ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΒΑΡΔΑΚΗΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 974/2018, 1/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2021:B40 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (Που συνεδριάζει στο Παραλίμνι) ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε.Ευθυμίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 974/2018 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. 1.ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΑΜΙΡ ΛΟΤΦΥ 2.ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΒΑΡΔΑΚΗΣ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 1 Νοεμβρίου 2021 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Π. Πίτσιλλου(για να ακούσει απόφαση η Κα Γιάλλουρου) Για τον Κατηγορούμενο 2:κος Ν. Νικολάου Κατηγορούμενος 2 παρών ΠΟΙΝΗ ΓΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟ 2 Το Δικαστήριο έχει καταλήξει στην καταδικαστική του απόφαση στις 12/10/21 σε ό,τι αφορά τις κατηγορίες 1, 2, 3 και 4 για το πρόσωπο του Κατηγορουμένου 2 («ο Κατηγορούμενος») . Έχω θέσει ενώπιόν μου την ικανή αγόρευση του κύριου Νικολάου σε ό,τι αφορά τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου και τα ζητήματα που ο ίδιος εισηγείται ότι το Δικαστήριο πρέπει να λάβει υπ' όψιν του στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής του. Θα αναφερθώ στα σημαντικά στοιχεία όπου κρίνεται απαραίτητο. Είναι γνωστό ότι ο περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος του 1977, Νόμος 29/1977 («ο Νόμος») επιφυλάσσει αυστηρές ποινές τόσο για τα αδικήματα της κατοχής ελεγχόμενων φαρμάκων όσο και για τα αδικήματα της προμήθειας ελεγχόμενων φαρμάκων. Ο Νόμος προνοεί ότι το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α', τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και δώδεκα χρόνων ενώ το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β', τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και οχτώ χρόνων. [1] Εντούτοις, σε ότι αφορά αμφότερα τα προαναφερόμενα αδικήματα, προνοείται στο εδάφιο
(2)του Άρθρου 30 του Νόμου επιφύλαξη εν σχέση με την ηλικία και τυχόν προηγούμενες καταδίκες.[2] Σε ό,τι δε αφορά το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο, εκεί η τιμωρία που ο νομοθέτης έχει επιφυλάξει στον ίδιο Νόμο είναι αυτή της φυλάκισης διά βίου.[3] Τούτων λεχθέντων δεν παραγνωρίζω φυσικά ότι η παρούσα υπόθεση έχει δικαστεί συνοπτικά αλλά αναφέρομαι στο κείμενο του Νόμου αφού έχει πολλάκις τονισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων πρωτίστως διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες από τον Νόμο ποινές. Δανείζομαι τον λόγο της απόφασης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Μυλωνάς, [4] όπου αναφέρθηκε ότι η συνοπτική εκδίκαση, δεν καθιστά τα αδικήματα λιγότερο σοβαρά: «Το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και όχι την ανώτατη ποινή που το ίδιο έχει δικαιοδοσία να επιβάλει (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442). Η ανώτατη ποινή που προβλέπει ο Νόμος συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης με στόχο τον καθορισμό του είδους και της έκτασης της ποινής που θα επιβληθεί (Δημοκρατία ν. Κυριάκου & άλλου
(1990)2 ΑΑΔ 264, Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9.) Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή.». Η σοβαρότητα των αδικημάτων του προαναφερόμενου Νόμου και γενικά η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπισή τους μέσω της ποινής έχει καταστεί αντικείμενο αναφοράς και μελέτης σε πληθώρα αποφάσεων του Δικαστηρίου. Ενδεικτικά να αναφέρω την Λαζάρου ν Αστυνομίας, κ. α. [5],αργότερα στην Ναζιπ ν Δημοκρατίας[6] και πιο πρόσφατα στην Στυλιανού ν Δημοκρατίας, κ. α.,[7]. Θα επαναλάβω τα όσα έχει αναφέρει ο κύριος Πασχαλίδης στα πλαίσια της υπόθεσης Λαζάρου ν Αστυνομίας, κ. α. «. τα ναρκωτικά έχουν εξελιχθεί σε μάστιγα και καρκίνωμα της κοινωνίας μας, πληγές οι οποίες δυστυχώς, όπως διαπιστώνουμε από τη συχνότητα των υποθέσεων που έρχονται ενώπιον των δικαστηρίων, όχι μόνο δεν φαίνεται να υποχωρούν, αλλά επιδεινώνονται ραγδαία. Και στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας. Είναι πραγματικό λυπηρό, οδυνηρό και τραγικό να διαπιστώνουμε πως η απώλεια ζωών, νέων κυρίως ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά τη αυστηρή μεταχείριση των παραβατών επιτακτική. Όπως έχει κατ' επανάληψη λεχθεί οι έμποροι των ναρκωτικών θα πρέπει να κατανοήσουν ότι δεν μπορούν να αποφύγουν τις συνέπειες των απεχθών πράξεων τους. Θα πρέπει να υπολογίζουν τις επιπτώσεις της σύλληψης και καταδίκης τους.» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Στη δε πρόσφατη έφεση Κρομμυδάς v. Αστυνομίας[8] ο έντιμος δικαστης Παρπαρίνος καταλήγει σε παρόμοια σχόλια στη σελίδα 7 της απόφασης: «Θα πρέπει να λεχθεί ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν θα πρέπει να υποβαθμίζει την σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο Εφεσείων, αλλά ούτε και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αδικημάτων της φύσης υπό εξέταση. Τα αδικήματα υπό αναφορά, αναμφίβολα, έχουν λάβει ανησυχητικές διαστάσεις, προκαλούν καταστροφή στον άνθρωπο και υπόσταση του, τον εξευτελισμό της ανθρώπινης ύπαρξης, την καταστροφή οικογενειών αλλά και των ιδίων των χρηστών. Όλα αυτά για το εύκολο κέρδος ολίγων οι οποίοι θησαυρίζουν εις βάρος καταστραμμένων ψυχών, χωρίς συνείδηση γι αυτούς παρά για το κέρδος τους. Συνεπώς είναι αναγκαία η ανάλογη αντιμετώπιση των αδικημάτων αυτών για την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου, πάντοτε βέβαια στο ορθό πλαίσιο και συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Η αποτροπή είναι το κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό και την έκταση της ποινής. Οι ποινές που επιβάλλονται σε άλλες υποθέσεις είναι προς καθοδήγηση αλλά δεν επιβάλλουν και την ακριβή αριθμητική εξίσωση τους. Η κάθε υπόθεση κρίνεται στα δικά της περιστατικά και εδώ η κρινόμενη εγκληματική δράση του Εφεσείοντα δεν είναι αμελητέα. Ούτε οι ποσότητες των επίδικων ελεγχόμενων φαρμάκων κρίνονται ως μικρές υπό την έννοια που αποδίδει ο Εφεσείων.» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Ως τονίζεται στην πιο πάνω υπόθεση οι προηγούμενες αποφάσεις επί της ποινής των Δικαστηρίων δεν μπορούν να αποτελέσουν φάρο καθοδήγησης αφού κάθε περίπτωση εξαρτάται από τα δεδομένα της. Αξίζει όμως να λεχθεί, ότι σε αυτήν την υπόθεση επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 3 ετών και 8 μηνών για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια μετά από άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Έχω λάβει υπ' όψιν μου προς όφελος του κατηγορουμένου ότι είναι άτομο ηλικίας σήμερα 45 ετών και ότι φροντίζει τους γονείς του ως ο μοναδικός υιός που διαμένει μαζί τους, ως ο κύριος Νικολάου έχει διευκρινίσει. Επιπλέον λαμβάνω υπ'όψιν ότι είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου και τα όσα έχουν αναφερθεί για τον βίο που έχει διάγει μέχρι σήμερα. Τούτων λεχθέντων όμως σε σχέση με την ηλικία του (κατά τον χρόνο διάπραξης ο κατηγορούμενος ήταν 42 ετών) καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα σε ώριμη ηλικία. Λαμβάνω δε υπ' όψιν μου, ότι είναι άτομο το οποίο δεν είναι ουσιοεξαρτώμενο με βάση τις αναλύσεις που έχουν παρουσιαστεί από τον κύριο Νικολάου καθώς και όλα τα ζητήματα που έχουν τεθεί σε σχέση με την υγεία του και την υγεία των γονέων του η οποία ως αναφέρθηκε έχει διασαλευθεί μετά από την καταδίκη του κατηγορουμένου. Τα όσα έχουν αναφερθεί περί στοχοποίησης του κατηγορουμένου από την Αστυνομία και άλλα σχόλια που έρχονται σε αντίθεση με τα όσα το Δικαστήριο έχει αποφασίσει στα πλαίσια της τελικής του απόφασης, δεν μπορούν να ληφθούν υπ' όψιν προς επιμέτρηση αυτής της ποινής. Ούτε συμφωνώ ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει αποδείξει ότι το ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β βρισκόταν στην κατοχή του κατηγορουμένου με σκοπό την προμήθεια ως η εισήγηση του κ. Νικολάου. Επι τούτου έχει αποφασίσει το Δικαστήριο μετά από Ακρόαση της υπόθεσης. Συνεπώς τέτοια σχόλια δεν μπορούν να ληφθούν υπ'όψιν για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Σε ότι αφορά τους συνηγορούντες μετριαστικούς παράγοντες του κατηγορουμένου που έχουν τεθεί ενώπιον μου θεωρώ δεν είναι τέτοιοι που να μπορούν να υπερφαλαγγίσουν την ανάγκη προστασίας της κοινωνίας. Αξιοσημείωτα, εν προκειμένω, είναι τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Μιχαήλ ν Αστυνομίας, [9] που αφορούσαν περίπτωση κατηγορουμένου που διέπραξε αδικήματα του Νόμου 29/1977, πατέρα δύο ανήλικων παιδιών, με λευκό ποινικό μητρώο: «Η έξαρση των αδικημάτων, εισαγωγής ναρκωτικών στη χώρα μας, αποτελεί στοιχείο αρκούντως επιβαρυντικό, που καθιστά, άμεση και επιτακτική την ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών. Όπως επαναλήφθηκε σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι προσωπικές συνθήκες του καταδικασθέντα για αδικήματα σχετιζόμενα με ναρκωτικά, υποχωρούν έναντι της ευρύτερης αναγκαιότητας προστασίας του κοινωνικού συνόλου και της εκδήλωσης απαρέσκειας της κοινωνίας για την εγκληματική συμπεριφορά, αυτού του είδους.» Καταληκτικά θεωρώ ότι μοναδική αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι αυτή της φυλάκισης την οποία και επιβάλλω. Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Στη 2η κατηγορία καμία ποινή. Στην 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 28 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Απομειώνονται δε από τη μέρα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση σύμφωνα, ήτοι από τις 12/10/2021. [10] Έχω θέσει ενώπιόν μου το πλαίσιο της εισήγησης του κύριου Νικολάου σε σχέση με την αναστολή ποινής φυλάκισης. Είναι η θέση μου ότι όταν τα αδικήματα που αφορούν την παρούσα υπόθεση βρίσκονται σε έξαρση. Η τιμωρία ενός συγκεκριμένου παραβάτη είναι επιπρόσθετα το μέσο να αποτραπούν άλλοι πιθανοί παραβάτες από τη διάπραξή τους διότι η προστασία του δημοσίου συμφέροντος είναι υπεράνω των οποιωνδήποτε προσωπικών περιστάσεών του. Η προκειμένη, κατά την κρίση μου, είναι τέτοια. Οι παράγοντες που προαναφέρθηκαν κατά την επιλογή του είδους της ποινής του κατηγορουμένου και η επιμέτρησή της στο σύνολο των περιστάσεων αυτής της υπόθεσης, οι προσωπικές του συνθήκες επανεξεταζόμενες για σκοπούς εξέτασης αν δικαιολογείται αναστολή εκτέλεσης της ποινής που μόλις έχει επιβληθεί, δεν δικαιολογούν κατά την κρίση μου την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η ποινή φυλάκισης που ο κατηγορούμενος συνολικά θα εκτίσει, θεωρώ ότι αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε και εξυπηρετεί ταυτοχρόνως τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Αυτό δεν θα εξυπηρετείτο κατά την κρίση μου αν η ποινή για τον κατηγορούμενο σήμερα αναστελλόταν. Ως εκ τούτου η ποινή φυλάκισης είναι άμεση. (Υπ).............................................. Ε. Ευθυμίου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Άρθρα 6[
(1)και
(2)], 30[
(1)και
(3)] Ο [2] «Νοείται ότι σε κατηγορούμενο που κρίθηκε ένοχος για αδίκημα που αφορά χρήση, κατοχή ή μεταφορά ελεγχόμενου φαρμάκου για προσωπική χρήση επιβάλλεται ποινή φυλάκισης που δε θα υπερβαίνει τα δύο έτη, αν:- (
- i)δεν είχε συμπληρώσει, κατά το χρόνο της διάπραξης του αδικήματος, το εικοστοπέμπτο (25ο) έτος της ηλικίας του, και (
- ii)δεν έχει οποιαδήποτε προηγούμενη καταδίκη για αδίκημα κατά παράβαση του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών.». [3] Άρθρα 6[
(1)και
(3)], 30[
(1)και
(3)] του Νόμου 29/1977 [4] Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, 14/12/2018, [5]
(2010)2 Α.Α.Δ. 633 [6] Ποινική Έφεση Αρ. 6/2014, 21/11/2014 [7] Ποινική Έφεση Αρ. 268/2015, 13/12/2018, [8] Ποιν. Εφεση 152/2020 ημερ. 28/9/2021, ECLI:CY:AD:2021:B411 [9]
(2012)2 Α.Α.Δ. 231 [10] Άρθρο 117
(1)του Κεφ. 155 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο