης οικοδομής είναι εκ πρώτης όψεως αντιφατικοί γιατί ενώ στην παράγραφο 5 ισχυρίζεται ότι η οικοδομή είχε ήδη ανεγερθεί, σε άλλο σημείο (παράγραφο 8) αναφέρει ότι: «η καθ' ης η αίτηση 2 πραγματοποίησε εργασίες τοιχοποιίας σε όλη την οικία, ηλεκτρολογικές και χωματουργικές εργασίες και εσωτερικών σοβατισμάτων και επιπλέον επικαλείται ότι οι εργασίες βρίσκονται στο τελικό στάδιο για περάτωση τους». Επαναλαμβάνω ότι τα γεγονότα τα οποία κατ' ισχυρισμό έχουν αποκρυφθεί πρέπει να είναι ουσιώδη. Δεν διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου τα όσα αναφέρθηκαν στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) Α.A.Δ. 788 σχετικά με την υποχρέωση του Δικαστηρίου να μην εξετάζει τα αμφισβητούμενα γεγονότα κατά την εκδίκαση προσωρινού διατάγματος. Στην συγκεκριμένη περίπτωση πρώτα απ' όλα θεωρώ ότι δεν υπάρχει απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από τον Αιτητή εφόσον τα όσα αναφέρονται στην ένορκο δήλωση του ΧΧΧ Παντελίδη η οποία συνοδεύει την αίτηση είναι ικανοποιητικά δηλαδή ότι ανεγείρεται τριώροφη οικοδομή χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Περαιτέρω ακόμα και αν τα γεγονότα και τεκμήρια εις τα οποία αναφέρονται οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3 αποκαλύπτονταν στο Δικαστήριο καθόλου δεν θα επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του διατάγματος. Επομένως ο τέταρτος λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. ΤΡΙΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ Ο τρίτος λόγος ένστασης αφορά ισχυριζόμενο θέμα καθυστέρησης στην καταχώρηση της αίτησης. Ενώπιον του Δικαστηρίου εμφαίνεται ότι ο ομνύον για τον αιτητή επισκέφθηκε την εν λόγω ισχυριζόμενη οικοδομή τέλη Δεκεμβρίου του 2020. Οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3 επικαλούνται την ανέγερση της οικοδομής από το 2017, ότι η καθ' ης η αίτηση 2 έχει αρκετό καιρό που πραγματοποιεί εργασίες εκεί και ότι οι αρμόδιοι τους ενόχλησαν περί τα τέλη Νοεμβρίου του 2020. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Πλακίδη Μάρθα Γεωργίου Ηλία, δια του πληρεξούσιου αντιπροσώπου αυτής Χαράλαμπου Ιωαννίδη ν. Nomisko Developers Ltd
(2010)1 ΑΑΔ 577, η οποία αφορούσε την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος για παρεμπόδιση αποξένωσης ακίνητης ιδιοκτησίας «Το γεγονός ότι ένας διάδικος είτε συνειδητά κατόπιν δικής του επιλογής, είτε κατόπιν αμέλειας ή ολιγωρίας παραλείπει να προσφύγει στο Δικαστήριο προσβάλλοντας μια κατά τον ισχυρισμό του παράνομη ή δόλια πράξη, αυτό το στοιχείο δεν πρέπει να εκληφθεί εναντίον του ως εμπόδιο στην απόδοση προσωρινής θεραπείας όταν μεσολαβήσει μια δεύτερη κατ' ισχυρισμό παρανομία προς όφελος τρίτου προσώπου η οποία δημιουργεί νέα αρνητικά τετελεσμένα και ενώ αποδεικνύει ο αιτητής ότι επαπειλείται και συνέχεια. Σε μια τέτοια περίπτωση, ένας αιτητής θα υποστεί τις συνέπειες της όποιας τυχόν αδράνειάς του σε σχέση με τις περιπλοκές οι οποίες δημιουργούνται λόγω απόκτησης δικαιωμάτων από τρίτα πρόσωπα και των γενικότερων δυσκολιών που δυνατόν να δημιουργηθούν. Δεν δικαιολογείται όμως το Δικαστήριο υπό τέτοιες