← Κύπρος

Πιττάκη κ.α. ν. Αβραάμ Πιττάκης και Υιοί Λτδ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2271/2020, 1/6/2021

Πιττάκη κ.α. ν. Αβραάμ Πιττάκης και Υιοί Λτδ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2271/2020, 1/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2021:B28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Αρ. Υπόθεσης: 2271/2020 Ενώπιον: Α. Λουκά Ε.Δ Μεταξύ: XXXXX Πιττάκη Κατηγορούσα Αρχή ν.

  1. Αβραάμ Πιττάκης και Υιοί Λτδ
  2. XXXXX Πιττάκη
  3. XXXXX Πιττάκη
  4. XXXXX Πιττάκη
  5. XXXXX Χρυσοδόντα Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 1/6/2021 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή : κ. Πολυχρόνης με κ. Εφφέ Για Κατηγορούμενους: κ. Χριστοφή ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου την 14/4/2021, παρέμειναν κατηγορίες μόνο εναντίον των Κατηγορούμενων 1 μέχρι
  6. Συγκεκριμένα οι τελευταίοι αντιμετωπίζουν 19 κατηγορίες, οι οποίες αφορούν άρνηση πληρωμής μισθών από τον Ιανουάριο του 2018 μέχρι τον Ιούλιο του 2019 (Κατηγορίες 3 μέχρι 21). Ο συνήγορος των κατηγορουμένων ήγειρε προδικαστική ένσταση για απόρριψη κατηγοριών λόγω παραγραφής στην βάση του άρθρου 88 του Κεφαλαίου
  7. Επιγραμματικά με την εμπεριστατωμένη αγόρευση του ανάφερε ότι μια εκ των προβλεπόμενων ποινών για τα επίδικα αδικήματα είναι η ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι

(6)μήνες. Ημερομηνία καταχώρησης του κατηγορητηρίου είναι η 5/6/2020. Εισηγήθηκε ότι, από την στιγμή που προβλέπεται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες εμπίπτουν οι κατηγορίες 3 μέχρι 20 εντός του εύρους του άρθρου 88 (β) και άρα παραγράφηκαν 12 μήνες μετά την ημερομηνία διάπραξης τους. Αντίθετη ήταν η εισήγηση του κ. Πολυχρόνη. Ανάφερε ότι εφόσον υφίσταται ευχέρεια επιβολής ποινής προστίμου μέχρι 15000 Ευρώ δεν τίθεται ζήτημα παραγραφής. Κάτι τέτοιο θα αποτελούσε ερμηνευτική προέκταση, η οποία θα αντιτίθετο σε ρητή διάταξη νόμου. Το άρθρο 88 του Κεφαλαίου 155 αναφέρει ότι: «Τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου νόμου με τις οποίες καθορίζεται μεγαλύτερο χρονικό διάστημα εντός του οποίου δύναται να προσαφθεί κατηγορία για ποινικό αδίκημα, καμιά κατηγορία δε δύναται να προσαφθεί εναντίον οποιουδήποτε προσώπου για ποινικό αδίκημα για το οποίο δύναται να επιβληθεί - (α) Ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις
(3)μήνες ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα οκτακόσια πενήντα τέσσερα ευρώ (€854) ή/και οι δύο αυτές ποινές μετά την πάροδο έξι
(6)μηνών από την ημέρα της διάπραξης του ποινικού αδικήματος, (β) ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα
(12)μήνες ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια επτακόσια οκτώ ευρώ (€1.708) ή/και οι δύο αυτές ποινές μετά την πάροδο δώδεκα
(12)μηνών από την ημέρα της διάπραξης του ποινικού αδικήματος.» Το επίδικο θέμα είναι αν οι ποινές που αναφέρονται στα εδάφια (α) και (β) ισχύουν κατ' απομόνωση ή συνδυαστικά. Δηλαδή αν αρκεί να εμπίπτει μια εκ των δύο, πρόστιμο ή φυλάκιση, στις προβλεπόμενες για ένα αδίκημα, ώστε να τεθεί σε εφαρμογή το άρθρο 88 ή αν πάλι μια εκ των δύο ποινών υπερβαίνει το όριο που τίθεται, το εν λόγω άρθρο δεν εφαρμόζεται. Για το ζήτημα αυτό αποφάσισε η έντιμη δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Τ. Ψαρά Μιλτιάδου στην Μονομερή Αίτηση εκ μέρους του Εφόρου Φορολογίας, Ποινική αίτηση αρ.9/19, 26/3/2019, ως κάτωθι: «Το γεγονός ότι η ποινή φυλάκισης (12 μήνες) συμπίπτει με το ανώτατο όριο που αφορά τα αδικήματα παραγραφής δεν μπορεί να σημαίνει ότι το Δικαστήριο δύναται να αγνοήσει το ανώτατο όριο της χρηματικής ποινής που είναι ανώτερο της ποινής που προνοείται για την παραγραφή. Ούτε φυσικά μπορεί να ισχύσει - κατ΄αντίθεση της βούλησης του νομοθέτη - η διαγραφή της χρηματικής ποινής της φράσης «ή/και οι δύο αυτές ποινές» που περιλαμβάνει η νομοθεσία. Είναι φανερό πως ο ευπαίδευτος Δικαστής εν τινί τρόπω απάλειψε από τις σχετικές πρόνοιες τόσο το μέρος που αφορά τη χρηματική ποινή όσο και τη διακριτική δυνατότητα που δίδεται εκ του ιδίου του νομοθετήματος να επιβληθούν και οι δύο ποινές. ΄Άσχετο με το εάν τελικά στην πράξη το Δικαστήριο για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής δεν θα επέβαλλε συνδυασμένη ποινή. Αυτό δεν ανατρέπει τη νομοθετική πρόνοια για την παραγραφή. Η εφαρμογή αρχών που αφορούν την επιμέτρηση της ποινής, όπως ορθά ετέθη από τους ευπαιδεύτους συνηγόρους του αιτητή, δεν μπορεί να καθορίζει το ζήτημα της παραγραφής. Η απομόνωση από τις σχετικές πρόνοιες «της 12μηνης ποινής φυλάκισης» ως το ανώτατο όριο ποινής (και ως εκ τούτου η θεώρηση για παραγεγραμμένο αδίκημα) είναι στην ουσία εναντίον της σαφούς βούλησης του νομοθέτη αλλά και δημιουργεί ερωτηματικά πρακτικής φύσεως αφού π.χ. σε μια εταιρεία που μόνο χρηματικό πρόστιμο μπορεί να επιβληθεί εκ της πρόνοιας, το ανώτατο όριο ποινής είναι €8,543 και όχι βεβαίως €1,708, ως το Δικαστήριο ερμήνευσε το νόμο για να καταλήξει ότι υπήρχε παραγραφή, στηριζόμενο μόνο στο ανώτατο όριο της ποινής φυλάκισης.» Όπως, όμως, ορθά ανάφερε ο κ. Χριστοφή οι αποφάσεις πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχουν μόνο πειστική αξία για τα Επαρχιακά Δικαστήρια. (Ρωσική Ομοσπονδία (Αρ. 1)
(2012)1 ΑΑΔ 20). Προς επίλυση του επίδικου ζητήματος κρίνεται αναγκαία η ερμηνεία του άρθρου 88. Όπως είναι παγίως νομολογημένο οι νόμοι πρέπει να ερμηνεύονται σύμφωνα με το απλό γραμματικό και κατά κυριολεξία νόημα των λέξεων, εκτός όπου αυτό είναι σε αντίθεση με οποιαδήποτε ρητή πρόθεση ή δηλωμένο σκοπό του νόμου, ή αν αυτό το νόημα θα οδηγούσε σε παράλογο αποτέλεσμα. (Τ. Γεωργιάδης & Υιός Λτδ ν. Δημοκρατίας
(1991)4 Α.Α.Δ. 1142, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(2011)3 ΑΑΔ 683, Marabou Floating Restaurant Ltd v. Council of Ministers
(1973)3 C.L.R. 397) Οι κρίσιμες για τον σκοπό της παρούσας αναφορές είναι οι ακόλουθες: «καμιά κατηγορία δε δύναται να προσαφθεί εναντίον οποιουδήποτε προσώπου για ποινικό αδίκημα για το οποίο δύναται να επιβληθεί:» Με την πιο πάνω αναφορά καθίσταται σαφές ότι όπου η προβλεπόμενη ποινή υπερβαίνει το όριο που το Δικαστήριο δύναται[1], δηλαδή μπορεί, έχει την ευχέρεια, να επιβάλει, καμία κατηγορία δεν δύναται να προσαφθεί λόγω παραγραφής, αν πάντα παρέλθει ο εκεί καθορισμένος χρόνος. Από την στιγμή που στη χώρα μας δεν υπάρχει πλαίσιο ποινής προχωρά πιο κάτω και αναφέρεται στην ανώτατη προβλεπόμενη ποινή. Με αυτό τον τρόπο η χρήση των λέξεων «δύναται να επιβάλει» ερμηνεύεται ως την ανώτατη επιτρεπόμενη ποινή, που ο νόμος δίδει την ευχέρεια στο Δικαστήριο να επιβάλει. Επόμενη κρίσιμη αναφορά του εν λόγω άρθρου είναι η κάτωθι: «ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα
(12)μήνες ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια επτακόσια οκτώ ευρώ (€1.708) ή/και οι δύο αυτές ποινές μετά την πάροδο δώδεκα
(12)μηνών από την ημέρα της διάπραξης του ποινικού αδικήματος» Παρατηρείται ότι χρησιμοποιείται το διαζευκτικό «ή» ανάμεσα από εκάστη αναφερόμενη ποινή και ο σύνδεσμος και/ή για την αναφορά σε δύο ποινές. Επομένως συνδυαστικά με το αμέσως προηγούμενο μέρος του άρθρου, τίθενται τα ανώτατα όρια ποινών και όπου αυτά δεν ξεπερνούνται οι κατηγορίες παραγράφονται στο αναφερόμενο χρονικό διάστημα. Αν το Δικαστήριο δύναται να επιβάλει μεγαλύτερη από τις αναφερόμενες στα εδάφια (α) και (β) ποινές, μέσω της σχετικής πρόβλεψης του νόμου, τότε οι κατηγορίες δεν παραγράφονται. Στην υπό εξέταση περίπτωση ναι μεν το Δικαστήριο δύναται να επιβάλει φυλάκιση μέχρι 6 μήνες αλλά δύναται να επιβάλει πρόστιμο μέχρι 15 000 Ευρώ. Επομένως το ύψος του προστίμου που δύναται να επιβάλει το Δικαστήριο, υπερβαίνει αυτό που καθορίζει το άρθρο 88. Ο κ. Χριστοφή επιχειρηματολογεί αναφέροντας ότι η τοποθέτηση του διαζευκτικού «ή» ανάμεσα στις ποινές δεικνύει ότι αν έστω μια εκ των δύο, πρόστιμο ή φυλάκιση, περιορίζεται ως το άρθρο 88 καθορίζει, αυτό τίθεται σε ισχύ. Παρέπεμψε σχετικά και στην αιτιολογική έκθεση της σχετικής πρότασης νόμου, όπου επίσης διαζευκτικά τίθενται οι ποινές προστίμου και φυλάκισης, με σκοπό να καταδείξει το σκεπτικό του νομοθέτη. Η διάζευξη όμως των ανώτατων ορίων ποινής δεν σημαίνει κατ' ανάγκην ότι αν κάποια εκ των δύο ποινών δεν φτάνει στο καθορισμένο όριο τότε αμέσως οδηγείται και σε παραγραφή η κατηγορία. Κάτι τέτοιο αντιστρατεύεται την ίδια την ερμηνεία του Νόμου, αφού αυτό που καθορίζει μέσω του λεκτικού του είναι τα ανώτατα όρια διαφορετικών ποινών, για σκοπούς παραγραφής. Σε περίπτωση που δεν περιορίζεται το ύψος της ποινής φυλάκισης ή προστίμου στο εκεί καθορισμένο όριο δεν θα μπορούσε να υπάρξει παραγραφή. Γιατί ακριβώς το Δικαστήριο δύναται, όπως αναφέρει το άρθρο, να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή από την εκεί καθοριζόμενη, συνεπώς ο περιορισμός που το άρθρο θέτει δεν εφαρμόζεται. Και ιδιαίτερη σημασία δίδεται στο ρήμα «δύναται» γιατί αυτό καθορίζει ότι αν το Δικαστήριο έχει την εξουσία, την ευχέρεια, τη δυνατότητα να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή, δεν παραγράφεται η κατηγορία. Η χρήση του διαζευκτικού «ή» στο εν λόγω άρθρο θεωρώ ότι δεν έχει τη σημασία που οι κατηγορούμενοι εισηγούνται. Τίθεται για να περιλάβει υποθέσεις όπου δεν προνοείται ποινή προστίμου ή φυλάκισης. Αν δηλαδή τίθετο αντί του «ή» το «και» ή ότι άλλο δείκνυε απαίτηση για σωρευτική ύπαρξη ποινής προστίμου και φυλάκισης αυτομάτως θα αποκλείονταν, αδίκως τολμώ να πω, περιπτώσεις όπου μια εκ των δύο ειδών ποινής δεν προβλέπεται. Αν ο νομοθέτης σκοπούσε σε παραγραφή κατηγοριών εφόσον υφίστατο μια εκ των δύο αναφερόμενων ανώτατων ορίων ποινής, θα το ανέφερε ρητώς. Επ' ουδενί, όμως, δεν μπορεί το Δικαστήριο να προβεί σε αυτή την ερμηνευτική προέκταση. (Σωματείο "Φίλοι της Λευκωσίας" και Άλλοι ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1999)4 ΑΑΔ 749) Συνεπώς κρίνεται ότι με βάση τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 88 του Κεφαλαίου 155 εκείνο που καθορίζεται είναι το σε ποιο ύψος πρέπει να περιορίζονται οι προβλεπόμενες ποινές που το Δικαστήριο δύναται να επιβάλει για να παραγραφεί μια κατηγορία. Στην παρούσα περίπτωση η προβλεπόμενη ποινή προστίμου είναι υψηλότερη από την εκεί αναφερόμενη. Δεν μπορεί να απομονωθεί η προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης, αφού η προβλεπόμενη ποινή προστίμου, που δύναται το Δικαστήριο να επιβάλει υπερτερεί και δεν περιορίζεται στις ποινές που το άρθρο 88 αναφέρει. Επομένως η προδικαστική ένσταση των κατηγορουμένων για παραγραφή απορρίπτεται και καλούνται να απαντήσουν στις εναντίον τους κατηγορίες. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Προέρχεται από τη λέξη δυνατός, και έχει την έννοια ότι είναι δυνατό/εφικτό, Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας, Δ Έκδοση, Αθήνα 2012 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.