Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Μ. Η., Αρ. Υπόθεσης: 3962/18, 28/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:B44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Σ. ΣΥΜΕΟΥ, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 3962/18 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. Μ. Η. Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 28.12.21 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενη: κ. Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενη: παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος της υπεράσπισης εισηγήθηκε μέσω της αγόρευσης του ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης σε σχέση με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και κάλεσε το Δικαστήριο να την αθωώσει και απαλλάξει σε αυτό το στάδιο. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κατηγορούσας αρχής, η οποία υποστήριξε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης στην 2ης κατηγορία και συναφώς εισηγήθηκε όπως αυτή κληθεί σε απολογία στην κατηγορία αυτή. Αναφορικά με την 1η κατηγορία η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής με πάσα ειλικρίνεια διευκρίνισε ότι πράγματι φαίνεται να απουσιάζει από την προσκομισθείσα μαρτυρία το συστατικό στοιχείο της επίθεσης που να στοιχειοθετεί το αδίκημα της αντίστασης και εισηγήθηκε όπως η Κατηγορούμενη αθωωθεί στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962. Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι: Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλ. η όλη μαρτυρία εμπεριέχει τόσο θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η δε εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία, ως αναιρούσα την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση είναι περιορισμένη. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση Πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χριστοδούλου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Η Κατηγορούμενη στην παρούσα υπόθεση, αντιμετωπίζει την κατηγορία της αντίστασης κατά της νόμιμης σύλληψης κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (1η κατηγορία) καθώς και την κατηγορία της ανησυχίας κατά παράβαση του άρθρου 95 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (2η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων η Κατηγορούμενη στις 21η Μαρτίου του 2018 στον Κεντρικό Αστυνομικό σταθμό Πάφου προκάλεσε θόρυβο χωρίς εύλογη αιτία κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης ενώ αντιστάθηκε και στην νόμιμη σύλληψη της. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Ο ΜΚ1, Α/Αστ. Α. Πελεκάνου είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Κατά την κυρίως εξέταση του υιοθέτησε την γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 1). Επίσης αναγνώρισε την Κατηγορούμενη ως το πρόσωπο που σύμφωνα με την θέση του κατά τον επίδικο χρόνο διέπραξε τα αδικήματα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 κλήθηκε να διευκρινίσει αρχικά κατά πόσο γνωρίζε την Κατηγορούμενη πριν από το επίδικο περιστατικό. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι η Κατηγορούμενη είχε προβεί σε καταγγελία εναντίον του στην Ανεξάρτητη Αρχή Παραπόνων για απρεπή συμπεριφορά εναντίον της. Επίσης ανέφερε ότι του ασκήθηκε πειθαρχική δίωξη και μετά από δική του παραδοχή του επιβλήθηκε η ποινή της παρατήρησης. Αναφορικά με την εμπλοκή του στην παρούσα υπόθεση ο ΜΚ1 υποστήριξε αρχικά ότι το μόνο που έπραξε ήταν να προβεί σε κατάθεση και ότι ο εξεταστής είναι κάποιος άλλος συνάδελφος του. Σε ερώτηση της υπεράσπισης κατά πόσο γνωρίζει τον λόγο που η Κατηγορούμενη προσήλθε στον αστυνομικό σταθμό κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ΜΚ1 αρχικά ανέφερε ότι τον λόγο τον γνωρίζει η Κατηγορούμενη. Στην συνέχεια όμως εξήγησε ότι ενώ ο ίδιος βρισκόταν στον αστυνομικό σταθμό σε υπηρεσία, αντιλήφθηκε την Κατηγορουμένη να φτάνει και λόγω του ότι είχε προηγούμενα μαζί της απομακρύνθηκε από το μέρος για να μην έχει οποιαδήποτε εμπλοκή αλλά και για να μην πιστέψει η Κατηγορούμενη σε καμία περίπτωση ότι θα μεροληπτήσει εναντίον της. Όπως υποστήριξε ενώ ο ίδιος κινείτο προς τα κρατητήρια, η Κατηγορούμενη τον ακολούθησε επί σκοπώ ένεκα του ότι είχε πρόβλημα με τις λειτουργούς του Γρ. Ευημερίας. Σύμφωνα με τον μάρτυρα ο λόγος της παρουσίας της Κατηγορούμενης στην αστυνομία ήταν επειδή οι λειτουργοί του Γρ. Ευημερίας μετέβηκαν στο σπίτι της να της πάρουν τα παιδιά ένεκα του ότι οι συνθήκες που μεγάλωναν ήταν ακατάλληλες. Εκεί όπως ανέφερε εξελίχθηκε ένα επεισόδιο μεταξύ τους με αποτέλεσμα οι λειτουργοί να μεταβούν στην αστυνομία για να το αναφέρουν ενώ ακολούθως έφτασε και η Κατηγορούμενη. Μάλιστα συμφώνησε ότι ένα από τα παιδιά της Κατηγορουμένης διέλαθε της προσοχής των λειτουργών με αποτέλεσμα να φύγει γι' αυτό και η Κατηγορούμενη ήταν εκεί, για να ζητήσει βοήθεια. Επίσης συμφώνησε με την υπεράσπιση ότι το παιδί διέφυγε από τις λειτουργούς όταν αυτές είχαν μεταβεί στο σχολείο για να τα πάρουν. Σε σχέση με το περιστατικό που επακολούθησε αφού η Κατηγορούμενη συνελήφθηκε επειδή φώναζε ένεκα του ότι οι λειτουργοί ήθελαν να της πάρουν τα παιδιά της, ο ΜΚ1 αρχικά υποστήριξε ότι ο αξιωματικός έδωσε οδηγίες όλοι οι παρευρισκόμενοι αστυνομικοί να επέμβουν όμως ο ίδιος ενώ ήταν παρών δεν πλησίασε την Κατηγορουμένη. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι η Κατηγορούμενη δεν συνεργαζόταν για να μπει στο περιπολικό και προσπάθησε να εξέλθει του αστυνομικού σταθμού. Στην συνέχεια αφού έκλεισαν την πόρτα η Κατηγορούμενη έπεσε στο έδαφος και αφού κατάφεραν και την τοποθέτησαν στην συνέχεια σε μια καρέκλα την πήραν κοντά στο αστυνομικό όχημα και την έβαλαν μέσα με την θέληση της εντός του αστυνομικού οχήματος για να πάει να εξεταστεί από ψυχίατρο. Διευκρίνισε μάλιστα ότι λέγοντας με την θέληση της, εννοούσε χωρίς άσκηση οποιασδήποτε βίας. Στην συνέχεια βέβαια ο ΜΚ1 συμφώνησε ότι η Κατηγορούμενη δεν ήθελε να πάει στον γιατρό. Υποβλήθηκε στον ΜΚ1 από την υπεράσπιση ότι αυτός ήταν και ο πρωτεργάτης στο όλο περιστατικό δηλαδή ότι είχε άμεση επαφή για να τοποθετήσουν την Κατηγορούμενη χωρίς την θέληση της για να την μεταφέρουν σε ψυχίατρο στην Λεμεσό για να εξεταστεί άνευ λόγου και αιτίας. Ο ΜΚ1 διαφώνησε ότι έλαβε μέρος και υποστήριξε ότι είχε έμμεση επαφή αλλά στην συνέχεια δεν θυμόταν για να αναφέρει αν τελικά έλαβε μέρος ή όχι στο περιστατικό αφού όπως υποστήριξε αυτό διήρκησε για πολύ ώρα. Από την άλλη όμως ο ΜΚ1 συμφώνησε ότι αφού η Κατηγορούμενη τοποθετήθηκε με το ζόρι στο αστυνομικό όχημα και στην συνέχεια μεταφέρθηκε Λεμεσό στον ψυχίατρο ο οποίος έκρινε ότι η Κατηγορούμενη ήταν καλά στην υγεία της μεταφέρθηκε πίσω στον αστυνομικό σταθμό και αφέθηκε ελεύθερη. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν θυμόταν αν είδε την Κατηγορούμενη μετά που επέστρεψε από την Λεμεσό. Επόμενη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή, κλήθηκε και κατέθεσε η λειτουργός των Κοινωνικών Υπηρεσιών του στην Πάφο, Ουρανία Φιλίππου (ΜΚ2). Η γραπτή της κατάθεση αποτελεί το Τεκμήριο 2. Η ΜΚ2 αναφερόμενη στο επίδικο συμβάν εξήγησε ότι κατά τον επίδικο χρόνο η ίδια μαζί με ακόμη μια λειτουργό του τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών, μετέβηκαν στο σχολείο των παιδιών της Κατηγορούμενης ενόψει του ότι προηγουμένως είχε εκδοθεί Διάταγμα αφαίρεσης των γονικών δικαιωμάτων της και ανάθεσης των γονικών δικαιωμάτων στην διευθύντρια Κοινωνικών Υπηρεσιών. Κατά την στιγμή που επιχειρήθηκε από άλλη λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας να εκτελεστεί το πιο πάνω διάταγμα στο σχολείο όπου φοιτούσαν τα παδιά της Κατηγορουμένης, ένα εκ των τριών παιδιών τράπηκε σε φυγή. Τα άλλα δύο παιδιά τα οποία παρέμειναν στο σχολείο μεταφέρθηκαν στην παιδική στέγη από την λειτουργό Μαρία Λουκά. Τότε τόσο η ίδια όσο και η λειτουργός Χαρούλα Γαβριήλ έσπευσαν να αναζητούσουν το παιδί της Κατηγορουμένης τόσο στο σχολείο του όσο και στο σπίτι του πατέρα του που ήταν πλησίον του σχολείου. Κατά την άφιξη τους στο σπίτι του πατέρα του παιδιού όπως η μάρτυρας υποστήριξε αφίχθηκε και η Κατηγορούμενη η οποία ήταν πολύ θυμωμένη. Η Κατηγορούμενη κατέβηκε από το αμάξι της και άρχισε να βρίζει τόσο την ΜΚ2 όσο και την Χαρούλα Γαβριήλ οι οποίες δεν της απάντησαν οτιδήποτε και ξεκίνησαν για να μεταβούν στην αστυνομία για να καταγγείλουν την εξαφάνιση του παιδιού. Στην αστυνομία σύμφωνα με την ΜΚ2 μετέβηκε και η Κατηγορούμενη. Όπως εξήγησε, παρών ήταν και ο ΜΚ1 ο οποίος προσπαθούσε να αποφύγει οποιαδήποτε επαφή με την Κατηγορούμενη γιατί δεν ήθελε να έρθει σε σύγκρουση μαζί της ενώ από την άλλη η Κατηγορούμενη τον ακολούθησε θυμωμένη ενώ αυτός κατευθυνόταν προς τα κρατητήρια. Σύμφωνα με την ΜΚ2 η Κατηγορούμενη κατά την παραμονή της στον αστυνομικό σταθμό ήταν πολύ θυμωμένη αφού έβριζε , φώναζε και έβαζε κατάρες. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ2 επέμεινε στις θέσεις της αναφορικά με το συμβάν που είχε προηγηθεί πρίν μεταβούν στην αστυνομία τόσο η ίδια όσο και η Κατηγορούμενη, δηλαδή ενόσω βρισκόντουσαν έξω από την οικία του συζύγου της. Επίσης επέμεινε στην θέση της ότι η Κατηγορούμενη μετά που ξεκίνησαν για να μεταβούν στην αστυνομία, τις ακολούθησε και αφίχθηκε στο μέρος λίγο πιο μετά. Υποστήριξε μάλιστα ότι όταν η Κατηγορούμενη αφίχθηκε στην αστυνομία ήταν εμφανώς θυμωμένη και φώναζε. Η μάρτυρας ανέφερε δότι ο λόγος που η Κατηγορουμένη βρισκόταν σε αυτή την έξαλλη κατάσταση, ήταν επειδή εκδόθηκε διάταγμα που της αφαιρούσε όλα τα γονικά δικαίωματα που είχε για τα παιδιά της. Έτσι η Κατηγορούμενη βισκόταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, δεν ήταν συνεργάσιμη με την αστυνομία και ούτε υπάκουε στις οδηγίες των αστυνομικών, δηλαδή στις υποδείξεις τους για να ηρεμήσει και να σταματήσει να φωνάζει. Επειδή συμπεριφετόταν σύμφωνα με την ΜΚ2 κατά τον πιο πάνω τρόπο, συνελήφθηκε, αλλά και πάλι επειδή εξακολουθούσε να μην συνεργάζεται και να υπακούει, την τοποθέτησαν σε ένα αστυνομικό όχημα για να την μεταφέρουν στον Ψυχίατρο για υποχρεωτική εξέταση. Η ΜΚ2 ισχυρίστηκε επίσης ότι σε κάποια στιγμή η Κατηγορούμενη προσπάθησε να εξέλθει από τον χώρο της αστυνομίας αλλά εποδίστηκε απο κάποιους αστυφύλακες ούτως ώστε να μην βγεί και της ζητήθηκε όπως περάσει εντός του σταθμού για να μιλήσουν. Όμως όπως ανέφερε δεν μπορούσε να αναφέρει τι επακολούθησε γιατί από το σημείο που βρισκόταν η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε οπτική επαφή μαζί τους. Άρα όπως εξήγησε δεν γνώριζε να αναφέρει με ποιο τρόπο οι αστυνομικοί μετέφεραν και πάλι εντός του σταθμού την Κατηγορούμενη για να την τοποθετήσουν στην συνέχεια εντός του αστυνομικού οχήματος. Αντεξεταζόμενη επίσης δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ούτε και τον τρόπο που τοποθετήθηκε η Κατηγορουμένη εντός του αστυνομικού οχήματος. Όπως εξήγησε αυτή βρισκόταν σε σημείο που δεν είχε οπτική επαφή με την διαδικασία αυτή. Υποστήριξε όμως κατηγορηματικά την θέση, ότι η ίδια δεν αντιλήφθηκε σε καμία περίπτωση να ασκείται οποιαδήποτε βία εναντίον της Κατηγορούμενης από την αστυνομία. Αυτό που ίδια αντιλήφθηκε είναι ότι ενώ η Κατηγορούμενη βρισκόταν στο έδαφος, οι αστυνομικοί την σήκωσαν και αφού την τοποθέτησαν σε μια καρέκλα την μετέφεραν στο αστυνομικό όχημα. Η ΜΚ2 διαφώνησε κατηγορηματικά με την θέση της υπεράσπισης ότι η αστυνομία άσκησε κατά συρροή βία εναντίον της Κατηγορούμενης. Ούτε και αποδέχτηκε την θέση της υπεράσπισης ότι τα όσα ανέφερε τόσο κατά την δια ζώσης μαρτυρία της όσο και στο Τεκμήριο 2 έγιναν με μοναδικό σκοπό να συγκαλύψουν τις παράνομες ενέργειες που έγιναν από την αστυνομία κατά τον επίδικο χρόνο εις βάρος της Κατηγορουμένης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε σχέση με την 1η κατηγορία σημειώνονται τα ακόλουθα. Το άρθρο 244(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος— (α) επιτίθεται εναντίον άλλου με σκοπό διάπραξης κακουργήματος ή αντίστασης ή ματαίωσης της νόμιμης σύλληψης ή κράτησης του εαυτού του ή άλλου για κάποιο ποινικό αδίκημα· ή ...................................... είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων». Ανάγνωση της πιο πάνω Νομοθετικής διάταξης καταδεικνύει ότι για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας θα πρέπει να αποδειχθούν δύο στοιχεία: ότι διενεργήθηκε επίθεση εναντίον άλλου προσώπου και ότι η επίθεση έγινε με σκοπό, μεταξύ άλλων, την αντίσταση ή ματαίωση νόμιμης σύλληψης για ποινικό αδίκημα του ιδίου του κατηγορουμένου ή άλλου προσώπου. Στο Αγγλικό σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice,
(2003), σελ. 172, παράγραφος Β2.23 αναφέρεται ότι κατηγορούμενος παρεμποδίζει αστυνομικό κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντός του (άρθρο 244(β) του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε) όταν δυσκολεύει περισσότερο τον αστυνομικό να επιτελέσει το καθήκον του. Ενώ η «παρεμπόδιση» μπορεί να στοιχειοθετηθεί χωρίς την διενέργεια σωματικής ενέργειας, ο όρος «αντίσταση» εξυπακούει την διενέργεια σωματικής ενέργειας (physical action). Ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι η διενέργεια επίθεσης εναντίον άλλου προσώπου. Στην υπο κρίση περίπτωση, όπως σωστά υποδείχθηκε και από την ευπαίδευτη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής τέτοιος ισχυρισμός εκ μέρους των μαρτύρων ελλείπει. Καμία αναφορά δεν έγινε κατά την μαρτυρία τους ότι η Κατηγορούμενη καθόσον χρόνο βρισκόταν σε έξαλλη κατάσταση εντός του αστυνομικού σταθμού και φώναζε διενεργήθηκε από μέρους της οποιουδήποτε είδους επίθεση εναντίον οποιουδήποτε προσώπου με σκοπό να αντισταθεί στην σύλληψη της. Το μόνο που αναφέρθηκε εκ μέρους των μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής είναι η έξαλλη κατάσταση στην οποία η Κατηγορούμενη τελούσε. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ξεκάθαρα ότι ελλείπει συστατικό στοιχείο που να στοιχειοθετεί το αδίκημα που η Κατηγορούμενη κατηγορείται ότι διέπραξε. Κατά συνέπεια η υπό της Κατηγορούσας Αρχής προσαχθείσα μαρτυρία δεν κατέδειξε την επίθεση ως ανωτέρω έχει εξηγηθεί. Καμία μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή αναφορικά με το συστατικό αυτό στοιχείο του αδικήματος. Συνακόλουθα η κατηγορία είναι έκθετη σε απόρριψη. Η Κατηγορούμενη αθωώνεται στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει. Το δε αδίκημα της 2ης κατηγορίας ρυθμίζεται από το άρθρο 95 του Κεφ.154. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου σημειώνονται τα εξής: "Όποιος χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών μηνών." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου καθίσταται σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής: (α) O Κατηγορούμενος προκαλεί θόρυβο ή ταραχή, (β) χωρίς εύλογη αιτία, (γ) σε δημόσιο χώρο, (δ) που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή (ε) να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Εξετάζοντας την προσαχθείσα μαρτυρία σε σχέση με το αδίκημα της 2ης κατηγορίας διαπιστώνω ότι πράγματι η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία από την οποία καταδυκνύεται ότι η Κατηγορούμενη με την συμπεριφορά της προκάλεσε τόσο θόρυβο όσο και ταραχή εντός του αστυνομικού σταθμού Πάφου, η οποία ήταν δυνατό να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Επίσης θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο χώρος στον οποίο βρισκόταν, δηλαδή ο αστυνομικός σταθμός Πάφου, εμπίπτει στην έννοια του δημόσιου χώρου σύμφωνα με την ερμηνεία του άρθρου 4 του Κεφ. 154, όπου στον χώρο αυτό κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα εισόδου χωρίς όρους. Αυτό που παραμένει λοιπόν να εξεταστεί είναι αν η Κατηγορούμενη κατά τον επίδικο χρόνο προκάλεσε ανυσηχία φωνάζοντας εντός του αστυνομικού σταθμού Πάφου χωρίς εύλογη αιτία. Η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα φρονώ πως είναι αρνητική. Η αιτία που η Κατηγορούμενη φωνασκούσε και βρισκόταν σε έξαλλη κατάσταση κρίνω πως ήταν απολύτως εύλογη και ήταν η αναμενόμενη αντίδραση που θα μπορούσε να έχει ένας μέσος συνετός και λογικός άνθρωπος του οποίου λίγο προηγουμένως είχαν αφαιρεθεί τα γονικά δικαιώματα από τα τρία ανήλικα παιδιά του αλλά και συν τοις άλλοις το ένα εκ των τριών παιδιών κατά την στιγμή που η λειτουργός των Κοινωνικών Υπηρεσιών είχε εμφανιστεί στο σχολείο τους για να τα παραλάβει εκτελώντας ουσιαστικά το Διάταγμα, είχε διαφύγει με αποτέλεσμα να εξαφανιστεί ενώ η ίδια η Κατηγορούμενη δεν γνώριζε για την τύχη του. Υπό το φώς των πιο πάνω προκύπτει ότι απουσίαζει για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της 2ης κατηγορίας το συστατικό στοιχείο του αδικήματος της της μη ύπαρξης εύλογης αιτίας. Συνακόλουθα και αυτή η κατηγορία είναι έκθετη σε απόρριψη. Η Κατηγορούμενη αθωώνεται και στην 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......... Σ. Συμεού, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο