← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χαράλαμπος Χαραλάμπους, Aρ. Υπόθεσης 2821/18, 30/9/2021

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χαράλαμπος Χαραλάμπους, Aρ. Υπόθεσης 2821/18, 30/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:B39 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 2821/18 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - Χαράλαμπος Χαραλάμπους Ημερομηνία: 30.09.21 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Αργυρού Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κ.Σιαηλής Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Kατηγορουμένου εισηγήθηκε μέσω της αγόρευσης του ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του σε σχέση με την κατηγορία που αντιμετωπίζει και κάλεσε το Δικαστήριο να τον αθωώσει και απαλλάξει σε αυτό το στάδιο. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κατηγορούσας αρχής, η οποία υποστήριξε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και συναφώς εισηγήθηκε όπως αυτός κληθεί σε απολογία. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας

(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962. Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλ. η όλη μαρτυρία εμπεριέχει τόσο θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η δε εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία, ως αναιρούσα την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση είναι περιορισμένη. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση Πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χριστοδούλου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (1η κατηγορία). Συγκεκριμένα κατηγορείται επί το ότι στις 26.03.18 στην Πάφο, διενήργησε τηλεφώνημα μέσω του κινητού του τηλεφώνου προς το σταθερό υπηρεσιακό τηλέφωνο του Υπαστυνόμου Χαράλαμπου Δημητρίου στον αστυνομικό σταθμό Πέγειας, προκαλώντας του τρόμο ή ανησυχία, δηλαδή απειλώντας τον με την φράση « τζαι κάτι άλλο , αν με ξαναπιάσεις τηλέφωνο τζαι απειλήσεις με ότι θα με καταγγείλεις, θα έρτω τζεικάτω να σε σπάσω». Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή στην εναντίον του κατηγορία οπότε και έτσι διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Κλήθηκαν και έδωσαν μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή τρεις συνολικά μάρτυρες, ήτοι ο Αστ. 1830 Νεόφυτος Παπαριστοδήμου (ΜΚ1), ο παραπονούμενος Υπ/μος Χαράλαμπος Δημητρίου (ΜΚ2) και ο Λοχ.1833 Ιωάννης Χριστοδούλου(ΜΚ3). Το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας κατατέθηκε υπό την μορφή παραδεκτών γεγονότων. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Η παραλαβή, συσκευασία, σφράγιση, φύλαξη και διακίνηση του Τεκμηρίου1, έγινε ορθά, νόμιμα και νομότυπα χωρίς να επέλθει οποιαδήποτε αλλοίωση ή επέμβαση από οποιονδήποτε μέχρι και την κατάθεση τους στο Δικαστήριο. Κατατέθηκαν επίσης παραδεκτά γεγονότα ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους, η κατάθεση του Λοχ.2495 Α. Τσαππή (Τεκμήριο 4). Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το Τεκμήριο 4 ο Λοχ. 2495 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο και στην συνέχεια τον κατηγόρησε γραπτώς. Επίσης κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός ένα ημερολόγιο ενεργείας με στοιχεία Μ 77/18 (Τεκμήριο 5) στο οποίο αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος δεν έδωσε την συγκατάθεση του προς τον Λοχ.2495 για να ελεγχθεί το κινητό του τηλέφωνο. Τέλος δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το βιβλίο καθηκόντων που αναφέρεται στην κατάθεση του Λοχ.2495 Α. Τσαππή είναι το Τεκμήριο
  1. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Πρώτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή κλήθηκε και κατέθεσε ο Αστ. 1830 (ΜΚ1) ο οποίος είναι ο υπεύθυνος της αποθήκης τεκμηρίων της ΑΔΕ Πάφου. Η μαρτυρία του ήταν τυπική και αφορούσε απλά και μόνο την κατάθεση του βιβλίου μηνιαίου καθηκόντων για το έτος 2018 του Αστυνομικού Σταθμού Πέγειας (Τεκμήριο 1). Όπως ανέφερε ο μάρτυρας, το βιβλίο αυτό του το παρέδωσε ο Λοχ.2495 την 28/03/
  2. Αυτό το βιβλίο το έθεσε υπό ασφαλή φύλαξη στην αποθήκη τεκμηρίων. Η μαρτυρία του ΜΚ1 δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Ως ΜΚ2 κατέθεσε ο παραπονούμενος στην παρούσα υπόθεση, Υπαστυνόμος Χαράλαμπος Δημητρίου. Αφού πρώτα αναγνώρισε την κατάθεση του ημερ.28/03/18 την υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του δυνάμει του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9, ως αυτός έχει τροποποιηθεί (Τεκμήριο 2). Ο ΜΚ2 στις 26.03.18 υπηρετούσε ως υπεύθυνος του αστυνομικού σταθμού Πέγειας. Μεταξύ των μελών της αστυνομίας που εργάζονταν στον πιο πάνω αστυνομικό σταθμό ήταν και ο Κατηγορούμενος, ο οποίος εργαζόταν όπως και οι υπόλοιποι αστυφύλακες με το σύστημα βάρδιας. Σύμφωνα με τον ΜΚ2 ο Κατηγορούμενος εργαζόταν στην ίδια βάρια με άλλους δύο αστυνομικούς. Ο ΜΚ2 διευκρίνισε ότι αυτός ήταν ο υπεύθυνος για να εκπονεί τα καθήκοντα των μελών που εργάζονταν στον αστυνομικό σταθμό καθημερινά, τα οποία και τηρούνταν στο Τεκμήριο
  3. Σε σχέση με τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος ανέφερε ότι στις 26.03.18 και περί ώρα 13:30 ενώ ετοιμαζόταν να εκπονήσει τον πίνακα καθηκόντων για την επόμενη ημέρα, αντιλήφθηκε στο Τεκμήριο 1 και πιο συγκεκριμένα στην νυχτερινή αλλαγή που ήταν ορισμένοι να εργαστούν ο Κατηγορούμενος μαζί με άλλο ένα αστυφύλακα από τις 27 μέχρι 28.03.18 με ωράριο 1900-0700, στην στήλη που αφορούσε τον Κατηγορούμενο είχε καταγραφεί ωράριο εργασίας 2200-0700 αντί 1900-
  4. Έτσι ο ΜΚ2, κάλεσε στο γραφείο του τον ΜΚ3 και τον ρώτησε αν ήταν ενήμερος για την πιο πάνω αλλαγή. Όπως ο ΜΚ2 ανέφερε, ο ΜΚ3 τον ενημέρωσε ότι δεν γνώριζε γιατί υπήρχε αυτή η αλλαγή. Έτσι ο ΜΚ2 τηλεφώνησε από το υπηρεσιακό τηλέφωνο του γραφείου του στον Κατηγορούμενο και τον ρώτησε γιατί προέβηκε σε αυτή την αλλαγή . Ο Κατηγορούμενος του απάντησε ότι επειδή δεν μπορούσε να πάρει off αποφάσισε να πάρει 2 με 3 ώρες υπερωρίες. Τότε σύμφωνα με τον ίδιο, ενημέρωσε τον Κατηγορούμενο ότι έπρεπε να προσέλθει να εργαστεί κανονικά και στην περίπτωση που αυτός δεν ερχόταν κανονικά στην δουλειά του θα προέβαινε σε καταγγελία εναντίον του στον Αστυνομικό Διευθυντή. Ακολούθως ο ΜΚ2 διόρθωσε το βιβλίο καθηκόντων αντικαθιστώντας το με το σωστό ωράριο, δηλαδή 1900-
  5. Σημειώνεται ότι την πιο πάνω διόρθωση στην οποία προέβηκε ο ΜΚ2 την υπέδειξε στο Τεκμήριο 1 και κατά την διά ζώσης μαρτυρία του. Στην συνέχεια και ενώ ο ΜΚ2 ασχολείτο με την συγγραφή ενός ημερολογίου ενεργείας κτύπησε το υπηρεσιακό του τηλέφωνο και στην οθόνη του αναγραφόταν ο αριθμός του κινητού τηλεφώνου του Κατηγορούμενου. Ο ΜΚ2 απάντησε το τηλέφωνο και σύμφωνα με τον ίδιο ο Κατηγορούμενος του ανέφερε ότι «τζαι κάτι άλλο , αν με ξαναπιάσεις τηλέφωνο τζαι απειλήσεις με ότι θα με καταγγείλεις, θα έρτω τζεικάτω να σε σπάσω» και του έκλεισε το τηλέφωνο. Στην συνέχεια όπως ανέφερε επειδή δεν μπορούσε να ανεχτεί τέτοια συμπεριφορά από ένα μέλος του σταθμού ετοίμασε σχετικό ημερολόγιο ενεργείας που αφορούσε το πιο πάνω συμβάν και το παρέδωσε στον Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου προσωπικά για τα περαιτέρω. Μάλιστα ανέφερε ότι για το επίδικο συμβάν και το τί συγκεκριμένα του ανέφερε ο Κατηγορούμενος ενημέρωσε και τον ΜΚ
  6. Ο ΜΚ2 κατά την δια ζώσης μαρτυρία του διευκρίνισε ότι από το πιο πάνω συμβάν σε καμία περίπτωση δεν ένιωσε φόβο. Απλά έκρινε ότι η συμπεριφορά του πιο πάνω αστυφύλακα, δηλαδή του Κατηγορούμενου δεν ήταν η πρέπουσα προς το πρόσωπο του. Ένιωσε όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος δεν τον σεβάστηκε. Σε καμία περίπτωση όμως δεν φοβήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος θα του έκανε κακό. Σύμφωνα με τον μάρτυρα μετά το επίδικο συμβάν ο Κατηγορούμενος επέστρεψε στην δουλειά του και ανέλαβε καθήκοντα τις επόμενες μέρες. Η συμπεριφορά του μάλιστα απέναντι στον ίδιο ήταν φυσιολογική και οι σχέσεις τους ήταν καλές χωρίς να δημιουργηθεί οποιοδήποτε άλλο πρόβλημα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ότι ο Κατηγορούμενος του εκστόμισε αυτές τις φράσεις. Ο ΜΚ2 επέμεινε κατηγορηματικά ότι τα όσα αναφέρθηκαν στην κατάθεση του ήταν η πραγματική αλήθεια. Τρίτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσε ο Λοχ.1833 Ι. Χριστοδούλου (ΜΚ3) . Ο ΜΚ3 αναγνώρισε το Τεκμήριο
  7. Σύμφωνα με την κατάθεση του (Τεκμήριο 3) στις 26.03.18 καθώς εργαζόταν ως βοηθός υπεύθυνος στον αστυνομικό σταθμό Πέγειας, ο ΜΚ2 τον ενημέρωσε για την αλλαγή στο ωράριο που υπήρχε στο Τεκμήριο 1 και πιο συγκεκριμένα στην στήλη που αφορούσε τον Κατηγορούμενο. Ο ίδιος δήλωσε άγνοια και σύμφωνα με τον μάρτυρα στην παρουσία του ο ΜΚ2 επικοινώνησε με τον Κατηγορούμενο όπου και συνομίλησαν για την αλλαγή που υπήρχε στο ωράριο του διευκρινίζοντας ότι ο ίδιος δεν είχε ακούσει την συνομιλία τους αφού μιλούσαν χωρίς η συνομιλία να είναι σε ανοικτή ακρόαση. Αυτό που ανέφερε όμως ήταν ότι άκουσε τον ΜΚ2 να τονίζει στον Κατηγορούμενο ότι στην περίπτωση που δεν προσέλθει κανονικά στο καθήκον του θα προέβαινε σε σχετική καταγγελία στον Αστυνομικό Διευθυντή. Ο ΜΚ3 επίσης ανέφερε ότι μετά από πάροδο λίγης ώρας συνάντησε ξανά τον ΜΚ2 ο οποίος του ανέφερε ότι θα πήγαινε στην αστυνομική διεύθυνση για να καταγγείλει τον Κατηγορούμενο αναφέροντας του μάλιστα την φράση που του εκστόμισε από το τηλέφωνο όταν ο τελευταίος τον κάλεσε στο υπηρεσιακό του τηλέφωνο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 αμφισβητήθηκε για το ότι ο ΜΚ2 του ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος τον απείλησε με αυτή την φράση. Ο ΜΚ3 εξήγησε ότι αυτό που του ανέφερε ο ΜΚ2 αυτό έγραψε και τίποτα περισσότερο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το αδίκημα της απειλής της 1ης κατηγορίας ρυθμίζεται από το άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, το οποίο προνοεί ως ακολούθως: «Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη». Ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι η πρόκληση στον απειλούμενο ως εκ της απειλής τρόμου ή ανησυχίας. Στην κρινόμενη περίπτωση ο ΜΚ2 με την μαρτυρία του δεν υποστήριξε ότι η φράση την οποία εκστόμισε σε αυτόν ο Κατηγορούμενος του προκάλεσε το συναίσθημα τρόμου η ανησυχίας. Τέτοιος ισχυρισμός τουλάχιστον ρητός ελλείπει από την μαρτυρία του παραπονούμενου. Ο ΜΚ2 όπως ρητά ανέφερε κατά την δια ζώσης μαρτυρία του υπέβαλε παράπονο ένεκα του ότι ο Κατηγορούμενος επέδειξε έλλειψη σεβασμού. Τίποτα περισσότερο. Πιο συγκεκριμένα ο ΜΚ2 δήλωσε ρητά ότι σε καμία περίπτωση δεν ένιωσε φόβο ότι ο Κατηγορούμενος εκστομίζοντας την επίδικη φράση θα του προκαλούσε οποιοδήποτε κακό. Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι ούτε οποιαδήποτε ανησυχία ένιωσε. Ή τοποθέτηση του ΜΚ2 για το πώς ένιωσε για το πιο πάνω περιστατικό ήταν σαφής. Όπως σαφής και ξεκάθαρος ήταν και ο λόγος προχώρησε στην καταγγελία εις βάρος του. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ξεκάθαρα ότι ελλείπει συστατικό στοιχείο που να στοιχειοθετεί το αδίκημα που ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι διέπραξε. Κατά συνέπεια η υπό της Κατηγορούσας Αρχής προσαχθείσα μαρτυρία δεν κατέδειξε την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον ΜΚ2. Καμία δε μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή αναφορικά με το συστατικό αυτό στοιχείο του αδικήματος. Συνακόλουθα η κατηγορία είναι έκθετη σε απόρριψη. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται στην εναντίον του κατηγορία. Έξοδα ύψους 45 ευρώ να καταβληθούν από την Δημοκρατία, το Τεκμήριο να επιστραφεί στον αστυνομικό σταθμό Πέγειας. (Υπ.) ........... Σ. Συμεού, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.