CHR Peyia Laundry Ltd ν. G.C. Standard Laundries Ltd, Αρ. Υπόθεσης: 3288/2019, 28/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2021:B34 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ( ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) Ενώπιον: Α. Λουκά Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 3288/2019 CHR Peyia Laundry Ltd Κατηγορούσας Αρχής ν.
- G.C. Standard Laundries Ltd
- XXXXX Σοφρωνίου
- XXXXX Ματθαίου
- XXXXX Ματθαίου Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 28/6/2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή : κα. Γεωργίου μαζί με κα. Κωνσταντίνου Για Κατηγορούμενους: κα. Νεοπτολέμου Κατηγορούμενοι παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 1 μέχρι 3 αντιμετωπίζουν, η μεν πρώτη κατηγορίες για χωρίς εύλογη αιτία πρόκληση μη εξόφλησης δύο εκδοθείσων επιταγών, κατά παράβαση του άρθρου 305 (Α)
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο 154 (Κατηγορίες 1 και 3) και οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 δύο κατηγορίες για συνέργεια στην χωρίς εύλογη αιτία πρόκληση μη εξόφλησης των επιταγών (Κατηγορίες 2 και 4). Η Κατηγορούμενη 4 αθωώθηκε εκ πρώτης όψεως, λόγω απουσίας μαρτυρίας εναντίον της.
- Η Μαρτυρία Ως ΜΚ 1 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο κ. XXXXX Φλωρή, εκ μέρους της Ελληνικής Τράπεζας. Εργάζεται στο Τμήμα Υποστήριξης της τελευταίας για σχεδόν δύο έτη. Για τους σκοπούς της εργασίας του εντοπίζει έγγραφα για υποθέσεις που οδηγούνται στο Δικαστήριο και τα παρουσιάζει. Κατέθεσε τα Τεκμήρια 1 και 2, τα οποία αποτελούν τις επίδικες επιταγές για ποσό 5000 Ευρώ η πρώτη και 10000 Ευρώ η δεύτερη και σχετικά έγγραφα, τα οποία δεικνύουν την κατάθεση των εν λόγω επιταγών (Τεκμήρια 3 και 4). Αναγνώρισε τις σφραγίδες ανάκλησης των επιταγών και εξήγησε την σχετική διαδικασία ανάκλησης. Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι οι εργασίες του Συνεργατισμού είχαν απορροφηθεί από την Ελληνική Τράπεζα μαζί με όλες τις εξουσίες του. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 5 ως κατάσταση λογαριασμού της παραπονούμενης. Δεν είχε γνώση για το ποιος υπέγραψε ως εκδότης της επιταγής, τον λόγο έκδοσης ή αν εξοφλήθηκαν οι επιταγές. Ως λόγος ανάκλησης αναφερόταν η αθέτηση συμφωνίας. Η κα. XXXXX Κυριζή παρουσιάστηκε ως ΜΚ
- Εργάζεται στην υπηρεσία ανάκτησης χρεών της Τράπεζας Κύπρου τα τελευταία δυόμιση χρόνια, ως λειτουργός αναδιαρθρώσεων. Χειρίζεται τους λογαριασμούς της Κατηγορούμενης 1 από τον Οκτώβριο του
- Ανάφερε ότι τα τεκμήρια 1 και 2 εκδόθηκαν από βιβλιάριο επιταγών της Τράπεζας Κύπρου, υπάρχει δείγμα υπογραφών των Κατηγορούμενων 2 και 3, ενώ όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 6 θα έπρεπε να υπογράφουν και οι 2 (Κατηγορούμενοι 2 και 3) για τις επιταγές της Κατηγορούμενης
- Οι επίδικες επιταγές ανακλήθηκαν μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος 1bank. H εντολή για ανάκληση δόθηκε την 10/7/2018, όπως φαίνεται στο σύστημα της Τράπεζας και ως λόγος ανάκλησης καταγράφηκε: «breach of contract». Κατατέθηκαν επίσης σειρά λογαριασμών της Κατηγορούμενης 1, στους οποίους φαίνεται ότι είχε υπερβεί το όριο των 200 000 Ευρώ που είχε τεθεί από την Τράπεζα, ως χρεωστικό υπόλοιπο στον λογαριασμό, τον επίδικο χρόνο ανάκλησης των επιταγών. Όπως ανάφερε η ΜΚ 2 μπορούσε να περάσει επιταγή, έστω και αν υπερέβαινε ο λογαριασμός το όριο, μόνο σε συνεννόηση με την Τράπεζα και αν υπήρχαν ενδείξεις ότι θα καλυφθεί το όριο. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ 2 ανάφερε ότι γνωρίζει την XXXXX Κακουλή, η οποία ήταν τον επίδικο χρόνο υπεύθυνη του λογαριασμού της Κατηγορούμενης 1, αλλά δεν της είπε η κα. Κακουλή αν μίλησε με τους Κατηγορούμενους για την ανάκληση. Της υποβλήθηκε ότι οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 είχαν εξηγήσει στην κα. Κακουλή τον λόγο ανάκλησης, ότι οι επιταγές τιμήθηκαν αργότερα με άλλες (Τεκμήριο 12) και ότι η ημερομηνία ανάκλησης είναι προγενέστερη της 10/
- Η μάρτυρας ανάφερε ότι δεν γνωρίζει ποιος προέβη στην ανάκληση των επίδικων επιταγών. Τρίτη μάρτυρας κατηγορίας ήταν η κα. XXXXX Σάββα. Εργάζεται στην εταιρεία Asphaltos Management από την 15/7/
- Ασχολείται αποκλειστικά με τα λογιστικά της Κατηγορούσας Αρχής. Δεν γνωρίζει τους Κατηγορούμενους. Κατέθεσε καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 15), οι οποίες αφορούσαν συγκεκριμένα ξενοδοχεία που εξυπηρετούσε η Κατηγορούσα Αρχή εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1 στην Πάφο. Εκεί φαίνεται η απρόσκοπτη παροχή υπηρεσιών στα εν λόγω ξενοδοχεία από τον Μάιο μέχρι τον Ιούλιο με την σχετική χρέωση. Η συνεργασία αφορούσε και άλλα ξενοδοχεία πέραν αυτών που αναφέρονται στο Τεκμήριο
