← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου ν. Περό κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2252/2020, 23/2/2021

Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου ν. Περό κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2252/2020, 23/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2021:B14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ( ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) Ενώπιον: Α. Λουκά Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 2252/2020 Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου ν.

  1. XXXXX Περό
  2. XXXXX Κουκκουλλή
  3. Χ. Κουκκουλλής Χωματουργικές Εργασίες Λιμιτεδ Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 23/2/2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή : κα. Χατζήμιχαηλ Για Κατηγορούμενο 1: κ. Ματσάγκος Κατηγορούμενος παρών. Π Ο Ι Ν Η ΓΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟ 1 Ο Κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε 4 κατηγορίες, ήτοι της οδήγησης χωρίς πιστοποιητικό ασφάλειας (Κατηγορία 1), χωρίς άδεια οδήγησης (Κατηγορία 2), άρνηση προκαταρκτικής εξέτασης δείγματος σάλιου για χρήση ναρκωτικών (Κατηγορία 3) και ότι οδηγούσε όχημα που δηλώθηκε ακινητοποιημένο (Κατηγορία 4). Στην παρούσα λήφθηκε υπόψη η υπόθεση 2259/20, η οποία αφορά επίσης τροχαία αδικήματα. Η κατηγορούσα αρχή εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης ανάφερε ότι αφού το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος ανακόπηκε, του ζητήθηκε να προβεί σε προκαταρκτική εξέταση δείγματος σάλιου και απάντησε «δεν πρόκειται να κάμω πάρτε με φυλακή». Κατά τον έλεγχο των αρχών διαπιστώθηκαν και τα υπόλοιπα αδικήματα, τα οποία ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε. Ο κατηγορούμενος θεώρησε το σάλιο του προσωπικό δεδομένο, ενώ είχε παραδεχτεί την χρήση κάνναβης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου, στην εκτενή αγόρευση του για μετριασμό της ποινής αρχικά αναγνώρισε την σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων και εστιάστηκε σε συγκεκριμένους μετριαστικούς παράγοντες. Τόνισε ότι σε σχέση με τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 4, το όχημα ήταν ιδιοκτησίας των τότε εργοδοτών του, Κατηγορούμενων 2 και 3 και δεν γνώριζε, αν και όφειλε, την παράλειψη που οδήγησε στα εν λόγω αδικήματα. Σε σχέση με το αδίκημα της κατηγορίας 3 αναφέρθηκε ότι θεωρούσε ο Κατηγορούμενος ότι θα του επιβαλλόταν πρόστιμο, είχε δηλαδή άγνοια νόμου, σε σχέση με την σοβαρότητα και την απαξία του αδικήματος. Άγνοια νόμου ισχυρίστηκε ότι είχε ο Κατηγορούμενος 3 και σε σχέση με την δεύτερη κατηγορία. Σε σχέση με τις προσωπικές του περιστάσεις αναφέρθηκε ότι ο Κατηγορούμενος απεξαρτήθηκε από τα ναρκωτικά, προσπαθεί να ορθοποδήσει εργαζόμενος και φιλοξενούμενος σε ιερό ναό και αντιμετωπίζει σειρά προβλημάτων υγείας. Το επίδικο αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας προστέθηκε με πρόσφατη τροποποίηση του Νόμου. Συγκεκριμένα το άρθρο 11 (Γ)

(7)αναφέρει ότι: «Πρόσωπο το οποίο αρνείται ή αποφεύγει να μεταβεί με βάση τις διατάξεις του εδαφίου
(5)στον καθοριζόμενο αστυνομικό σταθμό ή αρνείται ή αποφεύγει με οποιοδήποτε τρόπο να δώσει δείγμα σάλιου για προκαταρκτική ή εργαστηριακή εξέταση όταν αυτό του ζητηθεί με βάση τις διατάξεις του παρόντος άρθρου διαπράττει ποινικό αδίκημα» Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος δεν έγκειται μόνο στην ευρύτερη απαγόρευση οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών αλλά και στην ίδια την άρνηση εξέτασης ως προς τούτο. Στην άρνηση της εξέτασης σε σχέση με ίσως το σοβαρότερο αδίκημα του Νόμου. Και όλα αυτά ενώ έχει πλειστάκις τονιστεί η ανάγκη αντιμετώπισης της έξαρσης των τροχαίων δυστυχημάτων και ατυχημάτων. Τέτοιες οδικές συμπεριφορές πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα, λόγω της ποσότητας τους αλλά και της σοβαρότητας που τους δίδει ο Νόμος. Αξίζει μόνο να αναφερθεί ότι το άρθρο 11Ζ προβλέπει ποινές: «φυλάκισης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (€3.500) ή σε στέρηση της ικανότητάς του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονική περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)χρόνια ή σε όλες ή σε οποιαδήποτε ή σε οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω ποινές.» Στα ως άνω προστίθεται ότι ο Κατηγορούμενος προέβη και σε μια σειρά άλλων τροχαίων αδικημάτων. Οδηγούσε δηλαδή χωρίς να πιστοποιηθεί η ικανότητα του να οδηγεί το συγκεκριμένο όχημα, γεγονός που τον κατέστησε άμεσο κίνδυνο για κάθε πολίτη που βρισκόταν τον επίδικο χρόνο στον δρόμο. Χωρίς ισχύον πιστοποιητικό ασφαλείας με όλη την απαξία που το αδίκημα αυτό φέρει, αφού θέτει τον κίνδυνο να παραμείνει του θύμα της οδικής συμπεριφοράς του ανασφάλιστου εκτεθειμένο, χωρίς την δυνατότητα αποκατάστασης της ζημιάς του. Ο Κατηγορούμενος δηλαδή περιφρόνησε τους Νόμους και κανονισμούς του τόπου σε τεράστιο βαθμό, με την επίδικη συμπεριφορά του. Τέτοιες συμπεριφορές καταδεικνύουν εγωιστική αυθαιρεσία και πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα, λόγω της ποσότητας τους αλλά και της σοβαρότητας που τους δίδει ο Νόμος. Λαμβάνω υπόψη όλα όσα έχουν αναφερθεί, την άμεση παραδοχή του κατηγορούμενου, το λευκό του ποινικό μητρώο, τις προσωπικές και οικονομικές του περιστάσεις, όπως αυτές διαφαίνονται από την αγόρευση του συνηγόρου του. Συγκεκριμένα το λευκό του ποινικό μητρώο, επιτρέπει στο Δικαστήριο να τον μεταχειριστεί με την επιείκεια που αρμόζει σε αυτούς που είναι πρώτη φορά παραβάτες (Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14 και Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132). Η άμεση παραδοχή του εμπεριέχει το απτό στοιχείο της έμπρακτης μεταμέλειας και είναι κατάλληλο να αμείβεται με έκπτωση στην ποινή (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28), διότι αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μην κατασπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Επίσης βάσει της σύγχρονης τάσης της νομολογίας, η απεξάρτηση του Κατηγορούμενου, πηγή του επίδικου αδικήματος, προσμετράται προς όφελος του και καταδεικνύει την έμπρακτη μεταμέλεια του (Γιαννακάκη ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 177/2015, 21/4/2016). Τέλος τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος λαμβάνονται υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας, ακόμα και σε αδικήματα που χρήζουν αποτροπής (Εθνική Γενικών Ασφαλειών (Κύπρου) ν Δημητρίου, ΠΕ 210/2012, 15/9/2016), παρά ταύτα δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο μη επιβολής φυλάκισης όταν επιβάλλεται λόγω της φύσης της υπόθεσης (Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 445). Όλοι οι πιο πάνω παράγοντες όμως, θα επηρεάσουν το εύρος της ποινής αλλά δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος της που δεν μπορεί να είναι άλλη από τη στέρηση της ελευθερίας. Επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στον κατηγορούμενο στη κατηγορία 3 που αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης 50 ημερών. Το άρθρο 11 (Ζ) πιο πάνω δίδει την ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποστερήσει τον Κατηγορούμενο από του να λαμβάνει ή να κατέχει άδεια οδήγησης. Όσα αναφέρθηκαν από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου ως ειδικοί λόγοι για να μην αποστερηθεί ο Κατηγορούμενος της ικανότητος του να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης, σε σχέση με τις προσωπικές και επαγγελματικές του ανάγκες, κρίνω ότι, αν και επιβάλλεται η στέρηση της άδειας οδήγησης του, οι λόγοι αυτοί μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της στέρησης και όχι την επιβολή της. Συγκεκριμένα λαμβάνω υπόψη μου τις επαγγελματικές του ανάγκες (βλ. Ελ. Ελευθερίου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 300, Miltiadous v. The Police
(1970)2 C.L.R. 81). Λαμβάνω επίσης υπόψη μου την άμεση παραδοχή, μεταμέλεια και επακόλουθη συμμόρφωση του. Περαιτέρω όπως αναφέρθηκε στην Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 327, 329: «Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου υποστηρίζεται ότι οποτεδήποτε κατηγορούμενος καταδικάζεται σε φυλάκιση για τροχαίο αδίκημα, και ταυτόχρονα κρίνεται αναγκαία η στέρηση της άδειας οδήγησης, η διάρκεια της στέρησης συνεκτιμάται με την ανάγκη για παροχή λογικής ευχέρειας στον καταδικασθέντα για επαναδραστηριοποίηση. Συνεπώς, οποτεδήποτε η άδεια οδηγού είναι αναγκαία για την απασχόληση του κατηγορουμένου, η στέρηση της πρέπει, είτε να συμπίπτει είτε να μη είναι πολύ μακρύτερη σε χρονική διάρκεια από το χρόνο της αποφυλάκισης του.» Έχοντας τα πιο πάνω κατά νουν, ο κατηγορούμενος στερείται του δικαιώματος να κατέχει και να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 30 ημερών από αύριο. Δεν επιβάλλεται καμία ποινή στις υπόλοιπες κατηγορίες, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της συνολικότητας, αφού το σύνολο της παραβατικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου έλαβε χώρα την ίδια μέρα, κάτω από τις ως άνω ιδιαίτερες περιστάσεις. Επομένως επιβολή περαιτέρω ποινής θα καθίστατο υπέρμετρης και δυσανάλογη για τον Κατηγορούμενο. (Θεοδώρου Ανδρέας Σ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 376) Στρέφομαι στην εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 [i] του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/2003. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583). Στην Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, διευκρινίζεται ότι η αναστολή ποινής φυλάκισης διαχωρίζεται τόσο από την επιλογή της ποινής φυλάκισης, ως μέσου τιμωρίας του παραβάτη, όσο και από την έκταση της φυλάκισης. Η αναστολή δεν αποτελεί άλλο μέσο τιμωρίας, μη στερητικό της ελευθερίας του παραβάτη. Επομένως ο χαρακτήρας της ποινής φυλάκισης δεν αλλοιώνεται μόνο και μόνο λόγω του ότι αυτή αναστάλθηκε. Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι (βλ. Demetriou v. R.
(1976)2 J.S.C. 386 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303):
(1)Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο.
(2)Το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής.
(3)Η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Στην Αργυρίδης Θεόδωρος και Άλλοι ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 449, σε υπόθεση όπου μια ομάδα νεαρών κατηγορείτο για μια σειρά από ένοπλες ληστείες, αποφασίστηκε η αναστολή ποινής φυλάκισης που τους είχε επιβληθεί πρωτοδίκως και γιατί πρόκειτο για νεαρά άτομα ηλικίας, τα οποία δεν είχαν οποιοδήποτε προηγούμενο και θα επηρεάζοντο από την επιβολή ποινής άμεσης φυλάκισης. Στην υπόθεση Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας,
(2010)2 Α.Α.Δ 22, το Δικαστήριο έθεσε τον προβληματισμό για το εν λόγω ζήτημα ως εξής: "Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στην εφεσείουσα μια δεύτερη ευκαιρία" Σε αυτό το βασικό ερώτημα η απάντηση αναφορικά με τον Κατηγορούμενο πρέπει να είναι καταφατική. Συγκεκριμένα λαμβάνοντας υπόψη ότι:
  1. Ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου,
  2. Έχουν αλλάξει οι προσωπικές του συνθήκες, με αποτέλεσμα να φιλοξενείται και να απασχολείται σε ιερό ναό,
  3. Στον χρόνο που διέρρευσε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα δεν επέδειξε παραβατική συμπεριφορά,
  4. Δεν έχει κινδυνεύσει κανένας τρίτος από την συμπεριφορά του Κατηγορουμένου,
  5. Αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας και
  6. Έχει αποξενωθεί από την χρήση απαγορευμένων ουσιών. Η ποινή φυλάκισης του Κατηγορουμένου αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Συμπερασματικά επιβάλλονται στον κατηγορουμενο στην τρίτη κατηγορία αποστέρηση του δικαιώματος να κατέχει ή να εξασφαλίσει άδεια οδήγηση για 30 μέρες και 50 μέρες φυλάκισης η οποία αναστέλλεται για τρία έτη. Καμία ποινή στις υπόλοιπες κατηγορίες. Στην παρούσα λήφθηκε υπόψη η 2259/
  7. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.