συνθήκες να αρνηθεί να αποδώσει θεραπεία αποτροπής άλλων, περαιτέρω και διαφορετικών κατ' ισχυρισμό, παράνομων ή δόλιων πράξεων, ουσιαστικά ως τιμωρία για τυχόν προηγούμενη αδράνεια του αιτητή.» Στην Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου ειπώθηκαν τα εξής: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης». Στην υπόθεση Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Ελεονώρας άλλως Νόρας Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/10, απόφαση ημερ. 19.3.14, το Εφετείο βρήκε ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε λανθασμένα τη διακριτική του ευχέρεια: «κρίνοντας το ζήτημα μόνο στη βάση της καθυστέρησης και όπως την συνυπολόγισε με αφετηρία την ημερομηνία καταχώρισης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Οι περιστάσεις της υπόθεσης ήταν τέτοιες που δικαιολογούσαν με πολλή λεπτομέρεια την αρχική απραξία και τις μετέπειτα ενέργειες της εναγομένης-εφεσείουσας για το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα.Η εφεσείουσα κινήθηκε, μετά τις πληροφορίες που είχαν πάρει, μέσω του Κτηματολογικού Γραφείου, ώστε να έχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία και με τις εκτιμήσεις που είχε πλέον στα χέρια της, αποτάθηκε στο Δικαστήριο για να πετύχει την έκδοση του διατάγματος προς εξασφάλιση του λαβείν της. Από τη στιγμή που η εφεσείουσα έδωσε εξηγήσεις που δεν αμφισβητήθηκαν, το Δικαστήριο όφειλε να εντάξει το χρόνο που παρήλθε άπρακτος από εκείνη την ημερομηνία και μετέπειτα για να κρίνει το ζητούμενο. Ο χρόνος που διέρρευσε μετά τη λήψη των σχετικών πληροφοριών από την εφεσείουσα και την ολοκλήρωση των απαιτούμενων ενεργειών, όπως τις περιγράψαμε ανωτέρω, που ολοκληρώθηκαν στις 6.5.2009 μέχρι τις 24.6.2009, ήταν εκείνος που έπρεπε πλέον να προσμετρήσει για να κριθεί η καθυστέρηση. Επρόκειτο για ιδιαίτερα μεγάλο ποσό το οποίο μάλιστα σημειώνουμε ότι με την ένορκη δήλωση που καταχωρίστηκε και συνοδεύει την ένσταση δεν αμφισβητήθηκε. Η περιουσία που δεσμεύθηκε ήταν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της εφεσίβλητης που η αξία του κάλυπτε την ανταπαίτηση της εφεσείουσας. Με δεδομένο το εύρημα του Δικαστηρίου ότι υπήρχε πιθανότητα σε θεραπεία για ποσό που υπεξαιρέθηκε και οικειοποιήθηκε η εφεσίβλητη και ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 πληρούνταν, το Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει και το ισοζύγιο της ευχέρειας, πράγμα που ορθώς παραπονείται η εφεσείουσα ότι παρέλειψε να το πράξει. Σημειώνουμε ότι από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν τίθενται οποιαδήποτε γεγονότα ή ισχυρισμοί ότι η έκδοση ή η οριστικοποίηση του διατάγματος θα προκαλούσε αδικία στην εφεσίβλητη ή ότι η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος και η καθυστέρηση στη λήψη μέτρων έφεραν την εφεσίβλητη σε δυσμενέστερη θέση. Το θέμα εγείρεται μόνο με το περίγραμμα αγόρευσης της εφεσίβλητης, η οποία σημειώνουμε ότι δεν ήσκησε αντέφεση, και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εξεταστεί.» Στην υπόθεση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά. ν. Benfleet Enterp. Ltd κ.ά.
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 280, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 287: «Παραβλέπουν ακόμα ένα σημαντικότατο παράγοντα ότι η επίκληση της αρχής της επιείκειας για καθυστέρηση (laches) προϋποθέτει, πρώτον, μη εύλογη καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας και δεύτερο, οι συνέπειες που προκάλεσε η καθυστέρηση να καθιστούν την παροχή της αιτούμενης θεραπείας άδικη (βλέπε I.C.F. Spry, The Principles of Equitable Remedies, 4η έκδοση, σελ.223). Καταλήγουμε ότι δεν υπήρξε μη εύλογη καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας, ενώ δεν υποστηρίκτηκε καν από τους εφεσείοντες ότι υπέστηκαν οποιαδήποτε αρνητική συνέπεια από την καθυστέρηση. Εξ άλλου, αν δεχόμαστε το επιχείρημα των εφεσειόντων, θα καταλήγαμε στη λανθασμένη θέση ότι εκτός αν η αγωγή εγείρεται αμέσως μετά τη δημιουργία του αγώγιμου δικαιώματος, ο ενάγων δεν δικαιούται της προστασίας συντηρητικού διατάγματος. Ούτε η καθυστέρηση μεταξύ αγωγής και αίτησης για συντηρητικό διάταγμα λειτουργεί αρνητικά εναντίον του αιτητή, εκτός αν από την καθυστέρηση επηρεάζονται τα δικαιώματα του αντιδίκου του.» Ενόψει της πιο πάνω προαναφερθείσας νομολογίας κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο με βάση την ένορκο δήλωση του ΧΧΧ Παντελίδη εμφαίνεται ότι αυτός επισκέφθηκε τον χώρο στις 30.12.20 και διαπίστωσε την ισχυριζόμενη παράνομη ανέγερση τριώροφης οικοδομής. Οι έλεγχοι και οι ενέργειες στις οποίες προέβηκε ο Αιτητής για να διαπιστώσει όλες τις λεπτομέρειες σχετικά με την εν λόγω ισχυριζόμενη ανέγερση της οικοδομής χωρίς άδεια, καταδεικνύουν ότι η κατάσταση ήταν τέτοια ώστε ο Αιτητής θα έπρεπε να συλλέξει όλα τα αναγκαία στοιχεία και γεγονότα πριν αποταθεί στο Δικαστήριο για παροχή θεραπείας. Οποιοσδήποτε άλλος ισχυρισμός των καθ' ων η αίτηση 2 και 3 για το θέμα αυτό θα εξεταστεί κατά την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης. Ως εκ των άνω, οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3 δεν δικαιολογούνται να επικαλούνται την τυχόν καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης και της αίτησης για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος ούτως ώστε να προσποριστούν όφελος, δεδομένου μάλιστα ότι δεν έχουν παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία ή μαρτυρία τα οποία να με έχουν πείσει ότι αυτοί έχουν τεθεί σε δυσμενέστερη θέση από τον αιτητή. Συνεπώς ο τρίτος λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. ΠΡΩΤΟΣ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ Ακολούθως θα προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης και κατά πόσο πληρούνται οι πιο πάνω αναφερθείσες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/
  1. Στην παρούσα υπόθεση το κατηγορητήριο και οι κατηγορίες οι οποίες περιλαμβάνονται σε αυτό, αποτελούν τη βάση για εξέταση κατά πόσο πληρούνται οι δυο πρώτες προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν. 14/
  2. Διεξήλθα του κατηγορητηρίου και της ενόρκου δηλώσεως η οποία συνοδεύει την αίτηση και έχω ικανοποιηθεί ότι ο αιτητής κατέδειξε ότι υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση εφόσον σύμφωνα με την μαρτυρία του ομνύοντα στην αίτηση, ανεγείρεται μια τριώροφη οικοδομή και εκτελούνται εργασίες, από την κατηγορούμενη - καθ' ης η αίτησης 2 η οποία είναι εργοληπτική εταιρεία, διευθυντής της οποίας είναι ο κατηγορούμενος - καθ' ου η αίτηση 3, σε ακίνητη περιουσία ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου 1, χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Να αναφερθεί ότι οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3 δεν αμφισβητούν την ύπαρξη της πρώτης προϋπόθεσης δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Έχω επίσης ικανοποιηθεί ότι πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση, εφόσον όπως προανέφερα, σύμφωνα με τον ομνύοντα στην αίτηση, δεν υφίσταται ούτε άδεια οικοδομής ούτε και πολεοδομική άδεια. Προς τούτο σχετικό είναι το τεκμήριο 2, τρεις άδειες οικοδομής οι οποίες εκδόθηκαν με την τελευταία να λήγει στις 29/11/
  3. Η δε πολεοδομική άδεια τεκμήριο 4, του 2010 είχε συνολική χρονική διάρκεια 6 ετών. Καμία άλλη άδεια δεν παρουσιάστηκε από τους Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 παρά την αναφορά και θέση τους ότι υπάρχουν σχετικές άδειες για την εν λόγω οικοδομή. Αυτό το οποίο έχει σημασία στο παρόν στάδιο είναι ότι ο αιτητής υποστήριξε την αίτηση του με μαρτυρία με την οποία φαίνεται ότι ο ομνύον στις 30.12.20 επισκέφτηκε το τεμάχιο με αρ.2Χ1, ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου 1 και διαπίστωσε ότι η καθ' ης η αίτηση 2 με την συνδρομή του καθ' ου η αίτηση 3 άρχισαν και συνεχίζουν την κατασκευή τριώροφης οικοδομής, χωρίς την εκ των προτέρων εξασφάλιση άδειας οικοδομής, και πολεοδομικής, από τον Δήμο Πέγειας. Ο ομνύον αναφέρει ακόμη ότι οι κατηγορούμενοι - καθ' ων η αίτηση 2 και 3 σκοπεύουν να προχωρήσουν σε ολοκλήρωση των παράνομων κατασκευών, να τελειοποιήσουν την κατασκευή και των 3 ορόφων, την τοιχοποιία και τις χωματουργικές εργασίες χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Οι εργασίες εκτελούνται παράνομα και χωρίς αρμόδια επίβλεψη ήτοι χωρίς επιβλέποντα μηχανικό όπως ορίζει η νομοθεσία και συνεπώς επικίνδυνα. Οι ισχυρισμοί των καθ' ων η αίτηση 2 και 3 στην παράγραφο 5 της ένστασης τους ότι «η οικοδομή είχε ήδη ανεγερθεί», εκ πρώτης όψεως είναι αντιφατικοί με τις επόμενες παραγράφους 7 και 8 σε αυτήν στις οποίες γίνεται αναφορά ότι αυτοί «προχωρούσαν στην εκτέλεση οικοδομικών εργασιών» στην εν λόγω οικοδομή. Οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3 ισχυρίζονται στην παράγραφο 8 της ενόρκου δηλώσεως του καθ' ου η αίτηση 3 την πραγματοποίηση εργασιών τοιχοποιίας σε όλη την οικία. Μία απλή ερμηνεία της λέξης «τοιχοποιίας» στο λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη σημαίνει την κατασκευή τοίχων ή το σύνολο των κτισμένων μερών της οικοδομής, ή την κατασκευή από δομικά υλικά όπως πέτρες ή τούβλα δηλαδή δεν περιλαμβάνεται μόνο ο σκελετός μίας οικοδομής όπως επικαλούνται οι καθ' ων η αίτηση 2 και
  4. Επίσης οικοδομή σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κεφ. 96 αποτελεί οποιαδήποτε κατασκευή είτε από λίθους, σκυρόδεμα, πηλό, σίδερο, ξύλο ή άλλη ύλη, ή τμήμα οικοδομής, ή οποιοδήποτε τοίχο ή φράκτη, περίφραγμα ή άλλη κατασκευή και όχι μόνο την κατασκευή σκελετού μίας ανεγειρόμενης οικοδομής. Δηλαδή με βάση τα όσα έχει ενώπιον του το Δικαστήριο αλλά και τους ισχυρισμούς των καθ' ων καταδεικνύεται ότι στην εν λόγω ισχυριζόμενη οικοδομή έχουν γίνει από αυτούς οικοδομικές εργασίες πλην του σκελετού αυτής, είτε αυτές αποτελούν τοιχοποιία, είτε είναι χωματουργικές, εν πάσει όμως περιπτώσει αυτή δεν έχει ακόμη περατωθεί με ενδεχόμενο την συνέχιση των ισχυριζομένων παράνομων οικοδομικών εργασιών χωρίς να έχει εκδοθεί οποιαδήποτε άδεια από την αρμόδια αρχή. Το ότι η οικοδομή δεν έχει ολοκληρωθεί αυτό εμφαίνεται και από τις ίδιες τις φωτογραφίες τις οποίες επισύναψαν οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3, τεκμήριο
  5. Όσα ισχυρίζονται αυτοί πιθανό να αποτελέσουν την υπεράσπιση τους την οποία πιθανό να κληθούν να προβάλουν σε μεταγενέστερο στάδιο, το βάσιμο της οποίας όμως δεν μπορεί να εξεταστεί και κριθεί σε αυτό το στάδιο. Για σκοπούς και μόνο της παρούσας διαδικασίας τα όσα αναφέρονται στην ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση κρίνονται ικανοποιητικά για να καταδείξουν μια έστω ορατή πιθανότητα επιτυχίας νοουμένου βέβαια ότι κατά τη δίκη ο αιτητής αποσείσει το βάρος το οποίο φέρει προς απόδειξη των κατηγοριών. Aναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αποτελεί εισήγηση των καθ' ων η αίτηση 2 και 3 ότι δεν έχει καταδειχθεί η πιθανότητα ο αιτητής να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αφού δεν έχει καταδειχθεί το κατεπείγον και ότι δόθηκε μαρτυρία από την πλευρά τους ότι η οικοδομή (σκελετός) ήταν ήδη κτισμένη από το 2017 και οι αιτητές δεν προχώρησαν σε οποιοδήποτε διάβημα. Ακόμη ότι οι αιτητές άργησαν περίπου ένα χρόνο να λάβουν μέτρα αφού οι εργασίες ξεκίνησαν προ πολλού. Τέτοια εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνη. Κατ' αρχάς στις παραγράφους 10 και 13 της ενόρκου δηλώσεως του ΧΧΧ Παντελίδη αναφέρεται ότι οι εργασίες άρχισαν και συνεχίζουν να εκτελούνται παράνομα, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, χωρίς εγκεκριμένα σχέδια, χωρίς αρμόδια επίβλεψη ήτοι χωρίς επιβλέποντα μηχανικό όπως ορίζει η νομοθεσία και συνεπώς επικίνδυνα και είναι επείγον να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα για αποφυγή οποιουδήποτε ατυχήματος. Αναφέρεται επίσης ότι οι κατηγορούμενοι έχουν αγνοήσει πλήρως τις υποδείξεις τους για τερματισμό των παράνομων εργασιών. Οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3 επαναλαμβάνω δεν αρνούνται αλλά αποδέχονται ότι διενεργούσαν οικοδομικές εργασίες πριν την έκδοση του προσωρινού διατάγματος και σύμφωνα με τα γεγονότα ως διατυπώνονται στις ένορκες δηλώσεις προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 ανεγείρουν το επίδικο υποστατικό κατά παράβαση των εγκριμένων σχεδίων και χωρίς άδεια οικοδομής. Το γεγονός ότι εκτελούνται οι ισχυριζόμενες παράνομες κατασκευές 3 ορόφων, οι οποίες ακόμα να ολοκληρωθούν και χωρίς οι αρμόδιες υπηρεσίες του Δήμου να μπορούν να ελέγξουν την εν λόγω οικοδομή για θέματα ασφάλειας και υγείας, είναι επιβεβλημένη η μονιμοποίηση του διατάγματος μέχρι την πλήρη και τελική εκδίκαση της υπόθεσης. Σημειώνεται ότι στην ένσταση δεν γίνεται οποιαδήποτε περιγραφή της ζημιάς την οποία πιθανό να υποστούν οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3 εάν οριστικοποιηθεί η ισχύς του εν λόγω διατάγματος. Επισημαίνω ιδιαίτερα ότι το ζήτημα άπτεται της δημόσιας ασφάλειας εφόσον εκτελούνται εργασίες με σκοπό την συνέχιση και την ανέγερση οικοδομής χωρίς να έχει προηγηθεί αξιολόγηση