Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. GIANNIS TSARTSIDIS, Aρ. Υπόθεσης: 3277/21, 24/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:B38 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού, Ε.Δ. Aρ. Υπόθεσης: 3277/21 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - GIANNIS TSARTSIDIS Ημερομηνία: 24.09.21 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Παπαλαζάρου Για τον Κατηγορούμενο : κ. Κ. Σιαηλής Κατηγορούμενος : παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Kατηγορούμενου εισηγήθηκε μέσω της αγόρευσης του ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του σε σχέση με όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και κάλεσε το Δικαστήριο να τον αθωώσει και απαλλάξει σε αυτό το στάδιο. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, η οποία υποστήριξε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και συναφώς εισηγήθηκε όπως αυτός κληθεί σε απολογία. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962. Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλ. η όλη μαρτυρία εμπεριέχει τόσο θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η δε εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία, ως αναιρούσα την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση είναι περιορισμένη. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση Πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χριστοδούλου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Ο Κατηγορούμενος από τώρα και στο εξής «ο Κατηγορούμενος», αντιμετωπίζει τις κατηγορίες της διάρρηξης σχολικού κτηρίου κατά παράβαση του άρθρου 294(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία), της κλοπής μετά από προηγούμενη καταδίκη κατά παράβαση των άρθρων 255 και 272
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (2η κατηγορία), της διάρρηξης σχολικού κτηρίου κατά παράβαση του άρθρου 294(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (3η κατηγορία), της κλοπής μετά από προηγούμενη καταδίκη κατά παράβαση των άρθρων 255 και 272
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (4η κατηγορία), της κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων κατά την διάρκεια της ημέρας με σκοπό διάπραξης κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 296(δ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (5η κατηγορία),της κακόβουλης βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (6η κατηγορία), της απαγόρευσης μεταφοράς μαχαιριών εκτός κατοικίας, κατά παράβαση των άρθρων 82
(2),85 και 86 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (7η κατηγορία), και τέλος την κατηγορία της απαγόρευσης μεταφοράς επιθετικών όπλων χωρίς εξουσιοδότηση ή εύλογη δικαιολογία κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3 του Περί Επιθετικών Όπλων Νόμου Κεφ.159 όπως έχει τροποποιηθεί (8η κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή στις κατηγορίες 1-6 και 8 ενώ τελικά παραδέχτηκε ενοχή στην 7η κατηγορία εν μέσω της ακροαματικής διαδικασίας. Κλήθηκαν και έδωσαν μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή ο Αστ. 739, Θεόδωρος Κωνσταντινίδης (ΜΚ1) καθώς και ο Αντρέας Αντωνίου (ΜΚ2) ο οποίος είναι το πρόσωπο που εργάζεται ως φύλακας και συντηρητής στο ιδιωτικό σχολείο «AMERICAN ACADEMY» που βρίσκεται στην Αχέλεια, από τώρα και στο εξής το «σχολείο». Το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής κατατέθηκε στο Δικαστήριο υπό την μορφή παραδεκτών γεγονότων. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Με την σύμφωνη γνώμη των δύο πλευρών δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι η λήψη, συσκευασία και μεταφορά όλων των τεκμηρίων της υπόθεσης, έγινε νομότυπα μέχρι και την κατάθεση τους στα αρμόδια εργαστήρια και η επιστροφή τους έγινε σύμφωνα με τους σχετικούς κανονισμούς και ότι αυτά έχουν νόμιμα αποθηκευτεί στις αποθήκες τεκμηρίων της ΑΔΕ Πάφου. Eπίσης δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε στην ποινική υπόθεση 6307/19 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού για το αδίκημα της κλοπής. Δηλώθηκαν ακόμη ως παραδεκτά προς την αλήθεια του περιεχομένου τους, τα Τεκμήρια 13 μέχρι και
- ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Η μαρτυρία λήφθηκε υπόψη στο σύνολό της ακόμη και αν δεν γίνεται ρητή αναφορά στην απόφαση και μπορεί να συνοψισθεί ως εξής: Ο ΜΚ1 είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Κατά την κυρίως εξέταση του αναφέρθηκε στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ενημερώθηκε ότι μεταξύ των ημερομηνιών 21-22/07/21, έγινε διάρρηξη στο σχολείο και πιο συγκεκριμένα εντός δύο αιθουσών διδασκαλίας. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, μέλη της Τροχαίας Πάφου στις 22/07/21 μετέβηκαν στην σκηνή και αφού εντόπισαν τον Κατηγορούμενο εκτός του σχολείου, τον συνέλαβαν για αυτόφωρα αδικήματα. Το πρόσωπο αυτό ήταν επίσης ύποπτο για την διάπραξη των αδικημάτων της διάρρηξης και της κλοπής. Ο ΜΚ1 ανέφερε επίσης ότι την ίδια ημέρα, ο ΜΚ2 τον οδήγησε εντός του σχολείου όπου και του υπέδειξε δυο αίθουσες διδασκαλίας στις οποίες είχε παραβιαστεί η είσοδος τους με αιχμηρό αντικείμενο. Επίσης του υπέδειξε το ταβάνι των δύο αιθουσών το οποίο αποτελείτο από γυψοσανίδες να είναι σπασμένο και από το εσωτερικό του ήταν αποκομμένες οι χαλκοσωλήνες οι οποίες μετά από εξετάσεις, διαπίστωσε ότι αποκόπηκαν με την χρήση εργαλείου. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 στο πάτωμα και έξω από τις δύο αίθουσες διδασκαλίας υπήρχαν κομμένες άλλες 11 χαλκοσωλήνες. Στην συνέχεια σύμφωνα με τον ΜΚ1, ο Κατηγορούμενος παραδόθηκε από τους αστυφύλακες της Τροχαίας στον ίδιο, όπου και στην παρουσία του, ο ΜΚ2 μετά από γραπτή συγκατάθεση που του λήφθηκε για την διενέργεια αναγνωριστικής παράταξης προσώπων (Τεκμήριο 3), τον αναγνώρισε ως το πρόσωπο που εντόπισε προηγουμένως εντός του σχολείου να κρατά στα χέρια του 4 χαλκοσωλήνες και να βρίσκεται έξω από την μια εκ των δύο αιθουσών του σχολείου που είχε παραβιαστεί. Ο ΜΚ1 εκτός από την κατάθεση του (Τεκμήριο 1) κατέθεσε σειρά άλλων τεκμηρίων μεταξύ των οποίων ένα σκεπάρνι (Τεκμήριο 7), ένα μαχαίρι συνολικού μήκους 16 εκ. με λεπίδα 7 εκ. με σταθερή λαβή που καταλήγει σε μυτερή άκρη (Τεκμήριο 8), ένα ζευγάρι γάντια (Τεκμήριο 9),ένα usb stick μάρκας media range το οποίο του το παρέδωσε ο ΜΚ2 (Τεκμήριο 10). Κατά την προβολή του Τεκμηρίου 10 στο Δικαστήριο, ο ΜΚ1 υπέδειξε το προαύλιο του σχολείου υποστηρίζοντας ότι το πρόσωπο που φαίνεται να περπατά εντός του σχολικού χώρου είναι ο Κατηγορούμενος, τον οποίο αναγνώρισε τόσο από τα ρούχα που φορούσε όσο και από την σωματική του διάπλαση αλλά και από την γάζα που ήταν δεμένο το αριστερό του πόδι. Μάλιστα υποστήριξε ότι αμέσως μετά την σύλληψη του, ο Κατηγορούμενος παραδόθηκε στον ίδιο φορώντας ακριβώς τα ίδια ρούχα χωρίς όμως να φέρει το καπέλο στο κεφάλι που φορά κατά την στιγμή που βρίσκεται εντός του σχολικού κτηρίου. Επίσης ανέφερε ότι στο επίδικο βίντεο ο Κατηγορούμενος ενώ περπατά κρατά στο χέρι του ένα εργαλείο. Αντεξεταζόμενος συμφώνησε με την υπεράσπιση ότι από την διερεύνηση της υπόθεσης δεν εντοπίστηκε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε εντός οποιαδήποτε σχολικής αίθουσας. Ο ΜΚ1 ανέφερε όμως ότι ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα με τον ΜΚ2 εντοπίστηκε να κλέβει τις σωλήνες που αποκόπηκαν από τις αίθουσες κρατώντας ένα εργαλείο με το οποίο έκοψε τις σωλήνες και στην συνέχεια όταν αυτός τράπηκε σε φυγή το πέταξε μέσα σε ένα χωράφι. Επίσης ο ΜΚ1 συμφώνησε με την θέση της υπεράσπιση ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία που να ενοχοποιεί τον Κατηγορούμενο ότι αυτός προκάλεσε τις ζημιές που υπήρχαν εντός των σχολικών αιθουσών. Σε σχέση με το ότι ο Κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του ένα σκεπάρνι και ένα μαχαίρι, ο ΜΚ2 δεν αμφισβητήθηκε. Δεν ήταν όμως σε θέση ο μάρτυρας να αναφέρει τι κρατούσε ο Κατηγορούμενος κατά την στιγμή που φαίνεται στο Τεκμήριο 10 να εισέρχεται εντός του σχολικού χώρου ούτε και σε θέση να καθορίσει πόσα αντικείμενα κρατούσε. Ο ΜΚ2 είναι το πρόσωπο που εργάζεται ως συντηρητής και φύλακας στο σχολείο το οποίο σύμφωνα με τον ίδιο παραμένει κλειστό τα τελευταία 3 χρόνια και είναι ιδιοκτησίας της Ελληνικής Τράπεζας. Αποτελεί τον ουσιαστικότερο μάρτυρα για την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Σύμφωνα με τον ΜΚ2, στις 22/07/21 και περί ώρα 13:40 μετέβηκε στο σχολείο για τον συνηθισμένο τυπικό έλεγχο. Σημειώνεται, ότι ο ΜΚ2 ανέφερε ότι η τελευταία φορά που επισκέφθηκε το σχολείο για έλεγχο ήταν το απόγευμα της προηγούμενης ημέρας χωρίς να διευκρινίζει την ακριβή ώρα. Εξ όσων ανέφερε κάποτε επισκέπτεται το σχολείο στις 4 το απόγευμα ενώ κάποιες άλλες φορές στις
- Όπως εξήγησε ο ΜΚ2 κατά την άφιξη του στο σχολείο πρόσεξε ένα αυτοκίνητο το οποίο έφερε κόκκινες πινακίδες ενοικιάσεως να βρίσκεται παρκαρισμένο κάτω από τα δέντρα και συγκεκριμένα σε ένα χωράφι δίπλα από τον δρόμο, κινώντας του έτσι την περιέργεια. Στην συνέχεια αποφάσισε να το πλησιάσει. Αφού προσέγγισε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο εξακρίβωσε ότι δεν υπήρχε μέσα οποιοδήποτε πρόσωπο και έτσι συνεχίζοντας την πορεία του εισήλθε εντός του σχολείου για να το ελέγξει. Ενώ βρισκόταν εντός του σχολείου αντιλήφθηκε τον Κατηγορούμενο να βρίσκεται στο προαύλιο του σχολείου και δίπλα από μια αίθουσα διδασκαλίας. Ο Κατηγορούμενος σύμφωνα με τον ΜΚ2 ο οποίος είχε δεμένο με επίδεσμο το πόδι του και φορούσε καπέλο, κρατούσε στα χέρια του 4 χαλκοσωλήνες μήκους περίπου ενός μέτρου καθώς και ένα εργαλείο το οποίο δεν μπορούσε να καθορίσει τι είναι. Με τον Κατηγορούμενο είχαν οπτική επαφή για 3 ως και 4 λεπτά ενώ αντάλλαξαν και μερικές κουβέντες αναφέροντας του ο Κατηγορούμενος την φράση « να πουλήσω, λεφτά λεφτά». Επίσης όταν του είπε ότι θα καλέσει την αστυνομία ο Κατηγορούμενος του είπε ότι θα φύγει και έτσι άφησε τις σωλήνες που κρατούσε και έφυγε. Κατά την προβολή του Τεκμηρίου 10, ο ΜΚ2 αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο το οποίο εντόπισε ο ίδιος να βρίσκεται εντός του σχολείου. Δεν μπορούσε όμως να αναγνωρίσει με βεβαιότητα ότι το εργαλείο που κρατούσε είναι το Τεκμήριο 7, δηλαδή το σκεπάρνι, αναφέροντας ότι εκείνη την στιγμή είχε φοβηθεί και έτσι δεν μπορούσε να θυμηθεί επακριβώς αν πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο. Κατά τον έλεγχο που διενήργησε αμέσως μετά, διαπίστωσε ότι τόσο η αίθουσα διδασκαλίας του σχολείου που βρισκόταν έξω από το σημείο που στεκόταν ο Κατηγορούμενος είχε παραβιαστεί όσο και μια άλλη αίθουσα. Επίσης διαπίστωσε ότι από το εσωτερικό των ταβανιών των σχολικών αιθουσών είχαν αφαιρεθεί οι χαλκοσωλήνες. Επίσης αντιλήφθηκε ότι είχαν προκληθεί και ζημιές. Μάλιστα όπως υποστήριξε, έξω από την μια αίθουσα και πάνω στο πάτωμα υπήρχαν ακόμα 7 τεμάχια χαλκοσωλήνων. Αμέσως μετά ενημέρωσε την αστυνομία η οποία αφίχθηκε στο μέρος μετά από πάροδο λίγων λεπτών και στην συνέχεια συνέλαβαν έξω από το σχολείο τον Κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 παρόλο το ότι αμφισβητήθηκε για την θέση του ότι ο Κατηγορούμενος ενώ βρισκόταν στο προαύλιο του σχολείου κρατούσε 4 χαλκοσωλήνες, επέμεινε στις θέσεις του ότι δηλαδή το πρόσωπο που εντόπισε στο προαύλιο του σχολείου και κρατούσε τα πιο πάνω αναφερόμενα αντικείμενα ήταν ο Κατηγορούμενος. Επίσης διευκρίνισε ότι τόσο την αξία της ζημιάς όσο και την ποσότητα των χαλκοσωλήνων που κόπηκαν, οι οποίες να σημειωθεί ότι βρίσκονται σύμφωνα με τον ίδιο μέχρι σήμερα εντός των δυο σχολικών αιθουσών, την υπολόγισε χωρίς να γνωρίζει ο ίδιος ούτε την πραγματική αξία της ζημιάς αλλά ούτε και την ακριβή ποσότητα των χαλκοσωλήνων που αφαιρέθηκαν από τα ψευδοτάβανα. Ο ΜΚ2 πέραν της αναφοράς του ότι εντόπισε τον Κατηγορούμενο στο προαύλιο του σχολείου να στέκεται και να κρατά τις 4 χαλκοσωλήνες, επεξήγησε ότι δεν τον είδε να παραβιάζει οποιαδήποτε σχολική αίθουσα αλλά ούτε και τον είδε να βρίσκεται εντός οποιαδήποτε σχολικής αίθουσας και να προκαλεί ζημιά, δηλαδή κόβοντας και αφαιρώντας τις χαλκοσωλήνες από τα ψευδοτάβανα των σχολικών αιθουσών. Σε σχέση με την θέση που προβλήθηκε κατά την κυρίως εξέταση του, ότι δηλαδή ο Κατηγορούμενος του ανέφερε «θα κόψω σωλήνες να πουλήσω» κατά την αντεξέταση του, διευκρίνισε ότι ο Κατηγορούμενος δεν του ανέφερε ότι θα κόψει τις σωλήνες αλλά ο ίδιος το υπέθεσε αφού μπροστά από αυτό υπήρχαν κομμένες σωλήνες στο πάτωμα. Επίσης διευκρίνισε ότι όσον αφορά την φράση που καταγράφηκε στην γραπτή του κατάθεση ότι «με το εργαλείο που κρατούσε έκοβε σωλήνες» , ο ίδιος δεν είδε με τα μάτια του τον Κατηγορούμενο να τις κόβει, απλά συμπέρανε ότι αυτό έπραξε. Επίσης διευκρίνισε ότι ουδέποτε είδε τον Κατηγορούμενο κατά την στιγμή που έφυγε από το μέρος να πετά οποιοδήποτε αντικείμενο μέσα στο χωράφι. Τέλος ο ΜΚ2 δεν ήταν σε θέση να αναφέρει με βεβαιότητα κατά πόσο τα κάγκελα της εισόδου του σχολείου πριν εντοπίσει τον Κατηγορούμενο, όταν δηλαδή αυτός εισήλθε εντός του σχολείου ήταν ανοιχτά ή κλειστά. Συμφώνησε μάλιστα με την θέση της υπεράσπισης ότι από τα κάγκελα που κλείνουν αλλά δεν κλειδώνουν μπορεί να εισέλθει οποιοδήποτε πρόσωπο εντός του σχολείου. Το εκ πρώτης όψεως στάδιο είναι ένα θεμελιακό στάδιο που προστατεύει τον κατηγορούμενο από τον εξαναγκασμό να δώσει μαρτυρία για λόγους που δεν άπτονται στην καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης (E.C. Fresh Meat Ltd v. Γεωργίου, Ποινική Έφεση 43/17, ημερ. 5.12.18). Οι αρχές είναι γνωστές.[3] Σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Αστυνομία v. Σέλλα κ.ά., Ποινική Έφεση 136/19, ημερ. 9.7.
- Η απαλλαγή του κατηγορούμενου είναι δυνατή αν δεν αποδείχθηκε ή ελλείπει συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ή η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι αναξιόπιστη σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ' αυτή για καταδίκη. Η μαρτυρία κρίνεται στην όψη της. Το κριτήριο είναι κατά πόσον σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας (Γενικός Εισαγγελέας v. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ 1η και 3η κατηγορία Το άρθρο 294(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, επί του οποίου βασίζεται η πρώτη και τρίτη κατηγορία, προνοεί ως ακολούθως: «Όποιος (α) διαρρήχνει και εισέρχεται σε σχολικό κτίριο, κατάστημα, αποθήκη, γραφείο ή λογιστήριο ή σε κτίριο που συνορεύει με κατοικία και που κατέχεται μαζί με αυτό όμως δεν αποτελεί τμήμα της και διαπράττει κάποιο κακούργημα σε αυτά· ή (β) αν διάπραξε κάποιο κακούργημα σε οποιοδήποτε από τα πιο πάνω αναφερόμενα, διαρρήχνει αυτό και εξέρχεται από αυτό, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων». Το άρθρο 291 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί ως ακολούθως: «Όποιος διαρρήχνει οποιοδήποτε μέρος κτιρίου, εξωτερικό ή εσωτερικό ή ανοίγει με ξεκλείδωμα, έλξη, ώθηση, ανύψωση ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο, θύρα, παράθυρο, παραθυρόφυλλο, πόρτα υπογείου ή άλλο πράγμα προορισμένο για το κλείσιμο ή για την κάλυψη ανοίγματος σε κάποιο κτίριο ή άνοιγμα που επιτρέπει τη δίοδο από ένα μέρος του κτιρίου σε άλλο, θεωρείται ότι διαρρήχνει το κτίριο». Προκύπτει από το πιο πάνω άρθρο ότι η διάρρηξη μπορεί να συντελεστεί όχι μόνο με την παραβίαση μιας εισόδου αλλά και με απλό άνοιγμα της είτε με κλειδί είτε διαφορετικά. Αναφορικά με την 1η και 3η κατηγορία, εξετάζοντας την μαρτυρία που προσκομίστηκε διαπιστώνω ότι δεν υπάρχει επιστημονική και/ή πραγματική και/ή άμεση και/ή περιστατική και/ή άλλη μαρτυρία που να εμπλέκει τον Κατηγορούμενο στη διάπραξη του αδικήματος της διάρρηξης των επίμαχων αιθουσών διδασκαλίας του σχολείου. Συγκεκριμένα δεν έχει προσκομιστεί από την Κατηγορούσα Αρχή καμία απολύτως μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος σε οποιοδήποτε χρόνο είτε πριν εντοπιστεί από τον ΜΚ2 είτε κατά την στιγμή του εντοπισμού του, διέρρηξε τις σχολικές αίθουσες στις οποίες εντοπίστηκαν τόσο οι κλοπές όσο και οι ζημιές παραβιάζοντας με αιχμηρό αντικείμενο τις πόρτες τους. Καμία απολύτως σύνδεση του Κατηγορούμενου με την διάρρηξη των δύο αιθουσών προκύπτει από την υπάρχουσα μαρτυρία. 2η και 4η κατηγορία Το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, επί του οποίου βασίζεται η δεύτερη και τέταρτη κατηγορία, προνοεί ως ακολούθως: «
(1)Κλέβει όποιος, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη. .....................................................................................................................
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο». Στην υπόθεση Ιωάννης Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το αδίκημα της κλοπής: «Στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154 το οποίο αφορά το αδίκημα της κλοπής ορίζεται και η έννοιά της. Στην υπόθεση Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας
(1978)2 C.L.R. 382, έγινε πλήρης ανάλυση της νομολογίας από το Larceny Act 1916 που ίσχυε στην Αγγλία μέχρι και το Theft Act 1968 που αντικατέστησε αυτό μεταγενέστερα. Στην υπόθεση αναφέρθηκε επίσης η R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, στην οποία λέχθηκε ότι στοιχεία της κλοπής είναι
(1)η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη
(2)χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και
(3)με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Στην υπόθεση Ζησιμίδη αναφέρθηκε και η υπόθεση Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 C.L.R. 174, όπου στη σελίδα 188 έγινε αναφορά και επεξήγηση της έννοιας «fraudulently» και όπου επίσης σημειώνεται η διαφορά ως προς την πρόθεση με το Larceny Act. Από την ανάλυση προκύπτει ότι η λέξη «fraudulently» δείχνει πράξη σκόπιμη και με πρόθεση. Στην υπόθεση Ζησιμίδης επίσης αναφέρθηκε η προγενέστερη Αγγλική υπόθεση R. v. Feely [1973] 1 All ER 341. Η λέξη «fraudulently» είχε ήδη αντικατασταθεί στο Theft Act της Αγγλίας με τη λέξη «dishonestly» και είχε επεξηγηθεί από τα Αγγλικά Δικαστήρια ότι με τη νέα έννοια εισάγεται πλέον η αναγκαιότητα ύπαρξης και ηθικού στιγματισμού της πράξης ως μέρος της έννοιας της κλοπής. Οποιεσδήποτε αμφιβολίες διατυπώθηκαν στην Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την πραγματική έννοια της λέξης «fraudulently», μετά την υπόθεση Feely, επεξηγήθηκαν από τη μεταγενέστερη υπόθεση Azinas a.o. v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, όπου, μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση της νομολογίας στις σελ. 82-85, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το «fraudulently» όπως είχε αποφασίσει και η Πλατρίτης, σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως. Αυτή η πρόθεση φανερώνεται μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης που εκδικάζεται. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14, 26, όπου επίσης διαπιστώθηκε η μη άμεση αντιστοιχία του Κεφ. 154, ως προς το Larceny Act και μετέπειτα το Theft Act. Όπως αναφέρεται στον Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice, 36η έκδ., σελ. 364, παρ. 1010, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα ανευρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. Στη μεταγενέστερη έκδοση του Archbold του 2007, γίνεται πλήρης ανάλυση στις σελ. 1754-1756, παρ. 17-34 με 17-39. Η έννοια του ιδιοκτήτη («owner»), περιλαμβάνει, σύμφωνα με το εδάφιο 2(γ) του Άρθρου 255 και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ιδιοκτησία οποιουδήποτε πράγματος δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Αυτός ο ορισμός του ιδιοκτήτη πρέπει να συνδυαστεί και με το Άρθρο 260, όπου καθορίζεται ότι κλοπή μπορεί να γίνει και από πρόσωπο που έχει συμφέρον στο κλοπιμαίο όπως εάν το πρόσωπο αποκτά ειδική ιδιοκτησία ή είναι μισθωτής του αντικειμένου ή συνιδιοκτήτης του. Αυτή η έννοια της ιδιοκτησίας που καθορίζει το Κεφ. 154, είναι απόρροια της νομολογημένης αντίληψης προερχόμενης από τις έννοιες του κοινοδικαίου ότι η ιδιοκτησία μπορεί να ανήκει ταυτόχρονα με τον κατηγορούμενο και σε άλλο πρόσωπο ή ο κατηγορούμενος μπορεί να το κατέχει λόγω σχέσης εμπιστοσύνης, από άλλο πρόσωπο. Αυτό καλύπτει και την παρούσα περίπτωση, όπου η εταιρεία απέκτησε το χαρτοφυλάκιο του Ταμείου με τη συγκατάθεση του, αλλά στη συνέχεια το οικειοποιήθηκε («fraudulent conversion»), όπως απαντάται στην επιφύλαξη του Άρθρου 255
(1)και στο Άρθρο 260. Όπως αναφέρεται περαιτέρω στο σύγγραμμα του Ashworth: Principles of Criminal Law 3η έκδ. σελ. 385, η έννοια της λέξης «property» κάτω από το Άρθρο 4
(1)του Theft Act 1968, είναι πολύ ευρεία και περιλαμβάνει σχεδόν οποιαδήποτε μορφή περιουσίας, όπως ακριβώς καθορίζεται και στην έννοια του «property» του ερμηνευτικού Άρθρου 4 του Κεφ. 154, που περιλαμβάνει κάθε έμψυχο ή άψυχο, δυνάμενο να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας. Στο σύγγραμμα Parry on Offences Against Property, σελ. 11, παρ. 1.21, αναφέρεται ότι μία περιουσία ανήκει όχι μόνο σε κάποιον που είναι απόλυτος ιδιοκτήτης της, αλλά και σε οποιονδήποτε έχει επ' αυτής συμφέρον ή εμπράγματο δικαίωμα. Έτσι, περιουσία, η οποία κατέχεται από κοινού, μπορεί να γίνει αντικείμενο κλοπής από ένα ή περισσότερους από τους συνιδιοκτήτες, ενώ στην παρ. 1.22 καταγράφεται η θέση ότι το συμφέρον στην περιουσία δεν είναι ανάγκη να είναι νομικό («legal»), αλλά μπορεί να είναι και συμφέρον που αναγνωρίζεται στο δίκαιο της επιείκειας («equitable»). Κατά συνέπεια, ένας καταπιστευματοδόχος («trustee») παρόλο που κατά νόμο θεωρείται απόλυτος ιδιοκτήτης, εν τούτοις μπορεί να κλέψει την περιουσία του καταπιστεύματος, διότι οι δικαιούχοι έχουν «equitable interest». Κατά παρόμοιο τρόπο, πρόσωπα που βρίσκονται σε σχέση εμπιστοσύνης με άλλα («fiduciary position») και που λόγω της θέσης αυτής δυνατό να αποκτήσουν μυστικά κέρδη μπορούν να θεωρηθούν ένοχοι κλοπής, ιδιαιτέρως όταν η περιουσία έτυχε εμπίστευσης ως πραγματικό γεγονός. (Attorrney-General's Reference (No. 1 of 1985) [1986] QB 491). Σχετικές αναφορές γίνονται και στο σύγγραμμα του Edward Griew: The Theft Act 1968 2η έκδ., σελ. 11-12 τόσο για την ιδιοκτησία όσο και τη φράση «belonging to another». Το πόσο ευρεία είναι η έννοια «belonging to another», σχολιάζεται και στον Ashworth - πιο πάνω - σελ. 386-390, όπου διακρίνεται η έννοια αυτή από τον παλιό νόμο του Larceny Act ...». Στην υπόθεση Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 CLR 174 λέχθηκε ότι οι λέξεις «με δόλιο τρόπο» (fraudulently) προσθέτουν στις λέξεις «χωρίς αξίωση δικαιώματος» και υποδηλούν απόκτηση κατοχής με πρόθεση (intentionally) και εσκεμμένα (deliberately), δηλαδή, όχι ως εκ λάθους. Στην πιο πάνω υπόθεση και στην βάση των ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε στο ότι ο εφεσείων είχε πρόθεση να χρησιμοποιήσει τα χρήματα τα οποία οικειοποιήθηκε από το χρηματοκιβώτιο και τα οποία όντως χρησιμοποίησε για σκοπούς άλλους από αυτούς για τους οποίους τα είχε στην κατοχή του και για τους οποίους τα μέλη της Αστυνομικής Δύναμης τα είχαν καταβάλει. Ήτοι προς οικονομική βοήθεια της χήρας πρώην συναδέλφου τους. Παίρνοντας τα χρήματα και χρησιμοποιώντας τα για δικούς του σκοπούς ο εφεσείων είχε πρόθεση να τα αποστερήσει από την χήρα και πράττοντας έτσι ενήργησε με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος καθότι γνώριζε ότι δεν είχε δικαίωμα να τα πάρει αφού γνώριζε ότι τα χρήματα δεν ήταν δικά του. Το γεγονός ότι η κατοχή ή ο έλεγχος της κλαπείσας περιουσίας είναι νόμιμος από το θύμα δεν απαιτείται να αποδειχθεί (Βλ. Archbold 2009, παράγραφοι 21-67). Περαιτέρω ο σκοπός για τον οποίο κλάπηκε μια περιουσία δεν έχει σημασία. Όπως λέχθηκε στην Αγγλική υπόθεση R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, που πιο πάνω μνημονεύεται, τα συστατικά στοιχεία της κλοπής είναι (α) η λήψη της περιουσίας χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, (β) χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και (γ) με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Εξετάζοντας το κατά πόσο έχουν αποδειχτεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων της 2ης και 4ης κατηγορίας, διαπιστώνω ότι δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος έκλεψε οποιαδήποτε ποσότητα χαλκοσωλήνων από το εσωτερικό των δύο σχολικών αιθουσών που του καταλογίζονται στο κατηγορητήριο οι οποίες σύμφωνα με τον ΜΚ2 αφαιρέθηκαν από τα ψευδοτάβανα αλλά εξακολουθούν να βρίσκονται στον εσωτερικό χώρο των δύο σχολικών αιθουσών μέχρι σήμερα. Παρόλο που στο κατηγορητήριο δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε κατηγορία εναντίον του Κατηγορούμενου αναφορικά με το ότι αυτός εντοπίστηκε στο προαύλιο του σχολείου να κρατά στα χέρια του τις 4 χαλκοσωλήνες, εντούτοις προκύπτει ότι καμία μαρτυρία δεν έχει παρουσιαστεί από την Κατηγορούσα Αρχή που να καταδεικνύει ότι οι χαλκοσωλήνες που κρατούσε ο Κατηγορούμενος στο προαύλιο του σχολείου αποτελούσε μέρος των χαλκοσωλήνων που είχαν αφαιρεθεί από τα ψευδοτάβανα των δύο σχολικών αιθουσών. Δεν έχει δοθεί δηλαδή οποιαδήποτε μαρτυρία διασύνδεσης τους με τις σχολικές αίθουσες. Απουσιάζει συνεπώς μαρτυρία ως προς την προέλευση της ιδιοκτησίας αυτών των τεσσάρων χαλκοσωλήνων. Σημειώνεται ότι ο ΜΚ2 ο οποίος είναι φύλακας και συντηρητής του επίδικου σχολείου, κατά την μαρτυρία του ουδέποτε ανέφερε ότι οι χαλκοσωλήνες που κρατούσε ο Κατηγορούμενος ήταν μέρος της κλαπείσας περιουσίας που καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο στο υφιστάμενο κατηγορητήριο. 5η κατηγορία Το άρθρο 296(δ) του Ποινικού Κώδικα που περικλείεται στην έκθεση αδικήματος της 5ης κατηγορίας, με την οποία καταλογίζεται στον κατηγορούμενο το αδίκημα της κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων εν καιρώ ημέρας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος προνοεί ότι: «Όποιος ενδέχεται να βρεθεί κάτω από οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιστάσεις, δηλαδή- (α) .. (β) .. (γ) .. (δ) έχει στην κατοχή του τέτοιο όργανο κατά τη διάρκεια ημέρας με σκοπό διάπραξης κακουργήματος (ε) .. (στ) .. (ζ) .. είναι ένοχος κακουργήματος..» Παρόμοιο αδίκημα με το επίδικο προβλεπόταν από το άρθρο 28
(2)του Αγγλικού Larceny Act 1916 το οποίο είχε ως εξής: «28. Every person who shall be found by night .
(2)having in his possession without lawful excuse (the proof whereof shall lie on such person) any key, picklock, crow, jack, bit, or other implement of housebreaking . shall be guilty of a misdemeanour .» Η εν λόγω αγγλική διάταξη αναφέρεται μεν συγκεκριμένα σε κάποια διαρρηκτικά όργανα αλλά δεν περιορίζεται σε αυτά εφόσον περιλαμβάνει και «other implement of housebreaking». Έτσι ως έχει η φράση αυτή ερμηνευθεί διαρρηκτικό όργανο θεωρείται οποιοδήποτε όργανο το οποίο από τη φύση του μπορεί να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς διάρρηξης παρά το ότι η συνήθης χρήση του είναι για νόμιμο σκοπό (βλ. Archbold 35th ed. par. 1851). Όσον αφορά τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και το βάρος απόδειξης διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρονται στην R v. Patterson
(1962)1 All E.R 340: «It seems to the court that, in the first instance, the prosecution must prove that the prisoner was found in possession by night of either an implement which can properly be described as one of those specifically named in the section, or of an implement capable in fact of being used as a housebreaking implement from its common though not exclusive use for that purpose or from the particular circumstances of the case in question. Once possession of such an implement has been shown, the burden shifts to the prisoner to prove on the balance of probabilities that there was lawful excuse for his possession of the implement at the time and place in question.» Περαιτέρω στην ίδια υπόθεση αναφέρεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω αδικήματος δεν απαιτείται να αποδειχθεί από την κατηγορούσα αρχή και το ότι ο Κατηγορούμενος είχε πρόθεση να χρησιμοποιήσει το διαρρηκτικό όργανο για σκοπούς διάρρηξης. Όσον δε αφορά την κατοχή αυτή έχει την έννοια της φυσικής κατοχής (βλ. Archbold 35th ed. par. 1851). Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία κατοχή ενός αντικειμένου σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόχρονη γνώση της φύσης του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής (βλ. Queiss ν. Republic
(1987)2 CLR 49, Youssef ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289 και Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 21). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71 λέχθηκε σχετικά ότι «η κατοχή εξυπακούει φυσικό έλεγχο του αντικείμενου μαζί με γνώση του κατηγορούμενου ότι το έχει στην κατοχή του ή υπό τον έλεγχό του. Δυνατόν κάποιος να κατέχει κάποιο αντικείμενο χωρίς να γνωρίζει ή να αντιλαμβάνεται τη φύση του, αλλά δεν το κατέχει υπό τη νομική έννοια, εκτός κι αν γνωρίζει ότι το έχει». Για την απόδειξη της γνώσης της φύσης του αντικειμένου, λόγω του ότι αυτή συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου, σπάνια υπάρχει άμεση μαρτυρία και κατά κανόνα η γνώση αυτή συμπεραίνεται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, ιδιαίτερα από τη σύνδεση και τις πράξεις του κατηγορούμενου σε σχέση με το παράνομο αντικείμενο (βλ. Queiss ανωτέρω και Χριστοφόρου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250). Με άλλα λόγια εξάγεται από περιστατική μαρτυρία, η οποία μπορεί να οδηγήσει εξίσου σε ασφαλές συμπέρασμα και κάποτε μάλιστα με μεγαλύτερη ασφάλεια (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 388). Εν προκειμένω, ο Κατηγορούμενος εντοπίστηκε από τον Αστ.4121 Φοίβο Μακρυγιάννη να κρατά στα χέρια του ένα σκεπάρνι ενώ ταυτόχρονα φορούσε και δύο γάντια χρώματος μαύρου με γκρίζο. Τόσο τα γάντια όσο και το σκεπάρνι παρόλο του ότι συνηθίζεται να χρησιμοποιούνται για νόμιμο σκοπό εντούτοις από την φύση τους, μπορούν να χρησιμοποιηθούν και για σκοπούς διάρρηξης. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι είχε την κατοχή και τον φυσικό έλεγχο του, τόσο στα γάντια όσο και στο σκεπάρνι αφού τα μεν πρώτα τα φορούσε το μεν δεύτερο αντικείμενο το κρατούσε. Σημειώνεται ότι τα πιο πάνω αντικείμενα εντοπίστηκαν να βρίσκονται στην κατοχή του Κατηγορούμενου, κατά την διάρκεια της ημέρας. Αυτό που παραμένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο αυτά βρίσκονταν στην κατοχή του με σκοπό την διάπραξη κακουργήματος. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο Κατηγορούμενος εντοπίστηκε πλησίον του αυτοκινήτου του το οποίο ήταν παρκαρισμένο σε ένα χωράφι και κάτω από κάποια δέντρα. Μάλιστα σύμφωνα με την μαρτυρία που έχει προσκομιστεί κατά την στιγμή που επέστρεφε προς το αυτοκίνητο του κρατούσε στο ένα του χέρι μισό καρπούζι το οποίο και έτρωγε. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι καμία μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί ότι τόσο τα γάντια όσο και το σκεπάρνι που ο Κατηγορούμενος έφερε μαζί του, τα κατείχε προς τον σκοπό διάπραξης οποιουδήποτε κακουργήματος. Καμία απολύτως μαρτυρία δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από την οποία να προκύπτει κάτι τέτοιο. 6η Κατηγορία Αναφορικά με την 6η κατηγορία σημειώνονται τα ακόλουθα. Το άρθρο 324
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, επί του οποίου εδράζεται η δεύτερη κατηγορία προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος εσκεμμένα και παράνομα καταστρέφει ή προξενεί ζημιά σε περιουσία είναι ένοχος ποινικού αδικήματος το οποίο εκτός αν προνοείται διαφορετικά είναι πλημμέλημα, αυτός αν δεν προβλέπεται κάποια άλλη ποινή υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές». Από την διατύπωση του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι για την απόδειξη του αδικήματος δεν απαιτείται η ύπαρξη ειδικής πρόθεσης (specific intent). Η θέση αυτή επιβεβαιώνεται και από την Νομολογία. Στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 168 λέχθηκαν τα εξής στην σελίδα 176: «Το έγκλημα της κακόβουλης ζημίας, όπως διατυπώνεται στο άρθρο 324
(1)του Ποινικού Κώδικα, δεν απαιτεί την ύπαρξη ειδικής πρόθεσης (specific intent). Η απόδειξή του συναρτάται με τη θεληματική και παράνομη πρόκληση ζημιάς». Επιπλέον, η απόδειξη της ιδιοκτησίας της περιουσίας που υφίσταται την ζημία δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος (Βλ. Θωμά ν. Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 255). Το άρθρο 324
(1)είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 50
(1)του Αγγλικού Malicious Damage Act 1861 που αναλύεται στο σύγγραμμα Russel on Crime, 2ος τόμος, 12η έκδοση, σελ. 1326-1327. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: η εσκεμμένη και παράνομη καταστροφή ή πρόκληση ζημίας σε περιουσία. Με τον όρο «εσκεμμένη» εννοείται η εκούσια και εκ προθέσεως (deliberately and intentionally) πρόκληση ζημίας (Βλ. R v. Senior
(1899)1 Q.B. 283 και Stroud's Judicial Dictionary, 5ος τόμος, 4η έκδοση, σελ. 3022 και 3023). Η λέξη εκούσια προϋποθέτει ότι ο Κατηγορούμενος ενεργεί με επίγνωση του τι διαπράττει, δηλαδή, πρέπει να έχει την πρόθεση να διαπράξει το συγκεκριμένο αδίκημα για το οποίο κατηγορείται (Βλ. R v. Piche
(1967)10 Crim. L Q 107 και Hull v. Jordan
(1947)1 All E R 826). Με την πιο πάνω έννοια το εκούσιο της πράξης εξυπακούεται αν αυτή γίνεται με αδιαφορία ως προς τις συνέπειες της (recklessly) και η ζημιά είναι η φυσική της συνέπεια (Βλ. R v. Welch 1 Q.B. 23 και Stroud's ανωτέρω στην σελίδα 2877). Όσον αφορά την έννοια της ζημιάς, αυτή αναλύεται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003, στην σελίδα 431, όπου αναφέρονται τα συστατικά στοιχεία παρόμοιου αδικήματος που καθορίζει το άρθρο 1 του Αγγλικού Malicious Damage Act
- Σύμφωνα με το πιο πάνω σύγγραμμα τα Αγγλικά Δικαστήρια έχουν ερμηνεύσει την έννοια της ζημίας με ευρύτητα ούτως ώστε η ζημία να μην περιορίζεται σε ζημία μόνιμης φύσης. Παραθέτω την σχετική παράγραφο Β 8.1 του πιο πάνω συγγράμματος: «Damage is left undefined in the Criminal Damage Act
- The courts have construed the term liberally. Criminal damage is not limited to permanent damage, so smearing mud on the walls of a police cell may be criminal damage. See Roe v. Kingerlee
(1986)Crim L R 735, where it was also said that: ¨What constitutes criminal damage is a matter of fact and degree and it is for the justices, applying their common sense, to decide whether what occurred was damage or not'». Σε ελεύθερη μετάφραση: Η ζημία δεν ορίζεται στο Criminal Damage Act 1971. Τα Δικαστήρια έχουν ερμηνεύσει τον όρο ελεύθερα. Η κακόβουλη ζημία δεν περιορίζεται σε μόνιμη ζημία. Έτσι η επάλειψη των τοίχων ενός αστυνομικού κρατητηρίου με λάσπη δύναται να αποτελεί κακόβουλη ζημία. Βλέπε Roe v. Kingerlee
(1986)Crim LR 735, όπου λέχθηκε ότι: «τι αποτελεί κακόβουλη ζημία είναι ζήτημα πραγματικό και ζήτημα βαθμού και εναπόκειται στους δικαστές εφαρμόζοντας την κοινή λογική να αποφασίσουν κατά πόσο αυτό που επισυνέβη ήταν ζημία ή όχι». Εν προκειμένω, αφής στιγμής δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή που να καταδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε σε οποιοδήποτε χρόνο εντός των δύο αιθουσών διδασκαλίας του σχολείου για να τις διαρρήξει και να κλέψει τις χαλκοσωλήνες οι οποίες αφαιρέθηκαν από τα ψευδοτάβανα τους, προκύπτει επίσης ότι δεν έχει παρουσιαστεί καμία μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος ήταν αυτός που προκάλεσε και την επίδικη ζημιά. 8η Κατηγορία Η 8η κατηγορία αφορά στο αδίκημα της μεταφοράς επιθετικού οργάνου ή όπλου κατά παράβαση του άρθρου 3
(1)του Περί Επιθετικών Όπλων (Απαγόρευση) Νόμου, Κεφ. 159. Το άρθρο 2 του Κεφ. 159 δίνει τον ορισμό των φράσεων «δημόσιος χώρος» και «επιθετικό όπλο». «Δημόσιος χώρος» περιλαμβάνει οποιοδήποτε αυτοκινητόδρομο και οποιαδήποτε άλλα υποστατικά ή τόπο στον οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο το κοινό έχει ή του επιτρέπεται να έχει πρόσβαση, είτε με πληρωμή είτε με άλλο τρόπο. «Επιθετικό όπλο» σημαίνει οποιοδήποτε αντικείμενο που κατασκευάστηκε ή προσαρμόστηκε για να προκαλεί όταν χρησιμοποιείται βλάβη σε πρόσωπο ή ζημιά σε περιουσία, ή που προορίζεται από το πρόσωπο που το έχει μαζί του για τέτοια χρήση από αυτό. Το άρθρο 3
(1)του Κεφ. 159 προνοεί τα ακόλουθα: «Πρόσωπο το οποίο χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση ή εύλογη δικαιολογία, η απόδειξη των οποίων βαρύνει αυτό, έχει μαζί του σε οποιοδήποτε δημόσιο χώρο οποιοδήποτε επιθετικό όπλο είναι ένοχο αδικήματος, και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές της φυλάκισης και του προστίμου» Το αδίκημα συντελείται, μεταξύ άλλων, όταν το αντικείμενο που ο κατηγορούμενος έχει μαζί του προορίζεται από τον Κατηγορούμενο για να προκαλέσει βλάβη σε πρόσωπο ή ζημιά σε περιουσία. Συνεπώς κριτήριο για το αν ο Κατηγορούμενος είναι ένοχος για το αδίκημα σε μια τέτοια περίπτωση είναι ο σκοπός για τον οποίο ο Κατηγορούμενος έχει μαζί του σε δημόσιο χώρο συγκεκριμένο αντικείμενο. Η πρόκληση βλάβης σε πρόσωπο ή ζημίας σε περιουσία δεν είναι απαραίτητη για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος. Ό,τι χρειάζεται για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος είναι πρόθεση από μέρους του κατηγορούμενου να προκαλέσει μια τέτοια βλάβη ή ζημία. Επίσης, από τον ορισμό του όρου «επιθετικό όπλο» προκύπτει ότι δεν υπάρχει περιορισμός στην φύση του αντικειμένου ή των αντικειμένων τα οποία ο κατηγορούμενος δύναται να έχει μαζί του με πρόθεση την πρόκληση βλάβης σε πρόσωπο ή ζημίας σε περιουσία. Για τους σκοπούς του Νόμου οποιοδήποτε αντικείμενο δύναται να συνιστά επιθετικό όπλο. Φυσικά η φύση του αντικειμένου είναι σημασίας για την απόδειξη ότι ο κατηγορούμενος είχε το αντικείμενο μαζί του με πρόθεση να προκαλέσει βλάβη σε πρόσωπο ή ζημία σε περιουσία. Για παράδειγμα, η κατοχή ενός κουτιού σπίρτων είναι ένα πράγμα και η κατοχή εκρηκτικής ύλης άλλο. Όμως νοουμένου ότι η απαιτούμενη από τον Νόμο πρόθεση καταδειχθεί η φύση του αντικειμένου είναι επουσιώδης. Ως προς το νοητικό στοιχείο του αδικήματος σημειώνονται, επίσης, τα ακόλουθα. Το αδίκημα συντελείται μόνο όταν ο Κατηγορούμενος προτίθεται να χρησιμοποιήσει το αντικείμενο για να προκαλέσει βλάβη σε πρόσωπο ή ζημία σε περιουσία. Δεν αρκεί να αντιληφθεί ότι το αντικείμενο δύναται να χρησιμοποιηθεί για τους πιο πάνω σκοπούς. Από την άλλη, δεν είναι απαραίτητο ο κατηγορούμενος να έχει πρόθεση να χρησιμοποιήσει το αντικείμενο άμεσα. Ο Νόμος στοχεύει και στην ποινικοποίηση ενεργειών οι οποίες είναι προπαρασκευαστικές (preparatory). Το αδίκημα συντελείται, λοιπόν, και όταν ο Κατηγορούμενος κατέχει το αντικείμενο με την απαιτούμενη από τον Νόμο πρόθεση παρόλο που έχει κατά νου να το χρησιμοποιήσει σε χρόνο μελλοντικό. Επίσης, αρκεί και η πρόθεση υπό αίρεση. Δηλαδή, πρόθεση από μέρους του κατηγορούμενου να χρησιμοποιήσει το αντικείμενο για να προκαλέσει βλάβη σε πρόσωπο ή ζημία σε περιουσία νοουμένου ότι αυτό αποδειχθεί αναγκαίο (Βλ. το Αγγλικό Σύγγραμμα Smith and Hogan «Criminal Law», 8η έκδοση, σελ. 720). Το σκεπάρνι κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην κατοχή του Κατηγορούμενου, αφού κατά την στιγμή της σύλληψης του από τον Αστ.4121 Φ. Μακρυγιάννη το κρατούσε στο δεξί του χέρι. Το σημείο στο οποίο συνελήφθηκε από τον πιο πάνω αστυφύλακα ο Κατηγορούμενος να κρατά το Τεκμήριο 7, ήταν ένα χωράφι στο οποίο είχε παρκαρισμένο το όχημα του κάτω από κάποια δέντρα. Τονίζεται ότι ουδεμία μαρτυρία έχει προσκομιστεί στο Δικαστήριο ότι το χωράφι στο οποίο εντοπίστηκε να κρατά το σκεπάρνι ο Κατηγορούμενος ήταν δημόσιος χώρος εν τη εννοία του Νόμου. Αν και η τύχη και αυτής της κατηγορίας έχει ήδη προδιαγραφεί ενόψει απουσίας συστατικού στοιχείου του αδικήματος, παραμένει να αποφασισθεί αν το Τεκμήριο 7 είναι επιθετικό όπλο εντός της έννοιας του Νόμου. Δεν θεωρώ ότι το Τεκμήριο 7 είναι αντικείμενο που κατασκευάστηκε με προορισμό να προκαλεί όταν χρησιμοποιείται βλάβη σε πρόσωπο ή ζημιά σε περιουσία. Άρα αυτό που θα πρέπει να αποφασισθεί είναι αν κατά πόσο ο Κατηγορούμενος που το είχε μαζί του το προόριζε για ένα τέτοιο σκοπό. Όπως και ανωτέρω υποδείχθηκε κριτήριο σε μια τέτοια περίπτωση για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος είναι πρόθεση από μέρους του προσώπου που έχει το αντικείμενο μαζί του να προκαλέσει με αυτό βλάβη σε πρόσωπο ή ζημιά σε περιουσία. Από την μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν έχει προκύψει ότι πρόθεση του Κατηγορούμενου ήταν να προκαλέσει μια τέτοια βλάβη από την χρήση του Τεκμηρίου 7 είτε σε οποιοδήποτε πρόσωπο είτε οποιαδήποτε ζημιά σε περιουσία. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας αρχής είναι ελλιπής σε βαθμό που δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει καταδίκη σε κανένα από τα αδικήματα των κατηγοριών 1-6 και 8(Γενικός Εισαγγελέας v. Δράκου
(2012)2 Α.Α. Δ. 851). Όπως λέχθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9: «Και να υπήρχαν ακόμη υποψίες αυτό δεν αρκεί η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης καθότι η υποψία δεν εξομοιώνεται με τη μαρτυρία». Εν ολίγοις, τα κενά στη μαρτυρία, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι εμφανή. Τυχόν κλήση του Κατηγορούμενου σε απολογία θα ισοδυναμούσε με το να κληθεί να συμπληρώσει αυτά τα κενά. Πράγμα ανεπίτρεπτο (Nikiforos Technologies Ltd v. Χρήστου, Ποινική Έφεση 18/12, ημερ. 16.4.14). Συνεπώς ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 1,2,3,4,5,6 και 8. (Υπ.) ........... Σ. Συμεού, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο