← Κύπρος

Διευθύντρια Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. Ξενής Χ'' Ξενής και Υιοί Λιμιτεδ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5102/2019, 26/5/2021

Διευθύντρια Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. Ξενής Χ'' Ξενής και Υιοί Λιμιτεδ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5102/2019, 26/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2021:B24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Αρ. Υπόθεσης: 5102/2019 Ενώπιον: Α. Λουκά Ε.Δ Μεταξύ: Διευθύντρια Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων Κατηγορούσα Αρχή ν. 1. Ξενής Χ'' Ξενής και Υιοί Λιμιτεδ 2. XXXXX Χ'' Ξενή Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 26/5/2021 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή : κ. Προδρόμου Για Κατηγορούμενους: κα. Πάσιη ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει κατηγορίες μη πληρωμής μηνιαίου μισθού κατά παράβαση του άρθρου 9

(1)του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007 (35(I)/2007) (Κατηγορία 1) και παράλειψης παραχώρησης εβδομαδιαίας ανάπαυσης 48 ωρών κατά παράβαση του άρθρου 12
(2)του περί της Ρύθμισης της Λειτουργίας Καταστημάτων και των Όρων Απασχόλησης των Υπαλλήλων τους, Νόμου του 2006 (155(I)/2006) (Κατηγορία 3). Η Κατηγορούμενη 2 κατηγορείται για παρακίνηση μη πληρωμής μηνιαίου μισθού στην βάση του άρθρου 9
(1)πιο πάνω και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα (Κατηγορία 2) και για την κατηγορία 3, όπως την αντιμετωπίζει και η Κατηγορούμενη
  1. Η Μαρτυρία Ως πρώτη μάρτυρας κατηγορίας (ΜΚ 1) παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο η κα. XXXXX Αλεξάνδρου, Λειτουργός στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων των Επαρχιών Λάρνακας/ Αμμοχώστου. Έντυπο κατάθεσης της κατατέθηκε ως Έγγραφο 1 και επ΄ αυτού αναφέρεται ότι: έλαβε την 4/6/2019 παράπονο από τον κ. XXXXX Borisov (στο εξής ο «παραπονούμενος») εναντίον των Κατηγορούμενων. Συγκεκριμένα ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι ενώ εργαζόταν για την Κατηγορούμενη 1 την περίοδο 18/4/2019 μέχρι 20/5/2019 με συμφωνημένο μισθό 1100 Ευρώ καθαρά μηνιαίως, δεν πληρώθηκε για περίοδο 25 ημερών. Αργότερα διευκρίνισε ότι η περίοδος για την οποία δεν πληρώθηκε ήταν αυτή της 1/5/2019 μέχρι 24/5/2019, άρα του οφείλονταν 852 Ευρώ καθαρά. Η ΜΚ 1 μετά την λήψη παραπόνου ανάφερε ότι επικοινώνησε με την Κατηγορούμενη 2, η οποία της ανάφερε ότι ο παραπονούμενος σταμάτησε να εργάζεται στην Κατηγορούμενη 1 χωρίς να ειδοποιήσει κανένα και δεν πήγε να πληρωθεί. Αργότερα την ίδια μέρα η Κατηγορούμενη 2 επικοινώνησε εκ νέου με την ΜΚ 1 και της ανάφερε ότι μίλησε με τον αδερφό της XXXXX Χ'' Ξενή, ο οποίος της ανάφερε ότι πλήρωσε τον παραπονούμενο 900 Ευρώ μετρητά. Την 2/8/2019 η ΜΚ 1 απέστειλε διπλοσυστημένη επιστολή προς την Κατηγορούμενη 1 και τους διευθυντές της ζητώντας αποδείξεις πληρωμής του μισθού. Η επιστολή επεστράφη ως αζήτητη. Αντεξεταζόμενη η κα. Αλεξάνδρου ανάφερε ότι δεν έλαβε κατάθεση από τους διευθυντές της Κατηγορούμενης
  2. Είχε λάβει τηλεφωνικώς το παράπονο. Κατέγραψε σε σύστημα το παράπονο και τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς. Παράλειψε να αναφέρει στο Έγγραφο 1 ότι ζήτησε αποδεικτικά της πληρωμής του μισθού και δεν τα έλαβε. Αυτό αναφέρεται στην επιστολή Τεκμήριο 3 που απεστάλη στους Κατηγορούμενους, αλλά δεν λήφθηκε από αυτούς. Της υποβλήθηκε ότι ουδέποτε ζήτησε αποδεικτικά και ότι επικοινώνησε με την Κατηγορούμενη 2 μόνο μετά την καταχώρηση της υπόθεσης και απάντησε ότι τα ζήτησε προφορικώς. Σε σχέση με την τρίτη κατηγορία ανάφερε ότι αυτή στηρίχθηκε στους ισχυρισμούς του παραπονούμενου και δεν είχε την σχετική θέση των Κατηγορούμενων, ούτε για μέρα ανάπαυσης ούτε για τα ωράρια. Της υποβλήθηκε επίσης ότι το ωράριο του παραπονούμενου ήταν καθημερινές εκτός Τετάρτης 7:00-12:00 και 13:30-18:00 και Τετάρτη και Σάββατο 7:00-15:
  3. Κυριακή η υπεραγορά ήταν κλειστή. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 τρίπτυχο με στοιχεία εργοδοτούμενου για τον παραπονούμενο. Κατά την επανεξέταση και μετά από σχετικές ερωτήσεις του κ. Προδρόμου η ΜΚ 1 ανάφερε ότι η Κατηγορούμενη 2 δεν της είπε ότι δεν ήταν αρμόδια. Δεν επικοινώνησε μαζί της κανένας ούτε μετά από την καταχώρηση της παρούσας και ότι προφορικά έγινε το παράπονο και το υπέγραψε ο παραπονούμενος. Δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο παραπονούμενος. Ανάφερε ότι βρίσκεται 5 χρόνια στην Κύπρο και έχει 4 παιδιά. Ήρθε για να εργαστεί. Γνωρίζει την Κατηγορούμενη 2 από τη δουλειά στην Κατηγορούμενη 1, όπου είναι «μάστρος» αυτή και ο αδερφός της. Εργαζόταν ως διανομέας και έφυγε επειδή ήταν ταλαιπωρία και ήθελε να σταματήσει. Δεν μπορούσε να καλύψει τα έξοδα της οικογένειας του καθώς πληρωνόταν μηνιαίως και επιθυμούσε εργασία που να τον πληρώνει εβδομαδιαίως. Όταν πήγε για να πληρωθεί του είπαν «φύγε από εδώ δεν θα σε πληρώσω». Κατά την εργασία του φόρτωνε το φορτηγό και τα πρωινά πήγαινε παραγγελίες σε εστιατόρια, ξενοδοχεία και βάρκες. Το βράδυ πιο μικρές παραγγελίες και σε ταβέρνες στο Παραλίμνι. Άφηνε το φορτηγό πίσω από το μαγαζί του. Τις Κυριακές πήγαιναν για φθαρτά όπως ανάφερε, ενώ σε άλλο σημείο είπε ότι τις Κυριακές ήταν λίγο ανοικτή η πόρτα της Υπεραγοράς και έδιναν παραγγελίες σε κοντινούς φίλους. Λάμβανε οδηγίες από τον κ. XXXXX Χ'' Ξενή στις 5:30 το πρωί, ενώ του έδιδε παραγγελίες και η Κατηγορούμενη
  4. Κατά την κυρίως του εξέταση ανάφερε ότι ο κ. XXXXX είναι καλός άνθρωπος και ήθελε να τον πληρώσει, αλλά άλλο άτομο δεν ήθελε. Τελικώς δεν πληρώθηκε και ούτε τους ξαναπήρε τηλέφωνο. Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι για τις μέρες που εργάστηκε τον Απρίλιο είχε λάβει τον μισθό του, αν και δεν θυμόταν πότε είχε ξεκινήσει. Ξεκαθάρισε εκ νέου ότι ήταν διανομέας. Αν και κάποιες φορές πήγαινε πιο νωρίς η εργασία του ξεκινούσε στις 7 το πρωί. Ενώ του υποβλήθηκε ότι το ωράριο του ήταν καθημερινές εκτός Τετάρτης 7:00-12:00 και 13:30-18:00 και Τετάρτη και Σάββατο 7:00-15:00, επέμεινε ότι τις Κυριακές εργαζόταν. Του υποδείχθηκε σχετική επιταγή (Τεκμήριο 7), η οποία κατ΄ ισχυρισμό, του είχε δοθεί και δεν την αποδέχτηκε αφού χρειαζόταν μετρητά γιατί ήθελε να πάρει την σύζυγο του στο αεροδρόμιο. Αρνήθηκε την εν λόγω θέση αναφέροντας ότι τέλος Αυγούστου πήγε αεροδρόμιο η σύζυγος του. Επίσης αρνήθηκε ότι του δόθηκαν μετρητά ύψους 900 Ευρώ προς αντικατάσταση της επιταγής που δεν αποδέχτηκε. Ακόμα δεν αποδέχτηκε ότι δεν υπέγραψε έντυπο παραλαβής του ποσού, γιατί υποσχέθηκε αφού αφήσει την σύζυγο του στο αεροδρόμιο να επιστρέψει για να το πράξει. Σε υποβολή ότι δεν ανέφερε σε κανέναν ότι θα σταματούσε, απάντησε ότι το είχε πει στον κ. Γιώργο 2 με 3 μέρες πριν ότι θέλει να φύγει και ο τελευταίος προσπάθησε να τον μεταπείσει γιατί δεν είχε κάποιον να τον αντικαταστήσει. Οι δύο πλευρές δήλωσαν ως παραδεκτά γεγονότα ότι: η Κατηγορούμενη 1 είναι νομότυπα εγγεγραμμένη, η Κατηγορούμενη 2 είναι διευθύντρια της και ότι τον επίδικο χρόνο εργοδοτείτο ο παραπονούμενος από την Κατηγορούμενη
  5. Αφού κλήθηκαν σε απολογία οι Κατηγορούμενες, η Κατηγορούμενη 2 επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Κατέθεσε γραπτή δήλωση Έγγραφο 2, στην οποία ανάφερε ότι είναι διευθύντρια και υπεύθυνη της Υπεραγοράς της Κατηγορούμενης
  6. Ασχολείται κυρίως με τις παραγγελίες και την οργάνωση της υπεραγοράς. Υπεύθυνος για τις προσλήψεις είναι ο αδερφός της. Είχε γνωρίσει τον παραπονούμενο όταν προσλήφθηκε από τον αδερφό της αλλά δεν είχε άμεση επαφή μαζί του γιατί εργαζόταν ως διανομέας. Παραδέχτηκε ότι την 21/6/2019 έλαβε τηλεφώνημα από την ΜΚ 1 και ότι αφού επικοινώνησε με τον αδερφό της ξανακάλεσε την ΜΚ 1 για να της πει ότι είχε πληρωθεί ο παραπονούμενος. Ανέφερε ότι είχε εκδοθεί προς όφελος του σχετική επιταγή (Τεκμήριο 7) αλλά αφού είπε στον αδερφό της ότι χρειαζόταν αμέσως χρήματα γιατί θα έπαιρνε την σύζυγο του στο αεροδρόμιο του δόθηκαν μετρητά από το ταμείο της Υπεραγοράς. Τέλος επανέλαβε ότι ο παραπονούμενος έχει πληρωθεί το ποσό των 900 Ευρώ σε μετρητά την 24/5/
  7. Κατά την αντεξέταση της ανάφερε ότι δεν ήταν μπροστά όταν πληρώθηκε ο παραπονούμενος. Δεν υπήρχε μεταξύ παραπονούμενου και Κατηγορούμενης 1 γραπτή συμφωνία γιατί εργαζόταν εκεί μόνο για 20 μέρες, ούτε του δόθηκαν όροι απασχόλησης. Η εργασία του ήταν 6ήμερη, με ωράριο καθημερινές εκτός Τετάρτης 7:00-12:00 και 14:00-17:00 και Τετάρτη και Σάββατο 7:00-15:00, ενώ διαφώνησε σε υποβολές ότι έπρεπε να του δοθεί 48ωρη ανάπαυση και δεν του δόθηκε και ότι δεν πληρώθηκε για τις 24 μέρες που δούλεψε τον Μάιο. Ως πρώτος και μόνο μάρτυρας υπεράσπισης κατέθεσε ο κ. XXXXX Χ'' Ξενή (ΜΥ 1). Ανάφερε ότι είναι Διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 και υπεύθυνος προσωπικού. Είχε προσλάβει τον Κατηγορούμενο από την 1/5 μέχρι την 24/5/2019, ως διανομέας παραγγελιών. Ο ίδιος είχε εξηγήσει στην αδερφή του τι είχε γίνει με τον παραπονούμενο, την πληρωμή και την παραίτηση του, μετά το τηλεφώνημα της ΜΚ
  8. Ο παραπονούμενος του είχε ζητήσει να πληρωθεί πιο γρήγορα του εξέδωσε επιταγή (Τεκμήριο 7) για ολόκληρο τον μηνιαίο μισθό του Μαΐου όπως αναφέρεται, αλλά αφού του είπε ότι χρειαζόταν αμέσως χρήματα γιατί θα έπαιρνε την σύζυγο του στο αεροδρόμιο του έδωσε μετρητά από το ταμείο της Υπεραγοράς. Προς τούτο είχε θέσει χειρόγραφη σημείωση (Τεκμήριο 8) στο λογιστήριο στην οποία αναφερόταν ότι είχε δώσει το εν λόγω ποσό στον παραπονούμενο και κάλεσε τον τελευταίο να την υπογράψει, αλλά αυτός του είπε ότι βιάζεται να πάει τη γυναίκα του στο αεροδρόμιο και θα επέστρεφε για να υπογράψει, πράγμα που δεν έπραξε. Στην αντεξέταση του ο ΜΥ 1 ανάφερε ότι τη γραπτή του δήλωση την ετοίμασε η δικηγόρος του και επανέλαβε ότι ο ίδιος προσέλαβε τον παραπονούμενο. Ενώ η ΜΚ 1 είχε καταθέσει σχετικό τρίπτυχο με τα στοιχεία μισθωτού για τον παραπονούμενο (Τεκμήριο 2), ο ΜΥ 1 είπε ότι δεν το είχε συμπληρώσει και υποβάλει ο ίδιος. Ήταν βέβαιος ότι ο παραπονούμενος προσλήφθηκε την 2/5/
  9. Ανάφερε ότι το ωράριο του ήταν καθημερινές εκτός Τετάρτης 7:00-12:00 και 14:00-17:00 και Τετάρτη και Σάββατο 7:00-15:
  10. Όταν εργαζόταν περισσότερες ώρες λάμβανε μέρα ξεκούρασης. Ανέφερε αντεξεταζόμενος ότι είχε πληρώσει με μετρητά τον παραπονούμενο. Δεν ανέφερε στην ΜΚ 1 ότι ο παραπονούμενος του είπε πως θα επέστρεφε και δεν το έπραξε. Περιγράφοντας το πότε του κατέβαλε το ποσό ανάφερε ότι ήταν Παρασκευή περί τις 12:00 το μεσημέρι. Τον πήρε 30 φορές τηλέφωνο επειδή του είχε πει ότι θα επιστρέψει και δεν του απάντησε. Ως απόδειξη για την πληρωμή στον παραπονούμενο είπε ότι κατέθεσε την επιταγή Τεκμήριο
  11. Δεν παρεχόταν στον τελευταίο 48ωρη ανάπαυση, όπως σημείωσε. Κατά τις αγορεύσεις η κα. Πάσιη ανάφερε ότι η κατηγορούσα αρχή δεν προέβη σε ολοκληρωμένη έρευνα και αρκέστηκε σε ένα τηλεφώνημα και μια επιστολή που δεν παραλήφθηκε. Ο παραπονούμενος ήταν αναξιόπιστος και επιζητεί απλώς να πληρωθεί δεύτερη φορά. Η Κατηγορούμενη 2 δεν υπέπεσε σε αντίφαση και είπε τα γεγονότα όπως έγιναν, το ίδιο και ο ΜΥ 1, ο οποίος πλήρωσε τον παραπονούμενο περισσότερα από όσα δικαιούτο, αφού του κατέβαλε 900 Ευρώ ενώ στο κατηγορητήριο αναφέρεται ότι δεν του πληρώθηκαν 852 Ευρώ. Ο κ. Προδρόμου τόνισε ότι οι νομοθεσίες που αφορούν τα επίδικα αδικήματα για προστασία των εργοδοτούμενων τροποποιήθηκαν το 2007 αυξάνοντας τις σχετικές ποινές. Αναφέρθηκε στην αντιστροφή του βάρους απόδειξης όπως ορίζει το άρθρο 12
(3)του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007 (35(I)/2007). Η επιταγή Τεκμήριο 7 δεν αποτελεί απόδειξη εξόφλησης του παραπονούμενου και η αναφορά στη σημείωση Τεκμήριο 8 αποτελεί νεοφανή ισχυρισμό, ο οποίος τέθηκε πρώτη φορά από τον ΜΥ
  1. Ο ΜΥ 2 υπέπεσε σε αντιφάσεις, όπως πρότεινε ο κ. Προδρόμου. Συγκεκριμένες αντιφάσεις είναι η αναφορά στα διαλείμματα από την εργασία που δίδονταν στον παραπονούμενο, η ημερομηνία έκδοσης της επιταγής και το ωράριο του. Η ΜΚ 1 δεν είχε λόγο να πει ψέματα, ο παραπονούμενος είπε τις θέσεις του, ενώ Κατηγορούμενη 2 και ΜΥ 1 προσπάθησαν να αποποιηθούν της ευθύνης τους.
  2. Ανάλυση της μαρτυρίας Τα αμφισβητούμενα μεταξύ των μερών γεγονότα, τα οποία αποτελούν και τα επίδικα ζητήματα είναι:
  3. Αν πληρώθηκε ή όχι ο μισθός του παραπονούμενου για τις μέρες που εργάστηκε τον Μάιο του
  4. Θέση του παραπονούμενου την οποία υιοθετεί η Κατηγορούσα Αρχή είναι ότι δεν πληρώθηκε και όταν έφυγε από την εργασία του στην Κατηγορούμενη 1 του είπαν «φύγε δεν θα σε πληρώσουμε». Θέση των κατηγορούμενων είναι ότι ο παραπονούμενος τους είχε ζητήσει να πληρωθεί πιο γρήγορα και του εξέδωσαν επιταγή (Τεκμήριο 7) αλλά αφού τους είπε ότι χρειαζόταν αμέσως χρήματα γιατί θα έπαιρνε την σύζυγο του στο αεροδρόμιο του έδωσαν μετρητά από το ταμείο της Υπεραγοράς.
  5. Σε σχέση με την τρίτη κατηγορία επίδικο είναι το ωράριο του παραπονούμενου. Ο ίδιος ανέφερε ότι τις Κυριακές πήγαινε με το αφεντικό του και μάζευαν χόρτα ενώ θέση των κατηγορούμενων είναι ότι το ωράριο του ήταν καθημερινές εκτός Τετάρτης 7:00-12:00 και 14:00-17:00 και Τετάρτη και Σάββατο 7:00-15:
  6. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ξεκινώντας από την ΜΚ 1, κρίνεται ότι η κα. Αλεξάνδρου ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Δεν είχε λόγο άλλωστε ή κίνητρο για να πει ψέματα. Εναπόθεσε επί του Εγγράφου 1 τις θέσεις των μερών όπως της τέθηκαν και αυτές μετέφερε και στο Δικαστήριο και χωρίς υπερβολές απαντούσε ειλικρινώς αντεξεταζόμενη. Ο παραπονούμενος κρίνεται ως εν μέρει αξιόπιστος. Τέτοιο εύρημα πρέπει να αιτιολογηθεί επαρκώς από το Δικαστήριο και σε αυτή την αιτιολόγηση προχωρώ πιο κάτω (Ιωάννου και Άλλης ν. Αστυνομίας Π.Ε. 52/12, ημ. 3/4/2013 και Φάρμα Ρένος Χ''Ιωάννου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ ν. Χίννη Π.Ε 14/09, ημ. 20/6/2012). Γενικότερα ο παραπονούμενος ήταν σταθερός στις απαντήσεις του καθ' όλη την διάρκεια της αντεξέτασης του, αλλά και τα όσα είχε καταγγείλει στην ΜΚ 1 ήταν σε απόλυτη συμφωνία με τα όσα κατέθεσε στο Δικαστήριο πλην ενός. Για να δικαιολογήσει, την 7ήμερη εργασία του, όπως την είχε θέσει στην ΜΚ 1, ήγειρε το νεοφανή ισχυρισμό ότι τις Κυριακές πήγαινε και μάζευε χόρτα για τους σκοπούς της εργασίας του. Ο ισχυρισμός αυτός ακούστηκε πρώτη φορά κατά την κυρίως του εξέταση, χωρίς να αναφερθεί στην ΜΚ1, όπου της είπε ότι εργαζόταν απλώς ως διανομέας. Επίσης υπήρχε σύγχυση στα όσα ανάφερε ότι έκανε ο παραπονούμενος κατά την εργασία του τις Κυριακές. Άλλοτε ανάφερε ότι μάζευαν φθαρτά, άλλοτε ότι τα πωλούσαν σε παζαράκι και άλλοτε ότι ήταν ανοικτή η υπεραγορά για να παραδίδει παραγγελίες σε στενά συνδεδεμένα με τους ιδιοκτήτες της πρόσωπα. Αξίζει να αναφερθεί ότι η θέση των Κατηγορούμενων ότι ο παραπονούμενος εργαζόταν αποκλειστικά ως διανομέας δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή κατά την αντεξέταση της Κατηγορούμενης 2 και του Μάρτυρα Υπεράσπισης 1, ενώ την ίδια θέση υπέβαλε με το Έγγραφο 1 και η ΜΚ
  7. Οι αναφορές και οι απαντήσεις του παραπονούμενου στα υπόλοιπα ζητήματα ήταν ιδιαιτέρως σταθερές, συνεπείς με τα όσα καταδείκνυαν τεκμήρια και η λοιπή μαρτυρία και επομένως αποδεκτές ως αληθής. Σε καμία περίπτωση δεν κλονίστηκε η μαρτυρία του σε σχέση με την μη καταβολή του οφειλόμενου μισθού. Κατέρριψε τον ισχυρισμό περί βιασύνης να λάβει χρήματα γιατί θα έφευγε η σύζυγος του από τη χώρα αναφέροντας ότι είναι σε άλλη ημερομηνία που θα αναχωρούσε. Κατέρριψε επίσης τον ισχυρισμό ότι επιδιώκει να πληρωθεί για δεύτερη φορά, αφού όπως ανέφερε με τον τρόπο πληρωμής κάθε μήνα δεν είχαν τα παιδιά του να φάνε και είναι γι' αυτό που επιθυμούσε την εξεύρεση νέας εργασίας. Συνεπώς από την αξιόπιστη κατά τα άλλα μαρτυρία του παραπονούμενου δεν γίνεται αποδεκτή η αναφορά του σε επταήμερη εργασία και συγκεκριμένα το γεγονός ότι εργαζόταν τις Κυριακές. Η Κατηγορούμενη 2 ήταν επίσης σταθερή στις θέσεις της και εμπεριστατωμένα αιτιολόγησε το ότι κατέθεσε στο Δικαστήριο. Άλλωστε δεν ήταν η ίδια που φαίνεται να είχε άμεση επαφή με τον παραπονούμενο αλλά ο αδερφός της. Όπως ανάφερε και ο παραπονούμενος προσλήφθηκε, λάμβανε οδηγίες και συζητούσε τα περί της εργασίας του με τον ΜΥ
  8. Η Κατηγορούμενη 2 μετέφερε τόσο στο Δικαστήριο όσο και στην ΜΚ 1 τα όσα της είχε πει ο αδερφός της ΜΥ
  9. Τέλος η μαρτυρία του ΜΥ 1 εμπεριείχε σειρά αντιφάσεων, οι οποίες δεν επιτρέπουν να ληφθεί υπόψη. Συγκεκριμένα ενώ το Τεκμήριο 2 τρίπτυχο με τα στοιχεία μισθωτού για τον παραπονούμενο, είχε κατατεθεί χωρίς ένσταση από μέρους των Κατηγορούμενων, ο ίδιος δεν το αναγνώριζε. Το εν λόγω τρίπτυχο δεικνύει εργοδότηση του παραπονούμενου από 18/4/2019, ενώ ο ΜΥ 1 επέμενε σθεναρά ότι τον προσέλαβε την 2/5/
  10. Είχε αναφερθεί σε διαφορετικές ημερομηνίες έκδοσης της επιταγής, την οποία κατ' ισχυρισμό εξέδωσε για τον παραπονούμενο. Επίσης ανάφερε ότι πλήρωσε για ολόκληρο τον μήνα τον παραπονούμενο 900 Ευρώ, ενώ ο μισθός του ήταν στα 1100 Ευρώ, όπως ανάφερε η ΜΚ 1 και παράμεινε αναντίλεκτο. Γενικότερα όμως και κρίνοντας εκ της ζώσας ατμόσφαιρας της ακρόασης, ο ΜΥ 1 ήταν ασταθής, με αναιτιολόγητες αναφορές και νεοφανείς ισχυρισμούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτό της σημείωσης στο λογιστήριο Τεκμήριο
  11. Τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου πρώτη φορά κατά την κυρίως εξέταση του, ενώ δεν είχε τύχει αναφοράς από κανένα μάρτυρα προηγουμένως και σε καμία αναφορά της εκπροσώπου των κατηγορούμενων. Και αυτά ενώ από την αποδεκτή μαρτυρία της ΜΚ 1 προκύπτει ότι είχαν ζητηθεί σχετικά στοιχεία της καταβολής του μισθού στον παραπονούμενο και δεν παρασχέθηκαν.
  12. Νομική Βάση Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω τα άρθρα που αφορούν τα αδικήματα του Κατηγορητηρίου είναι τα εξής: Σχετικά με τις κατηγορίες 1 και 2 αυτό του άρθρου 9
(1)του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007 (35(I)/2007), το οποίο αναφέρει ότι: «Η συχνότητα της πληρωμής των μισθών πρέπει να είναι τουλάχιστον εβδομαδιαία, εκτός για μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό, οπότε πρέπει να είναι τουλάχιστον μηνιαία.» Το άρθρο 12
(3)του εν λόγω νόμου αντιστρέφει το βάρος απόδειξης και καλεί τον εργοδότη να αποδείξει την καταβολή του μισθού ως εξής: «Το βάρος της απόδειξης για την καταβολή του μισθού σε εργοδοτούμενο φέρει ο εργοδότης.» Από την πιο πάνω αξιόπιστη μαρτυρία συνάγεται ότι: Ο παραπονούμενος εργοδοτείτο από την Κατηγορούμενη 1 για όλο τον Μάϊο. Αποφάσισε την 24/5/2019 να σταματήσει από την εκεί εργασία του γιατί δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις ανάγκες του. Σε σχέση με την απόδειξη καταβολής του μισθού το βάρος απόδειξης φέρουν οι Κατηγορούμενοι. Όπως προαναφέρθηκε η μαρτυρία της Κατηγορουμένης 2 στηρίχθηκε στα όσα της είπε ο αδερφός της ΜΥ 1, εφόσον η ίδια δεν είχε γνώση σχετικά. Επομένως το όλο βάρος να αποδείξει την καταβολή του μισθού έπεσε στον ΜΥ 1, ο οποίος όπως αποφασίστηκε ανωτέρω όχι μόνο δεν παρουσίασε ικανή μαρτυρία σχετικά, αλλά η μαρτυρία του ήταν αναξιόπιστη. Δεν μπορεί βεβαίως να αποτελέσει απόδειξη καταβολής μια επιταγή η οποία τελικώς δεν δόθηκε ούτε και πληρώθηκε, ούτε ο νεοφανής ισχυρισμός της εσωτερικής σημείωσης του ΜΥ 1 προς τους λογιστές. Επομένως κρίνεται ότι δεν έχει αποδειχθεί η καταβολή του μισθού στον παραπονούμενο από την Κατηγορούμενη 1 και η τελευταία κρίνεται ένοχη στην Κατηγορία
  1. Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 2 αυτή κατηγορείται για παρακίνηση της μη καταβολής μισθού από την Κατηγορούμενη 1, στη βάση του άρθρου 20 του Κεφαλαίου
  2. Ως συνεργός δηλαδή στο αδίκημα της Κατηγορίας
  3. Ως τέτοιος καταδικάζεται: «(α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος.» Τα ως άνω αναλύθηκαν νομολογιακά και για περιπτώσεις όπως η παρούσα, όπου ως συνεργός στη μη καταβολή μισθών κατηγορείτο διευθυντής εταιρείας. Οι σχετικές αρχές αναλύθηκα στην Τerezian v. Θεοδώρου, Ποινική ΄Εφεση Αρ. 198/15, ημερ. 2.12.2016, ως εξής: «Οπότε, σε σχέση με τυχόν ευθύνη Διευθυντή νομικής οντότητας, ως συνεργού, σχετικό είναι το ίδιο το άρθ.20 του Ποινικού Κώδικα: Σχετικές επίσης είναι οι γενικές κατευθύνσεις της νομολογίας για την ποινική ευθύνη Διευθυντή. (βλ. Νίκος Ιωάννου ν. Nanaimo Ltd κ.ά.
(2005)2 ΑΑΔ 555, Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Χρ. Ορφανίδης, Ποιν. Έφ. 102/2014 κ.ά. , ημ. 23.10.2015). Όπως επισημαίνεται και πρωτοδίκως στην κρινόμενη περίπτωση κατά την οποία η εργοδότρια ήταν η εταιρεία και ο εφεσίβλητος ο Διευθυντής (και μέτοχος) αυτής, ισχύει γενικά ότι το φυσικό αυτό πρόσωπο, δηλαδή ο εφεσίβλητος, ενεργεί ως αντιπρόσωπος της εταιρείας και δεν υπέχει (κατ΄αρχήν) αστική ευθύνη (βλ. Ρόναλτ Γουότς κ.ά. ν. Λαούρη κ.ά. πολιτική εφ.319/2008, 7.7.2014) και το Σύγγραμμα Pennington, Company Law, 3η Έκδοση, σελ. 45 κ.επ.). Δεν αποκλείεται όμως η ποινική του ευθύνη ως συνεργού αν στοιχειοθετείται το άρθ.20 του Ποινικού Κώδικα. Δεν υπάρχει ωσαύτως αμφιβολία ότι τα υπό αναφορά αδικήματα είναι αυστηρής ποινικής ευθύνης αφού το στοιχείο της ένοχης διάνοιας ή εγκληματικής πρόθεσης (mens rea) συναρτάται και περιορίζεται στην ίδια την παράλειψη της καταβολής μισθών. (βλ. Οικονομίδης ν. Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1989)2 Α.Α.Δ. 253 και Blackstone's, Criminal Practice, 2004 σελ.40). Σε περίπτωση συνέργειας εκρίθη ότι «προτού πρόσωπο καταδικασθεί ως συνεργός στη διάπραξη του αδικήματος, πρέπει, τουλάχιστον, να αποδειχθεί ότι γνώριζε τα αναγκαία στοιχεία που συνιστούν το αδίκημα» (βλ. Johnson v. Youden
(1950)1 K.B. 544). Περαιτέρω, τούτο ισχύει και όπου το αδίκημα είναι αυστηρής ευθύνης (βλ. Pavlos Zenonos General Motors Ltd v. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 5).» Στη βάση των πιο πάνω αρχών, για να καταδικαστεί η Κατηγορούμενη 2 θα πρέπει να αποδειχθεί ότι γνώριζε τα αναγκαία στοιχεία που συνιστούν το αδίκημα. Στην παρούσα περίπτωση δηλώθηκε από την ίδια και δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή ότι ο αδερφός της ήταν υπεύθυνος για τις προσλήψεις. Η ίδια στηρίχθηκε στα όσα της είχε πει ο αδερφός της και αυτά ανάφερε στην ΜΚ 1, αφού δεν είχε δει η ίδια να πληρώνεται ο παραπονούμενος, αλλά προς τούτο την είχε διαβεβαιώσει ο αδερφός της. Ακόμα όμως και ο ίδιος ο παραπονούμενος δεν την αναφέρει ως το άτομο που αρνήθηκε να τον πληρώσει, αλλά φάνηκε από τη μαρτυρία του ότι οι συζητήσεις για τα καθήκοντα και τα οφειλόμενα του γίνονταν με τον ΜΥ 1 και όχι την Κατηγορούμενη
  1. Ο ΜΥ 1 είναι επίσης Διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 αλλά δεν διώχθηκε. Επομένως δεν έχει αποδειχθεί η με όποιο τρόπο συμμετοχή της Κατηγορούμενης 2 στο αδίκημα. Αντιθέτως διαφάνηκε ότι δεν γνώριζε για την διάπραξη του αδικήματος, αφού υπεύθυνος για την πληρωμή του παραπονούμενου ήταν ο αδερφός της ΜΥ
  2. Συνεπώς η Κατηγορούμενη 2 αθωώνεται στην Κατηγορία
  3. Σε σχέση με την κατηγορία 3 οι Κατηγορούμενοι κατηγορούνται για παράλειψη παραχώρησης εβδομαδιαίας ανάπαυσης 48 ωρών κατά παράβαση του άρθρου 12
(2)του περί της Ρύθμισης της Λειτουργίας Καταστημάτων και των Όρων Απασχόλησης των Υπαλλήλων τους, Νόμου του 2006 (155(I)/2006). Σε αυτό αναφέρεται ότι: «Κάθε υπάλληλος γενικού καταστήματος, το οποίο λειτουργεί όλες τις ημέρες της εβδομάδας, περιλαμβανομένης της Κυριακής, έχει δικαίωμα σε ελάχιστη περίοδο ανάπαυσης έντεκα
(11)συνεχόμενων ωρών ανά εικοσιτετράωρο και σε εβδομαδιαία ανάπαυση ελάχιστης περιόδου σαράντα οκτώ
(48)ωρών, η οποία δύναται να χορηγείται από τον εργοδότη είτε ως μια περίοδος σαράντα οκτώ
(48)συνεχόμενων ωρών ανά εβδομάδα είτε ως δύο ξεχωριστές περίοδοι είκοσι τεσσάρων
(24)συνεχόμενων ωρών ανά εβδομάδα.» Βάσει της πιο πάνω αποδεκτής μαρτυρίας ο παραπονούμενος εργαζόταν ως διανομέας καθημερινές εκτός Τετάρτης 7:00-12:00 και 14:00-17:00 και Τετάρτη και Σάββατο 7:00-15:00. Επομένως η απασχόληση του δεν εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 12
(2)αφού δεν εργαζόταν όλες τις μέρες της βδομάδας. Επιπλέον η ανάπαυση που του παρεχόταν ήταν πέραν των 24 ωρών, ως το άρθρο 12
(1)προνοεί. Με τα ως άνω δεδομένα οι Κατηγορούμενες αθωώνονται στην Κατηγορία
  1. Κατάληξη Στην βάση των πιο πάνω η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό και επίπεδο την Κατηγορία 1 για την οποία η Κατηγορούμενη 1 καταδικάζεται, ενώ αθωώνεται στην Κατηγορία
  2. Η Κατηγορούμενη 2 αθωώνεται στις Κατηγορίες 2 και
  3. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.