- Είχαν γίνει κάποιες πληρωμές από την Κατηγορούμενη 1, ενώ οι επίδικες επιταγές είχαν εκδοθεί έναντι υπολοίπου που χρωστούσε η τελευταία στην Κατηγορούσα Αρχή και πιστώθηκε στα εν λόγω ξενοδοχεία γιατί αυτά είχαν το μεγαλύτερο υπόλοιπο. Αντεξεταζόμενη η κ. Σάββα ανάφερε ότι η πληροφόρηση της προκύπτει από τα όσα καταγράφονται στις καταστάσεις λογαριασμού και σε όσα της ανάφερε ο διευθυντής της Κατηγορούσας Αρχής. Δεν έλαβε η ίδια την όποια επιταγή, ούτε είδε τα πρωτότυπα. Σε ότι αφορά καταστάσεις λογαριασμού, οι οποίες επισυνάπτονται στο τεκμήριο 16 (προειδοποιητική επιστολή Κατηγορούσας Αρχής προς Κατηγορούμενους), ανάφερε ότι αυτή εκδίδεται από το λογιστικό πρόγραμμα. Της υποβλήθηκε ότι οι επιταγές του Τεκμηρίου 12 δόθηκαν ως αντάλλαγμα των επίδικων, μετά από υπόσχεση ότι καταστράφηκαν οι τελευταίες. Η ΜΚ 3 απάντησε ότι είχαν δοθεί ως έναντι επειδή υπήρχαν υπόλοιπα. Παραδέχτηκε ότι για κάποια ξενοδοχεία, τα οποία η Κατηγορούσα Αρχή εξυπηρετούσε εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1 υπήρχε διάστημα που δεν παρέχονταν υπηρεσίες, αλλά δεν γνωρίζει τους λόγους. Της υποβλήθηκε ότι αυτή η διακοπή αποτελούσε παράβαση συμφωνίας από την παραπονούμενη και γι' αυτό ανακλήθηκαν οι επίδικες επιταγές. Ως ΜΚ 4 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Οικονόμου. Εργάζεται στην Κατηγορούσα Αρχή από την 2/5/
- Από προσωπική του γνώση γνωρίζει ότι η Κατηγορούμενη 1 αντιμετώπιζε προβλήματα με το προσωπικό της από τον Απρίλιο του
- Ήταν τραπεζικός υπάλληλος για 25 έτη. Λόγω προσωπικής φιλίας του ιδιοκτήτη της παραπονούμενης με τον Κατηγορούμενη 2 δέχθηκαν να τους βοηθήσουν. Η συνεργασία ξεκίνησε από τον Μάιο μέχρι τον Ιούλιο του
- Ο τρόπος συνεργασίας ήταν να στέλνουν φορτηγό στο Αυγόρου, λάμβαναν και έπλεναν τα ρούχα που τους φόρτωναν στο φορτηγό και τα επέστρεφαν. Παρέλαβε τις επιταγές Τεκμήριο 1 και 2 από την τράπεζα και δεν γνώριζε τον λόγο ανάκλησης. Προς το τέλος Ιουνίου του 2018 είχε πάει στο Αυγόρου για να του δοθούν επιταγές, αλλά έφυγε χωρίς να του δώσουν και το Σαββατοκύριακο που ακολούθησε ο κ. Χριστοδούλου, ιδιοκτήτης της παραπονούμενης, έλαβε επιταγές. Παρά την ανάκληση συνέχισαν να εξυπηρετούν κανονικά μέχρι τον Ιούλιο του
- Αφού μίλησε ο κ. Χριστοδούλου με τον Κατηγορούμενο 2 του είχαν δοθεί 3 επιταγές, οι οποίες νομίζει ότι δόθηκαν έναντι υπολοίπου, καθώς το υπόλοιπο είχε φτάσει τις 90 000 Ευρώ. Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι τα καθήκοντα του είναι στο γραφείο, εισπράττει, εξυπηρετεί πελάτες και κάποιες φορές ασχολείται με την παραγωγή. Ξέρει τι συμβαίνει καθημερινά στην Κατηγορούσα Αρχή. Δεν υπήρχε γραπτή συμφωνία μεταξύ των μερών, απλώς οι Κατηγορούμενοι ζήτησαν και έλαβαν βοήθεια, λόγω φιλίας. Γνώρισε κάποιον XXXXX Παναγιώτου και επικοινωνούσε μαζί του για διαδικαστικά θέματα. Αρχικά για ένα μήνα θα εξυπηρετούσαν την Κατηγορούμενη
- Διαφώνησε στην υποβολή ότι είχε έλλειψη πελατείας η Κατηγορούσα Αρχή και ότι δεν υπήρχε φιλική σχέση Κατηγορούμενου 2 με τον ιδιοκτήτη της παραπονούμενης. Η τιμολόγηση ήταν αποκλειστικά θέμα του Χριστοδούλου, αλλά ποτέ δεν παραδίδονταν πράγματα χωρίς τιμολόγιο. Αρνήθηκε υποβολή ότι πολλές φορές τα ρούχα επιστρέφονταν λερωμένα, ενώ επέμεινε ότι ανταποκρίνονταν καθημερινά. Ως το δεξί χέρι του κ. Χριστοδούλου τον αντικαθιστούσε και μιλούσε συχνά με τον Κατηγορούμενο 2 για διαδικαστικά θέματα. Αρνήθηκε ότι έγινε συμφωνία για μεταφορά των ξενοδοχείων crown και resort από την Κατηγορούμενη 1 στην Κατηγορούσα Αρχή, λόγω του ότι ήταν στην Πάφο αυτά. Αντέτεινε ότι έγιναν επαφές για να τους αναλάβουν γιατί δεν μπορούσε η Κατηγορούμενη 1 να τους εξυπηρετεί. Διαφώνησε επίσης με την υποβολή ότι στο τέλος Ιουνίου διακόπηκε η συνεργασία των μερών. Δεν γνωρίζει τι αφορούσαν οι επιταγές του Τεκμηρίου 12 και αναφέρει ότι επί σκοπού τέθηκε μόνο μία υπογραφή στην επιταγή Τεκμήριο 2, γιατί δεν υπήρχε υπόλοιπο για να πληρωθεί. Θεωρεί ότι οι επιταγές του Τεκμηρίου 12 ήταν έναντι υπολοίπου που δόθηκαν και όχι με την συμφωνία ότι θα καταστρέφονταν οι επίδικες. Ανάφερε τέλος ότι κάποιες επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες, ενώ κάλυπταν έξοδα για δύο μήνες χωρίς να πληρωθούν. Κατά την επανεξέταση του διευκρίνισε ότι ακόμη και αν ήταν κάποιες επιταγές μεταχρονολογημένες και τότε που είχαν εκδοθεί υπήρχε υπόλοιπο οφειλόμενο στην Κατηγορούσα Αρχή. Τελευταίος μάρτυρας κατηγορίας παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Χριστοδούλου, ιδιοκτήτης και διευθυντής της Κατηγορούσας Αρχής. Οι επίδικες επιταγές εστάλησαν στον ίδιο μέσω οδηγού της παραπονούμενης, από τον Κατηγορούμενο
- Συνεργάστηκαν με την Κατηγορούμενη 1 γιατί η τελευταία αδυνατούσε να εξυπηρετήσει κάποια ξενοδοχεία λόγω φόρτου εργασίας. Για ένα μήνα ήταν η αρχική συμφωνία. Όταν το υπόλοιπο ανέβαινε κατά χιλιάδες, ζήτησαν να πληρωθούν. Ο Κατηγορούμενος 2 αρχικά αρνήθηκε αλλά στη συνέχεια έδωσε τις επίδικες επιταγές. Δεν τους είχαν εκφράσει παράπονα, αντιθέτως ζητούσαν συμβουλές. Τέλη Ιουλίου τερμάτισαν την συνεργασία τους. Οφείλετο ποσό 80-90 000 Ευρώ στην παραπονουμενη. Δεν υπήρξε διακοπή στις υπηρεσίες προς του Κατηγορούμενους. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ 5 ανάφερε ότι τιμολογούσαν κάθε παράδοση του ιματισμού ξενοδοχείου στο εργοστάσιο της Κατηγορούμενης 1 και παρέδιδαν εκεί το τιμολόγιο. Αρνήθηκε ότι υπήρχε συμφωνία να λαμβάνουν το 40% της χρέωσης λέγοντας ότι κάτι τέτοιο θα ήταν το πλέον ασύμφορο για την παραπονούμενη, αφού έχουν 90% έξοδα στις τιμές τους. Του υποβλήθηκε ότι είχε συμφωνηθεί η πληρωμή να γινόταν κάθε 60 μέρες, κάτι το οποίο επίσης αρνήθηκε γιατί είχε λειτουργικά έξοδα χιλιάδων ευρώ. Σε υποβολή ότι δεν είχαν πελατεία, απάντησε ότι είχαν και επειδή όταν είχαν αντιμετωπίσει κάποια προβλήματα εξυπηρετήθηκαν από τους Κατηγορούμενους, όταν τους ζήτησαν βοήθεια ανταποκρίθηκαν από ανθρωπιά. Τα ξενοδοχεία στην Πάφο (crown και resort) τα ανέλαβαν όταν του είχαν αναφέρει τον τερματισμό της συνεργασίας τους με την Κατηγορούμενη 1, αρνούμενος ότι υπήρξε συμφωνία προς τούτο με την τελευταία. Του υποδείχθηκε ηλεκτρονικό μήνυμα (Τεκμήριο 19) στο οποίο φαίνεται ξενοδοχείο στην Πάφο να παραπονείται ότι χάθηκε μεγάλος αριθμός ιματίων. Ο ΜΚ 5 έδωσε εξηγήσεις προς τούτο, τις οποίες ανέφερε και στον Κατηγορούμενο 2, όπως είπε. Δεν υπήρξε η όποια αναφορά για υπερχρεώσεις. Σε σχέση με την διακοπή υπηρεσιών ανάφερε ότι αν υπήρξε διακοπή ήταν λόγω οικονομικού ή λόγω του ότι δεν τους έδιδαν ρούχα. Αρνήθηκε επίσης μια σειρά υποβολών, σχετικά με την διακοπή συμφωνίας ως λόγο ανάκλησης των επιταγών, ότι γνώριζε πως θα γινόταν ανάκληση με σκοπό την αντικατάσταση με άλλες επιταγές και ότι ανέφερε πως είχε καταστρέψει τις επιταγές. Σε υποβολή ότι οι επίδικες επιταγές δόθηκαν για σκοπούς ρευστότητας αντέτεινε ότι αυτές είχαν δοθεί για σκοπούς υπολοίπου, 2 μήνες αφού ξεκίνησε η συνεργασία των μερών, αλλά δεν θυμάται αν ήταν μεταχρονολογημένες. Μετά την απαλλαγή της Κατηγορούμενης 4 από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως και την κλήση των υπόλοιπων κατηγορούμενων σε απολογία ο Κατηγορούμενος 2 αποφάσισε να καταθέσει ενόρκως και εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1 και ο Κατηγορούμενος 3 προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Γραπτή δήλωση του Κατηγορούμενου 2 κατατέθηκε ως Έγγραφο
- Ανάφερε ότι δεν ήταν σε θέση να εξυπηρετήσουν όλους τους τους πελάτες χωρίς βοήθεια το
- Μετά από συνάντηση με την παραπονούμενη παρουσία του ΜΚ 5 και του Κατηγορούμενου 3, συμφώνησαν να συνεργαστούν για την τουριστική περίοδο του
- Θα εξυπηρετούσε η παραπονούμενη τους πελάτες της Κατηγορούμενης 1 στην Πάφο, ενώ για τους υπόλοιπους θα έστελναν φορτηγό κάθε μέρα το απόγευμα για να παραλαμβάνει τα λερωμένα ρούχα και την επόμενη μέρα να τα επιστρέφει καθαρά. Η Κατηγορούμενη 1 θα λάμβανε το 60% των εισπράξεων και η Κατηγορούμενη 2 το 40%. Αν όλα πήγαιναν καλά θα τους παραχωρούντο ως αμοιβή για την εξυπηρέτηση τα ξενοδοχεία crown και Aphrodite hills. Πληρωμές θα γίνονταν κάθε 60 μέρες και η συνεργασία θα ξεκινούσε από το Μάιο μέχρι τον Οκτώβριο. Υπήρχε πρόβλημα με τους πελάτες τους επειδή πολλές φορές τα ρούχα επιστρέφονταν λερωμένα. Τέλη Μαίου τους απεστάλη πρώτη φορά κατάσταση λογαριασμού χωρίς να λάβουν το όποιο τιμολόγιο προηγουμένως. Αρχές Ιουνίου του ζητήθηκαν χρήματα και είχαν εκδοθεί μεταχρονολογημένες οι επίδικες επιταγές αν και είχε συμφωνηθεί να πληρώνονται κάθε 60 μέρες. Περί την τρίτη εβδομάδα του Ιουνίου τους έφεραν χωρίς προειδοποίηση τα ρούχα άπλυτα και όταν ζήτησαν εξηγήσεις τους είπε ο ΜΚ 5 ότι δεν μπορεί να τους εξυπηρετεί πλέον. Δεν είχε σταματήσει να παρέχει υπηρεσίες στα ξενοδοχεία της Πάφου. Τότε προέβη σε ανάκληση των επιταγών. Η ανάκληση έγινε μέσω 1bank και ως λόγος ανάκλησης αναγράφηκε «breach of contract». Αρχές Ιουλίου επανεκκίνησε η συνεργασία τους για περίπου 2 βδομάδες, πριν διακοπεί πλήρως. Όταν επανεκκίνησε η συνεργασία τους είχε συνεννοηθεί με τον ΜΚ 5 να του επιστραφούν οι επιταγές και να του δώσει νέες για το ίδιο ποσό. Αφού του επιβεβαίωσε ο ΜΚ 5 ότι έσκισε τις επίδικες επιταγές, εξέδωσε άλλες προς αντικατάσταση και εκπλάγηκε όταν κατατέθηκαν ως Τεκμήριο. Οι επιταγές του Τεκμηρίου 12 τιμήθηκαν και ως αμοιβή στην παραπονούμενη παραχωρήθηκαν τα δύο ξενοδοχεία στην Πάφο. Επίσης η παραπονούμενη κατακράτησε εξοπλισμό της Κατηγορούμενης 1 και της δημιούργησε σειρά προβλημάτων λόγω κακής ποιότητας υπηρεσιών. Αντεξεταζόμενος και σε σχέση με την επιταγή της κατηγορίας 4 ανάφερε ότι ο Κατηγορούμενος 3 είχε ξεχάσει να την υπογράψει αλλά είναι μαζί που χειρίζονται τους λογαριασμούς της Κατηγορουμένης
- Η επιλογή του λόγου ανάκλησης έγινε μέσα από επιλογές που του είχαν δοθεί από το σύστημα. Του υποβλήθηκε ότι λόγος ανάκλησης ήταν η έλλειψη κεφαλαίων και το αρνήθηκε λέγοντας ότι από τις 3 δοθείσες επιλογές επέλεξε αυτή του «breach of contract». Δεν συμφώνησε ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα υπόλοιπα. Του υποδείχθηκε ότι την 10/7, όταν και έγινε η ανάκληση των επιταγών είχε επιστραφεί λόγω ανεπαρκών υπολοίπων άλλη επιταγή, η οποία τιμήθηκε αργότερα. Ανάφερε ότι η συμφωνία αθετήθηκε όταν για μια μέρα έπαψαν να τους εξυπηρετούν φέρνοντας πίσω τα ρούχα άπλυτα. Είχαν σταματήσει να εξυπηρετούν στις 25/
- Παραδέχτηκε ότι υπήρχε υπόλοιπο αλλά δεν συμφωνούσαν στο ύψος του. Παραλάμβανε καταστάσεις λογαριασμού αλλά δεν τις αποδεχόταν, ούτε όμως τις αμφισβητούσε. Τα λειτουργικά κόστη δεν ήταν τεράστια είπε. Διαφώνησε με υποβολή ότι αναγνώρισε ότι δεν υπάρχει παράβαση σύμβασης αντικαθιστώντας τις επίδικες επιταγές. Τόνισε ότι μόνο ο ίδιος είχε πρόσβαση στο 1bank άρα μόνο αυτός μπορούσε να ανακαλέσει τις επίδικες επιταγές πράγμα που έπραξε. Τέλος ο Κατηγορούμενος 3 στην ανώμοτη του δήλωση περιέγραψε την συμφωνία των μερών και αναφέρθηκε στα παράπονα πελατών τους. Ανάφερε ότι λίγο μετά τις 20/6 σταμάτησαν να τους εξυπηρετούν και ήταν ενήμερος ότι η παραπονούμενη ζητούσε χρήματα για να τους εξυπηρετήσει. Ουδέποτε είχε πρόσβαση στο ηλεκτρονικό σύστημα της τράπεζας. Ειλικρινά πιστεύει ότι είχε δικαίωμα η Κατηγορούμενη 1 να σταματήσει τις επιταγές, γιατί γίνονταν υπερχρεώσεις (παράγραφος 11).
- Ανάλυση μαρτυρίας Μέσω της ενώπιον μου μαρτυρίας αναντίλεκτα προκύπτει ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ των μερών, μέσω της οποίας η παραπονούμενη εταιρεία προσέφερε υπηρεσίες στην Κατηγορούμενη
- Η συμφωνημένη χρονική της διάρκεια, ο τρόπος πληρωμής των υπηρεσιών και η ποιότητα τους παραμένουν αμφισβητούμενα. Παραδεκτά εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, προς αποπληρωμή των υπηρεσιών αυτών και στη συνέχεια ανακλήθηκαν. Εκείνο που αποτελεί κύρια υπεράσπιση, με το οποίο βεβαίως η κατηγορούσα αρχή διαφωνεί, είναι ότι ανακλήθηκαν με εύλογη αιτία. Η εύλογη αιτία έγκειται σε διακοπή των υπηρεσιών της παραπονούμενης προς την κατηγορούμενη 1, αν και σε μεταγενέστερο στάδιο, ο ισχυρισμός των Κατηγορούμενων είναι ότι εκδόθηκαν νέες επιταγές προς αντικατάσταση των επίδικων, λόγω συνέχισης της συνεργασίας των μερών. Η θέση της κατηγορούσας αρχής ως προς τον ισχυρισμό αυτό είναι ότι όλες οι επιταγές δόθηκαν έναντι υπολοίπου, σε σχέση με υπηρεσίες που παρείχαν στην Κατηγορούμενη
- Συνεπώς προκύπτει ότι για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης κύριο επίδικο θέμα είναι το αν για εύλογη αιτία ανακλήθηκε η επιταγή. Πέραν τούτου προκύπτουν μια σειρά άλλων ζητημάτων που ήγειρε η υπεράσπιση, όπως αυτό της κατάχρησης διαδικασίας και της ευθύνης του Κατηγορούμενου
- Αξιολόγηση μαρτυρίας Οι ΜΚ 1 και 2 κρίνονται ως αξιόπιστοι. Και οι δύο αποτελούν μάρτυρες ανεξάρτητους, οι οποίοι εργάζονται σε Τράπεζες και η μαρτυρία τους αφορούσε τεχνικά ζητήματα. Εξήγησαν επαρκώς και χωρίς να υποπέσουν σε αντιφάσεις, τα του λογαριασμού των Κατηγορούμενων, την ημερομηνία και διαδικασία ανάκλησης των επιταγών και λεπτομέρειες σε σχέση με την κίνηση του λογαριασμού. Δεν είχαν άλλωστε κίνητρο ή τον όποιο λόγο να μην πουν στο Δικαστήριο την αλήθεια. Για τους σκοπούς των επίδικων θεμάτων το πλέον σημαντικό είναι ότι η ανάκληση των επίδικων επιταγών έγινε την 10/7/
- Αυτό αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, χωρίς όμως να αντικρουσθεί ουσιαστικά με την όποια μαρτυρία. Η μαρτυρία για την ημερομηνία ανάκλησης προκύπτει από το ηλεκτρονικό σύστημα της Τράπεζας Κύπρου ανάφερε η ΜΚ 2 και καμία μαρτυρία ή στοιχείο δεν την αντίκρουσε ουσιαστικά. Σε όσα ζητήματα δεν ήταν της αρμοδιότητας τους, έθεταν ξεκάθαρα ότι δεν θα μπορούσαν να γνωρίζουν γεγονός που ενισχύει την αξιοπιστία τους. Το ίδιο και η ΜΚ 3, μέσω της εργασίας της και συγκεκριμένα ασχολούμενη αποκλειστικά με τα λογιστικά της παραπονούμενης, εξήγησε τις χρεώσεις, την έκδοση τιμολογίων, την δημιουργία υπολοίπου και το πως κινούνταν οι καταστάσεις λογαριασμού που κατέθεσε. Συγκεκριμένα εξήγησε με ακρίβεια ότι οι επίδικες επιταγές πιστώθηκαν στον λογαριασμό των ξενοδοχείων της Πάφου, τα οποία είχαν μεγαλύτερα υπόλοιπα. Αξίζει να αναφερθεί ότι δεν αμφισβητήθηκε η ύπαρξη υπολοίπου. Εν πάση περιπτώσει η κα. Σάββα απαντούσε με σαφήνεια αντεξεταζόμενη και περιορίστηκε σε αναφορές για τα ζητήματα που γνώριζε, δηλαδή τις καταστάσεις λογαριασμού της παραπονούμενης. Ο κ. XXXXX Οικονόμου, έδωσε μαρτυρία γεγονότων, ως άτομο που ενεπλάκη στην υπόθεση και αποτελούσε υπάλληλο, εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής. Η μαρτυρία του χαρακτηριζόταν από υπερβολή, παρά ταύτα δεν υπέπεσε σε όποια αντίφαση που να πλήττει την αξιοπιστία του. Συγκεκριμένα μας ανέλυσε την συμφωνία μεταξύ των μερών και πως αυτή εκτελείτο. Σε σχέση με τις επιταγές του Τεκμηρίου 12 και αν με την παράδοση τους έγινε συμφωνία καταστροφής των επίδικων, ειλικρινώς απάντησε ότι δεν του ειπώθηκε κάτι τέτοιο, ότι δεν ήταν παρόν σε τέτοιου είδους συμφωνία και ότι δεν ασχολείτο με τιμολόγηση. Υπεραμύνθηκε τεκμηριωμένα την ποιότητα της εργασίας της παραπονούμενης, το συνεχόμενο των εργασιών της και αναφέρθηκε στην γνώση του για μεγάλο υπόλοιπο. Γενικώς η μαρτυρία του ήταν συμπαγής. Σχετικά με τον διευθυντή και ιδιοκτήτη των παραπονούμενων κ. XXXXX Χριστοδούλου, οι απαντήσεις του ήταν σαφής και ξεκάθαρες και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις. Με λεπτομέρεια απαντούσε σε κάθε ερώτηση και όπου δεν είχε ενασχόληση ή δεν θυμόταν τι έγινε ακριβώς δεν αμφισβητούσε θέσεις της υπεράσπισης και τις αποδεχόταν. Συγκεκριμένα αντίκρουσε τον ισχυρισμό ότι η συμφωνία ήταν να πληρώνονται κάθε 60 μέρες και θα λάμβαναν μόνο το 40% των πληρωμών για τις υπηρεσίες τους, αναφέροντας ότι τα λειτουργικά του έξοδα ήταν τεράστια και ακουμπούσαν το 90%. Γι' αυτό επέμενε να πληρωθεί. Εξήγησε επακριβώς πως γινόταν η διαδικασία τιμολόγησης. Αντίκρουσε τον ισχυρισμό περί δυσαρεστημένων ξενοδοχείων στην Πάφο, αναφέροντας ότι συνεργάζονται τα τελευταία 3 χρόνια με τα εν λόγω ξενοδοχεία. Εξήγησε ότι υπάρχει υπόλοιπο και προς τον σκοπό της καταβολής έναντι είχαν δοθεί και οι επιταγές του Τεκμηρίου
- Όταν του επισημάνθηκε η περίοδος διακοπής αν και δεν ήταν βέβαιος εξέφρασε την λογική του εξήγηση σε αυτή. Γενικά η σταθερότητα στις απαντήσεις του, η αντίκρουση ισχυρισμών με επιχειρήματα και η συνεπής θέση του σε σχέση με την υπόλοιπη μαρτυρία τον καθιστούν αξιόπιστο. Η δε μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2 χαρακτηρίζεται από μια σειρά αντιφάσεων, η οποία δεν αφήνει άλλη επιλογή στο Δικαστήριο από του να μην την αποδεχτεί. Συγκεκριμένα υπήρξαν οι εξής αντιφάσεις: Α. Ο λόγος ανάκλησης των επιταγών που ανάφερε ο Κατηγορούμενος 2 δεν συνάδει με τον χρόνο που αυτή έγινε. Συγκεκριμένα η όποια κατ' ισχυρισμό διακοπή των υπηρεσιών από την Κατηγορούσα Αρχή, έλαβε χώρα από τα τέλη Ιουνίου μέχρι την 4/
- Η ανάκληση έγινε την 10/7, όπως ανάφερε η ΜΚ 2 χωρίς να αντικρουσθεί ουσιαστικά. Επομένως δεν θα μπορούσε ο λόγος ανάκλησης να είναι η προσωρινή παύση των υπηρεσιών που πρόσφερε η παραπονούμενη, αφού η ανάκληση έλαβε χώρα μετά την επανεκκίνηση των εργασιών της. Ιδίως όταν το επιχείρημα των κατηγορουμένων ήταν ότι με την επανεκκίνηση εξέδωσαν νέες επιταγές για αποπληρωμή των επίδικων. Β. Με βάση το Τεκμήριο 12, το οποίο αξίζει να σημειωθεί πως κατατέθηκε από τους συνήγορους των κατηγορουμένων, και την πρώτη επ΄ αυτού επιταγή με ημερομηνία πληρωμής την 29/6/2018, καταρρίπτεται και ο ισχυρισμός των Κατηγορούμενων ότι πληρωμή στην παραπονούμενη θα γινόταν κάθε 60 μέρες. Με δεδομένο και παραδεχτό από τους ίδιους τους κατηγορούμενους ότι η παραπονούμενη ξεκίνησε να τους προσφέρει υπηρεσίες αρχές Μαΐου, η πληρωταία την 29/6/2018 επιταγή επί του Τεκμηρίου 12, καταρρίπτει τον ισχυρισμό των ιδίων ότι είχε συμφωνηθεί πληρωμή κάθε 60 μέρες. Γ. Ενώ κατά την μαρτυρία του ο Κατηγορούμενος 2 παραδέχτηκε ότι υπήρχε υπόλοιπο, ανακάλεσε τις επιταγές δήθεν λόγω παράβασης σύμβασης. Η παραδοχή ύπαρξης υπολοίπου, το οποίο δημιουργήθηκε από τις υπηρεσίες που παρείχαν οι παραπονούμενοι, αφαιρεί αμέσως την βάση για την ανάκληση λόγω παράβασης σύμβασης. Και αυτό γιατί εν πάση περιπτώσει οφείλονταν ποσά στην Κατηγορούσα Αρχή, για τις μέχρι τότε υπηρεσίες της. Η όποια κατ' ισχυρισμό παύση παροχής υπηρεσιών, δεν θα μπορούσε να διαγράψει τα υπόλοιπα που είχαν δημιουργηθεί, ειδικά από την στιγμή που στη βάση της μαρτυρίας των ΜΚ 4 και 5 προσέφεραν υπηρεσίες στην Κατηγορούμενη 1 για 2 μήνες χωρίς να πληρωθούν. Δ. Ο ισχυρισμός ότι έναυσμα για την ανάκληση των επιταγών υπήρξε η επιστροφή όλων των ρούχων άπλυτων την τρίτη εβδομάδα του Ιουνίου, προβλήθηκε πρώτη φορά κατά την κυρίως εξέταση του Κατηγορούμενου 2 και ουδέποτε τέθηκε στους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής. Ο νεοφανής αυτός ισχυρισμός από την στιγμή που δεν υποβλήθηκε στους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής κρίνεται αβάσιμος. Το ίδιο και ο ισχυρισμός ότι τους κατακρατήθηκε εξοπλισμός, που τέθηκε επίσης πρώτη φορά στην γραπτή δήλωση του Κατηγορούμενου 2 (Σιακαλλής ν Αστυνομίας, 2 ΑΑΔ 146). Ε. Ο Κατηγορούμενος 2 διαφωνούσε ακόμα και για το ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα υπόλοιπα τον επίδικο χρόνο στους λογαριασμούς της Κατηγορούμενης
- Οι καταστάσεις λογαριασμού τεκμήρια 10 και 11 όμως καταδεικνύουν σαφώς χρεωστικό υπόλοιπο πέραν των 200 000 Ευρώ που ήταν το όριο, γεγονός που επιβεβαίωσε και η ΜΚ
- Σε ότι αφορά την όποια μαρτυρία έδωσε ο Κατηγορούμενος 2 σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 3 αυτή γίνεται αποδεκτή. Τέτοιο εύρημα, εν μέρει αξιοπιστίας μάρτυρα, πρέπει να αιτιολογηθεί επαρκώς από το Δικαστήριο και σε αυτή την αιτιολόγηση προχωρώ πιο κάτω (Ιωάννου και Άλλης ν. Αστυνομίας Π.Ε. 52/12, ημ. 3/4/2013 και Φάρμα Ρένος Χ''Ιωάννου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ ν. Χίννη Π.Ε 14/09, ημ. 20/6/2012). Η όλη μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2 σε σχέση με την επίδικη υπόθεση χαρακτηριζόταν από πλήθος αντιφάσεων, ως αναλύθηκαν πιο πάνω, σε μια προσπάθεια να επιδείξει εύλογη αιτία ανάκλησης των επιταγών. Η μαρτυρία του σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 3, δεν αφορούσε αυτή την σειρά επιχειρημάτων, αλλά απλώς περιέγραφε τον τρόπο συνεργασίας τους, στην διοίκηση της Κατηγορούμενης
- Δεν υπεισήλθε δηλαδή η όποια μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2 για τον Κατηγορούμενο 3 στην διαδικασία εμπλοκής του με την παραπονούμενη αλλά αφορούσε γενικότερα στοιχεία συνεργασίας των δύο. Η μαρτυρία αυτή περιορίστηκε στο γεγονός ότι ο ίδιος αποκλειστικά χειρίζεται το 1bank της Κατηγορούμενης 1 (παρ. 13 Έγγραφο 1), μαζί με τον Κατηγορούμενο 3 χειρίζονται τους λογαριασμούς της Κατηγορούμενης 1 και ότι ο Κατηγορούμενος 3 είχε ξεχάσει να υπογράψει την επιταγή Τεκμήριο
- Ο Κατηγορούμενος 3 επέλεξε να προβεί ανώμοτη δήλωση. Για να καταλήξει το Δικαστήριο ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να προσδώσει στην ανώμοτη δήλωσης, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195 και Ονησιφορος Κολιας κ.α. ν. Δημοκρατιας κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 106/2015, 126/2015, 127/2015, 17/5/2018). Στην παρούσα περίπτωση πέραν από την επανάληψη ισχυρισμών που έθεσε στην γραπτή του δήλωση ο Κατηγορούμενος 2, ο Κατηγορούμενος 3 αναφέρει ότι δεν είχε ανάμειξη σε σχέση με τις επιταγές, παρά την αναφορά του Κατηγορούμενου 2 ότι από κοινού χειρίζονταν τους λογαριασμούς της Κατηγορούμενης 1 και την υποβολή της δικηγόρου του στην ΜΚ 2 ότι κάλεσαν την Τράπεζα μαζί με τον Κατηγορούμενο 2 για να εξηγήσουν τον λόγο ανάκλησης. Επιπλέον αναφέρει ότι η Κατηγορούμενη 1 δικαιούτο να ανακαλέσει την πληρωμή (παράγραφος 11 της ανώμοτης του δήλωσης Έγγραφο 2) λόγω των υψηλών χρεώσεων της παραπονούμενης, οι οποίες χρεώσεις δεν ανταποκρίνονταν στο πραγματικό ύψος των οφειλών. Παρατηρείται ότι ο Κατηγορούμενος 3 προβάλει διαφορετικό λόγο ανάκλησης από τον Κατηγορούμενο 2 στην ίδια του την ανώμοτη δήλωση. Περαιτέρω η επανάληψη των κριθέντων ως αναξιόπιστων ισχυρισμών του Κατηγορούμενου 2 σε σχέση με την πληρωμή κάθε 60 μέρες, του νεοφανούς ισχυρισμού περί επιστροφής των ρούχων άπλυτων και ο επίσης νεοφανής λόγος ανάκλησης που εγείρει στην παράγραφο 11 της ανώμοτης του δήλωσης, κρίνουν την τελευταία ως μη πειστική. Στην βάση των ως άνω η μαρτυρία της υπεράσπισης χαρακτηρίζεται από πλήθος αντιφάσεων. Οι αντιφάσεις έγκεινται ακόμα και σε Τεκμήρια ή Έγγραφα που κατατέθηκαν από τους ίδιους και έρχονται να ανατρέψουν ισχυρισμούς τους, αλλά και από δηλώσεις ή υποβολές προς τους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής. Πιο πάνω έχει σημειωθεί μια σειρά αντιφάσεων που δεν αφήνει περιθώριο στο Δικαστήριο για να αποδεκτεί την μαρτυρία αυτή με εξαίρεση τις αναφορές του Κατηγορούμενου 2 για τον Κατηγορούμενο 3 και την εμπλοκή του στα της Κατηγορούμενης 1. 4. Νομική Βάση Κατά προτεραιότητα θα εξεταστεί το ζήτημα της κατάχρησης διαδικασίας που ήγειραν οι Κατηγορούμενοι. Συγκεκριμένα στην σελίδα 4 της αγόρευσης τους εισηγούνται ότι πρόθεση της Κατηγορούσας Αρχής είναι να ασκήσει πίεση στους Κατηγορούμενους για την καταβολή μεγαλύτερων ποσών. Το ζήτημα αυτό έχει ξεκαθαριστεί στην νομολογία μας. Συγκεκριμένα παραπέμπω στην Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ ν. Αδελφοί Σ. Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ και Άλλων
(2013)2 ΑΑΔ 591, όπου γίνεται αναφορά σε σωρεία νομολογίας ως εξής: «Έχει ξεκαθαρίσει πλέον με την απόφαση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου, ανωτέρω, ότι η κατάχρηση της διαδικασίας δυνατόν να ενυπάρχει όταν επιδιώκεται ο ίδιος σκοπός με διαφορετικά ένδικα μέσα. Χωρεί μόνο εκεί όπου η διαδικασία απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Η άσκηση τέτοιας δραστικής εξουσίας ασκείται φειδωλά. Ακολούθησε η Στυλιανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ., 646, 665: «Στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522, έχει αναλυθεί η έννοια της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας όταν επιδιώκεται ο ίδιος σκοπός με διαφορετικά ένδικα μέσα. Είχε εκεί αποφασιστεί, κατά πλειοψηφία, από την Πλήρη Ολομέλεια, ότι δεν πετυχαίνουν οι σκοποί του δικαίου με το να μένει ατιμώρητος ο παραβάτης, επειδή έχει ληφθεί απόφαση υπέρ του παραπονουμένου για το οφειλόμενο από τον παραβάτη ποσό. Στην υπόθεση εκείνη καταγράφηκε ρητά με αναφορά και στην Ttofinis v. Theocharides
(1983)2 C.L.R. 363, ότι το ελατήριο του παθόντος να καταγγείλει ή μη μια υπόθεση δεν σχετίζεται με το ταυτόχρονο δικαίωμα του να προβεί σε δίωξη. Και περαιτέρω, ότι η τυχόν επιδιωκόμενη τιμωρία και ο φόβος που ενυπάρχει στο ενδεχόμενο της, συνυφασμένος με τη σωφρονιστική πολιτική του ποινικού δικαίου, δεν συνιστά κατάχρηση όταν υπάρχει ή προωθείται παράλληλα και αστική διαδικασία είσπραξης του ποσού. Να σημειωθεί ότι ο λόγος της Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου (ανωτέρω), ως προς το στίγμα του τι συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, δόθηκε σε υπόθεση που αφορούσε ιδιωτική ποινική δίωξη, όπου ενδεχομένως το κίνητρο του ιδιώτη κατήγορου είναι πλέον δυσδιάκριτο από την ταυτόχρονη επιδίωξη είσπραξης του λαβείν του. Σε υποθέσεις όμως όπου η ποινική δίωξη άρχεται από τον Γενικό Εισαγγελέα, είτε ως νομική υπηρεσία, είτε μέσω της αστυνομίας, ο σκοπός είναι ιδιαίτερα ευδιάκριτος, στοχεύοντας στην τιμωρία του δράστη, άσχετα από την οποιαδήποτε παράλληλη προσπάθεια εξώδικης αποπληρωμής του ποσού, όπως στην παρούσα υπόθεση.» Δεν μας διαφεύγει το γεγονός ότι εδώ πρόκειται για ποινικές διώξεις ιδιωτικής φύσης. Σε κάθε περίπτωση όμως η τιμωρία των κατηγορουμένων για τη μη πληρωμή των επιταγών ενυπάρχει με τη νόμιμη επιδίωξη είσπραξης του λαβείν της παραπονουμένης εταιρείας. Στην υπόθεση N.C.P. Diamonds Co Ltd v. Ιωαννίδη κ.ά.
(2003)2 Α.Α.Δ. 162, όπου κρίθηκε πως η καταχώριση δύο υποθέσεων για δύο διαφορετικές επιταγές, δεν συνιστά εκ προοιμίου κατάχρηση διαδικασίας ή η ακυρότητα της δίκης, εισήχθη η καταλυτική κατά την κρίση μας παρατήρηση: «το Δικαστήριο διαθέτει επαρκή μέτρα θεραπείας εάν διαπιστώσει ότι δημιουργείται διαδικαστική ταλαιπωρία στον κατηγορούμενο». Ο σκοπός που επικαλούνται οι Κατηγορούμενοι ότι επιδιώκεται, αυτός δηλαδή της αποκόμισης οφέλους, χρημάτων από την Κατηγορούσα Αρχή, είναι διαφορετικός από αυτόν της παρούσας διαδικασίας. Η παρούσα σκοπό έχει την ανεύρεση ποινικής ευθύνης, αν υπάρχει, και την τιμωρία σε σχέση με αυτή. Η όποια αστική ή άλλη διαφορά μεταξύ των μερών, αφορά άλλο διακριτό σκοπό και διαδικασία και δεν θα επιλυθεί με την παρούσα. Επομένως δεν ενυπάρχει κατάχρηση διαδικασίας Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, βάσει του Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154, αναλύθηκαν στην Philippa Estates Ltd ν. Γιαννάκη Ρούσου
(2006)2 ΑΑΔ 142 ως τα κάτωθι: «(α) η έκδοση επιταγής, (β) η πρόκληση μη εξόφλησης της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του, (γ) η πράξη του εκδότη να γίνει καθ' οιονδήποτε χρόνο πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα.» Η εισήγηση των Κατηγορούμενων είναι ότι οι επιταγές ανακλήθηκαν για εύλογη αιτία. Στην πρόσφατη Χατζηαργυρου ν. Pamporides LLC, Ποινική Έφεση αρ. 300/2018, 17/4/2019 αναλυθήκαν οι αρχές που ακολουθούνται σε σχέση με το ζήτημα της ανάκλησης για εύλογη αιτία ως εξής: « Η ύπαρξη εύλογης αιτίας στην ανάκληση της πληρωμής μιας επιταγής, η οποία θεσμοθετείται ως υπεράσπιση στο αδίκημα αυτό, επεξηγήθηκε στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και συγκεκριμένα στην υπόθεση Ttozios Management Ltd v. Κυριάκος Κυριάκου, Ποινική ΄Εφεση αρ. 96/14, ημερ. 15.4.2016, στην οποία αναφέρθηκε ειδικά το πρωτόδικο δικαστήριο. Σύμφωνα με την προαναφερόμενη αυθεντία η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με το λόγο της ανάκλησης που δήλωσε, γραπτώς, ο κατηγορούμενος-εκδότης της επιταγής, κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της. Σύμφωνα με την Nikiforos Technologies Ltd v. Χρήστου (Αρ. 1)
(2014)2 ΑΑΔ, 287, στην οποία επίσης αναφέρθηκε το πρωτόδικο δικαστήριο, εύλογη αιτία αποτελεί η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση της επιταγής και τα οποία παρατίθενται, γραπτώς, στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή.» Στο σημείο 44 της αγόρευσεις τους οι Κατηγορούμενοι αναπτύσσουν την επιχειρηματολογία ότι η παραπονούμενη αντισυμβατικά και κακόπιστα διέκοψε, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση, τις υπηρεσίες της με την Κατηγορούμενη 1 και τούτο γέννησε εύλογη αιτία ανάκλησης των επιταγών. Προσθέτει ότι όταν ξεκίνησε εκ νέου, μετά δηλαδή την διακοπή η παροχή υπηρεσιών, εκδόθηκαν νέες επιταγές προς αντικατάσταση των επίδικων, προφανώς αναφέρονται στο Τεκμήριο 12, όπως υποβλήθηκε στον ΜΚ
- Η ως άνω εισήγηση όμως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για μια σειρά από λόγους: I. Ο λόγος ανάκλησης δεν συνάδει με τον χρόνο της ανάκλησης. Η όποια κατ' ισχυρισμό διακοπή των υπηρεσιών από την Κατηγορούσα Αρχή, έλαβε χώρα από τα τέλη Ιουνίου μέχρι την 4/
- Η ανάκληση έγινε την 10/7, όπως ανάφερε η ΜΚ 2 χωρίς να αντικρουσθεί ουσιαστικά. Συνεπώς δεν θα μπορούσε ο λόγος ανάκλησης να είναι η προσωρινή παύση των υπηρεσιών που πρόσφερε η παραπονούμενη, αφού η ανάκληση έλαβε χώρα μετά την επανεκκίνηση των εργασιών και όχι κατά την παύση αυτών. II. Η δικηγόρος των κατηγορούμενων υπέβαλε στον ΜΚ 5 το εξής: «Είχατε συμφωνήσει (ο ΜΚ 5 με τον Κατηγορούμενο 2) να παραλάβετε τις επιταγές του τεκμηρίου 12 και να επιστρέψετε τα Τεκμήρια 1 και 2 για να σας δώσει αυτές τις επιταγές εις αντικατάσταση». Αυτό δεν μπορεί να ισχύσει γιατί η πρώτη επιταγή επί του εν λόγω τεκμηρίου με αριθμό 34690634, έχει ημερομηνία πληρωμής την 29/6/
- Επομένως δεν θα μπορούσε να δοθεί ως αντάλλαγμα για επιταγές, οι οποίες ήταν πληρωταίες και ανακλήθηκαν μεταγενέστερα. III. Ενώ κατά την μαρτυρία του ο Κατηγορούμενος 2 παραδέχτηκε ότι υπήρχε υπόλοιπο, ανακάλεσε τις επιταγές δήθεν λόγω παράβασης σύμβασης. Η παραδοχή ύπαρξης υπολοίπου, το οποίο δημιουργήθηκε από τις υπηρεσίες που παρείχαν οι παραπονούμενοι, αφαιρεί αμέσως την βάση για την ανάκληση λόγω παράβασης σύμβασης. Και αυτό γιατί εν πάση περιπτώσει οφείλονταν ποσά στην Κατηγορούσα Αρχή, για τις μέχρι τότε υπηρεσίες της. Η όποια κατ' ισχυρισμό παύση παροχής υπηρεσιών, δεν θα μπορούσε να διαγράψει τα υπόλοιπα που είχαν ήδη δημιουργηθεί, ειδικά από την στιγμή που στη βάση της μαρτυρίας των ΜΚ 4 και 5 προσέφεραν υπηρεσίες στην Κατηγορούμενη 1 για 2 μήνες χωρίς να πληρωθούν. IV. Ο ισχυρισμός ότι έναυσμα για την ανάκληση των επιταγών υπήρξε η επιστροφή όλων των ρούχων άπλυτων την τρίτη εβδομάδα του Ιουνίου, προβλήθηκε πρώτη φορά κατά την κυρίως εξέταση του Κατηγορούμενου 2 και ουδέποτε τέθηκε στους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής. Ο νεοφανής αυτός ισχυρισμός από την στιγμή που δεν υποβλήθηκε στους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής κρίνεται αβάσιμος. (Σιακαλλής ν Αστυνομίας, 2 ΑΑΔ 146). V. Περαιτέρω οι κατηγορούμενοι 2 και 3, μέσω της μαρτυρίας του ο πρώτος και της ανώμοτης του δήλωσης ο δεύτερος προωθούν διαφορετικό λόγο ανάκλησης, όπως αναφέρθηκε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Επομένως η υπεράσπιση της εύλογης αιτίας ανάκλησης της επιταγής απορρίπτεται, αφού δεν υποστηρίζεται από αξιόπιστη μαρτυρία. Δεν πληρείται δηλαδή ούτε το υποκειμενικό κριτήριο ούτε το αντικειμενικό κριτήριο όπως το επιτάσσει η νομολογία (Nikiforos Technologies Ltd ν. Στυλιανού Γ. Χρήστου, Ποιν. Εφεση 18/2012 ημ. 16/4/2014) καθώς δεν μπορεί οι κατηγορούμενοι να πίστευαν ότι ειλικρινώς μπορούν να ανακαλέσουν την επιταγή όταν την ίδια στιγμή παραδέχονταν ότι υπήρχε υπόλοιπο. Δεν μπορούσαν, δε, να έχουν καλή πίστη σε σχέση με την ανάκληση από την στιγμή που η ενέργεια της ανάκλησης έγινε μετά την επανέναρξη παροχής υπηρεσιών από την παραπονούμενη και ο λόγος ανάκλησης που προωθούν είναι ότι η τελευταία αντισυμβατικά έπαυσε να τους εξυπηρετεί. Αυτό αντικρούεται και από την μαρτυρία των ιδίων ότι μετά την επανέναρξη εξέδωσαν άλλες επιταγές προς αντικατάσταση των επίδικων. Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 3 γίνεται η διττή εισήγηση ότι αφενός δεν φέρει ευθύνη για την επιταγή Τεκμήριο 2 γιατί δεν τίθεται η υπογραφή του επ' αυτής και αφετέρου ότι δεν στοιχειοθετείτε εμπλοκή του στις εναντίον του κατηγορίες αφού δεν είχε την ευθύνη ανάκλησης των επιταγών. Σε σχέση με τον ισχυρισμό για έλλειψη ευθύνης λόγω μη υπογραφής, πράγματι το άρθρο 23 του περί Συναλλαγματικών Νόμου (ΚΕΦ.262) αναφέρει ότι κανένα πρόσωπο δεν υπέχει ευθύνη ως εκδότης, οπισθογράφος ή αποδέκτης συναλλαγματικής αν δεν υπέγραψε αυτήν υπό την ιδιότητα αυτή. Παρά ταύτα ο Κατηγορούμενος 3 κατηγορείται ως συνεργός στο εν λόγω αδίκημα και όχι ως εκδότης. Ως εκδότρια κατηγορείται η Κατηγορούμενη
- Και όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση για το εκ πρώτης όψεως ούτε η έκδοση των επιταγών αλλά ούτε η ανάκληση των επιταγών δεν αμφισβητήθηκε, επομένως δεν θεωρείται ότι στερείται συστατικού στοιχείου η εν λόγω κατηγορία. Σχετικά με το δεύτερο μέρος της εισήγησης που αφορά την όποια εμπλοκή του Κατηγορούμενου 3 στα επίδικα αδικήματα. Ο λόγος που δεν υπέγραψε την επιταγή Τεκμήριο 2 ήταν γιατί ξέχασε, όπως με αποδεκτή μαρτυρία δήλωσε ο Κατηγορούμενος 2 και όχι γιατί αρνήθηκε ή γιατί δεν γνώριζε. Επίσης μέρος της αποδεκτής μαρτυρίας του Κατηγορούμενου 2 αναφέρει ότι είναι μαζί με τον Κατηγορούμενο 3 που χειρίζονταν τους λογαριασμούς της Εταιρείας και όπως υποβλήθηκε στην ΜΚ 2 μαζί με τον Κατηγορούμενο 2 κάλεσαν την υπάλληλο της Τράπεζας για να της εξηγήσουν τον λόγο ανάκλησης. Οι κλασσικές κατευθυντήριες γραμμές προσέγγισης της συνέργειας είχαν δοθεί στην κλασσική πλέον Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 ΑΑΔ 261 όπου καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Έχει νομολογηθεί πως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σε αυτό, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός, δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. (Δέστε και Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της Εταιρείας C.H. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas & Associates Ltd κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ. 523, την οποία αναφέρει και ο πρωτόδικος Δικαστής). Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000 στη σελ. 70 παρα. Α.5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Ο Λόρδος Goddard C.J. στην υπόθεση Johnson v. Youden [1950] 1 K.B. 455 στη σελ. 546 αναφέρει πως «πριν κάποιος καταδικαστεί για παροχή βοήθειας στη διάπραξη αδικήματος, πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει τα αναγκαία θέματα που συνιστούν το αδίκημα» («before a person can be convicted of aiding and abetting the commission of an offence, he must at least know the essential matters which constitute that offence") Ο Devlin J. στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble [1959] 1 K.B. 11 στη σελ. 20 λέγει πως «παροχή βοήθειας είναι έγκλημα που απαιτεί την απόδειξη ένοχης σκέψης, δηλαδή, πρόθεση προσφοράς βοήθειας καθώς και γνώση των περιστάσεων» (« . . . aiding and abetting is a crime that requires proof of mens rea, that is to say, of intention to aid as well as of knowledge of the circumstances").» Αρχές σε σχέση με την συνέργεια κατηγορουμένου αναλύονται και στην Vrontis Builders Ltd ν. M & H Steel Constructions LTD, Ποινική Έφεση Αρ. 296/2014, 15/4/2016, όπου αναφέρεται ότι: «Στην υπόθεση Henry Hudfield v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2002)2 Α.Α.Δ. 414 στη σελίδα 428 παραπέμπει στο απόσπασμα από το Criminal Law Review, 1989, σελίδα 212, το οποίο αναφέρει, υπό μορφή σχολίου, τι αποτελεί εθελοτυφλία η οποία συνιστά γνώση: "A requirement of knowledge is sometimes held to be satisfied by proof of a "willful blindness" as where "the defendant had deliberately shut his eyes to the obvious or refrained from inquiring because he suspected the truth but did not want to have his suspicion confirmed". Westminster City Council v. Croyalgrange
(1986)2 All E.R. 353 at p.359 (H.L.)" Σε ελεύθερη μετάφραση: «Μερικές φορές θεωρείται ότι υπάρχει το στοιχείο της γνώσης με την απόδειξη εθελοτυφλίας όπου π.χ. ο κατηγορούμενος εσκεμμένα έκλεισε τα μάτια του στο φανερό (αγνόησε το φανερό) ή δεν προέβη σε διερεύνηση καθότι υποψιάστηκε την αλήθεια αλλά δεν επιθυμούσε να επιβεβαιωθούν οι υποψίες του.» Η παρούσα υπόθεση αποστασιοποιείται από τις παραδοσιακές υποθέσεις επιταγών που καθιέρωσαν τον κανόνα ότι η εθελοτυφλία μπορεί να αποτελέσει στοιχείο συνέργειας, αφού οι εν λόγω υποθέσεις αφορούσαν το αδίκημα του άρθρου 305 Α
(1). Επομένως παρακάτω θα εξεταστούν τα περιστατικά της παρούσας για να καταλήξουμε αν η όποια εμπλοκή του Κατηγορούμενου 3 στοιχειοθετεί το αδίκημα της συνέργειας. Για να αποφασιστεί αν ο Κατηγορούμενος 3 συνέργησε στην πρόκληση μη εξόφλησης επιταγής θα πρέπει πρωτίστως να εξακριβωθεί αν γνώριζε τα ουσιώδη στοιχεία που συνθέτουν το αδίκημα, ως η ανωτέρω νομολογία επιτάσσει. Από την ενώπιον μου μαρτυρία φαίνεται να γνώριζε την έκδοση της επιταγής αφού την επιταγή του τεκμηρίου 1 την υπέγραψε και την επιταγή του τεκμηρίου 2 ναι μεν δεν την υπέγραψε, αλλά ο λόγος είναι ότι το ξέχασε, όπως μας είπε ο Κατηγορούμενος
- Επιπλέον όπως προκύπτει από την αποδεκτή μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2 μαζί χειρίζονταν τους λογαριασμούς της Κατηγορούμενης 1 και όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 6 μαζί φαίνονταν ως διευθυντές για όλους τους σκοπούς της διαχείρισης των λογαριασμών αυτών. Κάθε απόφαση, δηλαδή, σε σχέση με τα οικονομικά της Κατηγορούμενης 1 την λάμβαναν από κοινού, αυτό δεικνύεται από την μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2, το Τεκμήριο 6 και την υποβολή προς την ΜΚ 2 ότι μαζί με τον Κατηγορούμενο 2 κάλεσαν την αρμόδια υπάλληλο της Τράπεζας για να της εξηγήσουν τον λόγο ανάκλησης. Συνεπώς έστω και αν ο Κατηγορούμενος 2 ήταν ο μόνος που είχε πρόσβαση στο 1bank, ο Κατηγορούμενος 3 γνώριζε τα περί της έκδοσης και ανάκλησης της επιταγής ως δεδηλωμένος διευθυντής για σκοπούς χειρισμού του λογαριασμού της Κατηγορούμενης 1 (Τεκμήριο 6) αλλά και συνδιαχειριστής των λογαριασμών μαζί με τον κατηγορούμενο
- Σε σχέση τώρα με την πρόθεση παροχής συνέργειας, όπως προκύπτει από την R v Calhaem [1985] QB 808 και επαναλήφθηκε στην R. v Jogee (Ameen Hassan) [2016] UKSC 8 από την στιγμή που θα αποδειχθεί υποστήριξη ή συμβουλή για την διάπραξη αδικήματος δεν χρειάζεται να αποδειχτεί από την κατηγορούσα αρχή ότι ήταν αυτή που οδήγησε στην διάπραξη του αδικήματος. Την απόφαση για ανάκληση των επιταγών φαίνεται να υποστηρίζει και ο Κατηγορούμενος 3 όπως διαφαίνεται μέσω της ανώμοτης του δήλωσης. Εκεί χαρακτηριστικά αναφέρει ότι «ειλικρινά πιστεύει ότι η εταιρεία είχε δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή των επιταγών». Ο ίδιος ήταν διευθυντής της εν λόγω εταιρείας, άτομο που συνδιαχειριζόταν τους λογαριασμούς της Κατηγορούμενης 1 και μαζί με τον Κατηγορούμενο 2 την διοικούσαν τόσο λειτουργικά όσο και οικονομικά (βλ. Τεκμηριο 6) και άρα μαζί λάμβαναν αποφάσεις. Ακόμα είχε υποβληθεί στην ΜΚ 2 από την δικηγόρο των Κατηγορούμενων ότι οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 είχαν επικοινωνήσει με την υπεύθυνη τότε τραπεζικό υπάλληλο για να της εξηγήσουν τον λόγο ανάκλησης. Η υποβολή αυτή δεσμεύει βέβαια τους Κατηγορούμενους και δεικνύει δίχως άλλο ότι ο Κατηγορούμενος 3 γνώριζε και υποστήριζε την ανάκληση. Επομένως κρίνεται ότι ο Κατηγορούμενος 3 παρείχε συνέργεια στην ανάκληση των επιταγών ως κατηγορείται στις κατηγορίες 2 και
- Στην βάση των πιο πάνω η κατηγορούσα αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και οι κατηγορούμενοι καταδικάζονται η μεν Κατηγορούμενη 1 στις κατηγορίες 1 και 3 και οι δε Κατηγορούμενοι 2 και 3 στις κατηγορίες 2 και
- Ελέω του πιο πάνω αποτελέσματος της υπόθεσης επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Κατηγορούσας Αρχής ως θα υπολογιστούν. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο