Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΜΟΗΑΜΜAD MOUSSA, Aρ. Υπόθεσης: 5120/21, 13/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:B37 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού, Ε.Δ. Aρ. Υπόθεσης: 5120/21 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - ΜΟΗΑΜΜAD MOUSSA Ημερομηνία: 13.12.21 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Παπαλαζάρου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Σ. Ζανούπας Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις κατηγορίες της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (1η κατηγορία), της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε (2η κατηγορία) της παραμονής παραμονής στη Δημοκρατία κατά παράβαση του άρθρου 19
(1)(λ) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ. 105 όπως τροποποιήθηκε (3η κατηγορία) και τέλος την κατηγορία της μεταφοράς επιθετικού όπλου ή οργάνου κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3 του Περί Επιθετικών Όπλων (Απαγόρευση) Νόμου, Κεφ. 159 (4η κατηγορία). Tην κατηγορία αυτή ο Κατηγορούμενος την παραδέχτηκε μετά από άδεια που του δόθηκε για αλλαγή της απάντησης του την 25.11.21, δηλαδή από μη παραδοχή σε παραδοχή. Συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή στις κατηγορίες 1 μέχρι και 3 και η υπόθεση για αυτές τις κατηγορίες οδηγήθηκε σε ακροαματική διαδικασία. Κλήθηκαν, έτσι, και έδωσαν μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή συνολικά τρείς μάρτυρες, δηλαδή ο Αστ. 4207 Μάριος Θεοχάρους (ΜΚ1), ο Nemer Fadous από τώρα και στο εξής ο «παραπονούμενος» ο (ΜΚ2), και ο Α/Αστ 1898 Λ. Γεωργιάδης (ΜΚ3) . Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία. Το Δικαστήριο αφού του εξήγησε τα δικαιώματα του επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες προς υπεράσπιση του. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Δηλώθηκε με την σύμφωνη γνώμη των δύο πλευρών ως παραδεκτό γεγονός προς την αλήθεια του περιεχομένου του, ο ψηφιακός δίσκος (Τεκμήριο 2Β) στον οποίο περιλαμβάνονται οι ακτινογραφίες του αριστερού ώμου, αριστερού βραχίονα και αριστερού αγκώνα του παραπονούμενου οι οποίες λήφθηκαν από την ακτινολόγο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου Τάνια Γεωργίου. Επίσης δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός η κατάθεση της ιατρού Ακτινολόγου Τάνιας Γεωργίου (Τεκμήριο 3). Παραδεκτό γεγονός ως προς την αλήθεια του περιεχόμενου του, δηλώθηκε και το Ιατρικό παραπεμπτικό έντυπο ημερ. 26.09.21 (Τεκμήριο 6) όπως και η κατάθεση του Αστ. 1503 Κ. Καγκαλλή (Τεκμήριο 7) καθώς και η κατάθεση του Αστ. 3486 Α. Μαλεκκίδη (Τεκμήριο 10). Τέλος δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, ότι ο Αστ. 1503 Κ. Καγκαλλή με την βοήθεια διερμηνέα στην αραβική γλώσσα έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, δηλαδή το Τεκμήριο 8. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ένας μάρτυρας μπορεί, επίσης, να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Πρώτος μάρτυρας Κατηγορίας κατέθεσε ο Αστ. 4207 Μάριος Θεοχάρους ο οποίος υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό Πάφου και είναι τοποθετημένος στο ΤΑΕ Πάφου. Είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του κατέθεσε, αφού προηγουμένως υιοθέτησε το περιεχόμενο της, την γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 1) ως μέρος της κυρίως εξέτασής του σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Έδωσε επίσης προφορική μαρτυρία αλλά δεν αντεξετάσθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου και συνεπώς η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 στις 26.09,21 ενώ βρισκόταν στο ΤΑΕ Πάφου, τον επισκέφθηκε ο παραπονούμενος και του κατήγγειλε ότι την ίδια ημέρα δέχθηκε επίθεση από τον Κατηγορούμενο. Αφού πρώτα ετοίμασε ιατρικό έντυπο στην συνέχεια το έδωσε στον Κατηγορούμενο και του ζήτησε να μεταβεί στο Νοσοκομείο για να τύχει ιατρικής εξέτασης. Όταν ο παραπονούμενος επέστρεψε στο ΤΑΕ Πάφου, του έλαβε γραπτή κατάθεση με την συνδρομή διερμηνέα στην αραβική γλώσσα. Η κατάθεση του παραπονούμενου αποτελεί το Τεκμήριο 5 ενώ το ιατρικό έντυπο που του παρέδωσε για να μεταβεί στο Νοσοκομείο το Τεκμήριο
- Ο ΜΚ1 κατά την κυρίως εξέταση του κατέθεσε τόσο την κατάθεση της ακτινολόγου Τάνιας Γεωργίου ημερ. 15.11.21 (Τεκμήριο 3) όσο και ένα χακί φάκελο (Τεκμήριο 2Α) στον οποίο περιλαμβάνεται ένας ψηφιακός δίσκος με τις ακτινογραφίες του παραπονούμενου (Τεκμήριο 2Β). Τέλος κατέθεσε και την έκθεση που ετοίμασε η ακτινολόγος Τάνια Γεωργίου στην οποία αναφέρονται τα ευρήματα που διαπίστωσε από τις ακτινογραφίες του παραπονούμενου. Αξιολογώντας τον ΜΚ1 κρίνω ότι αυτός ήταν σαφής και θετικός στην μαρτυρία του η οποία περιορίσθηκε μόνο στην περιγραφή των ενεργειών στις οποίες προέβηκε στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων του. Μέσα δε από την μαρτυρία του δεν διέκρινα οποιοδήποτε κίνητρο εκ μέρους του παραποίησης της αλήθειας. Επίσης, η μαρτυρία του μάρτυρα δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Υπό το φως των πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία του ως ορθή και αληθινή. Δεύτερος μάρτυρας Κατηγορίας κατέθεσε ο παραπονούμενος. Κατά την κυρίως εξέταση του υιοθέτησε την γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 5). Αναγνώρισε επίσης το ιατρικό έντυπό που του δόθηκε από την αστυνομία για να μεταβεί στον νοσοκομείο για εξέταση (Τεκμήριο 6). Σύμφωνα με την γραπτή κατάθεση του παραπονούμενου, στις 26.09.21 και περί ώρα 1700 ενώ βρισκόταν στο μπαλκόνι του διαμερίσματος του, ο Κατηγορούμενος ο οποίος διαμένει στο ίδιο σπίτι μαζί του ως φιλοξενούμενος, του φώναξε ότι κάτι τον ήθελε. Όταν λοιπόν ο παραπονούμενος γύρισε προς του μέρος του, ο Κατηγορούμενος του ανέφερε ότι ένας κοινός τους φίλος δηλαδή ο Hassan, του είπε να του δώσει το ποσό των 20 ευρώ. Επειδή ο παραπονούμενος δεν πίστεψε τον Κατηγορούμενο, πήρε πρώτα τηλέφωνο τον Hassan για να τον ρωτήσει αν ο Κατηγορούμενος του έλεγε την αλήθεια. Τότε ο Hassan είπε στον παραπονούμενο να μην δώσει στον Κατηγορούμενο αυτά τα λεφτά. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με την κατάθεση του παραπονούμενου, ενώ αυτός μιλούσε στο τηλέφωνο με τον Hassan, είχε γυρισμένη την πλάτη του προς τον Κατηγορούμενο. Την στιγμή όμως που ο παραπονούμενος γύρισε προς το μέρος του Κατηγορούμενου για να του δώσει το τηλέφωνο πίσω αυτός αφού πρώτα το πήρε και το πέταξε στο πάτωμα, στην συνέχεια εντελώς ξαφνικά τον κλώτσησε στον ώμο με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία του και να πέσει από το μπαλκόνι και μάλιστα από ύψος 1,5 μέτρου στο έδαφος και να κτυπήσει. Στην συνέχεια o παραπονούμενος επισκέφθηκε το νοσοκομείο και αφού εξετάστηκε διαπιστώθηκε ότι έσπασε το χέρι του σε τρία σημεία και του δόθηκε παραπεμπτικό για να μεταβεί στον ορθοπεδικό. Αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την γραπτή κατάθεση του παραπονούμενου, παρά το γεγονός ότι φιλοξενούσε τον Κατηγορούμενο, ο ίδιος του ζητούσε συνεχώς να φύγει από το σπίτι αλλά αυτός αρνείτο να το πράξει. Ο λόγος που ο παραπονούμενος δεν τον ήθελε να μένει πλέον μαζί του, ήταν λόγω του ότι διαπίστωσε ότι είχε περίεργη συμπεριφορά αφού τον είδε να μιλά στις καρέκλες και στους τοίχους. Αντεξεταζόμενος ο παραπονούμενος υποστήριξε κατηγορηματικά ότι στον Κατηγορούμενο έλεγε συνεχώς να φύγει από το σπίτι αλλά αυτός δεν έφευγε. Σε σχέση με το επίδικο συμβάν ισχυρίστηκε ότι τα χτυπήματα που δέχτηκε από τον Κατηγορούμενο ήταν δύο και όχι ένα όπως καταγράφεται στην γραπτή του κατάθεση. Μάλιστα σύμφωνα με τον ίδιο, το πρώτο χτύπημα το δέχτηκε όταν είχε γυρισμένη την πλάτη του προς τον Κατηγορούμενο ενώ στην συνέχεια αφού γύρισε το σώμα του προς το μέρος του και τον ρώτησε «γιατί τί έχεις, γιατί μου κάνεις αυτό;», ο Κατηγορούμενος εντελώς ξαφνικά τον κτύπησε ξανά με μια κλωτσιά στον ώμο με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία του και να πέσει από το μπαλκόνι του γερνώντας με την αριστερή πλευρά του σώματος του. Στην συνέχεια ανέφερε ότι χτύπησε με το σώμα του πάνω στο μπετόν. Υπέδειξε μάλιστα κατά την αντεξέταση του, τόσο τον τρόπο που έγειρε από το περιτοίχισμα του μπαλκονιού και έπεσε στο έδαφος μετά το χτύπημα που δέχτηκε από τον Κατηγορούμενο, όσο και σε ποιο σημείο του σώματος του δέχτηκε την κλωτσιά από τον Κατηγορούμενο. Η πιο πάνω πράξη του Κατηγορούμενου σύμφωνα με τον παραπονούμενο είχε ως αποτέλεσμα αυτός να σπάσει το χέρι του. Όσον αφορά την θέση της υπεράσπισης ότι στην γραπτή του κατάθεση αυτός σε καμία περίπτωση δεν αναφέρθηκε σε δύο χτυπήματα αλλά μόνο σε ένα, ο παραπονούμενος υποστήριξε ότι το γεγονός αυτό το ανέφερε στην αστυνομία αλλά πιθανόν να μην γράφτηκε. Πέραν των πιο πάνω ο παραπονούμενος κατά την αντεξέταση του υπέδειξε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει αν ο Κατηγορούμενος με την κλωτσιά που του έδωσε είχε πρόθεση να του προκαλέσει και το σπάσιμο στο χέρι του. Συμφώνησε επίσης με την θέση της υπεράσπισης ότι επειδή από το κτύπημα που δέχτηκε από τον Κατηγορούμενο το χέρι του γύρισε με αποτέλεσμα να βγει από την θέση του, ο Κατηγορούμενος τον βοήθησε επαναφέροντας το στην θέση του επειδή αυτός πονούσε. Επίσης συμφώνησε με την υπεράσπιση ότι ακόμη και μετά το περιστατικό ο Κατηγορούμενος συνέχιζε να διαμένει μαζί του χωρίς να προκύψει οποιοδήποτε άλλο πρόβλημα μεταξύ τους. Διευκρίνισε βέβαια σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα, ότι αυτός συνέχισε να του ζητά να φύγει από το σπίτι αλλά ο Κατηγορούμενος αρνείτο. Σύμφωνα μάλιστα με τον παραπονούμενο, για το γεγονός αυτό ενημέρωσε την αστυνομία η οποία του είχε υποσχεθεί ότι θα επέμβει αλλά διευκρίνισε ότι μέχρι στιγμής δεν υπήρξε οποιαδήποτε παρέμβαση. Αποτέλεσε βασική θέση της υπεράσπισης προς τον παραπονούμενο ότι όταν αυτός γύρισε το σώμα του προς το μέρος που βρισκόταν ο Κατηγορούμενος κινήθηκε επιθετικά εναντίον του και άρα επειδή ο Κατηγορούμενος ήθελε να προστατεύσει τον εαυτό του από την επίθεση που δεχόταν τον έσπρωξε με αποτέλεσμα να πέσει και να τραυματιστεί. Ο παραπονούμενος αρνήθηκε κατηγορηματικά την πιο πάνω θέση. Ούτε και αποδέχτηκε ότι γύρισε μετά το πρώτο κτύπημα και κινήθηκε επιθετικά προς το μέρος του Κατηγορούμενου. Ο παραπονούμενος, ΜΚ2, μέσα από την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα καθώς και από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν μου άφησε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Υπήρξε θετικός και σαφής και η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Απαντούσε με αυθορμητισμό χωρίς να σκέφτεται προηγουμένως και να προσχεδιάζει τις απαντήσεις του. Κρίνω πως ο μάρτυρας ήταν ειλικρινής και αποκάλυψε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Δεν μου διαφεύγει βεβαίως ότι ο παραπονούμενος μέσα στην γραπτή του κατάθεση αναφέρθηκε μόνο σε ένα χτύπημα και όχι σε δύο όπως υποστήριξε κατά την δια ζώσης μαρτυρία του. Ούτε και παραγνωρίζω ότι στην γραπτή του κατάθεση αναφέρθηκε σε τρία σπασίματα και όχι σε ένα ως περιγράφεται στα ευρήματα της Δρ. Τάνιας Γεωργίου. Αλλά ούτε και ότι ενώ στην γραπτή του κατάθεση ανέφερε ότι το περιτοίχισμα της βεράντας του ήταν 1,5 μέτρο, δια ζώσης υπέδειξε ότι αυτό έφτανε σε ύψος περίπου 1 μέτρο. Εξετάζοντας όμως το σύνολο της μαρτυρίας του παραπονούμενου και αφού το αντιπαρέβαλα με την υπόλοιπη μαρτυρία έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι πιο πάνω διαφορές που εντοπίζονται δεν είναι διαφορές ουσίας ούτως ώστε να μπορούν να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Σημειώνεται εξάλλου ότι ο παραπονούμενος αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι το γεγονός ότι είχε δεχτεί δύο χτυπήματα και όχι ένα το είχε αναφέρει στον αστυνομικό ο οποίος πιθανόν να μην το κατέγραψε. Θέση που δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Όπως ούτε και η θέση του παραπονούμενου ως προς το σημείο που δέχτηκε την κλωτσιά στο σώμα του αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Ούτε και τα ευρήματα της Δρ. Τάνιας Γεωργίου αμφισβητούνται από την υπεράσπιση αφού εξάλλου έχουν δηλωθεί ως παραδεκτά γεγονότα. Τονίζεται δε ότι η πλευρά της υπεράσπισης δεν αμφισβητεί ότι το πρόσωπο που έσπρωξε τον παραπονούμενο και του προκάλεσε κάταγμα αριστερού βραχιόνιου οστού, ήταν ο Κατηγορούμενος. Ούτε και το είδος ή και η έκταση του τραύματος που προκλήθηκε στον παραπονούμενο αμφισβητείται. Αυτό που εγείρεται ως υπεράσπιση από την πλευρά του Κατηγορούμενου είναι ότι η ενέργεια του να κλωτσήσει τον παραπονούμενο και στην συνέχεια να τον τραυματίσει, προκλήθηκε ένεκα του ότι ο παραπονούμενος κινήθηκε αρχικά επιθετικά προς το μέρος του και έτσι ο Κατηγορούμενος με σκοπό να προστατεύσει τον εαυτό του ενήργησε κατ' αυτόν τον τρόπο αφού βρέθηκε σε κατάσταση αυτοάμυνας. Αποδέχομαι από την μαρτυρία του παραπονούμενου την θέση του ότι τα χτυπήματα που δέχτηκε από τον Κατηγορούμενο ήταν δύο και όχι ένα καθώς και ότι ήταν το δεύτερο χτύπημα που του προκάλεσε την πτώση του στο έδαφος και συνακόλουθα τον τραυματισμό του, δηλαδή το σπάσιμο στο αριστερό βραχιόνιο οστό του. Αποδεκτός είναι επίσης και ο ισχυρισμός του παραπονούμενου ότι σε καμία περίπτωση δεν κινήθηκε επιθετικά προς τον Κατηγορούμενο όταν γύρισε προς το μέρος του. Ο παραπονονούμενος δεν μου έδωσε την εντύπωση ότι δεν ανέφερε την αλήθεια στο Δικαστήριο για τον τρόπο που επεσυνέβη το επίδικο περιστατικό. Ήταν κατηγορηματικός στις θέσεις του και υποστήριξε με πειστικότητα την εκδοχή του χωρίς να υποπέσει σε καμία απολύτως ουσιώδη αντίφαση. Εξήγησε με λεπτομέρεια και σαφήνεια κατά την προφορική του μαρτυρία τον τρόπο που έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν και οι θέσεις που προέβαλε δεν κλονίστηκαν κατά την αντεξέταση του. Δείγμα της ειλικρίνειας που χαρακτηρίζει τον μάρτυρα αποτελεί η αποδοχή από μέρους του της θέσης της υπεράσπισης, ότι μόλις ο παραπονούμενος χτύπησε το χέρι του και πονούσε, ο Κατηγορούμενος τον βοήθησε να του το επαναφέρει στην αρχική του θέση. Ακόμη ένα δείγμα της ειλικρίνειας του αποτελεί και η θέση του ότι ακόμη και μετά το συμβάν συνέχισαν να διαμένουν μαζί στο ίδιο σπίτι χωρίς να προκληθεί οποιοδήποτε άλλο επεισόδιο μεταξύ τους. Από τα πιο πάνω συνάγεται το συμπέρασμα ότι παρόλο που ο μάρτυρας βίωσε τόσο τον πόνο όσο και την ταλαιπωρία από το επίδικο περιστατικό, εντούτοις ήταν δίκαιος και αντικειμενικός απέναντι στον Κατηγορούμενο. Το μόνο σημείο από την μαρτυρία του παραπονούμενου που δεν μπορώ να αποδεχτώ είναι την αναφορά στην γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 5) ότι ο γιατρός του είπε ότι το χέρι του το έσπασε σε τρία σημεία. Και αυτό γιατί ο πιο πάνω ισχυρισμός του δεν επιβεβαιώνεται από την γραπτή κατάθεση της Δρ. Τάνιας Γεωργίου (Τεκμήριο 3) η οποία αποτελεί παραδεκτό γεγονός. Όπως παραδεκτό γεγονός αποτελούν και οι ακτινογραφίες του παραπονούμενου (Τεκμήριο 2Β) από τις οποίες διαπίστωσε ότι υπήρχε μόνο ένα κάταγμα του αριστερού βραχιόνιου οστού. Εξάλλου δεν παραγνωρίζω ότι αυτό που ουσιαστικά αναφέρεται από τον παραπονούμενο σε σχέση με το πιο πάνω σημείο είναι το τι του αναφέρθηκε από τον ιατρό. Σε καμία περίπτωση ο παραπονούμενος δεν υποστήριξε ότι αυτό αποτελεί και την θέση του ίδιου αναφορικά με την βλάβη που υπέστη . Υπό το φως των πιο πάνω η μαρτυρία του κρίνεται αποδεκτή πλην του σημείου που έχω προαναφέρει και ο παραπονούμενος κρίνεται αξιόπιστος. Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή κλήθηκε και κατέθεσε ο Α/Αστ Λ. Γεωργιάδης (ΜΚ3) ο οποίος υπηρετεί στην ΥΑΜ Πάφου. Η μαρτυρία του περιορίστηκε στις ενέργειες που αναφέρονται στην γραπτή του κατάθεση Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 κλήθηκε να διευκρινίσει υπό ποιο καθεστώς διαμένει τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και ο ΜΚ2 στην Δημοκρατία. Ο ΜΚ3 ανέφερε ότι και τα δύο πιο πάνω πρόσωπα είναι παράνομοι. Μάλιστα συμφώνησε με την θέση της υπεράσπισης ότι παρόλο που ο Κατηγορούμενος βρίσκεται παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας εντούτοις η παράνομη παραμονή του δεν οφείλεται στον ίδιο αλλά στις αρχές του Κράτους οι οποίες αποφάσισαν παρά την καταδίκη του σε αδίκημα παράνομης παραμονής και της επιβολής της ποινής φυλάκισης 4 μηνών, αυτός να συνεχίζει να παραμένει παράνομα καθότι αντιμετωπίζει άλλες υποθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τον ΜΚ3 ο Λειτουργός Μετανάστευσης έκρινε ότι δεν δύναται να συλληφθεί και να απελαθεί. Ο ΜΚ3 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Σημειώνεται ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Ήταν ειλικρινής και αντικειμενικός. Η δε προφορική του μαρτυρία ταυτίζεται πλήρως με την γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 9). Συνακόλουθα αποδέχομαι την μαρτυρία του ως ορθή και αληθινή. Από την αντίπερα όχθη ο Κατηγορούμενος κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο διέμενε στο ίδιο σπίτι με τον παραπονούμενο. Σύμφωνα με τον ίδιο μεταξύ τους υπήρξε μια παρεξήγηση για το ποσό των 20 ευρώ και άθελα του τον έσπρωξε και έπεσε κάτω. Όπως ανέφερε ήταν η κακιά στιγμή. Μάλιστα ισχυρίστηκε ότι ο παραπονούμενος όταν προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει δεν ήθελε να προβεί σε παράπονο εναντίον του. Ανέφερε επίσης ότι και μετά το συμβάν συνέχισαν να διαμένουν μαζί μέχρι που συνελήφθηκε από την αστυνομία. Υποστήριξε μάλιστα ότι ο παραπονούμενος τον έσπρωξε πρώτος γιατί δεν ήθελε να του δώσει τα λεφτά. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε «με έσπρωξε και τον έσπρωξα». Αντεξεταζόμενος αμφισβητήθηκε για τις πιο πάνω θέσεις του από την Κατηγορούσα Αρχή ότι δηλαδή έσπρωξε τον παραπονούμενο κατά λάθος και ότι κατά την στιγμή εκείνη βρισκόταν σε αυτοάμυνα επειδή του επιτέθηκε πρώτος ο παραπονούμενος. Ο Κατηγορούμενος επέμεινε στον ισχυρισμό του υποστηρίζοντας ότι τον παραπονούμενο τον έσπρωξε κατά λάθος και ότι δεν ήταν η πρόθεση του να παρεξηγηθούν για το ποσό των 20 ευρώ. Επίσης ισχυρίστηκε ότι αυτός εργάζεται και συντηρεί τον παραπονούμενο ο οποίος τον φιλοξενεί στο σπίτι του, θέση βεβαίως που αμφισβητήθηκε και πάλι έντονα από την Κατηγορούσα Αρχή. Επίσης αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι γνωρίζει τον παραπονούμενο πολλά χρόνια προηγουμένως αφού διέμεναν στην ίδια γειτονιά, δηλαδή στον Λίβανο όταν ακόμη ήταν ακόμη παιδιά. Στην υποβολή της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο παραπονούμενος έπεσε από το μπαλκόνι και αυτός ήταν που τον έσπρωξε, ο Κατηγορούμενος απαντώντας ανέφερε «ήταν λάθος, ήταν μια κακιά στιγμή από λάθος». Σε άλλη υποβολή της Κατηγορούσας Αρχής ότι δηλαδή ο παραπονούμενος τον φοβόταν και ότι ήθελε να φύγει από το σπίτι και δεν έφευγε, ο Κατηγορούμενος υποστήριξε ότι όταν ο παραπονούμενος ήρθε στο Δικαστήριο δεν ανέφερε όλα τα γεγονότα. Αξιολογώντας την μαρτυρία του Κατηγορούμενου κρίνω ότι αυτή δεν ήταν καθόλου σαφής, ειλικρινής και πειστική. Ο Κατηγορούμενος δεν άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Παρατηρώντας τον Κατηγορούμενο από την θέση που κατέθετε διαπίστωσα ότι οι απαντήσεις που έδινε κατά την αντεξέταση του δεν είχαν καθόλου συνοχή και πειστικότητα. Πολλές από τις θέσεις του μάλιστα αντιστρατεύονται την λογικής. Ήταν προφανές από το περιεχόμενο της μαρτυρίας του ότι ο Κατηγορούμενος επιχειρούσε να αποποιηθεί κάθε ευθύνης για την σωματική βλάβη που προκάλεσε στον παραπονούμενο και να παρουσιάσει μια άλλη εκδοχή τόσο για την μεταξύ τους σχέση όσο και για τον τρόπο που εκτυλίχθηκε το επίδικο περιστατικό. Σε σχέση με το συμβάν ανέφερε ότι αυτό προέκυψε εξαιτίας μιας απλής παρεξήγησης. Πιο συγκεκριμένα επαναλάμβανε συνεχώς ότι δεν το ήθελε που κτύπησε τον παραπονούμενο, ότι ήταν η κακιά στιγμή και ότι μεταξύ τους υπάρχει μια καλή σχέση αφού ο ίδιος εξακολουθεί να συνεισφέρει στον παραπονούμενο χρήματα και να τον στηρίζει. Επιχείρησε επίσης ανεπιτυχώς να πείσει το Δικαστήριο ότι μεταξύ του ίδιου και του παραπονούμενου υφίσταται στενός δεσμός και φιλία αφού γνωρίζονται πολλά χρόνια προηγουμένως όταν και οι δύο ζούσαν στον Λίβανο και ήταν ακόμη παιδιά. Ισχυρίστηκε ακόμη ότι ο παραπονούμενος δεν έχει παράπονο εναντίον του για το περιστατικό αυτό και ότι κατά την παρουσία του στο Δικαστήριο ήθελε να το αναφέρει, κάτι που βεβαίως αναιρείται από την ίδια την στάση που τήρησε ο παραπονούμενος τόσο για το επίδικο συμβάν όσο και για την θέση του ότι δεν επιθυμούσε πλέον τον Κατηγορούμενο να διαμένει μαζί του. Ο Κατηγορούμενος επίσης κατά την δια ζώσης μαρτυρία του περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις αφού διαφοροποιούσε συνεχώς τις θέσεις του αναφορικά με την πραγματική αιτία που προκλήθηκε το επίδικο συμβάν. Ενώ αφενός υποστήριζε ότι το σπρώξιμο που επέφερε στον παραπονούμενο δεν ήταν ένεκα της παρεξήγησης για τα 20 ευρώ που του ζήτησε, από την άλλη κατά την κυρίως εξέταση του υποστήριξε ότι τον έσπρωξε την δεύτερη φορά επειδή ο παραπονούμενος δεν ήθελε να του δώσει τα λεφτά και επειδή τον είχε σπρώξει και αυτός. Τονίζεται επίσης ότι ο Κατηγορούμενος για πρώτη φορά κατά την ανεξέταση του προέβαλε την θέση ότι ο λόγος που έσπρωξε τον παραπονούμενο ήταν επειδή ο παραπονούμενος τον έσπρωξε πρώτος. Η πιο πάνω θέση του Κατηγορούμενου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Προβάλλεται για πρώτη φορά από τον Κατηγορούμενο κατά την αντεξέταση του ενώ δεν έχει υποβληθεί κάτι τέτοιο στον παραπονούμενο ενώ αντεξεταζόταν από την υπεράσπιση. Πιο συγκεκριμένα, η θέση που προβλήθηκε από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του παραπονούμενου ήταν ότι όταν ο παραπονούμενος γύρισε το σώμα του προς το μέρος του Κατηγορούμενου κινήθηκε επιθετικά προς το μέρος του, και όχι ότι ο παραπονούμενος έσπρωξε τον Κατηγορούμενο πρώτος. Αφού συνεπώς προβάλλεται από τον Κατηγορούμενο για πρώτη φορά ο πιο πάνω ισχυρισμός χωρίς καν να τεθεί στον παραπονούμενο κατά την αντεξέταση του, δεν μπορεί να γίνει ούτε και αποδεχτός και απορρίπτεται. (Πολυκάρπου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 149/15, ημερ. 25.4.17). Αδιαμφισβήτητα όλα τα πιο πάνω έχουν εξανεμίσει το αληθές της εκδοχής του Κατηγορούμενου επί των ουσιωδών ζητημάτων στην υπόθεση. Σε συνδυασμό και με την μαρτυρία του παραπονούμενου την οποία αποδέχθηκα βρίσκω ότι συντρέχει σοβαρός και ικανός λόγος για να απορρίψω την εκδοχή του Κατηγορούμενου και γενικότερα την μαρτυρία του. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας και γι' αυτό δεν δέχομαι την μαρτυρία του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Ο Κατηγορούμενος και ο παραπονούμενος διαμένουν στο ίδιο σπίτι τους τελευταίους 4 μήνες αφού ο παραπονούμενος τον φιλοξενεί διότι του το ζήτησε ο φίλος του ο Hassan ένεκα του ότι μετά που ο Κατηγορούμενος αποφυλακίστηκε, νοσηλευόταν στο Νοσοκομείο και έτσι δεν είχε διαμονή. Όταν ο παραπονούμενος αντιλήφθηκε όμως ότι ο Κατηγορούμενος είχε περίεργη συμπεριφορά, δηλαδή μιλούσε στους τοίχους και στις καρέκλες, φοβήθηκε, και του ζητούσε επανειλημμένα να φύγει από το σπίτι. Ο Κατηγορούμενος αρνείτο να το πράξει και έτσι συνέχισε να διαμένει μαζί του χωρίς την θέληση του. Μάλιστα ο παραπονούμενος είχε απευθυνθεί και στην αστυνομία για το πιο πάνω ζήτημα χωρίς να υπάρξει όμως οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Στις 26.09.21 και περί ώρα 1700 ενώ ο παραπονούμενος βρισκόταν στο μπαλκόνι του διαμερίσματος του άκουσε τον Κατηγορούμενο να του φωνάζει και να του λέει ότι ο φίλος του o Hassan του είπε να του δώσει 20 ευρώ. Επειδή ο παραπονούμενος δεν ήξερε αν ο Κατηγορούμενος του έλεγε την αλήθεια του είπε να πάρουν τον Hassan τηλέφωνο. Έτσι αφού τηλεφώνησε στον Hassan αυτός του είπε να μην δώσει τα 20 ευρώ στον Κατηγορούμενο. Ενώ ο παραπονούμενος είχε γυρισμένη την πλάτη του προς τον Κατηγορούμενο αυτός τον έσπρωξε για πρώτη φορά. Τότε ο παραπονούμενος που πίστεψε ότι ο Κατηγορούμενος αστειευόταν, γύρισε το σώμα του προς το μέρος του και τον ρώτησε « γιατί , τί έχεις, γιατί μου κάνεις αυτό;». Κατά την στιγμή εκείνη ο Κατηγορούμενος εντελώς ξαφνικά κλώτσησε τον παραπονούμενο στον αριστερό του θώρακα προς την πλευρά του αριστερού του ώμου με αποτέλεσμα ο παραπονούμενος να χάσει την ισορροπία του να γύρει από τον τοίχο που υπήρχε στο μπαλκόνι του, ύψους περίπου ενός μέτρου και στην συνέχεια να πέσει στο έδαφος και να τραυματιστεί στο αριστερό του χέρι το οποίο αφού βγήκε από την θέση του γύρισε προς τα πίσω. Τότε ο Κατηγορούμενος βοήθησε τον παραπονούμενο τοποθετώντας το χέρι του στην σωστή του θέση. Στην συνέχεια ο παραπονούμενος επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Αφού πρώτα έτυχε ακτινολογικού ελέγχου από την ιατρό Δρ. Τάνια Γεωργίου στον αριστερό του ώμο, στο αριστερό βραχιόνιο στον αριστερό αγκώνα καθώς και στον θώρακα. Από τις ακτινογραφίες Τεκμήριο 2Β διαπιστώθηκε ότι υπήρχε κάταγμα αριστερού βραχιόνιου οστού. Σύμφωνα με το Ιατρικό Παραπεμπτικό Έντυπό Τεκμήριο 6 που δόθηκε στον παραπονούμενο από τον Αστ. 4207 Μάριο Θεοχάρους του ΤΑΕ Πάφου, αυτός επισκέφθηκε το Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου και αφού έγινε ορθοπεδική ανάταξη του αριστερού του βραχίονα τέθηκε σε γύψο. Την 06/11/21 και ώρα 2235 ο Κατηγορούμενος συνελήφθηκε από τον Αστ. 3486 Α. Μαλεκκίδη του ΟΠΕ Πάφου καθότι εκκρεμούσε εναντίον του Δικαστικό Ένταλμα Σύλληψης για την παρούσα υπόθεση. Αφού του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του και του επιστήθηκε η προσοχή του στον νόμο, απάντησε «εντάξει». Στην συνέχεια και μεταξύ των ημερομηνιών 06/11/21 - 07/11/21 και των ωρών 2300-0015 το ΤΑΕ Πάφου με την βοήθεια διερμηνέα στα Αραβικά ο Αστ. 1503 Κ. Καγκαλλή έλαβε από τον Κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση. Μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε από τον ΜΚ3 της ΥΑΜ Πάφου αναφορικά με το καθεστώς παραμονής του Κατηγορούμενου διαπιστώθηκε ότι αυτός ήταν αιτητής πολιτικού ασύλου και το αίτημα του απορρίφθηκε. Στην συνέχεια υπέβαλε προσφυγή η οποία επίσης απορρίφθηκε στις 10/11/11 λόγω απόσυρσης. Στις 03/03/21 έγινε επιστολή από την ΥΑΜ Πάφου προς τον Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης με σκοπό την έκδοση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης του αλλά το αίτημα απορρίφθηκε καθότι εναντίον του εκκρεμούσαν ποινικές υποθέσεις και για τον λόγο αυτό δεν μπορεί να συλληφθεί για σκοπούς κράτησης και απέλασης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το άρθρο 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί τα ακόλουθα : «Όποιος προκαλεί παράνομα βαριά σωματική βλάβη σε άλλο είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή σε χρηματική ποινή ή και στις δύο αυτές ποινές». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: η παράνομη ενέργεια η πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης ως αποτέλεσμα της παράνομης ενέργειας. Η λέξη «παράνομα» αποδίδει πράξη η οποία γίνεται χωρίς έρεισμα στο Νόμο. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει νόμιμη δικαιολογία για την τέλεση της όπως π.χ. αυτοάμυνα ή προστασία τρίτων προσώπων και περιουσίας (Βλ. Archbold Criminal Evidence & Practice, 2001, παρ. 19 - 210). Το συγκεκριμένο αδίκημα δεν έχει ως συστατικό στοιχείο την ειδική πρόθεση πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, όπως στο άρθρο 228(α) του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, το οποίο ποινικοποιεί την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης η οποία γίνεται με σκοπό ακριβώς την πρόκληση μιας τέτοιας βλάβης. Είναι αρκετό ο κατηγορούμενος να διενήργησε συνειδητά την παράνομη πράξη που επέφερε την βλάβη. Συναφώς το αδίκημα συντελείται αν η πρόκληση της βλάβης μπορούσε λογικά να προβλεφθεί από τον κατηγορούμενο (Βλ. Blackstone's Criminal Practice 2003, σελ. 177). Συνεπώς ό,τι πρέπει να αποδειχθεί είναι ότι ο κατηγορούμενος παράνομα και θεληματικά με κάποιας μορφής επίθεση προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη, έστω και αν δεν είχε ειδική πρόθεση να προκαλέσει τέτοια βλάβη. Αρκεί ακόμα και η αδιαφορία για τις συνέπειες της πράξης του που έχουν ως αποτέλεσμα να προκληθεί βαριά σωματική βλάβη. Συστατικό στοιχείο του συγκεκριμένου αδικήματος, ως προσδιορίζεται από το άρθρο 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, οριοθετούμενο κατά περίπτωση από τις λεπτομέρειες του αποδιδόμενου αδικήματος είναι η πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης (Βλ. Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342). Ο όρος «βαριά σωματική βλάβη» ερμηνεύεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο: «βαριά σωματική βλάβη» σημαίνει σωματική βλάβη που ισοδυναμεί με ακρωτηριασμό ή επικίνδυνη σωματική βλάβη ή που επιφέρει ή που πρόκειται να επιφέρει σοβαρή ή μόνιμη βλάβη στην υγεία ή την άνεση ή που εκτείνεται μέχρι τη μόνιμη παραμόρφωση ή τη νόμιμη ή σοβαρή βλάβη εξωτερικού ή εσωτερικού σωματικού οργάνου, μεμβράνης ή αίσθησης» Στο σύγγραμμα Archbold, Criminal Pleading Evidence and Practice, έκδοση 2015, παράγραφος 19-258, σελ. 2082 αφού καταγράφεται ότι ως βαριά σωματική βλάβη χαρακτηρίζεται η πραγματικά σοβαρή σωματική βλάβη υποδεικνύεται ότι είναι ανεπιθύμητο να επιχειρηθεί οποιοσδήποτε άλλος ορισμός της. Αρκεί η βλάβη να είναι βαριάς μορφής και να συνιστά όντως σοβαρή βλάβη στην υγεία του θύματος. Επίσης, δεν είναι απαραίτητο η βλάβη να είναι μόνιμη ή επικίνδυνη (Βλ. D.P.P. v. Smith
(1960)44 Cr. App. R. 261, Αχτάρ v. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397 και το Αγγλικό σύγγραμμα Smith and Hogan «Criminal Law», 10η έκδοση, σελ. 439). Ούτε και είναι προϋπόθεση το θύμα να χρειάζεται θεραπεία ή η βλάβη να έχει μακροχρόνιες συνέπειες. Το κριτήριο είναι η επίδραση που έχει η βλάβη στο θύμα. Εντός της έννοιας της βαριάς σωματικής βλάβης εμπίπτει και η ψυχιατρική βλάβη, όχι, όμως, η ψυχολογική βλάβη. Το ζήτημα τίθεται ως εξής: «¨Grievous bodily harm¨ should be given its ordinary and natural meaning of really serious bodily harm, and it is undersirable to attempt any further definition of it: DPP v. Smith
(1961)A.C. 290, HL; R. v. Cunningham
(1982)A.C. 566, HL; R. v. Brown (A.)
(1994)1 A.C. 212, HL; R. v. Brown and Stratton
(1998)Crim L.R. 485, CA. It is not necessary that the harm should be either permanent or dangerous: R. v. Ashman
(1858)1 F. & F. 88. Nor is it a precondition that the victim should require treatment or that the harm would have lasting consequences; in assessing whether particular harm was "grievous", account had to be taken of the effect on, and includes psychiatric injury: R. v. Ireland; R. v. Bustow
(1998)A.C. 147, HL; but not psychological injury; R. v. Dhaliwal
(2006)2 Cr.App. R. 24,CA». Στην απόφαση Αχτάρ v. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397, που πιο πάνω μνημονεύεται, υποδεικνύεται στην σελίδα 421 ότι στην έννοια της βαριάς σωματικής βλάβης αποδίδεται η συνήθης γραμματική της έννοια. Στην Evripides Christou ν. The Police
(1972)2 CLR 38 αποφασίστηκε πως το κάταγμα παγίδας το οποίο ήταν επώδυνο και ανάγκασε το θύμα να παραμείνει στο Νοσοκομείο για δύο ημέρες ήταν σοβαρός τραυματισμός της άνεσης του θύματος και, συνεπώς, βαριά σωματική βλάβη εν τη εννοία του άρθρου 4. Στην υπόθεση Patatinis v. Police
(1985)2 CLR 110 ο κατηγορούμενος όρμισε προς το θύμα και το γρονθοκόπησε στο μέτωπο με αποτέλεσμα, εκτός των άλλων, να σπάσει κόκαλο του αριστερού χεριού το οποίο έπρεπε να τοποθετηθεί σε γύψο. Κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι ορθά ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε για το αδίκημα του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα παρά το γεγονός ως και το Ανώτατο Δικαστήριο αναγνώρισε ότι το σπάσιμο δεν προκλήθηκε από κτύπημα προορισμένο για την επίτευξη του σκοπού αυτού, αλλά ήταν το αποτέλεσμα της πτώσης του θύματος μετά την γροθιά. Υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων κρίθηκε ότι ο δράστης ήθελε την απλή σωματική βλάβη, πλην όμως, αδιαφόρησε για τα παραπέρα αποτελέσματα της πράξης του. Στην υπόθεση Γεώργιος Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 463 το κάταγμα ρινικών οστών, μεταξύ άλλων κακώσεων, κρίθηκε ότι συνιστά βαριά σωματική βλάβη (Βλ., επίσης, Αεροπόρος ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 275). Στην παρούσα υπόθεση ο Κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε ότι κτύπησε τον παραπονούμενο ούτε και ότι από το κτύπημα που του επέφερε προκλήθηκε βαριά σωματική βλάβη. Προέβαλε όμως την υπεράσπιση της αυτοάμυνας αφού σύμφωνα και με την εκδοχή του ο παραπονούμενος ήταν αυτός που του επιτέθηκε πρώτος σπρώχνοντας τον. Παρόλο που από την μαρτυρία που έχω ήδη αποδεχτεί ή τύχη της υπεράσπισης του Κατηγορούμενου περί ύπαρξης αυτοάμυνας έχει ήδη διαφανεί, εντούτοις για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου σημειώνονται τα ακόλουθα : Η υπεράσπιση της αυτοάμυνας εφόσον γίνει αποδεκτή, επενεργεί ουσιαστικά για να δικαιολογήσει μια κατά τα άλλα παράνομη πράξη του κατηγορουμένου. Στην Αγγλική υπόθεση Beckford v. R.
(1987)3 All E.R. 425, στην σελίδα 431 αναφέρονται τα πιο κάτω σε σχέση με το θέμα: «The common law recognises that there are many circumstances in which one person may inflict violence on another without committing a crime, as for instance in sporting contests, surgical operations or, in the most extreme example, judicial execution . The common law has always recognised as one of these circumstances the right of a person to protect himself from attack and to act in the defence of others and if necessary to inflict violence on another in so doing. If no more force is used than is reasonable to repel the attack such force is not unlawful and no crime is committed.» Ως προς τη φύση της υπεράσπισης αυτής, έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Kallishis v. The Republic
(1981)2 CLR 143 ότι η αυτοάμυνα δεν αποτελεί υπεράσπιση με την έννοια ότι το βάρος απόδειξης εναποτίθεται στον κατηγορούμενο. Από τη στιγμή που εγείρεται ζήτημα αυτοάμυνας, εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να αντικρούσει ή να αποκλείσει πέραν από κάθε λογική αμφιβολία, την πιθανότητα ο κατηγορούμενος να ενεργούσε σε αυτοάμυνα. Την εξήγηση για την πιο πάνω αντιμετώπιση, δίνει η υπόθεση Beckford v. R (ανωτέρω) στη σελίδα 443: «It is because it is an essential element of all crimes of violence that the violence or the threat of violence should be unlawful that self-defence, if raised as an issue in a criminal trial, must be disproved by the prosecution. If the prosecution fails to do so the accused is entitled to be acquitted because the prosecution will have failed to prove an essential element of the crime, namely that the violence used by the accused was unlawful.» Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν και σε μεταγενέστερη Κυπριακή Νομολογία. Στην υπόθεση Μαραγκός v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 251 λέχθηκαν τα εξής: «Η άμυνα είναι δικαίωμα που καθιστά τη χρήση βίας για αποτροπή επίθεσης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, νόμιμη. Η αμυντική πράξη δεν είναι, υπό τέτοιες συνθήκες, ποινικά κολάσιμη. Πρέπει να λεχθεί ότι μια τέτοια θεώρηση λειτουργεί προς όφελος του κατηγορούμενου γιατί με την έγερση του θέματος αυτός δεν αναλαμβάνει το παραμικρό βάρος απόδειξης. Είναι ευθύνη της κατηγορούσας αρχής να εξουδετερώσει το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να αμύνθηκε για να παρεμποδίσει την απειλούμενη σε βάρος του βιαιοπραγία.» Στην υπόθεση Γιάλλουρου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 320 λέχθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με το ζήτημα του βάρους απόδειξης της αυτοάμυνας: «Το θέμα αυτοάμυνας σε μια υπόθεση όπως την παρούσα είναι από τις σημαντικές υπερασπίσεις. Μάλιστα από τη στιγμή που εγείρεται τέτοια υπεράσπιση το βάρος είναι στην Κατηγορούσα Αρχή να την αποκλείσει και μάλιστα στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. μεταξύ άλλων Milliotis v. Police
(1971)2 C.L.R. 292 και Maifoshis v. Police
(1978)2 C.L.R. 9).» Η άμυνα όμως θα πρέπει να έχει ένα και μόνο αντικειμενικό σκοπό. Την απόκρουση της επιθετικής ενέργειας εναντίον του αμυνομένου. Τα μέσα που χρησιμοποιούνται και ο τρόπος χρησιμοποίησης τους θα πρέπει να είναι ανάλογα του κινδύνου που αντιμετωπίζεται. Λαμβάνεται υπόψη αν η αρχική επίθεση βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη και αν ο κίνδυνος από την επίθεση εξακολουθεί να υφίσταται. Σχετικοί παράγοντες είναι ακόμα ο βαθμός βίας που χρησιμοποιήθηκε από τον αμυνόμενο σε σχέση με τον κίνδυνο που προσπάθησε να αποφύγει. Σύμφωνα με τη νομολογία, το πρόσωπο που δέχεται επίθεση δεν αποστερεί από τον εαυτό του τη δυνατότητα να επικαλεσθεί ότι ενεργούσε σε αυτοάμυνα επειδή δεν περιορίστηκε στο να αποκρούσει το κτύπημα αλλά κτύπησε και ο ίδιος τον επιτιθέμενο. Η κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά. Η δε αναγκαία άμυνα, καθορίζεται πάντοτε από τις συνθήκες και περιστάσεις της κάθε περίπτωσης. Όπως έχει επεξηγηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Νικολάου v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 482 στις σελίδες 496-497, η έννοια της «εύλογα» αναγκαίας βίας μόνο αντικειμενική μπορεί να είναι αφού ο ίδιος ο όρος «εύλογα», εισηγείται διαμόρφωση αντικειμενικής κρίσης εκ μέρους του Δικαστηρίου ως κριτή των γεγονότων. Στην ίδια υπόθεση επεξηγείται ότι επειδή το θέμα αυτό αφορά κρίση επί των γεγονότων και μάλιστα σε συνάρτηση προς το λογικό της αντίδρασης προσώπου ισχυριζόμενου ότι βρέθηκε στην ανάγκη να υπερασπίσει τον εαυτό του, το υποκειμενικό στοιχείο της δικής του τοποθέτησης στην εξεταζόμενη κατάσταση πραγμάτων, οπωσδήποτε υπεισέρχεται στο θέμα μαζί με όλα τα άλλα δεδομένα. Αναφέρεται χαρακτηριστικά στην σελίδα 496 της πιο πάνω απόφασης: «Όχι όμως ασφαλώς υπό τη μορφή του αν ο ίδιος ο κατηγορούμενος έκρινε ότι η χρησιμοποιηθείσα βία ήταν εύλογα αναγκαία, αλλά ώστε η δική του λογική αντίληψη των πραγμάτων να ληφθεί υπ' όψη, μαζί με όλα τα άλλα στοιχεία, για να αποφασισθεί αν ήταν εύλογα αναγκαία - ".that which was reasonable in the light of the circumstances as they reasonably appeared to the accused.", όπως το διατύπωσε ο Edmund Davies, L.J. (ως ήτο τότε), στην McInnes
(1969)55 Cr. App. R. 551, σελ. 562, στην οποία ακολουθήθηκε από το Court of Appeal η Julien
(1969)53 Cr. App. R. 407 και υιοθετήθηκε η κλασσική διατύπωση της αρχής της αυτοάμυνας από τον Lord Morris στην Palmer v. R.
(1971)A. C. 814 (P.C.), στις σελίδες 831-832.» Όπως τίθεται, στην Beckford v. R (ανωτέρω) στη σελίδα 432: «. the test to be applied for self-defence is that a person may use such force as is reasonable in the circumstances as he honestly believes them to be in the defence of himself or another.» Στην υπόθεση Λάτο ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ 351, τονίστηκε ότι η ψυχολογική κατάσταση του προσώπου που επικαλείται την άμυνα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και να εξετάζεται το υποκειμενικό στοιχείο, δηλαδή κατά πόσο κάτω από τις περιστάσεις, το πρόσωπο που επικαλείται την άμυνα, ειλικρινά είχε την πεποίθηση ότι η πράξη του ήταν αναγκαία για την άμυνα του. Σίγουρα, η χρήση υπέρμετρης βίας δεν δικαιολογείται. Αναγνωρίζεται όμως η δυσκολία του αμυνόμενου που βρίσκεται σε αγωνιώδη κατάσταση λόγω της επίθεσης που δέχεται να εκτιμήσει επ' ακριβώς την κατάσταση και να ζυγίσει με ακρίβεια, τον βαθμό βίας στον οποίο θα καταφύγει (βλ. επίσης Palmer v. R.
(1971)A.C 814 στην σελίδα 832). Συνοψίζοντας, τονίζω ότι εφόσον στην παρούσα υπόθεση έχει εγερθεί από την υπεράσπιση ζήτημα αυτοάμυνας εκ μέρους του Κατηγορούμενου, ήταν και ευθύνη της Κατηγορούσας αρχής να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι αυτό που έπραξε ο Κατηγορούμενος δεν συνιστούσε αναγκαία ή νόμιμη αυτοάμυνα. Σε περίπτωση δε που η Κατηγορούσα αρχή αποτύχει να αποσείσει το πιο πάνω βάρος τότε ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί. Υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, το κυρίαρχο στοιχείο που πρέπει να εξεταστεί σε σχέση με αυτό το αδίκημα, είναι κατά πόσον δυνάμει των ευρημάτων του Δικαστηρίου, η ενέργεια του κατηγορούμενου να κτυπήσει τον παραπονούμενο , έγινε στα πλαίσια αυτοάμυνας. Στην παρούσα υπόθεση έχω ήδη απορρίψει την θέση του Κατηγορούμενου για τους λόγους που έχω ήδη εξηγήσει κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του, ότι δηλαδή ο παραπονούμενος του επιτέθηκε πριν αυτός τον κλωτσήσει με το πόδι του στο σημείο του θώρακα και προς τον αριστερό του ώμο. Αφής στιγμής η μαρτυρία του παραπονούμενου έχει γίνει αποδεκτή ότι δηλαδή σε καμία περίπτωση δεν επιτέθηκε στον Κατηγορούμενο καθ' οιονδήποτε τρόπο η δε υπεράσπιση που προβλήθηκε από τον Κατηγορούμενο ότι κατά την στιγμή που τον έσπρωξε βρισκόταν σε αυτοάμυνα απορρίπτεται. Για να στοιχειοθετηθεί με βάση τις νομολογιακές αρχές που έχουν αναφερθεί ανωτέρω η υπεράσπιση της αυτοάμυνας είναι λογικό ότι αυτός που αμύνεται θα πρέπει προηγουμένως να έχει δεχτεί επίθεση κάτι που εν προκειμένω με βάση τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει απουσιάζει. Η Κατηγορούσα Αρχή με βάση την μαρτυρία που έχει προσκομίσει έχει αποδείξει ότι η πράξη του Κατηγορούμενου υπό τις δοσμένες περιστάσεις δεν συνιστούσε αναγκαία η νόμιμη αυτοάμυνα. Η ενέργεια του Κατηγορούμενου να χτυπήσει τον παραπονούμενο δεν βρίσκει έρεισμα στον νόμο υπό την έννοια ότι καμία νόμιμη δικαιολογία δεν υπήρχε για την τέλεσή της. Επομένως, ήταν μια παράνομη ενέργεια. Επίσης, ο Κατηγορούμενος, προδήλως, γνώριζε ότι μια τέτοια πράξη ενείχε σοβαρό κίνδυνο για την σωματική ακεραιότητα του παραπονούμενου. Το μέγεθος της προκληθείσας βλάβης που υπέστη ο παραπονούμενος όπως αυτό καταμαρτυρείται μέσα από τις ακτινογραφίες (Τεκμήριο 2Β), την κατάθεση της ιατρού Δρ. Τάνιας Γεωργίου (Τεκμήριο 3) το Τεκμήριο 4 και το Τεκμήριο 6 είναι ενδεικτικά του μεγέθους που χαρακτηρίζει την επίθεση που δέχτηκε από τον Κατηγορούμενο. Πάντως, ενώπιον μου δεν τέθηκε οτιδήποτε που να συνηγορεί με το αντίθετο. Αν μη τι άλλο όφειλε ο Κατηγορούμενος να προβλέψει ότι από την πράξη του αυτή τίθετο σε κίνδυνο η σωματική ακεραιότητα του παραπονούμενου. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος διενήργησε την παράνομη πράξη και επιτέθηκε στον παραπονούμενο επιφέροντας του βλάβη συνειδητά και θεληματικά. Είναι δε αδιάφορο σύμφωνα με την Νομολογία αν δεν είχε ειδική πρόθεση να προκαλέσει την βλάβη που εν τέλει προκάλεσε. Το κάταγμα του αριστερού βραχιόνιου οστού συνεπεία του οποίου ο Κατηγορούμενος έτυχε περίθαλψης στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου με αποτέλεσμα το χέρι του να τεθεί σε γύψο, συνιστά βαριά σωματική βλάβη όπως ο όρος αυτός έχει αναλυθεί από την Νομολογία. Υπό το φως των πιο πάνω η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε και απέδειξε την πρώτη κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην πρώτη κατηγορία. Αναφορικά με την δεύτερη κατηγορία σημειώνονται τα ακόλουθα. Το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί ως ακολούθως: «Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων». Επίθεση είναι η επιβολή παράνομης βίας στο πρόσωπο άλλου. Η ένοχη διάνοια (mens rea) που πρέπει να υπάρχει για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα είναι πρόθεση (intention) για επιβολή βίας στο πρόσωπο άλλου ή απερισκεψία (recklessness) ως προς το κατά πόσο θα επιβληθεί βία. Αφ' ης στιγμής στοιχειοθετείται η επίθεση απομένει μόνο να αποδειχθεί από την Κατηγορούσα Αρχή ότι η επίθεση προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη, το οποίο είναι ζήτημα αιτιώδους συνάφειας, και δεν απαιτείται η απόδειξη περαιτέρω ένοχης διάνοιας ή παράλειψης (Βλ. R. v. Roberts
(1971)56 Cr App Rep 95 και το σύγγραμμα Smith & Hogan, Criminal Law, 8η έκδοση, σελίδα 437). Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 CLR επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (Βλ., επίσης, R v. Miller
(1954)2 All E R 529, 534 και Αστυνομία ν. Ιωάννου
(1989)2 ΑΑΔ 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι ιδιαίτερα σοβαρό (really serious) (Βλ. το σύγγραμμα Smith & Hogan, Criminal Law, 8η έκδοση, σελίδα 437) ή μόνιμου χαρακτήρα. Σύμφωνα με την μαρτυρία που αποδέχθηκα οι τραυματισμοί που προκλήθηκαν στον παραπονούμενο από την επίθεση του Κατηγορούμενου εντάσσονται εντός της έννοιας της βαριάς σωματικής βλάβης και όχι της πραγματικής σωματικής βλάβης σύμφωνα με την Νομολογία. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την δεύτερη κατηγορία. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται στην δεύτερη κατηγορία. Σε σχέση με την τρίτη κατηγορία που Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει αυτή αφορά στο αδίκημα της παράνομης παραμονής στην Δημοκρατία. Το άρθρο 19
(1)(λ) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ.105 προνοεί τα ακόλουθα: « Πρόσωπο το οποίο αφoύ έχει εισέλθει στη Δημoκρατία ως πρoσωριvός κάτοικος για περιορισμένη περίοδο παραμένει στη Δημoκρατία μετά την εκπvoή της περιόδου αυτής χωρίς vα έχει εξασφαλίσει άδεια από τov Αvώτερo Διευθυντή είναι έvoχo πoιvικoύ αδικήματος και εξαιρουμένων των περιπτώσεων που αναφέρονται στις παραγράφους (α1) και (ζ) υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήvες ή σε πρόστιμo που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο τις πoιvές της φυλάκισης και του προστίμου » Aπο τα πιο πάνω προκύπτει ότι το αδίκημα αυτό συντελείται όταν ο Κατηγορούμενος ο οποίος έχει εισέλθει στην Δημοκρατία ως προσωρινός κάτοικος για περιορισμένη χρονική περίοδο εξακολουθεί να παραμένει και μετά την εκπνοή της περιόδου αυτής χωρίς να έχει εξασφαλίσει άδεια από τον Ανώτερο Διευθυντή. Από την τεθείσα ενώπιον μου μαρτυρία πουθενά δεν προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε στην Δημοκρατία ως προσωρινός επισκέπτης. Τουναντίον ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στην Δημοκρατία ως αιτητής πολιτικού ασύλου. Ούτε και έχει τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία ότι αυτός κατέστη παράνομος ένεκα του ότι ενώ του δόθηκε οποιαδήποτε άδεια παραμονής για συγκεκριμένη χρονική περίοδο, στην συνέχεια η παραμονή του κατέστη παράνομη επειδή εξακολουθούσε να παραμένει μετά την λήξη της πιο πάνω περιόδου χωρίς να εξασφαλίσει οποιαδήποτε άδεια. Εξάλλου αξίζει να σημειωθεί ότι με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία από πουθενά δεν προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος βρίσκεται παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 9, ο Κατηγορούμενος βρίσκεται στην Δημοκρατία με την σύμφωνη γνώμη των αρχών του Κράτους και δεν μπορεί αν απελαθεί καθότι εναντίον του εκκρεμούν ποινικές υποθέσεις. Συνακόλουθα η Κατηγορούσα Αρχή δεν κατάφερε να αποδείξει ούτε και την τρίτη κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και στην τρίτη κατηγορία. (Υπ.) ........... Σ. Συμεού, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο