← Κύπρος

Mimis G. Ioakim Ltd ν. Στέλιου, Αρ. Υπόθεσης: 46/2019, 17/2/2021

Mimis G. Ioakim Ltd ν. Στέλιου, Αρ. Υπόθεσης: 46/2019, 17/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2021:B1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ( ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) Ενώπιον: Α. Λουκά Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 46/2019 Mimis G. Ioakim Ltd Κατηγορούσας Αρχής ν. XXXXX Στέλιου Κατηγορούμενης Ημερομηνία: 17/2/2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή : κ. Καρράς μαζί με κ. Δανιήλ Για Κατηγορούμενο: κ. Νικολάου Κατηγορούμενος παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (εκ πρώτης όψεως) Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος, κατά παράβαση των άρθρων 305 (Α) 1 μέχρι 3 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο 154, όπως αναγράφεται στο Κατηγορητήριο. Συγκεκριμένα κατηγορείτε ότι εξέδωσε τρεις επιταγές «για την κατηγορούσα αρχή», οι οποίες «δεν πληρώθηκαν και/ή τιμήθηκαν λόγω έλλειψης κεφαλαίων του εκδότη της και επιστράφηκε με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ». Οι αρχές που διέπουν το στάδιο αυτό συνοψίζονται στην Azinas v. Police

(1981)2 CLR 9. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται από το στάδιο αυτό όταν ελλείπει ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή όταν η μαρτυρία είναι τόσο αντιφατική και αντινομική, ώστε κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ' αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Ακόμη στην Nikiforos Technologies Limited v Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/4/2014 επαναλήφθηκε η αρχή ότι «η αξιολόγηση της μαρτυρίας με γνώμονα να γίνουν τελεσίδικα ευρήματα επί γεγονότων ή αξιοπιστίας γίνεται στο τέλος της υπόθεσης, έχοντας όμως ταυτόχρονα πάντοτε υπόψη ότι ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να καλείται σε απολογία για να συμπληρώσει τυχόν κενά της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, βάσει του Άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154, αναλύθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ ν Vrontis Builders Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 90/2014, 20/10/2016. Όπως λέχθηκε: «Η αντικειμενική υπόσταση (reus actus) του αδικήματος του άρθρου 305(Α)
(1)στοιχειοθετείται με την έκδοση επιταγής, την παρουσίαση της στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε μετά ή κατά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, τη μη εξόφληση της επιταγής λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της και, στη συνέχεια, τη μη πληρωμή της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της.» Παρά ταύτα ο συνήγορος της Κατηγορούμενης κατά την αγόρευση του σε αυτό το στάδιο ήγειρε ζήτημα πολλαπλότητας του Κατηγορητηρίου, το οποίο θα εξεταστεί κατά προτεραιότητα. Κατά την επιχειρηματολογία του ως προς τούτο εισηγείται ότι η Έκθεση Αδικήματος αναφέρεται στη διάπραξη διαφορετικών αδικημάτων με αποτέλεσμα η Κατηγορούμενη να μην γνωρίζει την κατηγορία που αντιμετωπίζει. H Κατηγορούσα Αρχή δεν αντίκρουσε αυτή κάθε αυτή την πολλαπλότητα του Κατηγορητηρίου, απλώς αρκέστηκε να αναφέρει ότι μπορεί να λάβει και άλλη τροπή η υπόθεση πέραν της απόρριψης ακόμα και αν υπάρχει πολλαπλότητα, με αναφορά στην Ανδρονίκου Ιωάννης και Άλλοι ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ
  1. Α. Πολλαπλότητα
  2. Τι είναι πολλαπλότητα Το πότε ένα κατηγορητήριο εμπεριέχει πολλαπλότητα ξεκαθαρίζεται με πολύ απλό τρόπο στην πολύ πρόσφατη αγγλική απόφαση R. v Morgan (Luke), 2020 WL 03631368
(2020), όπου αναφέρονται τα εξής: «The rule against duplicity requires that each count on the indictment must allege only one offence. If more than one offence is alleged in a single count it is bad for duplicity.» Αυτή την αρχή διατύπωσαν πολλάκις και τα κυπριακά δικαστήρια με αποφάσεις όπως την Πετεινού ν Αστυνομίας, 84/2016, 3/4/2018 και Παναγιωτης Λιγγης κ.α. ν. Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασιας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 48/2011 και 49/2011, 30/9/2014, όπου διατυπώνεται η αρχή ότι κριτήριο για την διαπίστωση πολλαπλότητας είναι αν παρατίθενται ισχυρισμοί, οι οποίοι να συνιστούν πέραν του ενός αδικήματος. 2. Ο σκοπός του κανόνα της πολλαπλότητας Όπως τονίζεται στην Πετεινού, πιο πάνω «ο τρόπος σύνταξης του κατηγορητηρίου εν γένει, αλλά και ο διαχωρισμός των κατηγοριών με τρόπο που να μην αποδίδεται κατηγορία η οποία να εμπεριέχει περισσότερα του ενός αδικήματος (διπλότητα ή πολλαπλότητα των κατηγοριών) είναι άκρως σημαντικό θέμα αφού ακριβώς αφορά την αρχή ότι η υπεράσπιση πρέπει να γνωρίζει την υπόθεση την οποία θα αντιμετωπίσει κατά τη δίκη». Στην Κυριάκος Αδάμου ν. Κωνσταντίνου Γεωργιάδη κ.α., Αρ.Υπόθ. 1987/13, 7/9/2016 γίνεται η διασύνδεση του εν λόγω κανόνα με την επιταγή του συντάγματος για δίκαιη δίκη ως εξής: «ο κανόνας είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τη δίκαιη δίκη και αποσκοπεί στο να διασφαλίσει ότι το κατηγορούμενο πρόσωπο δεν θα έλθει αντιμέτωπο με κατηγορίες που δεν του γνωστοποιήθηκαν δεόντως έτσι ώστε να μην γνωρίζει τι ακριβώς θα αντιμετωπίσει στη δίκη και να στερηθεί της δυνατότητας να υπερασπίσει κατάλληλα τον εαυτό του.» Η αρχή αυτή διατυπώνεται και συνταγματικώς στο άρθρο 12
(5)του Συντάγματος, το οποίο επιτάσσει όπως ο Κατηγορούμενος πληροφορηθή εις καταληπτήν υπ' αυτού γλώσσαν αμέσως και λεπτομερώς την φύσιν και τους λόγους της εις αυτόν αποδιδομένης κατηγορίας. Αντανακλάται δε και στη νομολογία του ΕΔΔΑ, όπου ερμηνεύονται οι βουλές του άρθρου 6
(3)(α) της ΕΣΔΑ. Συγκεκριμένα στην Pélissier and Sassi v. Γαλλίας, 25444/94, 25/3/1999, παρ. 52 αναφέρεται ότι: «Article 6 § 3 (a) of the Convention affords the defendant the right to be informed not only of the cause of the accusation, that is to say the acts he is alleged to have committed and on which the accusation is based, but also the legal characterisation given to those acts. That information should, as the Commission rightly stated, be detailed.» Ακόμα στην Kamasinski v. Austria, 9783/1982, 19/12/1989, παρ. 79 τονίζεται ότι «An indictment plays a crucial role in the criminal process, in that it is from the moment of its service that the defendant is formally put on written notice of the factual and legal basis of the charges against him». Είναι σαφές ότι ο κανόνας της πολλαπλότητας σκοπό έχει να προστατεύσει τον Κατηγορούμενο από σύγχυση που τυχόν δημιουργεί το Κατηγορητήριο και να διασφαλίσει ότι ο τελευταίος έχει σαφή και ευκρινή εικόνα της εναντίον του Κατηγορίας. 3. Πότε μπορεί να εγερθεί; Το ζήτημα του τρόπου, αλλά κυρίως του χρόνου έγερσης του συγκεκριμένου ζητήματος έχει διευκρινιστεί με την πολύ πρόσφατη απόφαση Δημητρίου ν. Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας, Ποινικη Έφεση ΑΡ.89/2016, 16/3/2020, όπου επαναδιατυπώθηκε η αρχή της Σ.Π. ν. Αστυνομίας
(2014)2 Α.Α.Δ.468 ότι: «ένσταση πολλαπλότητας ή ασάφειας μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο... και αυτό, παρόλο ότι ως ζήτημα ορθής πρακτικής η ένσταση για πολλαπλότητα ή ασάφεια του κατηγορητηρίου πρέπει «να εγείρεται το συντομότερο δυνατό ακόμη και προδικαστικά της εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης». Ανάλογη είναι και η προσέγγιση στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου τέτοια ένσταση για πολλαπλότητα μπορεί να λάβει χώρα σε μεταγενέστερα στάδια της διαδικασίας[1]. Επομένως στην υπό κρίση περίπτωση η έγερση του ζητήματος της πολλαπλότητας στο παρόν στάδιο δεν καθίσταται μοιραία, αν και θα ήταν προτιμότερο να τίθετο προδικαστικά. 4. Πως αποφασίζεται αν ένα κατηγορητήριο πάσχει από πολλαπλότητα Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω (βλ. ενότητα 1) μια κατηγορία πάσχει από πολλαπλότητα αν σε αυτή περιλαμβάνονται και συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πέραν του ενός αδικήματος. Πως φτάνουμε όμως σε αυτό το συμπέρασμα; Εκείνο που εξετάζεται για να διαφανεί αν υφίσταται πολλαπλότητα είναι αποκλειστικά και μόνο το λεκτικό του κατηγορητηρίου και όχι τα σχετικά τεκμήρια ή η μαρτυρία που παρουσιάστηκε. Αυτή η αρχή καθιερώθηκε στην R v. Greenfield [1973] 57 Cr App R 847, [1973] 1 WLR 1151 και επαναδιατυπώθηκε στην R. v Mintern (Christopher John), 2004 WL 229122[2]. Σχετική είναι και η αναφορά του τότε Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Νικολαΐδη στην Xρίστου Mάριος
(1996)1 ΑΑΔ 398 ότι η πολλαπλότητα όταν εμφανίζεται σε κατηγορητήριο αποτελεί θέμα τύπου και ουχί μαρτυρίας. Συναφές είναι και το ερώτημα όπως τέθηκε στην πρόσφατη Δημητρίου ως εξής: «Το ερώτημα επομένως που θα έπρεπε να είχε θέσει ήταν κατά πόσο το λεκτικό των επίδικων κατηγοριών παραβίαζε ή όχι το (κατ΄ ελάχιστον όρο) δικαίωμα του εφεσείοντα «να πληροφορηθεί εις καταληπτήν υπ΄ αυτού γλώσσαν αμέσως και λεπτομερώς την φύσιν και τους λόγους της εις αυτόν αποδιδομένης κατηγορίας» (Άρθρο 12.5(α) του Συντάγματος)» Στρεφόμενοι στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και εξετάζοντας το λεκτικό κάθε κατηγορίας, είναι σαφές ότι τόσο στην έκθεση όσο και στις λεπτομέρειες της κάθε κατηγορίας υφίσταται πολλαπλότητα. Στην μεν έκθεση εκτίθενται 2 διαφορετικά αδικήματα. Αυτό του 305 (Α)
(1)του Κεφ. 154, το οποίο ποινικοποιεί την μη εξόφληση επιταγής λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός και αυτό του 305 (Α)
(2)το οποίο ποινικοποιεί την πρόκληση μη εξόφλησης της επιταγής. Μπορεί τα δύο πιο πάνω αδικήματα να είναι ομοειδή, παρά ταύτα απαιτούν διαφορετικές πράξεις ή παραλείψεις για να αποδειχθεί η τέλεση τους. Το μεν πρώτο (305 (Α)
(1)) απαιτεί μη εξόφληση λόγω έλλειψης κεφαλαίων το δε δεύτερο (305 (Α)
(2)) απαιτεί πρόκληση μη εξόφλησης από τον ίδιο τον εκδότη. Το actus reus των δύο είναι προφανώς διαφορετικό και η τέλεση του ενός δεν μπορεί να συνάδει ή να συνυπάρχει με την τέλεση του άλλου για την ίδια επιταγή. Η αναφορά σε δύο διαφορετικά αδικήματα όμως εκτείνεται και στις λεπτομέρειες έκαστης κατηγορίας. Ο λόγος μη εξόφλησης κάθε επιταγής δεν διευκρινίζεται σαφώς, αφού αντιφάσκει με την ένδειξη της επιταγής, ως αυτή ορίζεται στο κατηγορητήριο. Συγκεκριμένα αν και αναφέρεται ότι οι επιταγές «δεν πληρώθηκαν και/ή τιμήθηκαν λόγω έλλειψης κεφαλαίων» η σχετική ένδειξη όπως αναγράφεται στο κατηγορητήριο είναι «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ». Οι λεπτομέρειας δηλαδή κάθε κατηγορίας παρουσιάζουν την τέλεση δύο διαφορετικών αδικημάτων όπως ακριβώς γίνεται και στην έκθεση αυτών. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην είναι ευκρινές το τι καταλογίζεται, για ποια ακριβώς πράξη ή παράλειψη της κατηγορείται η Κατηγορούμενη. Με βάση τα πιο πάνω οι κατηγορίες εναντίον της Κατηγορούμενης πάσχουν από πολλαπλότητα.
  1. Αποτέλεσμα πολλαπλότητας Οι δικηγόροι της κατηγορούσας αρχής, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, δεν αμφισβήτησαν την πολλαπλότητα αυτή κάθε αυτή αλλά τα αποτελέσματα που αυτή φέρει. Όπως επίσης αναφέρθηκε παραπάνω ο εν λόγω κανόνας υφίσταται για να προστατεύει το δικαίωμα του κατηγορούμενου σε δίκαιη δίκη, υπό την έννοια του ότι πρέπει να γνωρίζει εξ' αρχής το τι ακριβώς είναι για το οποίο κατηγορείται. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2020,παρ. D11.62, σελ. 1743 αναφέρεται ότι: «It is open to the prosecution to defeat a motion to quash by asking the judge to allow a suitable amendment of the indictment.. The procedure of applying to quash a count will be available only if it is a case of "true" duplicity, namely that the wording of the count shows that two of more offences are being alleged» Στην παρούσα περίπτωση τέτοιο αίτημα για τροποποίηση του κατηγορητηρίου δεν υφίσταται. Θα εξεταστεί βέβαια κατωτέρω η δυνατότητα τροποποίησης από το Δικαστήριο. Όπως ήδη τέθηκε ενυπάρχει πολλαπλότητα στο κατηγορητήριο, υπό την έννοια ότι σε κάθε μια κατηγορία ενυπάρχουν και καταλογίζονται περισσότερες από μια πράξεις ή παραλείψεις στην Κατηγορούμενη. Συνεπώς η υπεράσπιση νομιμοποιείται να ζητήσει απαλλαγή από τις κατηγορίες λόγω πολλαπλότητας του κατηγορητηρίου.
  2. Είναι δυνατή η τροποποίηση του κατηγορητηρίου από το Δικαστήριο; Η Κατηγορούσα Αρχή δεν αιτήθηκε τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Παρά ταύτα το άρθρο 83
(1)του Κεφαλαίου 155 δίδει την ευχέρεια στο Δικαστήριο να προβεί σε τροποποίηση του κατηγορητηρίου σε περίπτωση που αυτό είναι ελαττωματικό, είτε ουσιαστικά είτε τυπικά. Η όποια τροποποίηση θα πρέπει να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης και, απαρέγκλιτα, με την τροποποίηση δεν θα πρέπει να επέρχεται δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. (Ανδρεου ν. Χαραλαμπους κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 90/2017 και 179/2017, 13/7/2018). Όπως αναφέρθηκε και στην Ανδρονίκου Ιωάννης και Άλλοι ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486, την οποία επικαλέστηκε η Κατηγορούσα αρχή: «Περαιτέρω, στην Παπαδόπουλος ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 111, σελ. 116, αποφασίστηκε ότι η τυχόν πολλαπλότητα πρέπει να συνεξεταστεί με τη δυνατότητα εξ αυτής να επέρχεται ακυρότητα στην κατηγορία. Είναι σαφές ότι πρέπει το κατηγορούμενο πρόσωπο να παραπλανείται κατά ουσιώδη τρόπο στην έγερση της υπεράσπισης του εξ αιτίας της πολλαπλότητας για να έχει αυτή οποιαδήποτε επίπτωση». Άρα για να επέλθει ακυρότητα του κατηγορητηρίου και να μην ασκήσει το Δικαστήριο την διακριτική ευχέρεια που του δίδεται από το άρθρο 83
(1)πιο πάνω θα πρέπει να εξεταστεί αν έχει επηρεαστεί ουσιωδώς η έγερση της υπεράσπισης της Κατηγορούμενης. Στην προκειμένη περίπτωση κρίνεται ότι υπήρξε τέτοια ουσιώδης επιρροή. Η Κατηγορούμενη κλήθηκε να απαντήσει και να ετοιμάσει την υπεράσπιση της απέναντι στη μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή, χωρίς να γνωρίζει για ποια πράξη ή παράλειψη ακριβώς κατηγορείτε. Χωρίς να έχει ευκρινή εικόνα, είτε μέσα από την έκθεση αδικήματος είτε μέσα από τις λεπτομέρειες αυτού για το ακριβές αδίκημα που της καταλογίζεται και αυτό δεν άλλαξε ούτε κατά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής. Η υπό εξέταση περίπτωση διακρίνεται από την ανάλογη στην πολύ πρόσφατη απόφαση Αναφορικά με την Αιτηση της Λειβαδιώτη, ECLI:CY:AD:2020:A41, Πολιτική Έφεση 403/2019, 3/2/2020. Εκεί το Δικαστήριο τροποποίησε στο εκ πρώτης όψεως στάδιο την Έκθεση Αδικήματος, διαγράφοντας τα εκεί αναφερόμενα περιττά άρθρα. Στην Λειβαδιώτη όμως με τις λεπτομέρειες που καταγράφονται στις κατηγορίες, η οποία πολλαπλότητα αιωρείτο λόγω της συμπερίληψης στην έκθεση αδικημάτων και των εν λόγω εδαφίων, εξέλειπε, σε αντίθεση με την παρούσα όπου ενυπάρχει πολλαπλότητα και στις λεπτομέρειες κάθε κατηγορίας. Με αυτό τον τρόπο δεν υπάρχει καμία έστω ένδειξη για ποιο από τα δύο αδικήματα, μη εξόφληση λόγω έλλειψης κεφαλαίων ή πρόκληση μη εξόφλησης, αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη. Συνεπώς δεν διευκρινίζεται, αμέσως και λεπτομερώς η φύση και οι λόγοι της αποδιδομένης κατηγορίας, ως το άρθρο 12
(5)(α) του Συντάγματος επιτάσσει. Τουναντίον παραμένει διφορούμενο και έωλο. Επομένως στην παρούσα περίπτωση δεν αρκεί, η απλή διαγραφή των επιπλέον εδαφίων επί των εκθέσεων αδικήματος αλλά απαιτείται και σχετική τροποποίηση των λεπτομερειών. Με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο θα διόρθωνε μεν την πολλαπλότητα, αφήνοντας ένα μόνο αδίκημα σε έκαστη κατηγορία, σε τέτοιο στάδιο όμως και με τρόπο που επηρεάζονται τα δικαιώματα της υπεράσπισης. Και αυτό γιατί έχει ολοκληρωθεί η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής και η υπεράσπιση είχε προετοιμαστεί και τοποθετηθεί υπό διαφορετικά δεδομένα, ήτοι με αδιευκρίνιστο το ακριβές αδίκημα που αντιμετωπίζει. Στην βάση των πιο πάνω η Κατηγορούμενη αθωώνεται από τις εναντίον της κατηγορίες λόγω της πολλαπλότητας αυτών. Β. Η έκδοση της επιταγής Αν και η πιο πάνω κατάληξη σφραγίζει την μοίρα της υπόθεσης θα αναφερθώ και σε ένα άλλο ζήτημα που τέθηκε από την υπεράσπιση. Στην παρούσα περίπτωση υπήρξε παραδοχή εκ μέρους του Διευθυντή της Κατηγορούσας Αρχής ότι καθ' υπόδειξη του η γραμματέας του συμπλήρωσε το ποσό, τον δικαιούχο, την ημερομηνία και το ποσό ολογράφως επί των επίδικων επιταγών. Οι επιταγές παρά το γεγονός ότι ήταν υπογεγραμμένες από την Κατηγορούμενη, δόθηκαν στην Κατηγορούσα Αρχή από τον πατέρα της, χωρίς να υπάρχει το όποιο άλλο στοιχείο επ' αυτών πέραν της υπογραφής. Συστατικό στοιχείο για την απόδειξη των επίδικων αδικημάτων είναι, όπως τέθηκε παραπάνω, η έκδοση επιταγής (βλ. Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ, πιο πάνω). Σύμφωνα με τον περί Συναλλαγματικών Νόμο, Κεφ. 262 (άρθρο 2): ««έκδοση» σημαίνει την πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής, συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτήν ως κάτοχος.» Στην παρούσα περίπτωση καμία επαφή δεν υπήρξε της Κατηγορούμενης με την Κατηγορούσα Αρχή, η επιταγή δόθηκε στην τελευταία από τρίτο πρόσωπο και δεν ήταν συμπληρωμένη κατά τύπο (σχετική είναι και η Χριστοδούλου v. Α. Τζιωρτζης κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 253/18, 1/6/2020). Στην βάση του άρθρου 20 του Κεφαλαίου 262 «απλή υπογραφή σε λευκό χαρτοσημασμένο χαρτί παραδίδεται από αυτόν που υπέγραψε ούτως ώστε να δύναται να μετατραπεί σε συναλλαγματική». Παρά ταύτα στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει παράδοση από αυτόν που υπέγραψε αλλά από τρίτο. Δεν μπορεί δηλαδή να θεωρηθεί ότι διασώζεται το στοιχείο της έκδοσης επιταγής, στη βάση του πιο πάνω άρθρου, αφού δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει. Επομένως και στην βάση των πιο πάνω, εξάγεται το συμπέρασμα ότι στην παρούσα υπόθεση δεν έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της έκδοσης της επιταγής. Βάσει των ως άνω η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Κατηγορουμένης και εναντίον της Κατηγορούσας Αρχής, όπως θα υπολογιστούν, λόγω της έκβασης της υπόθεσης. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Blackstone's Criminal Practice 2020,παρ. D11.62, σελ. 1743 [2] Duplicity in a count is a matter of form; it is not a matter relating to the evidence called in support of the count cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.