ΔΗΜΟΣ ΓΕΡΟΣΚΗΠΟΥ ν. Πέτρου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3049/16, 16/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:B32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3049/16 ΔΗΜΟΣ ΓΕΡΟΣΚΗΠΟΥ εναντίον
- ΧΧΧΧ CENTRE LIMITED
- ΧΧΧ Πέτρου --------------------------------- Ημερομηνία: 16.4.2021 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Κλεάνθους Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κος Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος 2 παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη 1 σύμφωνα με το κατηγορητήριο αντιμετωπίζει το αδίκημα της ανέγερσης οικοδομής, της κατοχής και της χρήσης της χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης κατά ή περί την 5.2.2016 και/ή πρότερον και μέχρι σήμερα, εντός του τεμαχίου με αρ.1Χ και 1Χ, ως ιδιοκτήτης και/ ή ως κάτοχος αυτών, στην Γεροσκήπου της επαρχίας Πάφου, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, δηλαδή του Δήμου Γεροσκήπου (1η και 3η κατηγορία), κατά παράβαση του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ.
- Επίσης, αντιμετωπίζει την κατηγορία της διατήρησης και/ή λειτουργίας επιχείρησης, χωρίς άδεια λειτουργίας από το Δήμο Γεροσκήπου (5η κατηγορία, με βάση τον ίδιο Νόμο. Ο κατηγορούμενος 2 σύμφωνα με το κατηγορητήριο αντιμετωπίζει το αδίκημα ότι υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής και/ ή αντιπρόσωπος της κατηγορούμενης 1 παράνομα επέτρεψε και ή παρείχε συνδρομή στην εκτέλεση εργασιών ανέγερσης οικοδομής εντός των πιο πάνω τεμαχίων χωρίς άδεια οικοδομής από το Δήμο Γεροσκήπου (2η κατηγορία) και χωρίς να υπάρχει πιστοποιητικό τελικής έγκρισης από το Δήμο Γεροσκήπου (4η κατηγορία). Επίσης, ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει την κατηγορία ότι υπό την πιο πάνω ιδιότητα επέτρεψε και/ή ανέχτηκε τη διατήρηση και/ ή τη λειτουργία επιχείρησης στα πιο πάνω τεμάχια χωρίς την άδεια του Δήμου Γεροσκήπου (6η κατηγορία). Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ο ευπαίδευτoς συνήγορος των Κατηγορουμένων εισηγήθηκε, δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των πελατών του έτσι ώστε να κληθούν σε απολογία καθ' ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή είναι ανεπαρκής αλλά και για λόγους δεδικασμένου αφού οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν για τα ίδια αδικήματα το 2007 και συνεπώς παραβιάζεται το άρθρο 12.2 του Συντάγματος. Εν κατακλείδι υποστήριξε ότι με βάση την ελλιπή μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν θα μπορούσε το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτήν και να τους καταδικάσει. Αντίθετη υπήρξε η θέση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής η οποία στην γραπτή της αγόρευση τεκμήριο Α' υποστήριξε ότι έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων, ως επίσης ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν είναι αντινομική και ούτε στερείται πειστικότητας και συνεπώς οι Κατηγορούμενοι θα πρέπει να κληθούν σε απολογία στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε μόνο μία μάρτυρας, ήτοι η ΧΧΧ Πιστέντη (ΜΚ1). Στην συνέχεια θα αναφερθώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας της ΜΚ 1, τα οποία είναι απαραίτητα για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Οι αρχές του εκ πρώτης όψεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας εναντίον Νίκου Κλεάνθους κ.α. (1999, 2, ΑΑΔ, 320), αφού έγινε αναφορά στην σχετική αγγλική και κυπριακή νομολογία, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε όσα τονίστηκαν στην υπόθεση Χριστοδούλου εναντίον Αστυνομίας (πιο κάτω). Στην υπόθεση Azinas v. The Republic
(1981)2 C.L.R 9 υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1962 1 All E.R. 448), η οποία καθορίζει τα κριτήρια για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η απαλλαγή Κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν:
- Δεν στοιχειοθείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και
- Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του Κατηγορούμενου σε αυτή. Η κλήση Κατηγορούμενου σε Υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή, το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Azinas and another v. Police πιο πάνω). ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Μάρτυρας Κατηγορίας 1 (ΜΚ1) κατέθεσε η ΧΧΧ Πιστέντη η οποία είναι Πολιτικός Μηχανικός και εργάζεται στον Δήμο Γεροσκήπου (ΔΓ εφεξής). Αυτή κατέθεσε στο Δικαστήριο την γραπτή κατάθεση της, την οποία υιοθέτησε ως επίσης και τα τεκμήρια 1 - 12. Είπε ότι επισκέφθηκε τους επίδικους χώρους στις 5.2.16 και στις 9.5.16 για σκοπούς επιθεώρησης και διαπίστωσε ότι η κατηγορούμενη 1 ιδιοκτήτρια του τεμαχίου με αρ.1Χ ανήγειρε οικοδομές οι οποίες υφίστανται (περιγράφονται στο τεκμήριο Α'), χωρίς άδεια οικοδομής από την αρμόδια αρχή και κατέχονται από αυτήν χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης. Διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης εταιρείας είναι ο 2ος κατηγορούμενος ο οποίος ενεργεί γι' αυτήν και είναι ο ιδιοκτήτης του τεμαχίου με αρ.1Χ. Το τεμάχιο 1Χ μαζί με το 1Χ είναι συνεχόμενα τεμάχια. Αντεξεταζόμενη ανέφερε επανειλημμένως ότι δεν γνωρίζει πότε ανεγέρθηκαν οι εν λόγω οικοδομές και εάν ο 2ος παρείχε συνδρομή στην ανέγερση αυτών. Επίσης αυτή ερωτώμενη για την ποινική υπόθεση με αρ.8627/07 την οποία αντιμετώπιζαν οι κατηγορούμενοι ανέφερε ότι αυτή είχε επισκεφθεί τον χώρο τότε, μόνο για να διαπιστώσει αν λειτουργούσε εκεί η επιχείρηση. Στην θέση της υπεράσπισης ότι αυτές οι οικοδομές υφίστανται και υφίσταντο ως τέτοιες από το 1994 η ΜΚ1 απάντησε ότι αυτή όταν επισκέφθηκε τον χώρο το 2007 δεν έκανε οποιοδήποτε έλεγχο των υποστατικών αλλά ούτε και γνωρίζει εάν τα σημερινά υποστατικά είναι τα ίδια με το 2007 ή κατά πόσο έχουν διαφοροποιηθεί. Επίσης ανέφερε ότι η πίστα αυτοκινήτων δεν είναι στην μορφή που είναι στο σχέδιο που έχει υποβληθεί και αυτή ευρίσκεται και στο τεμάχιο 1Χ και στο 1Χ. Η άδεια που υποβλήθηκε αφορά μόνο το τεμάχιο 1Χ και αυτή έληξε ένα χρόνο μετά. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 2 του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου (Κεφ.96) αναφέρει τί αποτελεί οικοδομή, δηλαδή: «οικοδομή" σημαίνει οποιαδήποτε κατασκευή, είτε από λίθους, σκυρόδεμα, πηλό, σίδερο, ξύλο ή άλλη ύλη, και περιλαμβάνει οποιοδήποτε λάκκο και οποιοδήποτε θεμέλιο, τοίχο, στέγη, καπνοδόχο, βεράντα, εξώστη, κορωνίδα ή προεξοχή ή τμήμα οικοδομής, ή οποιοδήποτε πράγμα που είναι προσαρτημένο σε αυτή, ή οποιοδήποτε τοίχο, ανάχωμα, φράκτη, περίφραγμα ή άλλη κατασκευή που περικλείει ή οροθετεί ή έχει σκοπό να περικλείει ή να οροθετεί οποιαδήποτε γη ή χώρο». Στο Άρθρο 3.
(1)του ιδίου νόμου προβλέπεται ότι: «Κανένα πρόσωπο δεν δύναται: (α) να διανοίγει ή κατασκευάζει οδό (β) να ανεγείρει ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να ανεγείρεται οικοδομή ή να κατεδαφίζει ή να ανοικοδομεί ή να προβαίνει σε μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή σε οποιαδήποτε υφιστάμενη οικοδομή ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να γίνει οποιαδήποτε τέτοια κατεδάφιση ή ανοικοδόμηση ή οποιαδήποτε τέτοια μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή ..................................... χωρίς άδεια γι' αυτό, η οποία λαμβάνεται προηγουμένως από την αρμόδια αρχή όπως καθορίζεται στο εδάφιο
(2)ή, όταν η άδεια εκδίδεται δυνάμει της δεύτερης επιφύλαξης του εδαφίου
(2)του άρθρου 14, από το Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως»: Νοείται ότι, άδεια δυνάμει του παρόντος άρθρου είναι δυνατό να αφορά αποκλειστικά συγκεκριμένο τμήμα οικοδομής ή οποιαδήποτε προσαρτήματα σε αυτή και αυτή η άδεια δε θα αποτελεί άδεια για άλλα τμήματα της οικοδομής για τα οποία δεν έχει εκδοθεί άδεια μετά την εξέταση σχετικής αίτησης. ....................................
(2)Η αρμόδια αρχή εντός (α) οποιασδήποτε περιοχής Δήμου, είναι το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου αυτού Από το λεκτικό του άρθρου 3
(1)(β) του Νόμου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 2 είναι τα ακόλουθα:
- Η ανέγερση οικοδομής ή η ανοχή ανέγερσης οικοδομής
- Η οικοδομή να είναι οικοδομή σύμφωνα με τον Νόμο.
- Η ανέγερση της οικοδομής να γίνεται χωρίς την προηγούμενη εξασφάλιση άδειας από την αρμόδια αρχή.
- Η Κατηγορούσα Αρχή να είναι η αρμόδια αρχή. Στο Άρθρο 10
(1)προβλέπεται ότι: «Ουδέν πρόσωπο κατέχει ή χρησιμοποιεί ή ενεργεί, ώστε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να κατέχει ή να χρησιμοποιεί οποιαδήποτε οικοδομή ή τμήμα οικοδομής, μέχρις ότου εκδοθεί πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια αρχή σε σχέση με την εν λόγω οικοδομή ή τμήματος αυτής, ανεξάρτητα αν χορηγήθηκε άδεια για την οικοδομή ή τμήμα της, με βάση το άρθρο 3 του παρόντος Νόμου.» Αναφορικά με τις κατηγορίες 3 και 4 που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι και αφορούν την κατοχή και/ή χρήση οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, από το λεκτικό του άρθρου 10 του Νόμου, πιο πάνω συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Ο κατηγορούμενος να κατέχει ή να χρησιμοποιεί ή να ενεργεί όπως οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο κατέχει ή χρησιμοποιεί, ή να επιτρέπει ή να ανέχεται οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να κατέχει ή να χρησιμοποιεί οικοδομή κατά τον ουσιώδη χρόνο.
- Η εν λόγω οικοδομή να είναι οικοδομή σύμφωνα με τον Νόμο και να συγκαταλέγεται στην κατηγορία οικοδομών για τις οποίες απαιτείται άδεια οικοδομής και κατ' επέκταση πιστοποιητικό τελικής έγκρισης.
- Να μην έχει εκδοθεί από την αρμόδια αρχή πιστοποιητικό έγκρισης που να καλύπτει την οικοδομή αυτή. Το Δικαστήριο εξετάζοντας εκ πρώτης όψεως τα τεκμήρια σε συνάρτηση με την μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο παρατηρεί τα ακόλουθα: ΠΡΩΤΗ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Η υπεράσπιση ως αναφέρθηκε, δεν αμφισβητεί την ύπαρξη των οικοδομών στα συγκεκριμένα τεμάχια μάλιστα είναι η θέσης της ότι αυτά δεν έχουν τροποποιηθεί από το
- Ούτε και ότι αυτές ευρίσκονται εντός των δημοτικών ορίων του ΔΓ. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τον χρόνο ανέγερσης των κατ' ισχυρισμών παράνομων οικοδομών αλλά ούτε και ποιος τις ανήγειρε. Σε ερώτηση της υπεράσπισης προς την ΜΚ1 εάν ο 2ος κατηγορούμενος παρείχε οποιαδήποτε συνδρομή σε σχέση με την ανέγερση αυτών είπε δεν γνωρίζει. Ο 2ος είναι ο διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης εταιρείας. Η ερμηνεία του όρου «επιτρέπει» στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη είναι ως ακολούθως: «χορηγεί σε κάποιον το δικαίωμα ή την άδεια να πράξει κάτι/ δίνει την δυνατότητα/ επιδέχεται, αφήνει περιθώριο για κάτι». Συνεπώς αντικρίζοντας αντικειμενικά τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί και συμφωνώντας με την Υπεράσπιση, θεωρώ ότι για μεν την 1η και την 2η κατηγορία ενώ έχει αποδειχθεί ότι ανεγέρθηκαν συγκεκριμένα οικοδομές ως ερμηνεύεται στο άρθρο 2 χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής δηλαδή του ΔΓ και εντός των δημοτικών ορίων του ΔΓ εντούτοις δεν έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της ανέγερσης οικοδομής από τους κατηγορούμενους 1 και
- Δηλαδή καμία άμεση ή θετική μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί που να καταδεικνύει ότι η μεν 1η ενεπλάκηκε στην ανέγερση των οικοδομών ο δε 2ος δεν έδωσε το δικαίωμα ή την άδεια ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο επέτρεψε στην 1η κατηγορούμενη την ανέγερση των εν λόγω οικοδομών. Σε καμία περίπτωση ο 2ος κατηγορούμενος δεν έχει συνδεθεί από την ΜΚ1 με την διάπραξη του αδικήματος ότι επέτρεψε και/ή παρείχε συνδρομή στην εκτέλεση εργασιών της ανέγερσης οικοδομών. Συνεπώς η 1η και η 2η κατηγορία είναι καταδικασμένες σε αποτυχία. ΤΡΙΤΗ ΚΑΙ ΤΕΤΑΡΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Η τρίτη κατηγορία αφορά την 1η κατηγορούμενη ότι δηλαδή ως ιδιοκτήτης και/ή κάτοχος των τεμαχίων με αρ.1Χ και 1Χ παράνομα κατέχει και χρησιμοποιεί το εν λόγω υποστατικό χωρίς να έχει εξασφαλίσει πιστοποιητικό τελικής έγκρισης από τον ΔΓ. Έχει κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία τόσο η διά ζώσης της ΜΚ1 όσο και τα τεκμήρια 2, 3, 6, 7, 8, 9, 12 τα οποία καταδεικνύουν την κατοχή και την χρήση των οικοδομών από την 1η κατηγορούμενη από το 2015 μέχρι και σήμερα. Αναφορικά δε με την 4η κατηγορία εναντίον του 2ου κατηγορούμενου η οποία αφορά την κατοχή και χρήση των οικοδομών χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης ισχύουν τα ίδια με την 1η κατηγορούμενη λαμβανομένης υπόψη και της ιδιότητας του ως ο μοναδικός διευθυντής της 1ης αλλά και ως ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του τεμαχίου με αρ.1Χ με το οποίο είναι συνεχόμενο το τεμάχιο με αρ.1Χ (τεκμήρια 2, 5). Συνεπώς κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία της 3ης και της 4ης κατηγορίας. ΠΕΜΠΤΗ ΚΑΙ ΕΚΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Αναφορικά με την 5η και την 6η κατηγορία η οποία αφορά: την Διατήρηση ορισμέvωv επαγγελματικώv υπoστατικώv άvευ αδείας η οποία δεv επιτρέπεται το άρθρο 103
(1)Περί Δήμων Νόμος 111/85 προνοεί ότι: «Ουδέν πρόσωπο διατηρεί εντός των δημοτικών ορίων οποιουδήποτε δήμου, οποιαδήποτε οικοδομή ή χώρο ή υποστατικό, εντός των οποίων ασκείται οποιαδήποτε επιχείρηση, βιομηχανία, εμπόριο, επάγγελμα ή επιτήδευμα, εκτός εάν έχει προηγουμένως εξασφαλίσει σχετική άδεια από το συμβούλιο του δήμου αυτού, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 112». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής:
- Οποιοδήποτε πρόσωπο διατηρεί οικοδομή ή χώρο, επιχείρηση,
- εντός των δημοτικών ορίων οποιουδήποτε δήμου
- θα πρέπει να έχει εξασφαλίσει σχετική άδεια από το συμβούλιο του Δήμου. Αναφορικά με την εξουσία του Δημοτικού Συμβουλίου για επιβολή δικαιωμάτων σε νομικά πρόσωπα για την άσκηση επιχειρήσεων κτλ. το άρθρο 104 του ιδίου Νόμου προνοεί ότι: «Το συμβούλιο επιβάλλει σε νομικά πρόσωπα τα οποία ασκούν οποιαδήποτε επιχείρηση, βιομηχανία, βιοτεχνία, εργασία, εμπόριο, επιτήδευμα ή επάγγελμα, εντός των δημοτικών ορίων, ετήσια δικαιώματα σύμφωνα με τον Τρίτο Πίνακα». Με βάση τα πιο πάνω άρθρα συνάγεται ότι το Δημοτικό Συμβούλιο του ΔΓ έχει εξουσία να επιβάλλει δικαιώματα σε νομικά πρόσωπα τα οποία ασκούν επιχείρηση εντός των δημοτικών του ορίων. Αναφορικά με την διατήρηση και/ή την λειτουργία των εν λόγω υποστατικών από τους κατηγορούμενους η ΜΚ1 αναφέρει στο τεκμήριο Α' ότι όταν τα επισκέφθηκε το 2016 διαπίστωσε ότι αυτά κατέχονταν, χρησιμοποιούνταν και λειτουργούσαν κανονικά ως επιχείρηση ψυχαγωγίας και αναψυχής ως πίστα αγωνιστικών αυτοκινήτων χωρίς άδεια του ΔΓ και βρίσκονταν πρόσωπα εντός αυτών. Το Δικαστήριο εξετάζοντας τα πιο πάνω αλλά και λαμβάνοντας υπόψη όσα αναφέρθηκαν στις κατηγορίες 3 και 4 κρίνει ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία της 5ης και της 6ης κατηγορίας. Το Δικαστήριο έχει μελετήσει και εξετάσει την θέση του κου Αλεξάνδρου δηλαδή ότι υπάρχει δεδικασμένο αναφορικά με τις κατηγορίες 1 - 4 καθ' ότι οι κατηγορούμενοι το 2007 αντιμετώπιζαν την ποινική υπόθεση με αρ.8627/07(τεκμήριο 13) στην οποία αθωώθηκαν και θα έπρεπε να περιληφθούν σε αυτήν και οι κατηγορίες της κατοχής και της χρήσης των οικοδομών στο ίδιο τεμάχιο και όχι να επανέρχονται μεταγενέστερα με την καταχώρηση της παρούσας. Κώλυμα δεδικασμένου εγείρεται όταν ένα επίδικο γεγονός έχει αποφασισθεί δικαστικώς με τελεσίδικο τρόπο σε δίκη μεταξύ των διαδίκων από Δικαστήριο και το ίδιο γεγονός επανεμφανίζεται σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων με την ίδια ιδιότητα. Οι αρχές που διέπουν την εφαρμογή του δεδικασμένου σε ποινικές υποθέσεις συνοψίζονται ως εξής στον Archbold 1995, παράγ. 4-149: «The doctrine of res judicata does apply to the criminal law in the form of the maxim nemo debet bis vexari pro eadem causa, or nemo debet bis puniri pro uno delicto - 'no-one should be twice put in jeopardy of being convicted and punished for the same offence' (the rule against 'double jeopardy'). The pleas of autrefois convict and acquit are founded on these maxims». Σε μετάφραση: «Το δόγμα του δεδικασμένου τυγχάνει εφαρμογής στη σφαίρα του ποινικού δικαίου υπό τον τύπο του αποφθέγματος nemo debet bis vexari pro eadem causa, or nemo debet bis puniri pro uno delicto - 'κανένας δεν μπορεί να τίθεται δύο φορές σε κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα' (ο κανόνας κατά του διπλού κινδύνου). Οι αρχές του autrefois convict and acquit είναι θεμελιωμένες επί των πιο πάνω αποφθεγμάτων». Όπως λέχθηκε στην απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Connelly v. Director of Public Prosecutions [1964] A.C. 1254, για να εφαρμοστεί το δόγμα του autrefois, ο κατηγορούμενος πρέπει να είχε διατρέξει τον κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα με εκείνο για το οποίο τώρα κατηγορείται, και η λέξη 'αδίκημα' περιλαμβάνει τόσο τα γεγονότα τα οποία συνιστούν το έγκλημα όσο και τα νομικά χαρακτηριστικά τα οποία το καθιστούν αδίκημα. Πρέπει δηλαδή να πρόκειται για το ίδιο αδίκημα, τόσο πραγματικά όσο και νομικά. Έχει διαφανεί μέσω της μαρτυρίας ότι στην ποινική υπόθεση με αρ.8627/07 οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν κατηγορίες ανέγερσης οικοδομών στα τεμάχια 1Χ, 1Χ και 1Χ αλλά και διατήρησης επιχείρησης πίστας αγωνιστικών αυτοκινήτων, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής. Δεν αντιμετώπιζαν κατηγορίες κατοχής και χρήσης αυτών χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης από την αρμόδια αρχή. Σε αυτήν δεν αποφασίστηκε δικαστικώς και τελεσίδικα εναντίον των κατηγορουμένων το επίδικο γεγονός της κατοχής και της χρήσης της οικοδομής. Επίσης το κατηγορητήριο της υπόθεσης αυτής είχε καταχωρηθεί το 2007 και εκδόθηκε απόφαση στις 18.11.
- Το κατηγορητήριο της παρούσας το οποίο καταχωρήθηκε στις 11.5.16 αφορά μόνο δύο τεμάχια το 1Χ και το 1Χ. Δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα δεδικασμένου για αδικήματα τα οποία οι κατηγορούμενοι δεν αντιμετώπιζαν αλλά ούτε και εκδόθηκε οποιαδήποτε τελική ετυμηγορία γι' αυτά. Το Δικαστήριο έχει αποφασίσει ότι οι κατηγορίες 1 και 2 για την ανέγερση των οικοδομών δεν ευσταθούν. Η ΜΚ1 είχε αναφέρει στην μαρτυρία της ότι αυτή όταν επισκέφθηκε τον χώρο το 2007 δεν έκανε οποιοδήποτε έλεγχο των υποστατικών. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν έχει οτιδήποτε ενώπιον του που να καταδεικνύει ότι το θέμα της κατοχής και της χρήσης των υποστατικών από τους κατηγορούμενους χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης τέθηκε και αποφασίστηκε στην υπόθεση 8627/
- Το Δικαστήριο αποφασίζοντας στην παρούσα ότι αποδείχθηκε εναντίον των κατηγορουμένων εκ πρώτης όψεως υπόθεση για την κατοχή και την χρήση των οικοδομών χωρίς πιστοποιητικό τελικής εγκρίσεως από το 2015 και μεταγενέστερα, δεν θεωρεί ότι υπάρχει οτιδήποτε μεμπτό στην καταχώρηση από την Κατηγορούσα Αρχή, των εν λόγω κατηγοριών εναντίον των κατηγορουμένων λαμβανομένης υπόψη και της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην οποία αδικήματα αυτής της φύσεως έχουν χαρακτηρισθεί ως συνεχή. Συνεπώς η θέση της υπεράσπισης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Όπως έχει λεχθεί, σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο εξετάζει αντικειμενικά τη μαρτυρία που έχει προσκομίσει η Κατηγορούσα Αρχή για να διαπιστώσει, μεταξύ άλλων, κατά πόσο υπάρχει μαρτυρία σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Το Δικαστήριο κατά την εξέταση θεμελιακών ζητημάτων για την ευθύνη του Κατηγορούμενου μπορεί, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, να απαλλάξει τον Κατηγορούμενο από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α.
(2012)2 Α.Α.Δ. 851 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους. Αντίθετα επιβάλλεται, όταν οι συνθήκες της υπόθεσης το απαιτούν.» Στο ποινικό μας σύστημα η Υπεράσπιση δεν έχει να αποδείξει οτιδήποτε, εκτός κι αν ο νόμος εναποθέτει σε αυτήν τέτοιο βάρος, πράγμα που εν προκειμένω δεν συμβαίνει. Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου τον κατήγορο, κενά δε αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Λοϊζου ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Περαιτέρω, στην υπόθεση Munteanu v. Δημοκρατίας Ποιν.Εφ.219/2011 ημερ.1.7.13 ειπώθηκαν τα ακόλουθα: «Στο σύστημα δικαίου που ακολουθείται στην Κύπρο, συχνά λησμονείται άμεσα ή έμμεσα, ότι η υπεράσπιση δεν έχει να αποδείξει οτιδήποτε. Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να υπερπηδήσει πρώτιστα το μέτρο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και στη συνέχεια να αποκόψει και το νήμα της απόδειξης ενοχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατά την προσπάθεια της αυτή, η κατηγορούσα αρχή έχει να αντιμετωπίσει τη νόμιμη προσπάθεια της υπεράσπισης να δημιουργήσει εύλογες ρωγμές στο όλο οικοδόμημα της, ούτως ώστε το Δικαστήριο να παραμείνει στο τέλος της ημέρας με εκείνη την αμφιβολία που θα ήταν νομολογιακά λανθασμένο να καταδικάσει. Είναι απόλυτα θεμιτό για την υπεράσπιση να αφήνει τη δίκη να εξελίσσεται και να οικοδομεί επί των λαθών, ανακριβειών και κενών της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Δεν οφείλει να ερωτήσει οτιδήποτε, ούτε να εξηγήσει οτιδήποτε». Ως εκ των ανωτέρω κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η κλήση των Κατηγορουμένων 1 και 2 σε απολογία στις κατηγορίες 1 και 2 καθώς από την αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον μου δεν στοιχειοθετούνται συστατικά στοιχεία των 2 αδικημάτων ως αναφέρθηκε πιο πάνω. Τυχόν κλήση τους σε απολογία ουσιαστικά θα έδιδε απλώς την ευχέρεια στην Κατηγορούσα Αρχή να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της, κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας σύστημα. Ενόψει των πιο πάνω η μεν 1η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 1η κατηγορία ο δε 2ος κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 2η κατηγορία. Αυτοί καλούνται σε απολογία η μεν 1η κατηγορούμενη στην 3η και στην 5η και ο δε 2ος κατηγορούμενος στην 4η και στην 6η κατηγορία. ................. [Υπ.] Γ. Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο