← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ, Υπόθεση Αρ.: 1926/21, 24/5/2021

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ, Υπόθεση Αρ.: 1926/21, 24/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2021:7 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ-ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. Σ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Τ. Νικολάου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 1926/21 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν XXXXX ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 24 Μαΐου, 2021. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Α. Αντωνίου. Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Σαουρής. Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος κατόπιν δικής του παραδοχής κρίθηκε ένοχος στην ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ 2 για παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6

(1)
(3), 30 και 30Α, Πρώτου Πίνακα Μέρος ΙΙ και Τρίτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/1977, ως τροποποιήθηκε, αφού η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ 1 αναστάληκε και σε αυτή απαλλάχτηκε. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, όπως εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή, με τα οποία συμφώνησε και η Υπεράσπιση, έχουν ως κατωτέρω: «Στις 13/03/2021 μέλη της ΥΚΑΝ στα πλαίσια διερεύνησης πληροφορίας για διακίνηση ναρκωτικών διενήργησε παρακολούθηση και περί τις 1440 εντόπισε τον κατηγορούμενο να οδηγά το αυτοκίνητο αρ. εγγ. XXXXX11 παρά το χωριό Πύλα στην Λάρνακα με κατεύθυνση τον κυκλικό κόμβο Καλού Χωριού. Στην συνέχεια αποφασίστηκε η ανακοπή του οχήματος, η οποία πραγματοποιήθηκε παρά τον κυκλικό κόμβο Καλού Χωριού. Μόλις πληροφορήθηκε ο κατηγορούμενος για τον λόγος της ανακοπής του οχήματος του και την πρόθεση έρευνας σε αυτό, απάντησε «Παναγία μου τα μωρά μου εν να πάω φυλακή». Κατά την έρευνα που ακολούθησε στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου εντοπίστηκε στο σημείο των ποδιών στην θέση του συνοδηγού δύο συσκευασίες από νάιλον σακούλια οι οποίες περιείχαν κάνναβη βάρους 498,9 και 499,8 γραμμαρίων (συνολικά 998,7 γραμμάρια). Ο κατηγορούμενος ανάφερε «Εν χόρτο, ήταν να μου πουν που ήταν να τα πάρω», συνελήφθηκε και μεταφέρθηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λάρνακας. Εκεί ανακρίθηκε και ανάφερε σε κατάθεση ότι συμφώνησε με άλλο πρόσωπο, το οποίο δεν ήθελε να κατονομάσει, να παραλάβει από την Επαρχία Αμμοχώστου την κάνναβη για να την μεταφέρει στην Λεμεσό έναντι αμοιβής 250 ευρών. Αφού παρέλαβε φάκελο με χρηματικό ποσό το μετάφερε σε άγνωστο του πρόσωπο του στο χωριό Ξυλοτύμπου, παρέλαβε τις συσκευασίες με τα ναρκωτικά και κατευθυνόταν προς Λεμεσό για να τις τοποθετήσει σε σημείο που του υποδείχθηκε. Ο κατηγορούμενος βαρύνεται με προηγούμενη καταδίκη στην υπόθεση 20586/19 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού για κατοχή κάνναβης, με ημερομηνία αδικήματος 14/10/2018, όπου στις 12/6/2020 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 5 μηνών με 3ετή αναστολή. Λήφθηκαν υπόψιν και δύο άλλες υποθέσεις, η 3525/20 ΕΔ Λεμεσού για επίθεση και απειλή και η 21270/19 ΕΔ Λεμεσού για κατοχή κάνναβης.» Ο συνήγορος υπεράσπισης στη γραπτή αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, αφού επεσήμανε τη σοβαρότητα του αδικήματος, η οποία εξάγεται από την προβλεπόμενη ποινή της ισόβιας φυλάκισης, εισηγήθηκε ότι πάντα υπάρχει χώρος επίδειξης επιείκειας στα πλαίσια της εξατομίκευσης της ποινής. Έτσι αφού υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ανέφερε ότι πρέπει να πιστωθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 30
(4)(β) του Ν.29/77, ως τροποποιήθηκε, στο βαθμό που αυτές ανταποκρίνονται στα δεδομένα του κατηγορουμένου, ενώ από την άλλη τόνισε ότι δεν υπάρχουν οι επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 30
(4)(α) του Ν.29/77. Στη συνέχεια ζήτησε όπως ληφθούν υπόψη ως ελαφρυντικοί παράγοντες η συνεργασία του και η άμεση παραδοχή στην αστυνομία και στο Δικαστήριο, ότι είναι χρήστης διάφορων ουσιών από τα 18 του και παρακολουθείται από ψυχίατρο από τις 11.10.2019, ο οποίος του παρείχε θεραπευτική αγωγή με τη βοήθεια της συζύγου του, αφού πρόκειται για άτομο με αρκετές διαταραχές προσωπικότητας, που όταν κάνει κατάχρηση ουσιών εμφανίζει και ψυχωτικές εκδηλώσεις. Κατά την άποψη του ψυχιάτρου χρήζει πολύπλευρης βοήθειας σε ίδρυμα, κατάλληλα οργανωμένο και για αρκετό χρονικό διάστημα για να αλλάξει και το συναισθηματικό κοινωνικό στυλ που λειτουργεί, Τεκμήριο Α. Επίσης ανέφερε ότι κατόπιν σχετικής επιστολής του ο Δήμος Λεμεσού απάντησε ότι αναμένει την δικαστική απόφαση εναντίον του κατηγορουμένου για να εξετάσει θέμα τερματισμού των υπηρεσιών του, αφού σημείωσε ότι ο κατηγορούμενος είναι έκτακτος εργάτης και οι υπηρεσίες του τερματίζονται στις 30.6.2021, Τεκμήριο Β. Αφού σημείωσε ότι ούτε τα €250 έλαβε για την μεταφορά των ναρκωτικών τα οποία θα λάμβανε με την εναποθέτηση τους σε συγκεκριμένο τόπο, την επιθυμία του να ενταχθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης στην Αγία Σκέπη για να μπορεί να ασκεί τα οικογενειακά του καθήκοντα και δη τα πατρικά του καθήκοντα, την κατάθλιψη που του επιφέρει η φυλάκιση ως υπόδικος και ότι δεν είναι μόνο αυτός που θα υποστεί τις συνέπειες της ποινής φυλάκισης, που εκλαμβάνει ότι θα επιβληθεί και για την οποία είπε δεν ζητεί την αναστολή της, αλλά και τα τέσσερα παιδιά του και η σύζυγος του και επίσης όπως μη ενεργοποιηθεί η ανασταλείσα ποινή φυλάκισης, ζήτησε όπως το Δικαστήριο επιδείξει κάθε δυνατή επιείκεια. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Το ύψος της προβλεπόμενης ποινής προδιαγράφει και την σοβαρότητα που θέλησε ο νομοθέτης να προσδώσει στο κάθε συγκεκριμένο έγκλημα και από την άλλη τον βαθμό προστασίας του έννομου αγαθού που προστατεύεται, στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής, βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248. Το στοιχείο αυτό, δηλαδή η ανώτερη προβλεπόμενη ποινή, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 ΑΑΔ 575, 580). Στην συγκεκριμένη υπό κρίση περίπτωση, ο νομοθέτης, διά μέσου της προβλεπόμενης μέγιστης ποινής της ισόβιας φυλάκισης στη Κατηγορία 2, προσδίδει άκρως μεγάλη σοβαρότητα αφού το έννομο αγαθό που προστατεύεται είναι η ίδια η κοινωνία, Saliba v. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 388. Η επιβολή της ποινής αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου. Απαιτείται εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και της εξατομίκευσης της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η προστασία της κοινωνίας, το οποίο επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. Η νομοθεσία προστατεύει τα αγαθά του πολίτη μέσω των Δικαστηρίων που αποτελούν τους φυσικούς φύλακες τούτων. Στην υπόθεση Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342, λέχθηκαν τα εξής: «Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, .. και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους». Το αδίκημα της Κατηγορίας 2 που διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι εξαιρετικά σοβαρό, γεγονός που αντανακλάται στην προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή, η οποία συνίσταται σε ποινή φυλάκισης δια βίου. Τα ναρκωτικά δυστυχώς έχουν εξαπλωθεί παντού. Ουδείς έχει την πολυτέλεια να αδιαφορεί μπροστά στο φαινόμενο. Αποτελούν τον σύγχρονο εφιάλτη κάθε γονέα και απειλούν το κάθε παιδί με τον όλεθρο και την καταστροφή. Μέχρι στιγμής η αντιμετώπιση αυτής της θανατηφόρας μάστιγας δεν έχει αποδώσει. Τα αδικήματα που σχετίζονται με τα ναρκωτικά δεν παρουσιάζουν σημεία κάμψης. Αντιθέτως βρίσκονται σε έξαρση, γεγονός που καθιστά αναγκαίο να επιβάλλονται αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές. Στην υπόθεση Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 240 ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου παρατηρεί τα εξής: «Η χρήση ναρκωτικών έχει όντως, προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις γεγονός που επιβάλλει κατά κανόνα, την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, όπως και πρόσφατα διαπιστώθηκε στην Παυλίδης κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 6161 και 6162, 15.7.1992». Στην υπόθεση Παγιαβλάς (ανωτέρω) γίνεται διάκριση μεταξύ εμπόρων και χρηστών ναρκωτικών. Στην περίπτωση των πρώτων, η ανάγκη για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι κατάλληλα κατάδηλη. Αποζούν από την διασπορά της καταστροφής. Η διάκριση όμως μεταξύ των δύο κατηγοριών παραβατών αμβλύνεται σε μεγάλο βαθμό αναλογιζόμενοι ότι είναι οι χρήστες που συντηρούν την εμπορεία ναρκωτικών. Χωρίς τους χρήστες δεν θα υπήρχε αγορά για τα ναρκωτικά. Η καταπολέμηση του κακού στη γένεσή του διέρχεται μέσα από την καταπολέμηση της κατανάλωσης ναρκωτικών. Έτσι και στην περίπτωση των χρηστών συντρέχουν ισχυροί λόγοι για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Ίδια είναι η αντιμετώπιση και ακόμη με πιο αυστηρή τιμωρία, από αυτή των χρηστών, των διακινητών και μεταφορέων ναρκωτικών, όπως ήταν στην υπό κρίση περίπτωση ο ρόλος του κατηγορουμένου, αφού ανέλαβε έναντι του ποσού των €250 να καταβάλει συγκεκριμένο ποσό που του έδωσε άλλο πρόσωπο σε ένα τρίτο πρόσωπο και να παραλάβει τη συγκεκριμένη ποσότητα ναρκωτικών και να τη μεταφέρει σε συγκεκριμένο χώρο που θα του έλεγαν, αδιαφορώντας ότι από τη διάθεση τους θα «δηλητηριάζονταν» αθώα άτομα και θα καθίσταντο υποχείρια των επιτήδειων εμπόρων που θα κερδοσκοπούσαν παράνομα από τον πόνο και τη δυστυχία που προκαλεί μια τέτοια εξάρτηση. Στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 577 λέχθηκαν τα εξής: «Η πείρα καταδείχνει ότι οι έμποροι ναρκωτικών συχνά επιλέγουν άτομα αδύναμα ή άτομα με ειδικά προβλήματα για τη μεταφορά ναρκωτικών. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών και προβλημάτων δεν μπορεί να επιδράσει κατά τρόπο που να εξασθενίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου». Τα πιο πάνω επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Marios v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 155/2014, ημερομηνίας 27.5.2015, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 165/2015, ημερομηνίας 22.1.2018. Η χρήση ναρκωτικών έχει ποικιλόμορφα χαρακτηρισθεί ως κοινωνική μάστιγα και ως νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας. Αποτελούν τα ναρκωτικά κίνδυνο, τόσο για την φυσική όσο και για την κοινωνική ευημερία του κοινού. Η έξαρση, η οποία παρατηρείται στη χρήση ναρκωτικών, καθιστά την αποτροπή κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό της φύσης της ποινής, γεγονός που καθιστά την φυλάκιση εμφανή επιλογή. Έχει νομολογιακά κριθεί ότι σε περίπτωση που το αδίκημα παρουσιάζει τέτοια συχνότητα ώστε να χαρακτηρίζεται ως κοινωνική μάστιγα, όπως στην περίπτωση των ναρκωτικών, οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου δεν έχουν τη βαρύτητα που θα μπορούσαν να έχουν σε άλλες περιπτώσεις. Δεν παραγνωρίζεται όμως και ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής. Στην υπόθεση Kablawi & Others v. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 494, τονίστηκε πως είναι καιρός όπως οι επιβαλλόμενες ποινές καταστούν αυστηρότερες για να δείχνουν τόσο την αποδοκιμασία όσο και την ενεργό συμμετοχή της δικαιοσύνης στον αγώνα που διεξάγεται σε παγκόσμια κλίμακα για την αντιμετώπιση της χρήσης ναρκωτικών. (Βλ. επίσης Hadanand v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 259 και Jokarbozorgi v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 726). Στην υπόθεση Redjep v. Δημοκρατίας
(2014)2 ΑΑΔ 217 κατόπιν παραδοχής των τριών κατηγορουμένων για κατοχή και για κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης βάρους 1358,10 γραμμαρίων, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 3 ½ ετών στον εφεσείοντα που ήταν ο ιθύνων νους. Στους άλλους δύο κατηγορούμενους, οι οποίοι δεν καταχώρησαν έφεση, επιβλήθηκαν μικρότερες ποινές, αφού θεωρήθηκε ότι αυτοί επιστρατεύτηκαν από τον εφεσείοντα, προφανώς ως άτομα ευάλωτα προερχόμενα από περιθωριακή και ασθενέστερη τάξη ανθρώπων. Συγκεκριμένα στον κατηγορούμενο 2 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών και στον κατηγορούμενο 3 ποινή φυλάκισης 3 ετών. Στην υπόθεση Ahmet κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 811, στην οποία οι εφεσείοντες δεν ήταν ο ιθύνων νους αλλά χωρίς τη συνδρομή τους δεν θα μπορούσε να υλοποιηθεί η εγκληματική ενέργεια, κατόπιν παραδοχής για κατοχή ποσότητας κάνναβης βάρους 947 γραμμαρίων περίπου με σκοπό την προμήθεια επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών. Και σε αυτή ειπώθηκε ότι η προηγούμενη νομολογία είναι ενδεικτική του μέτρου τιμωρίας παρόμοιων εγκλημάτων και των παραμέτρων που καθορίζουν την ποινή, χωρίς βέβαια να έχει δεσμευτικό χαρακτήρα. Στην υπόθεση Κυριάκου ν. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 746 κατόπιν παραδοχής για το ίδιο ως άνω αδίκημα όπου η κάνναβης ήταν βάρους σχεδόν 700 γραμμαρίων η ποινή μειώθηκε από 6 σε 5 έτη. Στην υπόθεση Ευρυπίδου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 187/2013, ημερομηνίας 22.5.2014 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 5 ετών για το αδίκημα της κατοχής σχεδόν 3 κιλών κάνναβης με σκοπό την προμήθεια. Στην υπόθεση Ανδρέου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 163/2015, ημερομηνίας 11.7.2016 για το αδίκημα της κατοχής 996.8 γραμμάρια κάνναβης με σκοπό την προμήθεια, η ποινή των 4½ ετών που επιβλήθηκε πρωτόδικα μειώθηκε σε 3½ έτη λόγω της σοβαρότατης ασθένειας που υπέφερε ο κατηγορούμενος η οποία τον οδήγησε και στη χρήση των ναρκωτικών για τη μείωση των φρικτών πόνων που είχε, καθώς και λόγω της ευάλωτου της ψυχοσύνθεσης του. Στην υπόθεση Αντωνίου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 44/2015, ημερομηνίας 16.9.2016 για κατοχή κάνναβης 993,4 γραμμαρίων με μία προηγούμενη καταδίκη επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 3½ ετών. Στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123 αναφέρθηκαν τα κατωτέρω: «Οι προηγούμενες υποθέσεις δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση. Ο λόγος γι' αυτό είναι ότι, παρόλο που μπορεί να παρουσιάζουν ένα ή περισσότερα κοινά χαρακτηριστικά εντούτοις, συχνά, δεν υπάρχει η ταυτοσημία στο βαθμό που θα ήταν σωστό να προοιωνίζεται η ίδια ποινή για κατοπινές υποθέσεις. Η μεγαλύτερη ίσως χρησιμότητα του δικαστικού προηγούμενου στον τομέα αυτό έγκειται στον εντοπισμό των περιστάσεων που θεωρήθηκαν ως ελαφρυντικές ή επιβαρυντικές.» Στην υπόθεση L.C.A. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 116/20, ημερομηνίας. 17.3.2015: «Παρόλον που ουδέποτε κατά την επιμέτρηση της ποινής είναι δυνατόν να αντληθεί άμεση βοήθεια από προηγούμενες αποφάσεις λόγω των ιδιαίτερων γεγονότων της κάθε υπόθεσης .» Στην υπόθεση Πόλεος ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 141/2016, ημερομηνίας 2.6.2017 αφού αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές είναι καθοδηγητικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως δεσμευτικό χαρακτήρα και τούτο διότι η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη: Δέστε, Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 1», επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών για το αδίκημα της κατοχής κάνναβης βάρους σχεδόν 2 κιλών με σκοπό την προμήθεια. Στην υπόθεση Χαραλάμπους κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 127/2019 και 130/2019, ημερομηνίας 10.3.2021 αναφέρθηκαν τα εξής: «Οι αποφάσεις και οι ποινές που επιβάλλονται σε παρόμοιας φύσεως υποθέσεις, λαμβάνονται βέβαια υπόψη, επειδή δεν είναι επιθυμητή η ανομοιομορφία στη μεταχείριση αδικοπραγούντων. Όπως, όμως, τονίστηκε στην υπόθεση Al-Awar κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160, με τις ποινές που επιβάλλονται δεν καθορίζεται, με οποιοδήποτε τρόπο, μια στατική διατίμηση. Οι προηγούμενες ποινές και η προσέγγιση των Δικαστηρίων στο πρόσφατο και απώτερο παρελθόν είναι ενδεικτικές του τρόπου αντιμετώπισης των υποθέσεων κατά το χρόνο διάπραξης τους. Όπως χαρακτηριστικά επισημάνθηκε στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1: «Προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αυτός δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη.» Όπως δε επαναλήφθηκε στην υπόθεση Valdez κ.ά v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. αρ. 144/2016, σχετ. με ECLI:CY:AD:2017:B57, ECLI:CY:AD:2017:B57, Ποιν. Έφ. αρ. 145/2016, ημερ. 21/2/2017, προηγούμενες αποφάσεις για θέμα ποινής δεν ενέχουν δεσμευτικό χαρακτήρα προηγούμενου αλλά παρέχουν, απλώς, ένδειξη της ποινικής αντιμετώπισης, εφόσον καμία υπόθεση δεν μπορεί να είναι ακριβώς όπως μια άλλη. Οι αποφάσεις στις οποίες το Κακουργιοδικείο αναφέρθηκε είναι, συνεπώς, ενδεικτικές.» Η τιμωρία δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά μέτρο άμυνας έναντι παραβιάσεων του δικαίου και υπονόμευσης των αρχών του, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ιωάννου
(1999)2 ΑΑΔ 603. Η ανάγκη προστασίας ποικίλλει, ανάλογα με τη σοβαρότητα του εγκλήματος όπως υποδείχθηκε στην απόφαση Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342 «... το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους.». ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ Σίγουρα κατά την επιμέτρηση της ποινής, όσο σοβαρές και αν είναι οι κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος, τα δικαστήρια έχουν καθήκον να προβαίνουν στη διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής, ούτως ώστε, η ποινή που θα επιβληθεί να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα των αδικημάτων, αλλά και των αντικειμενικών συνθηκών που περιβάλλουν την διάπραξη των αδικημάτων αυτών, καθώς επίσης και με τις προσωπικές περιστάσεις του ιδίου του κατηγορουμένου, βλ. Θεολόγου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 82/2014, ημερομηνίας 30.10.2014. Όμως από την άλλη, η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν μπορεί να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας των αδικημάτων, ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι απόδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα, βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224 και Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 224. Λαμβάνουμε υπόψη ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 34 ετών, έγγαμος με 4 παιδιά, δύο αγόρια και δύο κορίτσια ηλικίας 9, 7½ , 6 ½ και 2 ½ ετών και διαμένουν σε οικία η οποία ανήκει στους γονείς της συζύγου του. Η σύζυγος του εργάζεται ως καθαρίστρια και ο ίδιος, πριν τη σύλληψη και ακολούθως να τεθεί υπό κράτηση, εργαζόταν ως έκτακτος υπάλληλος στο Δήμο Λεμεσού, ενώ προηγουμένως είχε εργασθεί σε εστιατόρια και μετά από τρία χρόνια ανεργίας στην εταιρεία Καποδίστριας. Δεν έχει ακίνητη ιδιοκτησία, έχει ένα αυτοκίνητο μικρής αξίας και δεν διαθέτει αποταμιεύσεις. Η οικογένεια του πλέον δεν έχει τη δική του οικονομική υποστήριξη από το μισθό που λάμβανε ως εργαζόμενος στο Δήμο Λεμεσού και η μόνη βοήθεια που έχει είναι το ποσό των €580 που παρέχεται στη σύζυγο του ως πολύτεκνη οικογένεια. Φοίτησε τρεις φορές στην Α΄ Λυκείου και στη συνέχεια υπηρέτησε 6 μήνες στην Εθνική Φρουρά λόγω προβλήματος που δημιουργήθηκε στο πρόσωπο του μετά από κτύπημα. Σημειώνουμε ότι οι γονείς του δεν εργάζονται και λαμβάνουν μηνιαίο επίδομα, ενώ η μητέρα παρουσίασε καρκίνο. Έχει άλλα τρία αδέλφια με τα οποία οι σχέσεις του δεν είναι ιδιαίτερα καλές και γενικά είναι απόμακρος από την οικογένεια του. Λαμβάνουμε υπόψη το είδος, την ποσότητα και το σκοπό για τον οποίο κατέχονταν τα ναρκωτικά από τον κατηγορούμενο, στοιχεία τα οποία είναι μεταξύ των σοβαρών παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της ποινής, βλ. SIKAF v. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ
  1. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν πρόκειται για σκληρά ναρκωτικά όπως η κοκαΐνη και η ηρωίνη και η ποσότητα είναι σχεδόν 1 κιλό κάνναβη, ενώ βέβαια, εκ των γεγονότων που αναφέρθηκαν ανωτέρω και της ποσότητας, ο σκοπός ήταν η προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα με σκοπό να εξασφαλίσει χρήματα για να ικανοποιήσει τον εθισμό του δεν αποτελεί ελαφρυντικό, McInerney [2003] 1 Cr. App. R. 627 και Lawrence [1988] 10 Cr. App. R. (S)
  2. Σχετικά με την προηγούμενη καταδίκη του κατηγορούμενου στην υπόθεση αρ. 20586/2019 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερομηνία καταδίκης 12.6.20, στην οποία λήφθηκε υπόψη και η υπόθεση αρ. 21770/2019 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, στην οποία επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 5 μηνών με τριετή αναστολή, η αντιμετώπιση της στα πλαίσια της ποινής που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτή έχει καθοριστεί από τη νομολογία Στην υπόθεση Παναγιώτου (Αντάρτη) ν. Δημοκρατία
(1997)2 ΑΑΔ 138 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αποτελεί θέση της νομολογίας μας ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν πρέπει να δικαιολογούν επιβολή ποινής τέτοιας ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι τιμωρείται για δεύτερη φορά ένας παραβάτης. Ωστόσο είναι δυνατό η προηγούμενη εγκληματική συμπεριφορά να επηρεάσει το βαθμό επιείκειας που το δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να επιδείξει (βλ. Κυπριανίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 246, 250, 251, Περικλέους ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 5977/22.2.96). Περαιτέρω έχει νομολογηθεί ότι οι προηγούμενες καταδίκες είναι στοιχείο το οποίο έχει σημασία και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο στην επιμέτρηση της ποινής γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης και του σεβασμού του κατηγορουμένου προς τους Νόμους της Πολιτείας (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ματθαίου Άλλως Μαλέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, 8, 9, Stratos and Another v. Police 17 C.L.R. 73 και Χατζηνικολάου ν. Αστυνομίας
(1976)2 Α.Α.Δ. 63). Στην υπόθεση Περικλέους ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 397 ειπώθηκαν τα εξής: «Ό,τι είναι λυπηρό αλλά και ανησυχητικό είναι ότι οι προηγούμενες καταδίκες του εφεσείοντος και η, συν αυτές, τιμωρία του δεν είχαν ανασταλτική επίδραση στη ροπή του στο έγκλημα προς επίλυση των προβλημάτων του.» Στην υπόθεση Κλεοβούλου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 7/2017, ημερομηνίας 26.9.2018 αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «.. Βέβαια η αναφορά σε προηγούμενες καταδίκες δεν έχει την έννοια ότι ένας κατηγορούμενος τιμωρείται για δεύτερη φορά. Η προηγούμενη όμως εγκληματική συμπεριφορά, αφενός επηρεάζει το βαθμό επιείκειας που το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να επιδείξει και, αφετέρου αποτελεί ένδειξη της όλης στάσης και της έλλειψης σεβασμού του κατηγορούμενου έναντι του νόμου (Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ.138, Περικλέους ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ.397). Ίδια ήταν η αντιμετώπιση και στις υποθέσεις Τζιαμά ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 17/2017, ημερομηνίας 18.12.2017, Αποστόλου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 196/2018, ημερομηνίας 4.4.2019, Farooq κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 165/2018 (Σχ. με 166/2019, 169/2018, 170/2018), ημερομηνίας 7.9.2020, Κυριάκου κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 12/2019 και 13/2019, ημερομηνίας 7.9.2020, Δημητρίου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 105/20, ημερομηνίας 25.2.2021 Έτσι, την προηγούμενη καταδίκη του στην υπόθεση που αναφέρθηκε ανωτέρω, για χρήση ναρκωτικών, στην οποία λήφθηκε υπόψη άλλη μια υπόθεση χρήσης ναρκωτικών, την λαμβάνουμε υπόψη μόνο ως προς την ένδειξη της στάσης του και την έλλειψη σεβασμού προς τους Νόμους του Κράτους. Ένας άλλος μετριαστικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη είναι η προσπάθεια του χρήστη να απεγκλωβιστεί από τον εθισμό του. Η προσπάθεια αυτή ως δεικνύει η νομολογία πρέπει να ανταμείβεται ανάλογα, αφού με την απεξάρτηση θα εκλείψει και η ανάγκη διάπραξης αδικημάτων προς εξασφάλιση της δόσης του χρήστη (Βλ. Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 148, Καρακάννας ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 463 και Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 89). Στα πλαίσια της πιο πάνω νομολογίας, λαμβάνουμε επίσης υπόψη ότι σε ηλικία 18 ετών άρχισε τη χρήση ουσιών, αλλά όπως ανέφερε, τον τελευταίο καιρό, δηλαδή από την σύλληψη και υπό κράτηση του και μετά όπως διευκρίνισε ο συνήγορος του, είναι καθαρός και επιθυμεί να ενταχθεί στο κλειστό πρόγραμμα Αγίας Σκέπης. Είναι νομολογημένο ότι τα ψυχολογικά και παθολογικά προβλήματα υγείας είναι δυνατό να θεωρηθούν ως παράγοντας που πρέπει να συνυπολογίζεται κατά την επιβολή της ποινής (Μιχάλης Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 430), αλλά αυτά θα πρέπει να αξιολογούνται μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο των περιστατικών της υπόθεσης και έχοντας κατά νου και το μέγεθος της εγκληματικής ενέργειας (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χριστάκη Αναστασίου
(2005)2 ΑΑΔ 125). Βλέπε επίσης υποθέσεις Psyllas v. Police
(1979)2 CLR 224, Barhouch v. Δημοκρατίας
(1987)2 CLR 245, Aoun v. Republic
(1987)2 CLR 208, Zeway v. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 384, El-Beyrouty & Others ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 543, El-Disi ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 536, Landau v. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 178, Αντώνης Λαζάρου ν. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 129, Κουφού ν. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 391, Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 14, Γεωργίου άλλως Κακή ν. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 162, Chokami v. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 189, Καρυόλαιμου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 437, Khalil v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 315, Hadavand v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 359 και El Kara v. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 239. Ιδιαίτερα δε λαμβάνουμε υπόψη ως μέρος των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου, βλέπε Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224, ότι παρακολουθείτο από τις 11.10.2019 μέχρι τη σύλληψη του, από ψυχίατρο και λάμβανε θεραπευτική αγωγή με τη βοήθεια της συζύγου του, ότι πρόκειται για άτομο με αρκετές διαταραχές προσωπικότητας που όταν κάνει κατάχρηση ουσιών παρουσιάζει ψυχωτικές εκδηλώσεις. Είμαστε δε σίγουροι ότι, αφού το ζητήσει ο κατηγορούμενος, οι Αρχές των Κεντρικών Φυλακών θα του παρέχουν κάθε δυνατή βοήθεια στην κατεύθυνση που εισηγείται ο ψυχίατρος που τον παρακολουθεί. Ακόμη λαμβάνουμε υπόψη τις επιπτώσεις που θα έχει μια πολύχρονη ποινή φυλάκισης στα παιδιά του και στη σύζυγο του, αφού στην υπόθεση Ξυδάς ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 817 αναφέρθηκε ότι μια πολυετής φυλάκιση, δεν ευνοεί την ομαλή επανένταξη του καταδικασθέντος, αλλά καθίσταται επώδυνη και για την οικογένεια του και οτιδήποτε άλλο λέχθηκε από τον συνήγορο του σχετικά με τις προσωπικές, οικογενειακές, οικονομικές και άλλες περιστάσεις του. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη, τη συνεργασία που επέδειξε με την Αστυνομία μετά που ανεβρέθηκαν τα ναρκωτικά και την παραδοχή του στην Αστυνομία (Voniatis v. The Republic
(1971)2 CLR 203). Την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Χαρτούμπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28, λέχθηκε πως η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μη σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Η αντιμετώπιση αυτή δεν είναι πάντα απόλυτη και καθολική, αλλά εξετάζεται στα πλαίσια των γεγονότων της κάθε υπόθεσης (Βλ. Chafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442. Έτσι όταν ένας συλλαμβάνεται ουσιαστικά επ΄ αυτοφώρω μειώνεται σημαντικά ο μετριαστικός παράγοντας της παραδοχής (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Μονιάτη
(2000)2 ΑΑΔ 553 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζανέττου
(2001)2 ΑΑΔ 438. Επίσης σε υπόθεση ναρκωτικών δεν πρέπει να υπερτιμάται το στοιχείο της παραδοχής (Βλ. Firat v. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 402). Στην υπόθεση Χαραλάμπους κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 127/2019 και 130/2019, ημερομηνίας 10.3.2021, ειπώθηκαν τα κατωτέρω: «Η παραδοχή ενός κατηγορουμένου, ακόμη και σε περιπτώσεις αυτόφωρου αδικήματος, είναι πάντα καλοδεχούμενη και προσμετρά ως απτό στοιχείο μεταμέλειας, όπως έχει υπογραμμιστεί και στην υπόθεση Βασιλείου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:ΑD:2015:B428, ECLI:CY:AD:2015:B428, Ποιν. Έφ. Αρ. 110/2014, ημερ. 15/6/2015. Στην ΧΧΧ Ανδρέου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 163/2015, ημερ. 11/7/2016, τονίστηκε ότι, «Η παραδοχή είναι ο μόνος απτός τρόπος για να μεταφερθεί στο δικαστήριο η μεταμέλεια ενός κατηγορουμένου και αυτό έχει δεσπόζουσα σημασία στην επιμέτρησης της ποινής». Τη μεταμέλεια του και την μετάνοια του η οποία εξάγεται από την συνεργασία και παραδοχή του στην αστυνομία όπως και την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο. Τις ελαφρυντικές περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων όπως αυτές τις εξέθεσε ο συνήγορος του και όπως επίσης αυτές συμπεριλαμβάνονται στις ελαφρυντικές περιστάσεις που καταγράφονται στο άρθρο 30
(4)(β)(i)(iv)(v)(vi), ως προς το είδος και (vii) του Ν.29/77. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και ότι από τις 13.3.2021 βρίσκεται υπό σύλληψη και ακολούθως υπό κράτηση και σ΄ αυτό το χρονικό διάστημα εκ των πραγμάτων δεν έκανε χρήση ναρκωτικών και οιονδήποτε άλλο στοιχείο έστω και αν δεν αναφέρεται ειδικά, αλλά από την άλλη την σοβαρότητα των αδικημάτων, το συμφέρον και την ανάγκη διαφύλαξης της έννομης τάξης, κρίνουμε ότι η ποινή της φυλάκισης στις κατηγορίες είναι αναπόφευκτη. Αφού συνυπολογίσαμε και σταθμίσαμε όλους τους σχετικούς παράγοντες που βρίσκονται ενώπιον μας, ως άνω, δείχνοντας κάθε δυνατή και μέγιστη επιείκεια επιβάλλεται στον κατηγορούμενο στην Κατηγορία 2 ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών. ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΠΟΙΝΗΣ ΦΥΛΑΚΙΣΗΣ Το Δικαστήριο ενόψει της ποινής που επιβλήθηκε θα εξετάσει καθηκόντως το θέμα αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, έστω και αν ο συνήγορος του κατηγορουμένου δεν έκανε τέτοια εισήγηση. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του περί της Υφ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Ν.95/72 με τον τροποποιητικό Ν.186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου.» Χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τις υποθέσεις Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323, Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327, καθώς και από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπ' όψιν το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Στην υπόθεση Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, αφού αναφέρθηκε ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου θα μπορούσαν να συνηγορήσουν υπέρ της αναστολής της ποινής, αναφέρθηκε ότι το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί να δοθεί στον κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Λέχθηκαν επίσης τα εξής: «Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Αποφασίστηκε ότι η επιείκεια του Δικαστηρίου για βαριά σωματική βλάβη με πυροβολισμούς είχε εξαντληθεί στο ύψος της επιβληθείσας ποινής, τυχόν δε αναστολή θα έδιδε λανθασμένα μηνύματα για αυτού του είδους τη συμπεριφορά. Στη υπόθεση Αργυρίδης κ.ά v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449, ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Η καταλληλότητα της περίπτωσης εξετάζεται πρώτα βεβαίως σε συνάρτηση με το αν η ποινή εμπίπτει στα πλαίσια που ο Νόμος ορίζει, και σαφώς οι ποινές αυτές εμπίπτουν στα πλαίσια εκείνα ώστε να μπορούσε να είχε δοθεί η αναστολή αν ήταν πρέπουσα περίπτωση. Το Δικαστήριο φαίνεται όμως να περιόρισε εαυτό στο αποτρεπτικό, όπως το ίδιο ανέφερε, της ποινής που θα έπρεπε να επιβληθεί, επεκτείνοντας αυτό και στο γεγονός της αναστολής. Πέραν τούτου, περιόρισε εαυτό και όσον αφορά τη σημασία των ελαφρυντικών παραγόντων, και δη του νεαρού της ηλικίας, του λευκού ποινικού μητρώου και της δεδομένης, όπως το ίδιο διαπίστωσε, έμπρακτης μεταμέλειας. Θεώρησε δηλαδή ότι αυτοί οι παράγοντες ναι μεν είχαν σημασία ως προς τον καθορισμό της έκτασης της ποινής φυλάκισης αλλά δεν μπορούσαν να αλλάξουν τα δεδομένα της υπόθεσης στα πλαίσια της εξέτασης του θέματος αναστολής. Όμως ο ίδιος ο Νόμος του 2003, τροποποιώντας τον παλαιό Νόμο, αλλά και επιφέροντας ουσιαστικά αλλαγή στην καθιερωθείσα νομολογία η οποία έχει βασιστεί στον παλαιότερο Νόμο, θέλησε να εκφράσει τη θέση του Νομοθέτη ότι τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπ' όψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής. Θέλησε δηλαδή ο Νομοθέτης να δώσει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να δει αν η αναστολή θα δικαιολογείτο από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά δεδομένα του κάθε κατηγορούμενου, ορίζοντας ταύτα ως κατευθυντήριες γραμμές και μη περιορίζοντας το θέμα της αναστολής της επιβληθείσας ποινής στα κριτήρια που θα έπρεπε να υπάρχουν σύμφωνα με την παλαιότερη αντίληψη και δη μη περιορίζοντας την ευχέρεια του Δικαστηρίου να εξετάσει παράγοντες οι οποίοι μπορεί να έχουν σημασία και ως προς την αναστολή.» Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στις πιο πρόσφατες υποθέσεις Γεωργίου κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 27/16 ημερομηνίας 19.7.16 και Παπαπαντελή v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 11/16, ημερομηνίας 17.10.16. Στην υπόθεση Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποινική Έφεση Αρ. 92/2017 (σχ. Με 93/2017), ημερομηνίας 19.7.2019, απορρίπτοντας την έφεση που αφορούσε την αναστολή της ποινής αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Ο περί της Υφ΄ Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμος του 1972, Ν.95/1972, θεσπίστηκε έτσι ώστε να προσφέρεται η δυνατότητα διεύρυνσης του περιθωρίου επιείκειας προς ένα πρόσωπο με απόφαση για αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Ο εν λόγω Νόμος τροποποιήθηκε αρχικά με το Ν.41(Ι)/1997, ο οποίος περιόρισε σε μεγάλο βαθμό τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να διατάξει αναστολή της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης, ακολούθως, όμως, τροποποιήθηκε με το Ν.186(Ι)/2003, ώστε να παρέχεται στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια αναστολής, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου. Το θέμα της αναστολής παραμένει πρωτίστως εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Στα πλαίσια αυτά, το Δικαστήριο οφείλει να συνυπολογίσει όλους τους παράγοντες, έχοντας υπόψη την εγκληματική συμπεριφορά του αδικοπραγούντος από τη μια και τις προσωπικές του περιστάσεις από την άλλη. Η ευχέρεια που παρέχει ο Νόμος για αναστολή εκτέλεσης της ποινής είναι ευρεία, με το εκδικάζον Δικαστήριο να έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής (Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930), περιλαμβανομένης της επιλογής για αναστολή της εκτέλεσής της. Το Εφετείο δεν επεμβαίνει, εκτός αν αυτό έχει υποπέσει σε λανθασμένη κρίση στη βάση της λογικής και των καθιερωμένων αρχών της νομολογίας, (Δημοκρατίας ν. Παναγιώτη Κυριάκου Ποιν. Έφ. 168/2016, ημερομηνίας 19.4.2018, Κ.Π. ν. Αστυνομίας ECLI:CY:AD:2014:B426, ECLI:CY:AD:2014:B426, Ποιν. Εφ. 207/13, ημερομηνίας 25.6.2014) Το πρωτόδικο Δικαστήριο, μετά που αποφάσισε να επιβάλει στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης δύο ετών, έλαβε υπόψη κάθε σχετικό παράγοντα σε μία εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης των αδικημάτων και των προσωπικών του συνθηκών. Στα πλαίσια αυτά έκρινε ότι η ηλικία του εφεσείοντα, το λευκό του ποινικό μητρώο, η κατάσταση της υγείας του, καθώς και οι δυσμενείς επιπτώσεις στην οικογένεια και τα παιδιά του, το γεγονός ότι η επιβολή ποινή φυλάκισης θα έχει ως συνέπεια την απόλυση από την εργασία του και τον πρότερο έντιμο βίο του στην ΥΚΑΝ, δικαιολογείτο να του παραχωρηθεί μία δεύτερη ευκαιρία. Οι επιπτώσεις στην οικογένεια του δράστη δεν είναι άνευ σημασίας. Ο αντίκτυπος της καταδίκης, πέραν της ψυχολογικής αστάθειας που φυσιολογικά επέρχεται στη συνοχή της οικογένειας και των μελών της, εδώ είχε και πρακτικό αποτέλεσμα που επηρέασε ανεπανόρθωτα τη θυγατέρα του, φοιτήτρια ιατρικής και, μάλιστα, σε προχωρημένο έτος, η οποία αναγκάστηκε να διακόψει τις περαιτέρω σπουδές της. Στο στάδιο αυτό το Εφετείο καλείται να επανεξετάσει την ορθότητα της αναστολής της ποινής όπου όλες οι περιστάσεις της υποθέσεις και οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου επαναξιολογούνται. Σε αυτά τα πλαίσια δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι ο χρόνος που διέρρευσε από την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης μέχρι σήμερα, είχε ως αποτέλεσμα την επιδείνωση των οικογενειακών και προσωπικών συνθηκών του εφεσιβλήτου. Το στοιχείο αυτό έχει τη δική του επίδραση στο στάδιο αυτό, επί του ζητήματος της αναστολής. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ότι, υπό τις περιστάσεις, η επιλογή του Δικαστηρίου να προχωρήσει με αναστολή της ποινής δεν ήταν εσφαλμένη. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε το ευεργέτημα να βιώσει την όλη υπόθεση, από την αρχή μέχρι το τέλος. Είχε δει και κρίνει τον εφεσείοντα καθόλη τη διάρκεια της δίκης. Θεώρησε ότι έπρεπε να δοθεί δεύτερη ευκαιρία, όχι από την άποψη της επιλογής της ποινής, αλλά της έκτισής της. Έκρινε, με άλλα λόγια, ότι η τιμωρία των δύο ετών φυλάκισης, με όλες τις συνέπειες, ήταν επαρκής για το συγκεκριμένο κατηγορούμενο και δεν χρειαζόταν η άμεση έκτισή της. Ήταν μία επιτρεπόμενη οριακά επιλογή στην οποία δεν εμφιλοχώρησε οποιοδήποτε λάθος αρχής.» Έχοντας υπόψη όλες τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, όπως αυτές εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και συμφώνησε η υπεράσπιση, τις οποίες το Δικαστήριο ανέλυσε ανωτέρω και έλαβε υπόψη στον καθορισμό της ποινής, καθώς και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου όπως αυτές εκτέθηκαν από τον συνήγορο του κατηγορουμένου και οι οποίες εν πολλοίς περιέχονται στην έκθεση κοινωνικής έρευνας που υιοθέτησε ο συνήγορος υπεράσπισης και δεν χρειάζεται να εκτεθούν αφού κι αυτές καταγράφονται ανωτέρω και οι οποίες λήφθηκαν υπόψη στον καθορισμό της ποινής, κρίνουμε ότι η επιείκεια εξαντλήθηκε στο ύψος της ποινής και ότι ούτε οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων ούτε οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι τέτοιες ώστε να δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της ποινής της φυλάκισης. Τυχόν αναστολή της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης σε τέτοιο σοβαρό αδίκημα όπως αυτό της Κατηγορίας 2, για το οποίο προνοείται ποινή ισόβιας φυλάκισης, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και υπό τις συγκεκριμένες προσωπικές περιστάσεις, θα έστελλε λανθασμένα μηνύματα. Σε ό,τι αφορά το χρόνο που αρχίζει η ποινή και το χρόνο που βρίσκεται υπό κράτηση ο κατηγορούμενος, στην υπόθεση Παυλίδη κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 220, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Μας φαίνεται ότι η διαταγή που ορίζει ότι η ποινή στην κάθε περίπτωση αρχίζει από ημερομηνία προγενέστερη, βρίσκεται σε αντίθεση με τη ρητή πρόνοια στο άρθρο 117
(1)σύμφωνα με την οποία η έκτιση της ποινής αρχίζει από την ημέρα που καταγνώστηκε. Η όποια μείωση, ανάλογα με την περίοδο προφυλάκισης, δεν επέρχεται με την έναρξη της ποινής ενωρίτερα αλλά με την αφαίρεση της σχετικής περιόδου από το τέλος. Θα πρέπει λοιπόν να το εκλάβουμε, εν όψει της κατηγορηματικής χρονικής σηματοδότησης που περιέχεται στο άρθρο 117
(1), ότι οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης άρχισαν από τις 29 Απριλίου 1996 και όχι ενωρίτερα. Κατόπιν τούτου δεν νομίζουμε πως θα ήταν ορθό να υποθέσουμε ότι η εν λόγω διαταγή προοριζόταν να ρυθμίσει το ζήτημα μείωσης της ποινής με αναφορά προς μόνο μέρος της περιόδου προφυλάκισης έτσι ώστε να εκληφθεί ως αποκλείουσα τη μείωση για την προηγούμενη περίοδο. Η νομοθετική πρόνοια για μείωση επενεργεί αυτόματα και εκτοπίζεται μόνο από σαφή διαταγή που στοχευμένα αναφέρεται στο ζήτημα. Ελλείπει εν προκειμένω τέτοια διαταγή. Συνεπώς, το άρθρο 117
(1)λειτουργεί προς μείωση των επιβληθεισών ποινών, ίση με το σύνολο του χρόνου προφυλάκισης.» Η ποινή φυλάκισης 2½ ετών σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος βρίσκεται σε προφυλάκιση. ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΗΣΗ ΑΝΑΣΤΑΛΕΙΣΑΣ ΠΟΙΝΗΣ ΦΥΛΑΚΙΣΗΣ Ενεργοποίηση ανασταλείσας ποινής πεντάμηνης φυλάκισης για την υπόθεση αρ. 21777/2019 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερομηνίας 12.6.2020. Στο άρθρο 4 του Νόμου 95/72 ως ετροποποιήθηκε προνοούνται τα ακόλουθα: 4.-
(1)Οσάκις, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, πρόσωπο διέπραξε αδίκημα τιμωρούμενον διά φυλακίσεως και είτε κατεδικάσθη υπό Δικαστηρίου όπερ δυνάμει του εδαφίου
(4)κέκτηται αρμοδιότητα να λάβη μέτρα εν σχέσει προς την ανασταλείσαν ποινήν είτε μεταγενεστέρως εμφανίζεται ή προσάγεται ενώπιον τοιούτου Δικαστηρίου, τότε, εκτός εάν εν τω μεταξύ η ποινή έχει εκτελεσθή, το Δικαστήριον εξετάζει την υπόθεσιν του και λαμβάνει εν των ακολούθων μέτρων- (α) διατάσσει την εκτέλεσιν της ποινής δι' ην περίοδον αύτη επεβλήθη· (β) διατάσσει την εκτέλεσιν της ποινής διά περίοδον μικροτέραν εκείνης ήτις επεβλήθη· (γ) διατάσσει την τροποποίησιν του αρχικού διατάγματος διά της αντικαταστάσεως της εν αυτώ οριζομένης περιόδου διά περιόδου μη υπερβαινούσης τα δύο έτη από της ημέρας της τοιαύτης τροποποιήσεως· (δ) ουδέν μέτρον λαμβάνει εν σχέσει προς την ανασταλείσαν ποινήν, και το Δικαστήριον εκδίδει διάταγμα δυνάμει της παραγράφου (α) του παρόντος εδαφίου εκτός εάν είναι της γνώμης ότι τούτο θα ήτο άδικον λαμβανομένων υπ' όψιν απασών των περιστάσεων αίτινες εμεσολάβησαν από της αναστολής της ποινής και των περιστάσεων υφ' ας ετελέσθη το νέον αδίκημα, και εν τοιαύτη περιπτώσει το Δικαστήριον εν τη αποφάσει αυτού αναφέρει τους λόγους της τοιαύτης ενεργείας του.
(2)Οσάκις το Δικαστήριον διατάσση ότι η ανασταλείσα ποινή δέον να εκτελεσθή, μετά ή άνευ τροποποιήσεως της αρχικής αυτής περιόδου, το Δικαστήριον δύναται να διατάξη όπως η εκτέλεσις χωρήση αμέσως ή όπως η περίοδος της φυλακίσεως αρχίση μετά την έκτισιν της ποινής της επιβληθείσης υπό του αυτού ή ετέρου Δικαστηρίου.
(3)Διά τους σκοπούς των διατάξεων του περί της Ποινικής Δικονομίας Νόμου ή οιουδήποτε ετέρου Νόμου χορηγούντος δικαίωμα εφέσεως εις ποινικήν υπόθεσιν, οιονδήποτε διάταγμα δυνάμει του παρόντος άρθρου θα θεωρήται ως καταδίκη επιβληθείσα υπό του Δικαστηρίου τούτου διά το αδίκημα δι' ο επεβλήθη η ανασταλείσα ποινή.
(4)Διά τους σκοπούς του παρόντος άρθρου- "Δικαστήριον" σημαίνει κακουργιοδικείον ή επαρχιακόν Δικαστήριον ενώπιον του οποίου ο καταδικασθείς προσάγεται ή εμφανίζεται: Νοείται ότι εν η περιπτώσει η ανασταλείσα ποινή επεβλήθη υπό κακουργιοδικείου ο καταδικασθείς παραπέμπεται υπό του Επαρχιακού Δικαστηρίου εις το κακουργιοδικείον της επαρχίας ένθα υπεβλήθη η ανασταλείσα ποινή ή έτερον κακουργιοδικείον εάν το Επαρχιακόν Δικαστήριον κρίνη τούτο εύλογον και δίκαιον εφ' όσον διά της παραπομπής ταύτης τα συμφέροντα του καταδικασθέντος δεν παραβλάπονται.» Επομένως σύμφωνα με τα πιο πάνω, όταν ο κατηγορούμενος διαπράξει αδίκημα ενώ βρίσκεται σε ισχύ διάταγμα αναστολής προηγούμενης ποινής φυλάκισης το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει ποια μέτρα θα λάβει σε σχέση με την ποινή που είχε ανασταλεί (βλ. άρθρο 4 εδάφιο 1 του Νόμου 95/72 ως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 41(Ι)/97). Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 443 στη σελίδα 452 λέχθηκε ότι, το Δικαστήριο πρώτα εκδίδει την ετυμηγορία ενοχής για το δεύτερο αδίκημα που διαπράχθηκε μέσα στην περίοδο αναστολής. Σε δεύτερο στάδιο επιβάλλει ποινή για το αδίκημα το οποίο εκδικάζει. Σε τρίτο στάδιο εξετάζει όλα τα περιστατικά και ασκεί την εξουσία του δυνάμει του άρθρου 4, εδάφιο 1 του Νόμου 95/72 ως έχει τροποποιηθεί, Νόμοι 71(Ι)/97 και 186(Ι)/03, και τότε αποφασίζει αν θα ενεργοποιήσει ολόκληρη την ποινή ή μικρότερη ποινή, ή αν θα διατάξει τροποποίηση του αρχικού διατάγματος ή αν δεν θα λάβει κανένα μέτρο. Θεωρήθηκε επίσης στην εν λόγω υπόθεση ότι, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 4, το Δικαστήριο δεν δύναται να ασκήσει εξουσία με βάση το άρθρο τούτο, εκτός εάν μέσα στην περίοδο της αναστολής εκδώσει ετυμηγορία ενοχής του κατηγορούμενου για το αδίκημα το οποίο εκδικάζει και επιβάλει ποινή φυλάκισης γι΄ αυτό. Δεν υιοθετήθηκε η θέση όπου επιβλήθηκε ποινή προστίμου στο δεύτερο αδίκημα και ενεργοποιήθηκε ποινή φυλάκισης με αναστολή. Το Δικαστήριο επομένως, σύμφωνα με τα προλεχθέντα, μπορεί να διατάξει την εκτέλεση της ανασταλείσας ποινής για την περίοδο για την οποία επιβλήθηκε ή για μικρότερη περίοδο, την τροποποίηση του αρχικού διατάγματος όσον αφορά την περίοδο εφαρμογής του διατάγματος για αναστολή ή να μη λάβει κανένα μέτρο σε σχέση με την ανασταλείσα ποινή. Στην υπόθεση Λουκά ν. Αστυνομίας
(1986)2 ΑΑΔ 141 λέχθηκε ότι όταν γίνεται παράβαση όρων της αναστολής το πρωταρχικό ζήτημα που πρέπει να μελετηθεί είναι κατά πόσο η παραβίαση αυτή είναι για οποιοδήποτε λόγο δικαιολογημένη ή η βαρύτητα μειώνεται εξαιτίας οποιωνδήποτε περιστάσεων. Τονίστηκε δε ότι το Δικαστήριο δεν εκδικάζει εκ νέου την ορθότητα της ποινής φυλάκισης που είχε επιβληθεί. Επίσης η ενεργοποίηση δεν συνδέεται με την ομοιότητα του πρώτου και του δεύτερου αδικήματος. Εκτός αν αυτό θα ήταν άδικο λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστατικών, διατάσσεται κατά κανόνα η ενεργοποίηση της ανασταλείσα ποινής. (Βλ. Λουκά ν. Αστυνομίας
(1986)2 ΑΑΔ 141, Ευαγγέλου κ.α. ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 52). Στην υπόθεση Λουκά (ανωτέρω) τονίστηκε ότι εφόσον ο κατηγορούμενος παραβαίνει τους όρους αναστολής το υπόβαθρο με βάση το οποίο η ποινή ανεστάλη καταρρέει και ο πρωταρχικός λόγος για να μην ενεργοποιηθεί η ποινή της φυλάκισης εξαφανίζεται. Εκτός αν εντοπίζονται περιστατικά που μειώνουν τη βαρύτητα της παράβασης ή άλλα περιστατικά που θα καθιστούν την ενεργοποίηση άδικη επιβάλλεται η ενεργοποίηση της ποινής φυλάκισης. Στην υπόθεση Λοΐζου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 546, λέχθηκε ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εξετάσει τους λόγους αναστολής της ποινής. Αυτό που πρέπει να λαμβάνει υπόψη του το Πρωτόδικο Δικαστήριο είναι όπως η συνολική τιμωρία, ήτοι η ποινή επί του κυρίως αδικήματος και η ενεργοποιημένη ποινή, να μην είναι υπερβολική, βλ. Παπαχρίστου ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 62. Ο κατηγορούμενος δεν θα πρέπει να παραπονείται αλλά θα πρέπει να μέμφεται μόνο τον εαυτό του όταν ενεργοποιείται ανασταλείσα ποινή αφού παραβαίνοντας τους όρους με τους οποίους η φυλάκιση ανεστάλη, υπολογισμένα ριψοκινδύνεψε την ελευθερία του την οποία και στερείται από δική του εσκεμμένη πράξη. Στην περίπτωση του κατηγορουμένου κρίνουμε ότι είναι σωστό να ενεργοποιηθεί ολόκληρη η περίοδος των πέντε
(5)μηνών της προαναφερθείσας ανασταλείσας ποινής, αφού σε σύντομο χρόνο από την επιβολή της ποινής στην προηγούμενη υπόθεση διέπραξε πιο σοβαρό αδίκημα και μάλιστα στα πλαίσια του ίδιου Νόμου. Η φυλάκιση αυτή φυσικά θα εκτελεσθεί διαδοχικά με τη φυλάκιση της υπό εξέτασης υπόθεσης, αφού λάβαμε υπόψη και την αρχή της αναλογικότητας και είμαστε βέβαιοι ότι το σύνολο των διαδοχικών ποινών δεν είναι υπερβολικό, βλ. υπόθεση Παπαχρίστου (ανωτέρω), Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 155, Ηρακλέους ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 327, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 243, Σωτηριάδου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 356, Μιχαηλίδης ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 204/2016, ημερομηνίας 16.2.2017, Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 628, Τζιαμά ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 17/2017, ημερομηνίας 18.12.2017, Αποστόλου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 196/2018, ημερομηνίας 4.4.2019, Balampanidis v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 210/2018 και Ζαχαρία ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 179/2019, ημερομηνίας 20.5.2020. Τα ναρκωτικά κατάσχονται και να καταστραφούν. (Υπ.) .......... Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Τ. Νικολάου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.