Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου ν. Χριστοφή, Αρ. Υπόθεσης: 4739/2019, 2/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2021:B38 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ( ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) Ενώπιον: Α. Λουκά Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 4739/2019 Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου ν. XXXXX Χριστοφή Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 2/9/2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή : κα. Χατζήμιχαηλ Για Κατηγορούμενο: κα. Μιχαηλίδου Κατηγορούμενος παρών. ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία αμελούς οδήγησης. Συγκεκριμένα ότι οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα του την 14/8/2019 στον δρόμο ποταμού Λιοπετρίου χωρίς να καταβάλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή.
- Μαρτυρία Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο Αστ. XXXXX XXXXX Βάρδας (ΜΚ 1). Ως Έγγραφο Α κατατέθηκε η γραπτή του κατάθεση. Σε αυτήν αναφέρει ότι επισκέφθηκε σκηνή δυστυχήματος με ενεχόμενα οχήματα το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου (τύπου διπλοκάμπινο) και τη μοτοσυκλέτα του παραπονούμενου. Ο τελευταίος είχε οδηγηθεί για περίθαλψη στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου. Ελέγχοντας τη σκηνή διαπίστωσε ζημιά στον δεξιό πίσω προφυλακτήρα του οχήματος του Κατηγορούμενου και γδαρσίματα στο δεξί και αριστερό μέρος της μοτοσυκλέτας του παραπονούμενου. Ο δρόμος είναι ασφαλτοστρωμένος με πλάτος 6,60m, έχει δύο λωρίδες κυκλοφορίας και διαχωρίζεται με συνεχόμενη λευκή γραμμή. Το όριο ταχύτητας είναι στα 80 km/h και η ορατότητα είναι απεριόριστη. Ο καιρός ήταν αίθριος. Το σημείο συγκρούσεως του υποδείχθηκε από τον Κατηγορούμενο ως σημείο χ και το έθεσε επί του σχετικού σχεδίου σκηνής Τεκμήριο 1, ενώ ως Τεκμήριο 1 Α κατατέθηκε συμμετρικό σχέδιο σκηνής. Στα εν λόγω τεκμήρια απεικονίζεται το επίδικο συμβάν με βάση τα στοιχεία που συνέλεξε ο ΜΚ
- Το Τεκμήριο 1 υπεγράφη από τον Κατηγορούμενο. Κατά την κυρίως του εξέταση ανάφερε ότι η ορατότητα στον δρόμο εκείνο είναι 536 μέτρα. Ανάφερε ότι το όχημα του Κατηγορούμενου είχε ευθυγραμμιστεί και μετά χτυπήθηκε. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος υπέδειξε στον ΜΚ 1 τα σημεία Α και Β, δηλαδή τελικές θέσεις των ενεχόμενων οχημάτων. Δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης, αλλά υπήρχε σκάμμα, όπως το χαρακτήρισε, από την ανατροπή της μοτοσυκλέτας. Ο Κατηγορούμενος του είχε πει ότι δεν είχε δει να έρχεται μοτοσυκλέτα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ 1 ανάφερε ότι χειρίστηκε 20-30 υποθέσεις δυστυχημάτων και έκανε εκπαίδευση στην Αστυνομία, όχι όμως εξειδικευμένη. Παραδέχτηκε ότι δεν είναι εμπειρογνώμονας. Για την μοτοσυκλέτα του παραπονούμενου ανάφερε ότι αυτή ήταν ψηλή, μεγάλη μοτοσυκλέτα. Την ακριβής πορεία των οχημάτων την έθεσε ο ίδιος. Η νοητή διαγώνια γραμμή από τον χωματόδρομο, από όπου βγήκε στον δρόμο του δυστυχήματος ο Κατηγορούμενος δηλαδή, μέχρι το σημείο σύγκρουσης είναι περί τα 15 μέτρα. Ο Κατηγορούμενος του υπέδειξε το σημείο σύγκρουσης και το έθεσε εκεί γιατί υπήρχαν και πλαστικά από την σύγκρουση. Συμφώνησαν με τον Κατηγορούμενο που να θέσουν το σημείο χ, όπου δεικνύεται η σύγκρουση. Αν του υποδείκνυε διαφορετικό σημείο ο Κατηγορούμενος θα το έθετε επί του Τεκμηρίου 1, όπως ανάφερε. Απέκλεισε η σύγκρουση να έγινε στο σκάμμα και υποθέτει ότι το σκάμμα δημιουργήθηκε από το «πατίδι» της μοτοσυκλέτας. Δεν υπήρχαν σημάδια που να δεικνύουν ότι η μοτοσυκλέτα προσπάθησε να σταματήσει. Το όχημα του Κατηγορούμενου είχε χτυπηθεί πίσω δεξιά και δεν νομίζει να είχε ευθυγραμμιστεί πλήρως, χωρίς να είναι βέβαιος. Λόγω περισσότερης εμπειρίας που είχε σε σχέση με άλλη συνάδελφο του, έλαβε τα μέτρα στην σκηνή, χωρίς να θεωρείται ο εξεταστής της υπόθεσης. Ο καθένας εκ των ενεχόμενων στο επίδικο επεισόδιο μπορούσε να δει τον άλλο. Μετρήθηκε η ορατότητα με σχετικό εργαλείο στην μηχανή αναζήτησης «google» για να καταδειχθεί ορατότητα 536 μέτρων (Τεκμήριο 2). Του έγιναν υποβολές σχετικά με τον χρόνο αντίδρασης του μέσου οδηγού στις οποίες δεν μπορούσε να απαντήσει. Ως δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας παρουσιάστηκε ο παραπονούμενος, XXXXX XXXXX Hristov (MK 2). Ως Έγγραφο Β 1 κατατέθηκε η γραπτή του κατάθεση στην μητρική του γλώσσα και ως Έγγραφο Β 2 η κατάθεση μεταφρασμένη στα ελληνικά. Σε αυτήν αναφέρει ότι μόλις πήρε τον ευθύ δρόμο προς Λιοπέτρι στα εκατό μέτρα περίπου είδε ένα λευκό διπλοκάμπινο να βγαίνει. Έμπαινε σιγά σιγά στον δρόμο, ενώ ο ίδιος έτρεχε με ταχύτητα περί τα 60 χιλιόμετρα. Προσπάθησε να το αποφύγει αλλά δεν τα κατάφερε. Συγκρούστηκαν και βρέθηκε στο έδαφος. Από το δυστύχημα ακρωτηριάστηκε μέρος του αριστερού του ποδιού. Υπέφερε πολύ και δεν αποζημιώθηκε. Κατά την κυρίως του εξέταση ανάφερε ότι ο δρόμος και ο καιρός ήταν καθαροί. Όταν πλησίασε το όχημα του κατηγορούμενου ελάττωσε ταχύτητα από ένστικτο. Δεν περίμενε ότι δεν θα τον δει. Όταν το είδε ότι συνέχιζε να βγαίνει προσπάθησε να σταματήσει αλλά δεν ήταν κατορθωτό και έκανε προσπάθεια για να τον αποφύγει. Έτσι συγκρούστηκε στο πίσω δεξιά μέρος του οχήματος του. Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι σε απόσταση 100 περίπου μέτρων από την σύγκρουση, αντιλήφθηκε τον Κατηγορούμενο να βγαίνει στον δρόμο. Μπορεί περισσότερα μπορεί λιγότερα. Είχε όλη την προσοχή μπροστά του, δεν μπορεί να πει πόσα δευτερόλεπτα πέρασαν για να δει το διπλοκάμπινο. Διένυσε περίπου 50 με 60 μέτρα στην ευθεία του δρόμου, για να το δει, διευκρινίζοντας ότι μετά τη γέφυρα στα περίπου 200 μέτρα έχει μικρή στροφή και μετά ακολουθεί ευθεία λίγα μέτρα πριν το «λαστιχάρικο» (εννοώντας το συνεργείο επιδιόρθωσης ελαστικών). Στα 100 μέτρα από τον ίδιο το όχημα του κατηγορούμενου απείχε λίγα μέτρα από τον κύριο δρόμο. Οδηγούσε με περίπου 65-68 km/h και ελάττωσε στα
- Δεν περίμενε να βγει στον κύριο δρόμο ο Κατηγορούμενος, έβγαινε σιγά σιγά. Προσπάθησε να σταματήσει, αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει απότομα γιατί θα έχανε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του. Καταλήγοντας ανάφερε ότι δεν υπάρχει αποζημίωση που να καλύπτει τις ζημιές του και η ζημιά που έπαθε του έχει αλλάξει την ζωή. Ο Λοχίας XXXXX XXXXX Σκούλου παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως τρίτος μάρτυρας κατηγορίας (ΜΚ 3). Είναι κάτοχος διαφόρων πιστοποιητικών και έχει εκπαιδευτεί στην διερεύνηση δυστυχημάτων. Έχει 16 χρόνια εμπειρίας στο αντικείμενο αυτό και διδάσκει στην Αστυνομική Ακαδημία Κύπρου. Σκοπός της μαρτυρίας του ήταν ως εμπειρογνώμονας να διαφωτίσει το Δικαστήριο για την ορατότητα του δρόμου, κατά τον ουσιώδη χρόνο, και προς τούτο κατέθεσε σχετική έκθεση Τεκμήριο
- Έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των εμπλεκόμενων. Μετέβη στην σκηνή όπου προέβη σε επιτόπιες εξετάσεις και έλαβε σειρά φωτογραφιών, τις οποίες παρουσίασε στο Δικαστήριο. Εξήγησε τον τρόπο που έδρασε για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η γενική ορατότητα του δρόμου είναι πέραν των 500 μέτρων. Παραμένοντας στο σημείο που ο Κατηγορούμενος είχε αναφέρει ότι ήταν σταματημένος πριν εξέλθει στον δρόμο όπου επήλθε η σύγκρουση, διαπίστωσε με την χρήση αστυνομικού ταχύμετρου ότι σε απόσταση 400 μέτρων ήταν ξεκάθαρο για έναν οδηγό να διακρίνει μοτοσυκλέτα που κινείτο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Προέβη σε μετρήσεις ως προς τον χρόνο που χρειάζεται ένα όχημα να φτάσει από την αρχική θέση του οχήματος του κατηγορούμενου μέχρι το σημείο σύγκρουσης. Ακόμα και με την πιο χαμηλή ταχύτητα να ταξίδευε το όχημα του κατηγορούμενου, για να μην βρισκόταν εντός της ορατότητας του η μοτοσυκλέτα του παραπονούμενου θα έπρεπε να τρέχει με 248 km/h. Η τελική εργοστασιακή της ταχύτητα είναι αυτή των 225 km/h. Έστω και με την μέγιστη ταχύτητα που η μοτοσυκλέτα του μπορεί να φτάσει, ο μοτοσυκλετιστής θα ήταν στα 363 έως 212 μέτρα, άρα εντός του οπτικού πεδίου του Κατηγορούμενου. Συνεπώς καταλήγει ο ΜΚ 3 ότι ο παραπονούμενος ΜΚ 2 ήταν εντός του οπτικού πεδίου του Κατηγορούμενου. Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι έλαβε υπόψη του ό,τι υπήρχε στον φάκελο της υπόθεσης που διατηρείται στην Αστυνομία και όχι την όποια μαρτυρία ενώπιον Δικαστηρίου, για την οποία δεν ενημερώθηκε. Έκανε την πορεία που είχε κάνει τον επίδικο χρόνο και ο Κατηγορούμενος σε διαφορετικές ταχύτητες για να λάβει τον μέσο όρο, τα ελάχιστα και μέγιστα όρια, αλλά και για να καλύψει τα διαφορετικά χαρακτηριστικά του οχήματος που χρησιμοποιούσαν σε σχέση με αυτό του Κατηγορούμενου. Υπενθύμιζε ότι η ορατότητα και μόνον ήταν το ερώτημα του. Αυτό για να καταδείξει ότι για τους σκοπούς του ερωτήματος του δεν θα του χρησίμευαν οι ζημιές των οχημάτων, ήταν αδιάφορη η θέση των οχημάτων και η πορεία εκάστου οχήματος μετά την σύγκρουση. Ανάφερε ότι κατά την σύγκρουση το όχημα του Κατηγορούμενου ήταν ευθυγραμμισμένο ή με ελαφριά κλίση χωρίς να μπορεί να είναι βέβαιος. Κατατέθηκε επίσης η κατάθεση του Κατηγορούμενου στην Αστυνομία (Τεκμήριο 5). Εκεί αναφέρει ότι όταν έφτασε στο τέλος του χωματόδρομου πριν μπει στον δρόμο όπου έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό κοίταξε αρκετές φορές δεξιά και αριστερά, είδε ότι δεν είχε καθόλου αυτοκίνητα και ξεκίνησε να βγαίνει. Το όχημα του ευθυγραμμίστηκε και έβλεπε προς το Λιοπέτρι. Στην συνέχεια άκουσε ένα δυνατό θόρυβο από μοτοσυκλέτα και την είδε από το καθρεφτάκι του πριν χτυπήσει στο όχημα του. Δεν τραυματίστηκε. Ρητώς συμφώνησε με το σχεδιάγραμμα που του υποδείχθηκε και το υπέγραψε. Δεν είδε καθόλου την μοτοσυκλέτα, παρά δυο μέτρα προτού συγκρουστούν. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Κατά την κυρίως του εξέταση ανάφερε ότι βγαίνει σε εκείνο τον δρόμο, όπου έλαβε χώρα το δυστύχημα, για 54 χρόνια. Αυτό που κάνει είναι αφού κοιτάξει στον δρόμο και βεβαιωθεί ότι μπορεί να βγει «παλάρει» (σ.σ. αναπτύσσει ταχύτητα) και τσιλλά (σ.σ. ακουμπά) την γραμμή την άσπρη. Κοίταξε αριστερά δεξιά πέντε δέκα λεπτά. Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι ο δρόμος είναι ευθύς ώσπου βλέπει το μάτι σου. Είπε ότι είδε 3 με 4 αυτοκίνητα από την απέναντι πλευρά και ο παραπονούμενος είναι επειδή δεν προλάβαινε να τα προσπεράσει που χτύπησε. Κάποιοι νεαροί που οδηγούν μοτοσυκλέτες του είπαν ότι οδηγούσε με 120 km/h ο παραπονούμενος. Αργότερα ανάφερε ότι πολλοί τρέχουν σε εκείνο τον δρόμο και δεν μπορεί να γνωρίζει αν ο παραπονούμενος έτρεχε με 200 μίλια. Σε υποβολή ότι παρανομεί, αφού περνά πάνω από συνεχή λευκή γραμμή για να λάβει κατεύθυνση προς Λιοπέτρι, απάντησε ότι ρώτησε «τσιαούση» και του είπε ότι επιτρέπεται. Ανάφερε επίσης ότι πήγε στο σπίτι του παραπονούμενου και ο τελευταίος του ανάφερε ότι δεν υπολόγισε τα αυτοκίνητα απέναντι. Πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο XXXXX Φιλίππου (ΜΥ1). Είναι σύγαμπρος του Κατηγορούμενου. Κλήθηκε από τον τελευταίο να πάει μαζί του να συναντήσουν τον παραπονούμενο γιατί γνωρίζει αγγλικά. Ο ΜΚ 2, κατά τον ισχυρισμό του, τους ανάφερε ότι είδε το κατηγορούμενο από μακριά μόλις κατέβηκε την γέφυρα καμιά 40αριά μέτρα και ήταν η κακιά ώρα. Κατά την αντεξέταση του ανάφερε ότι η επίσκεψη στον παραπονούμενο είχε γίνει μόλις αυτός βγήκε από το νοσοκομείο. Του υποβλήθηκε ότι ο ΜΚ 2 μιλά βουλγάρικα και δεν θα μπορούσε να τους πει κάτι τέτοιο και απάντησε ότι μιλά και λίγα ελληνικά. Τελευταίος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο XXXXX Τζιρκαλλής (ΜΥ 2). Κατέθεσε έκθεση στην αγγλική γλώσσα με τίτλο «Report on road accident reconstruction", την οποία εκπόνησε με οδηγίες της συνήγορου του Κατηγορούμενου εκ μέρους ασφαλιστικής εταιρείας. Σκοπό έχει να καταδείξει πως έλαβε χώρα το δυστύχημα. Αναφέρθηκε στις λεπτομέρειες αυτού, τις οποίες έλαβε από τις καταθέσεις των εμπλεκόμενων, το σχέδιο της σκηνής, φωτογραφίες που έλαβε και σχετικές εξετάσεις στις οποίες προέβη. Ολοκληρώνοντας την έκθεση του καταλήγει στο πως επεσυνέβη το δυστύχημα και συμπεραίνει ότι ο παραπονούμενος είχε αρκετό χρόνο να σταματήσει και δεν το έπραξε. Ο ΜΥ 2 θεωρεί δεδομένο ότι ο Κατηγορούμενος ήλεγξε και τις δύο πλευρές του δρόμου πριν εξέλθει σε αυτόν. Στηρίχθηκε στο πως του είπε ο ίδιος ότι οδηγούσε. Δεν αναφέρεται στην ορατότητα του, την οποία ανάφερε ότι δεν εξέτασε. Τις εξετάσεις του τις έκανε με το ίδιο όχημα και οδηγό τον Κατηγορούμενο. Καταλήγει σε συμπέρασμα ότι για να δει ο κατηγορούμενος τον παραπονούμενο από το δεξί καθρεφτάκι σημαίνει ότι κάποια στιγμή αυτός ήταν στην αντίθετη κατεύθυνση. Έκανε επίσης με μαθηματικές πράξεις υπολογισμό του χρόνου που θα χρειαζόταν ο κατηγορούμενος για να σταματήσει, για να καταλήξει ότι η ταχύτητα του ήταν περί τα 106 km/h. Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι αν ο παραπονούμενος οδηγούσε με 60 km/h εφαρμόζοντας τα φρένα της μοτοσυκλέτας του θα μπορούσε να σταματήσει. Οι μετρήσεις έγιναν τον 6/2021 και αντιλήφθηκε ότι σε κάποιο σημείο στα 200 μέτρα περίπου περιορίζεται η ορατότητα του οδηγού στην θέση του κατηγορούμενου. Σε σχέση με το αν είδε ο τελευταίος τον παραπονούμενο αναφέρει ότι ή δεν τον είδε ή δεν υπολόγισε την ταχύτητα του. Συμφώνησε ότι αν ο Κατηγορούμενος έβλεπε τον παραπονούμενο το δυστύχημα θα αποφεύγετο, αλλά σημείωσε ότι η μοτοσυκλέτα έτρεχε πολύ περισσότερο. Συμφώνησε επίσης ότι αν δεν παραβιάζετο η λευκή συνεχής γραμμή από τον Κατηγορούμενο το δυστύχημα δεν θα λάμβανε χώρα. Ήταν πολύ κοντά οι μετρήσεις του με αυτές του ΜΚ
- Ανάλυση μαρτυρίας/ επίδικα θέματα Κύρια θέση της υπεράσπισης ήταν ότι ακόμα και αν ο Κατηγορούμενος έβλεπε τον παραπονούμενο από μεγάλη απόσταση δεν θα ήταν δυνατόν, στο μέτρο του μέσου οδηγού, να υπολογίσει την ταχύτητα αυτού, ενώ ο ΜΚ 2 μπορούσε και θα έπρεπε να σταματήσει βλέποντας τον Κατηγορούμενο να βγαίνει. Επίσης αναφέρεται σε μια σειρά στοιχείων που θεωρεί ότι δεν αποδείχτηκαν από την κατηγορούσα αρχή, μοιραία για την υπόθεση της, όπως την απόσταση του παραπονούμενου από τον Κατηγορούμενο όταν αυτός εισήλθε στον δρόμο. Τέλος τόνισε αντιφάσεις και ελλείψεις, κατά τον ισχυρισμό της, στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Από την άλλη η Κατηγορούσα Αρχή εστιάζεται στην παραδοχή του Κατηγορούμενου ότι δεν είχε δει τον παραπονούμενο, ενώ ήταν εντός της ορατότητας του. Με αναφορά στη νομολογία εισηγείται ότι κάτι τέτοιο από μόνο του στοιχειοθετεί αμέλεια του κατηγορούμενου. Επίσης αναφέρθηκε σε αντιφάσεις στην μαρτυρία της υπεράσπισης.
- Αξιολόγηση μαρτυρίας/ ευρήματα Σε σχέση με τον ΜΚ 1 συμφωνώ με την θέση της υπεράσπισης ότι αυτός δεν μπορεί να θεωρηθεί εμπειρογνώμονας. Δεν έχει την πείρα ή την εξειδίκευση προς τούτο, όπως άλλωστε και ο ίδιος το παραδέχτηκε. Συνεπώς οι θέσεις που εξέφρασε ως προς την ορατότητα του ατυχήματος δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, καθώς κάτι τέτοιο μπορεί να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο μόνο από εξειδικευμένο εμπειρογνώμονα, ο οποίος θα καταδείξει και σχετική επιστημονική διεργασία (Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 816). Διαφωνώ όμως με την θέση τους ότι δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη το σχέδιο σκηνής Τεκμήρια 1 και 1 Α. Όπως έχει νομολογηθεί το σχέδιο αποτελεί σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος. (Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ. 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1 Α.Α.Δ. 1362 και Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1388). Σε σχέση με τα ίχνη γδαρσίματος που δεν κατέγραψε ο ΜΚ 1, αυτός εξήγησε επαρκώς γιατί δεν το έκανε, αφού δεν ήταν βέβαιο αν προέκυψαν από το δυστύχημα. Το σκάμμα που δημιουργήθηκε από την μοτοσυκλέτα το έθεσε εκεί, γιατί ήταν προφανές ότι προήλθε από το δυστύχημα και εξήγησε πως πιστεύει ότι αυτό δημιουργήθηκε. Για τα σπασμένα πλαστικά στον χώρο δεν τα κατέγραψε μεν, αλλά ανάφερε και αιτιολόγησε ότι η ύπαρξη τους εκεί συνάδει με την θέση του κατηγορούμενου ως προς το σημείο σύγκρουσης. Αυτοί ήταν η λόγοι που το έθεσε στην θέση χ. Σε αυτό συμφώνησε ο Κατηγορούμενος και το υπέγραψε, καταδεικνύοντας σαφώς το σημείο σύγκρουσης. Σε σχέση με πλαστικό πάσσαλο, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε ως σταθερό σημείο, αυτός ναι μεν μπορούσε να μετακινηθεί αλλά ελλείψει άλλου τέτοιου σημείου και οι άλλοι εμπειρογνώμονες που προσήλθαν στο Δικαστήριο αυτό χρησιμοποίησαν, υποβοηθώντας το Δικαστήριο να αντιληφθεί μέσω των εν λόγω μετρήσεων το πως είχε η σκηνή. Η θέση της υπεράσπισης, έτσι όπως εκφράζεται μέσω της αγόρευσης τους, τείνει ανεπίτρεπτα να καταδείξει προηγούμενη δήλωση επί της καταθέσεως του κατηγορούμενου ως αναξιόπιστη, ενώ η εν λόγω κατάθεση έγινε τεκμήριο 5 με την σύμφωνη γνώμη τους (Ζερβού και άλλης v Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ
(2011)1 (Γ) ΑΑΔ 2192). Συγκεκριμένα επ΄ αυτής ο ίδιος ο Κατηγορούμενος έθεσε το σημείο χ ως το σημείο σύγκρουσης, συμφώνησε σε σχέση με το σχέδιο σκηνή και το υπέγραψε ως ορθό. Η ουσία αυτού του τεκμηρίου δεν αμφισβητήθηκε και μάλιστα ο ΜΥ 2 ανάφερε ότι οι μετρήσεις του δεν απέχουν πολύ από αυτές των τεκμηρίων 1 και 1 Α, αλλά στην αγόρευση της η υπεράσπιση το αμφισβητεί. Ουδέποτε τέθηκε στον ΜΚ 1 ότι ήταν λανθασμένες οι μετρήσεις του, τουναντίον στηριγμένη σε αυτές η υπεράσπιση αντεξέτασε τον ίδιο και άλλους μάρτυρες κατηγορίας, ενώ σε αυτές στηρίχθηκε τουλάχιστον εν μέρη και ο εμπειρογνώμονας που κάλεσαν. Συνεπώς τα σχέδια Τεκμήρια 1 και 1 Α γίνονται δεκτά ως προς τις μετρήσεις τους και τα σημεία που τέθηκαν επ' αυτών. Ο ΜΚ 2 κρίνεται αξιόπιστος. Παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις. Εξήγησε επαρκώς γιατί δεν μπορούσε να εφαρμόσει απότομα τα φρένα της μοτοσυκλέτας του, αφού θα έχανε τον έλεγχο της, ενώ δεν περίμενε να μην τον δει ο κατηγορούμενος, αφού δρόμος και καιρός ήταν καθαροί. Ήταν ειλικρινής και ανάφερε ότι καμία αποζημίωση δεν μπορεί να αποκαταστήσει τη ζημιά που υπέστη. Πολλής λόγος έγινε από την υπεράσπιση για να αποδείξει ότι ο ΜΚ 2 έτρεχε με μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη ταχύτητα και γι' αυτό δεν πρόλαβε να σταματήσει. Σε σχέση με αυτό αξίζει να αναφερθεί ότι στην αγόρευση της η κα. Μιχαηλίδου με μαθηματικές πράξεις προσπαθεί να αποδείξει ότι δεν λέει αλήθεια ο ΜΚ 2 ως προς την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας του κατά τον επίδικο χρόνο. Κατ΄ αρχάς θα πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο προσαγωγής μαρτυρίας (NA Theophanous (Matic) Laundries Ltd v Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)3 ΑΑΔ 739). Επιπλέον για την απόδειξη αυτής της ταχύτητας, σε σχέση με τους λοιπούς παράγοντες που αναφέρονται, όπως τις αντιδράσεις έκαστου οδηγού κτλ, χρειάζεται μαρτυρία ειδικού και δεν αρκεί επιστράτευση της κοινής λογικής προς τούτο (Σπύρου ν. Χριστοδούλου
(1996)1 ΑΑΔ 1193), ειδικά από την στιγμή που η σχετική διεργασία απαιτεί να ληφθεί υπόψη, αριθμός αντιδράσεων, μέσος όρος χρόνου αυτών και η συνάρτηση τους με μαθηματικές πράξεις. Επιπλέον δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη μικροσκοπικά η δυνητική αντίδραση του ΜΚ 2, ιδίως από την στιγμή που θα εισέρχετο στην πορεία του, ήταν εντός του οπτικού του πεδίου και για να το κάνει αυτό θα παραβίαζε λευκή συνεχόμενη γραμμή (σχετική είναι η Νικολαΐδης κ.α. ν. Κλεοβούλου
(1992)1 ΑΑΔ 422). Διαφωνώ, επίσης, με την θέση της υπεράσπισης για αλλαγή της τοποθέτησης του ΜΚ 2 ως προς το πότε είδε το όχημα του κατηγορούμενου. Στην κατάθεση του ανάφερε ότι μόλις πήρε τον ευθύ δρόμο για το Λιοπέτρι στα 100 μέτρα το είδε. Αντεξεταζόμενος ξεκαθάρισε ότι με τον όρο ευθύς δρόμος εννοεί το σημείο του δρόμου μετά την γέφυρα γιατί πριν από αυτή υπάρχει μικρή στροφή. Εξήγησε με ακρίβεια σε ποιο σημείο εισήλθε στον δρόμο ο Κατηγορούμενος, αναφέροντας ότι ο τελευταίος είχε ξεκινήσει την πορεία του όταν ο ίδιος απείχε περίπου 100 μέτρα. Και ακόμα και τότε δεν περίμενε να μην τον δει. Όταν πια κατάλαβε ότι δεν θα σταματήσει προσπάθησε να σταματήσει και όταν αντιλήφθηκε πως είναι αδύνατο έστριψε προς τα δεξιά για να τον αποφύγει. Αυτή ήταν η θέση του εξ' αρχής, από την κατάθεση του μέχρι την αντεξέταση, όπου απαντούσε με ακρίβεια χωρίς να αφήνει ίχνη ως προς την όποια σκοπιμότητα. Ο ΜΚ 3 επίσης κρίνεται αξιόπιστος. Είχε ένα πολύ συγκεκριμένο σκοπό η κατάθεση του. Να καταδείξει την ορατότητα του κατηγορούμενου μέσω της εμπειρογνωμοσύνης του. Η εμπειρία και οι γνώσεις του αποδείχτηκαν μέσω της εκθέσεως του. Για όσα στοιχεία δεν είχε ευκρινή εικόνα έκανε πολλαπλές μετρήσεις, ούτως ώστε να διευκρινίσει διαφορετικά ενδεχόμενα. Στοιχεία όπως η κατεύθυνση της ζημιάς, οι αντιδράσεις, τελικές θέσεις, η ταχύτητα των μερών και η απόσταση από σταθερά σημεία, ορθώς ανάφερε ότι δεν προσφέρουν τίποτα στο να καταδειχθεί η ορατότητα του κατηγορούμενου. Τα ευρήματα του, δε, είναι συγκεκριμένα και δεικνύουν ότι αδιαμφισβήτητα είχε ορατότητα απεριόριστη ο Κατηγορούμενος, αφού έστω και με την μέγιστη ταχύτητα ο μοτοσυκλετιστής θα ήταν στα 363 έως 212 μέτρα, άρα εντός του οπτικού πεδίου του Κατηγορούμενου, το οποίο υπολογίστηκε περί τα 400 μέτρα. Ο Κατηγορούμενος υπέπεσε σε μια σειρά αντιφάσεων που κρίνουν αναξιόπιστη την μαρτυρία του. Ενώ δήλωσε ότι βγήκε στον δρόμο όπου επεσυνέβη το δυστύχημα σιγά σιγά, κατά την αντεξέταση του αναφέρει ότι πάλαρε, δηλαδή αύξησε μεγάλη ταχύτητα για να βγει. Ενώ στην κατάθεση του ανάφερε ότι ο δρόμος ήταν καθαρός, κατά την αντεξέταση του ανάφερε ότι έρχονταν 3 με 4 αυτοκίνητα από την απέναντι πλευρά και γι΄ αυτό δεν κατάφερε να τον προσπεράσει ο ΜΚ 2. Αρνήθηκε ότι είναι παρανόμως που εξέρχεται από τον χωματόδρομο και εισέρχεται στην λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση δεξιά προς το Λιοπέτρι, παραβιάζοντας συνεχή λευκή γραμμή. Ανάφερε δε, ότι το κάνει τα τελευταία 56έτη. Ήγειρε, δε, το νεοφανή ισχυρισμό ότι βρέθηκε με τον ΜΚ 2 και είναι ο ίδιος που του ανάφερε ότι δεν υπολόγισε τα αυτοκίνητα από απέναντι. Ο ισχυρισμός αυτός ακούστηκε πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του, χωρίς να υποβληθεί στον ΜΚ 2. Γενικότερα όλη του η μαρτυρία ενείχε μια απόλυτη τάση αποποίησης της όποιας ευθύνης του και όχι προθυμία να καταδείξει την αλήθεια ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτή η απόλυτη στάση του οδηγούσε σε νεοφανής ισχυρισμούς, αντιφάσεις και μη παραδοχή πασίδηλων παρανομιών, όπως εκτέθηκαν πιο πάνω. Ο ΜΥ 1 κατέθεσε για να υποστηρίξει τον ισχυρισμό περί συνάντησης του Κατηγορούμενου με τον ΜΚ 2. Αυτός ο ισχυρισμός δεν τέθηκε στον ΜΚ 2 και όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω δεν μπορεί να γίνει πιστευτός ή εν πάση περιπτώσει να ληφθεί υπόψη. (Τάκη Βάσος ν. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 599[1]). Τέλος η έκθεση του ΜΥ 2 δεν μπορεί να γίνει δεκτή γιατί: Α. Καταλήγει στο έσχατο συμπέρασμα, δηλαδή επιχειρεί να επιλύσει εκείνο για το οποίο το Δικαστήριο είναι υπεύθυνο, ήτοι το πως έλαβε χώρα το επίδικο δυστύχημα. Όπως έχει νομολογηθεί είναι απαραβίαστη η αρχή πως η διακρίβωση των γεγονότων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η τελική ετυμηγορία, περί ενοχής ή μη του Κατηγορουμένου σε ποινική υπόθεση, ανήκει στο Δικαστήριο, και δεν γίνεται ανεκτή καμιά εξωγενής επέμβαση σ' αυτό το έργο (Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390). Συνεπώς ναι μεν το έργο του εμπειρογνώμονα είναι μέσω της γνώσης ή της εμπειρίας του να φωτίσει πτυχές που το Δικαστήριο αδυνατεί να λάβει δικαστική γνώση, αλλά είναι απαραβίαστος ο κανόνας ότι δεν μπορεί να υποκαταστήσει την κρίση του, ως προς τα ως άνω αναφερόμενα δεδομένα. Και αυτό επιχειρείται με το Τεκμήριο
- Αποκλειστικό σκοπό έχει να καταδείξει το πως έγινε το δυστύχημα, χωρίς να ακουστεί μαρτυρία και λαμβάνοντας υπόψη αντικρουόμενες θέσεις, όπως αυτές προκύπτουν μέσα από τις καταθέσεις των μερών. Το Δικαστήριο, όμως, είναι επιφορτισμένο να προβεί σε ευρήματά γεγονότων και δεν νοείται αντικατάσταση του από τον οποιοδήποτε. Β. Το Τεκμήριο 7 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη γιατί έλαβε υπόψη του λανθασμένα στοιχεία και δεδομένα. Συγκεκριμένα κατά την κυρίως του εξέταση ο ΜΥ 2 ανάφερε ότι ο ΜΚ 2 είχε δει οχήματα στο απέναντι ρεύμα του δρόμου, μαρτυρία που δεν προκύπτει από πουθενά. Δεικνύει την κατεύθυνση του ΜΚ 2 στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, γεγονός που επίσης δεν προκύπτει από πουθενά. Το δικαιολόγησε λέγοντας ότι για να τον δει στα δεξιά του, κάποια στιγμή ήταν στα αριστερά, κάτι που αντιστρατεύεται την κοινή λογική, αφού ο ίδιος ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι είχε δει τον ΜΚ 2 μόνο αμέσως πριν από την σύγκρουση. Και κατά την μαρτυρία του όμως ο ΜΥ 2 έδιδε μονόπλευρες απαντήσεις με αποτέλεσμα να κρίνεται αναξιόπιστος. Συγκεκριμένα ενώ για να καταλήξει στο συμπέρασμα της έκθεσης του έλαβε υπόψη ως ταχύτητα της μοτοσυκλέτας του ΜΚ2 τα 60 km/h, στην συνέχεια με υπολογισμούς προσπαθούσε να αποδείξει ότι η ταχύτητα του ήταν μεγαλύτερη. Δηλαδή για να πλήξει τα λεγόμενα του ΜΚ 2 υποστήριξε θέση αντίθετη από αυτή που έλαβε υπόψη για στην έκθεση του. Ενώ ανάφερε ότι δεν είχε ελέγξει την ορατότητα του Κατηγορούμενου, στην συνέχεια ανάφερε ότι χόρτα εμπόδιζαν την ορατότητα στα 200 περίπου μέτρα από τον Κατηγορούμενο. Αυτό το εύρημα αντιφάσκει και με την ίδια την παραδοχή του Κατηγορούμενου επί του Τεκμηρίου 5 ότι ο δρόμος ήταν καθαρός. Ενώ ο Κατηγορούμενος ανάφερε τόσο στην κατάθεση του όσο και στη ένορκη μαρτυρία του ότι δεν είδε τον ΜΚ 2, ο ΜΥ 3 αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος δεν υπολόγισε την ταχύτητα του ΜΚ 2, δεικνύοντας ότι τον είδε. Στην πορεία της αντεξέτασης του προσπάθησε να προσθέσει στην έκθεση του Τεκμήριο 7 πολλά στοιχεία, κάποιες φορές αντιφατικά με το Τεκμήριο 7, όπως την αντίδραση των οχημάτων μετά την σύγκρουση, την ορατότητα και την ταχύτητα του ΜΚ