και έγκριση τους από το Δήμο Πέγειας. Σε περίπτωση μη συνέχισης της ισχύος του διατάγματος θα έχει ως αποτέλεσμα οι καθ' ων οι αίτηση να αφεθούν ελεύθεροι να συνεχίσουν ανενόχλητοι την ολοκλήρωση των ενεργειών τους και μέχρι την αποπεράτωση της ποινικής υπόθεσης ενδεχομένως η οικοδομή να κατοικηθεί από τον ιδιοκτήτη - κατηγορούμενο 1 και την οικογένεια του. Επομένως, σε περίπτωση επιτυχίας της υπόθεσης και έκδοση διατάγματος κατεδάφισης της κατ' ισχυρισμό παράνομης οικοδομής θα είναι δύσκολο αν όχι αδύνατον να γίνει κάτι τέτοιο και ο αιτητής θα χρειαστεί να μπει σε περαιτέρω διαδικασίες και έξοδα. Συνεπώς, κρίνω ότι αν δεν οριστικοποιηθεί το εκδοθέν διάταγμα, ενδέχεται η ζημιά να είναι ανεπανόρθωτη και να είναι δύσκολο ή ακόμα και αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο δηλαδή εάν επιτραπεί η συνέχιση των εργασιών θα έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία τετελεσμένων γεγονότων, αυτό το οποίο ο ίδιος ο Νομοθέτης με το άρθρο 20(3Α) του Κεφ. 96 επιδίωξε να αποτρέψει. Τα πιο πάνω κρίνονται ικανοποιητικά και πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση λαμβάνοντας υπόψη την φύση των κατηγοριών που οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3 αντιμετωπίζουν. Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Επομένως για όλους τους πιο πάνω αναφερθέντες λόγους κρίνω επίσης ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ του αιτητή. Κρίνεται ορθό να γίνει αναφορά στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd,
(1996)1 Α.Α.Δ. 788 στην οποία αναφέρθησαν τα εξής σχετικά: «Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίζει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670: «Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτωνείτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το Δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει να αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιωμένη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν «εσφαλμένη» με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για την χορήγηση και των δύο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή». Σε αυτό το στάδιο όμως το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και δεν προβαίνει σε τελική κρίση ως προς τα γεγονότα και κατά πόσο αποδεικνύονται οι κατηγορίες εναντίον των καθ' ων η αίτηση 2 και 3. Επομένως για σκοπούς εξέτασης της παρούσας αίτησης το Δικαστήριο δεν δύναται να εξετάσει τις κατηγορίες επί της ουσίας. Επομένως ούτε και αυτοί οι δύο λόγοι ευσταθούν και δεν μπορούν να οδηγήσουν σε ακύρωση του Διατάγματος ημερομηνίας 7.1.21 οι οποίοι και απορρίπτονται. Συνεπώς κρίνω ότι ο Αιτητής έχει πετύχει να αποσείσει το βάρος απόδειξης που βρίσκεται στους ώμους του για την συνέχιση του διατάγματος. Για όλους τους λόγους που προανέφερα, το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 7.1.21 καθίσταται απόλυτο μέχρι τελικής εκδίκασης της υπόθεσης με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό. Επιδικάζονται επίσης υπέρ του Κατήγορου - Αιτητή και εναντίον των κατηγορουμένων 2,3 - καθ' ων η αίτηση 2,3 τα έξοδα της αίτησης όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της υπόθεσης. [Υπ.]................. Γ. Ιωαννίδου -Παπά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.