- Συνεπώς η μαρτυρία του ΜΥ 2 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Με βάση την πιο πάνω αποδεκτή μαρτυρία προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος επιχειρόντας να βγει από χωματόδρομο στον δρόμο προς Λιοπέτρι, δεν είδε τον ΜΚ 2, ενώ ο τελευταίος ήταν εντός του οπτικού του πεδίου. Βγήκε από χωματόδρομο διέσχισε την δεξιά λωρίδα του δρόμου και εισήλθε στην αριστερή προς Λιοπέτρι, παραβιάζοντας συνεχή λευκή γραμμή. Την ίδια πορεία, δηλαδή προς Λιοπέτρι, ακολουθούσε και ο ΜΚ 2, ο οποίος οδηγούσε μοτοσυκλέτα. Ο ΜΚ 2 είχε δει τον Κατηγορούμενο και αρχικά δεν υπολόγισε ότι θα βγει. Όταν αντιλήφθηκε ότι θα εισέλθει στην πορεία του, ελάττωσε ταχύτητα, επιχείρησε ανεπιτυχώς να τον προσπεράσει και εντέλει δεν πρόλαβε να σταματήσει με αποτέλεσμα να συγκρούστούν.
- Νομικές Αρχές Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 6279, ημερ. 27.3.98 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδέ Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R 188). H αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R.78). Σε σχέση με την παρούσα περίπτωση το καίριο επίδικο ζήτημα είναι αν ο Κατηγορούμενος άσκησε το καθήκον της προσοχής και δέουσας παρατηρητικότητας που τον βαρύνει (Constantinou v. Katsouris
(1975)2 C.L.R. 188). Στην πρόσφατη Arakelyan ν. Αστυνομίας, Ποινικη Εφεση ΑΡ. 198/17, 24/10/2018, η κατηγορούμενη είχε δει την πεζή μόνο αφού την κτύπησε και κρίθηκε ότι ήταν ένοχη αμέλειας λόγω έλλειψης δέουσας παρατηρητικότητας. Στην Γιωργαλλή Ελένη ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 21 υπόθεση πολύ παρόμοια με την παρούσα η Εφεσείουσα δεν είχε δει μοτοσυκλέτα ενώ είχε ορατότητα 150 μέτρων και έστριψε χτυπώντας την. Το Δικαστήριο αποφάσισε ως εξής: «Η ποινική ευθύνη της εφεσείουσας για αμελή οδήγηση ορθά εντοπίστηκε στην παράλειψή της να ασκήσει το καθήκον της προσοχής και δέουσας παρατηρητικότητας που βαρύνει πάντοτε όλους τους οδηγούς κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις. Βλ.Constantinou v. Katsouris
(1975)2 C.L.R.
- Στην προκείμενη περίπτωση η εφεσείουσα παρέλειψε να δει τη μοτοσικλέτα ενώ διατηρούσε αυτή τη δυνατότητα.» Ακριβώς όπως και στην παρούσα. Ο Κατηγορούμενος δεν είδε τον ΜΚ 2 όπως παραδέχτηκε. Ο ΜΚ 3 απέδειξε αδιάσειστα ότι ο ΜΚ 2 οδηγώντας την μοτοσυκλέτα του ήταν στο οπτικό του πεδίο, αφού με ορατότητα πέραν των 400 μέτρων η εν λόγω μοτοσυκλέτα θα έπρεπε να τρέχει με περισσότερη ταχύτητα από αυτή που μπορεί να αναπτύξει για να φτάσει στο σημείο σύγκρουσης και να μην ήταν ορατή στον Κατηγορούμενο. Ο τελευταίος όφειλε να είχε δει τον ΜΚ 2, ερχόμενο στην πορεία που επιθυμούσε να εισέλθει. Επομένως ο Κατηγορούμενος δεν άσκησε την δέουσα παρατηρητικότητα του, ούτως ώστε να δει τον επερχόμενο ΜΚ
- Δεν μπορεί, βεβαίως, το Δικαστήριο να υιοθετήσει υποθετικά σενάρια που η υπεράσπιση προτείνει, εισηγούμενη εν πολλοίς ότι ακόμα και αν έβλεπε τον ΜΚ 2 δεν θα μπορούσε ο Κατηγορούμενος να υπολογίσει την ταχύτητα του και είναι ο πρώτος που όφειλε να σταματήσει. Το Δικαστήριο αποφασίζει στην βάση της αποδεκτής μαρτυρίας και όχι στην βάση εικασιών, όπως η Υπεράσπιση εισηγείται. (Κωστα Παλασκα ν. Δημοκρατιας, Ποινικη Εφεση 53/2013, 20/1/2017, Πουτζιουρής & άλλος ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 309, Σωτηριάδης & άλλος ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 482). Και στην παρούσα είναι ο ίδιος ο Κατηγορούμενος που παραδέχτηκε ότι δεν είχε δει τον ΜΚ 2, ενώ αποδείχτηκε ότι ήταν εντός του οπτικού του πεδίου. Επομένως δεν μπορεί να μπει το Δικαστήριο σε μια λογική δημιουργίας υποθετικών σεναρίων, πέραν της αποδεκτής μαρτυρίας και να απεμπολήσει την ευθύνη του Κατηγορούμενου, από την στιγμή που έχει καταδειχθεί έλλειψη δέουσας παρατηρητικότητας εκ μέρους του. Ακόμα θα πρέπει να συνυπολογιστεί ότι για να εισέλθει στον επίδικο δρόμο ο Κατηγορούμενος παραβίασε συνεχή άσπρη γραμμή. Παραβίασε δηλαδή τον Καν. 58
(2)(δ) των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων Κανονισμων. Στο Ηνωμένο Βασίλειο έχει κωδικοποιηθεί[2] ότι παραβίαση των κανονισμών δεν οδηγεί αφ' εαυτού σε αμέλεια, αλλά συνυπολογίζεται ως σχετικός παράγοντας τον οποίο λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο κατά την διεργασία του[3]. Και στην παρούσα περίπτωση ο παράγοντας αυτός, δηλαδή η παραβίαση συνεχούς λευκής γραμμής, είναι πολύ σημαντικός. Ειδικά από την στιγμή που εκείνο που η υπεράσπιση εισηγείται ήταν ότι ο ΜΚ 2 όφειλε να αντιδράσει και να σταματήσει πριν γίνει η σύγκρουση. Θα έπρεπε δηλαδή ο παραπονούμενος ΜΚ 2 να προβλέψει όχι μόνο ότι ο Κατηγορούμενος δεν τον είδε, ενώ ήταν στο οπτικό του πεδίο, αλλά θα έπρεπε να αναμένει και ότι ο Κατηγορούμενος παραβιάζοντας τους Κανονισμούς θα επιχειρούσε είσοδο στην πορεία κατεύθυνσης του. Τέλος η απόφαση Νικολαΐδης κ.α. ν. Κλεοβούλου
(1992)1 ΑΑΔ 422, την οποία επικαλείται η υπεράσπιση, περισσότερο πλήττει παρά να υποστηρίζει την υπόθεση της. Σε εκείνη την απόφαση κρίθηκε ότι: «Ο εφεσείων μπορούσε να συνεχίσει την πορεία του με την εύλογη προσδοκία ότι ο εφεσίβλητος 2 θα τηρούσε τα καθήκοντα έναντι του και δε θα έφρασσε την πορεία του. Υποχρέωση για λήψη προληπτικών μέτρων εκ μέρους του εφεσείοντα δημιουργήθηκε όταν ο εφεσίβλητος 2 έστριψε δεξιά παρεμβάλλοντας εμπόδια στην πορεία του και καθιστώντας τη σύγκρουση επικείμενη. Όπως κατ' επανάληψη τονίστηκε οι πράξεις οδηγού που βρίσκεται αντιμέτωπος με επικείμενη σύγκρουση δεν κρίνονται μικροσκοπικά, αλλά με ευρύτητα ανάλογη με τα αγωνιώδη διλήμματα που αντιμετωπίζει και την έλλειψη ουσιαστικής ευκαιρίας για προγραμματισμό των πράξεων του.» Ταυτοσήμως με τα επίδικα δηλαδή όπου ο ΜΚ 2 εύλογα προσδοκούσε ότι θα συνέχιζε την πορεία του χωρίς να του φράξει τον δρόμο ο Κατηγορούμενος, αγνοώντας τον και παραβιάζοντας λευκή συνεχή γραμμή. Η υποχρέωση για λήψη προστατευτικών μέτρων από τον ΜΚ 2 δημιουργήθηκε όταν ο Κατηγορούμενος αποφάσισε να εισέλθει από τον χωματόδρομο στον δρόμο όπου έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό και όπως αναφέρεται και στην Νικολαΐδης οι πράξεις του ως οδηγού που αντιμετωπίζει επικείμενη σύγκρουση δεν κρίνονται μικροσκοπικά, με ενδελεχής μαθηματικές πράξεις, όπως η υπεράσπιση επιχειρεί. Συγκεκριμένα δεν θα μπορούσε, όπως εξήγησε άλλωστε, ο ΜΚ 2 να σταματήσει απότομα γιατί θα έχανε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του, ενώ εφόσον ήταν στο οπτικό πεδίο του Κατηγορούμενου δεν ανέμενε ότι αυτός θα εισέλθει στην πορεία του ανακόπτοντας την και δη παραβιάζοντας συνεχή λευκή γραμμή. Στην βάση των πιο πάνω, λοιπόν, και στο καίριο ερώτημα αν ο Κατηγορούμενος εξάσκησε το καθήκον του για λογική φροντίδα και προσοχή για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο η απάντηση είναι σαφώς αρνητική. Αφενός παραβίασε τους Κανονισμούς, παραβιάζοντας λευκή συνεχόμενη γραμμή για να εισέλθει στον δρόμο, αλλά, κυρίως, δεν έδειξε την δέουσα παρατηρητικότητα, αφού δεν είδε τον ΜΚ 2 ενώ ήταν στο οπτικό του πεδίο, ως θα αναμένετο από έναν συνετό οδηγό. Αυτή η συμπεριφορά του παραβιάζει την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο και στοιχειοθετεί το αδίκημα της αμέλειας εκ μέρους του. 5. Κατάληξη Η Κατηγορούσα Αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο Κατηγορούμενος καταδικάζεται στην εναντίον του κατηγορία. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Στον κάθε μάρτυρα κατά την αντεξέταση του θα πρέπει να τίθεται η εκδοχή της άλλης πλευράς, ιδιαίτερα όταν αυτή αφορά σε ουσιαστικό γεγονός το οποίο αμφισβητείται. Ο συγκεκριμένος κανόνας πρακτικής, αν και όχι άκαμπτος, είναι σημαντικός γιατί όχι μόνο δίδει την ευκαιρία στο μάρτυρα να αντικρούσει τις αντίθετες θέσεις της άλλης πλευράς, αλλά υποβοηθά και το Δικαστήριο στην αξιολόγηση της μαρτυρίας και στην εύρεση της αλήθειας. [2] s.38
(7)Road Traffic Act 1988 [3] Goad v Butcher, 2011 WL 578965
(2011)par 19-20 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο