← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. A.B., Αρ. Υπόθεσης: 493/18, 21/9/2021

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. A.B., Αρ. Υπόθεσης: 493/18, 21/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2021:B42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (που συνεδριάζει στο Παραλίμνι) ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Ευθυμίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 493/18 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ -ν- A.B. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 21/9/2021 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Αδάμος Δημοσθένους Για τον Κατηγορούμενο: κος Σωτήρης Αργυρού Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ (Οι οδηγίες του Δικαστηρίου είναι ότι ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η δημοσιοποίηση οποιουδήποτε στοιχείου ή πληροφορίας θα ήταν δυνατό να οδηγήσει στην εξακρίβωση της ταυτότητας των εμπλεκομένων προσώπων.) Το κατηγορητήριο και η προσαχθείσα μαρτυρία Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει ενώπιον του Δικαστηρίου τέσσερις κατηγορίες. Οι τρεις αφορούν σεξουαλική κακοποίηση παιδιού κατά παράβαση του Περί Πρόληψης της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας Νόμου Ν 91(I)/2014 (ο Νόμος) και η τέταρτη κατηγορία, αφορά άσεμνη πράξη κατά παράβαση του άρθρου 176 του Ποινικού Κώδικα (ΠΚ). Συγκεκριμένα καταλογίζεται στον κατηγορούμενο ότι στις 27.8.2017 και περί ώρα 17:30, στην παραλία Yianna Marie στον Πρωταρά προκάλεσε τους ανήλικους A.B. με ημερομηνία γέννησης [ ].2006 (πρώτη κατηγορία), τον A.B. με ημερομηνία γεννήσεως [ ].2007 (δεύτερη κατηγορία) και τον A.B. με ημερομηνία γέννησης [ ].2006 (τρίτη κατηγορία), άτομα ανήλικα (κάτω των 13 ετών) που δεν είχαν φτάσει σε ηλικία συναίνεσης, να γίνουν μάρτυρες σεξουαλικών πράξεων, τουτέστιν, αυνανίστηκε στην παρουσία τους. Με την τέταρτη κατηγορία, καταλογίζεται στον κατηγορούμενο ότι διενήργησε δημόσια άσεμνη πράξη, ήτοι αυνανιζόταν σε δημόσιο μέρος. Η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για την Κατηγορούσα Αρχή κλήθηκαν στο εδώλιο πέντε μάρτυρες και αφού κλήθηκε ο κατηγορούμενος σε απολογία, η πλευρά της Υπεράσπισης παρουσίασε δύο μάρτυρες, με τον κατηγορούμενο να επιλέγει το δικαίωμα της σιωπής. Πρώτος μάρτυρας στη διαδικασία, ο Αντρέας Κωνσταντίνου, το άτομο που ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης από μέρους της Αστυνομίας, τότε εκτελώντας καθήκοντα Υπαστυνόμου στην Τροχαία Αμμοχώστου. Ως ο μάρτυρας εξήγησε στο Δικαστήριο ανέλαβε μετά από πληροφορία από τον αστυφύλακα [ ] την υπόθεση, λόγω της σοβαρότητας της καταγγελίας και κυρίως για σκοπούς αβρότητας απέναντι στον κατηγορούμενο, o οποίος είναι μέλος της Αστυνομίας. Ως εκ τούτου, επιλήφθηκε των εξετάσεων και μεταξύ άλλων εξήγησε στον κατηγορούμενο τη μαρτυρία που υπήρχε εναντίον του. Ο κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν επιθυμούσε να αναφέρει κάτι στην Αστυνομία και παραπονέθηκε για ζαλάδα και αδιαθεσία και ως εκ τούτου με τις οδηγίες του ΜΚ1 και τη συνοδεία Αστυνομίας, οδηγήθηκε στο γενικό νοσοκομείο για να τύχει ιατρικής εξέτασης. Αφού εξασφαλίστηκε ένταλμα σύλληψης για τον κατηγορούμενο, αυτός συνελήφθη, του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του και τέθηκε υπό κράτηση στα κρατητήρια του σταθμού Αγίας Νάπας. Την επόμενη μέρα, λήφθηκε ανακριτική κατάθεση, κατηγορήθηκε γραπτώς και αφέθηκε ελεύθερος. Ο μάρτυρας κατέθεσε όλα τα έγγραφα που είχε στον φάκελο της υπόθεσης του και συγκεκριμένα το ένταλμα σύλληψης (Τεκμήριο 2), τη γραπτή κατηγορία (Τεκμήριο 4) και την ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 3). Η αντεξέταση του μάρτυρα εστιάστηκε κυρίως στο κατά πόσο διενεργήθηκε αναγνωριστική παράταξη. Ήταν η θέση της Υπεράσπισης ότι η έρευνα της Αστυνομίας ήταν πλημμελής εντοπίζοντας πέραν της παράλειψης στην διενέργεια αναγνωριστικής παράταξης, την παράλειψη λήψης καταθέσεων από τους λουόμενους στην παραλία και την παραλαβή του μαγιό του κατηγορουμένου ως Τεκμήριο. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι ο κατηγορούμενος παραδόθηκε στην Αστυνομία από τους παρευρισκόμενους σε εκείνο το σημείο πολίτες, οι οποίοι τον καταδίωξαν και τον συνέλαβαν και ως εκ τούτου δεν υπήρχε καμία ανάγκη για την διενέργεια αναγνωριστικής παράταξης. Δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας, ο A.B., o οποίος υιοθέτησε τη γραπτή του κατάθεση στην Αστυνομία (Τεκμήριο 5), απάντησε σε ερωτήσεις και αντεξετάστηκε. Ο μάρτυρας ανάφερε ότι ενώ βρισκόταν στην παραλία Yianna Marie στον Πρωταρά μαζί με την οικογένεια του και την οικογένεια του κουμπάρου του, είχαν επιτρέψει στα παιδιά τους να παίξουν ελεύθερα στην παραλία, ενώ εκείνοι βρίσκονταν στο οργανωμένο κομμάτι της παραλίας καθήμενοι. Προσεγγίστηκε ως ανάφερε από τον γιο του κουμπάρου του, A.B., o οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν 11 χρονών, διαπιστώνοντας ότι το παιδί ήταν φοβισμένο και έκλαιγε. Ο νεαρός υπέδειξε ότι ο γιος του ΜΚ2 ήταν σε απόσταση 100 μέτρων περίπου από το σημείο που βρίσκονταν εκείνοι καθήμενοι κοντά στα βράχια όπου υπάρχει ένας άνδρας γυμνός, άγνωστος σε αυτούς, o οποίος τους είπε να μείνουν κοντά του. Τόσο o ίδιος ο μάρτυρας, όσο και ο κουμπάρος του, έτρεξαν προς το μέρος που τους υποδείχθηκε από τον ανήλικο και εντόπισαν έναν άνδρα μεταξύ 40 και 45 ετών, o οποίος (για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του μάρτυρα) «είχε το παντελονάκι του κατεβασμένο μέχρι τα γόνατα και όπως ήταν καθιστός σε πλάγια προς τα πίσω στάση πάνω στους βράχους, με το δεξί του χέρι αυνανιζόταν δημόσια». Ο μάρτυρας περιέγραψε ότι αυτό το θέαμα παρακολουθούσε και ο γιος του, ο οποίος ήταν σε απόσταση περί των 4‑5 μέτρων από αυτό τον άνδρα, «τον κοιτούσε παλαβωμένος» ως η έκφραση που o ίδιος χρησιμοποίησε, του μιλούσε και o ίδιος δεν απαντούσε από τον φόβο του. Όταν, ως ο μάρτυρας εξήγησε, τελικά κατάφερε να πάρει την προσοχή του γιού του, πήγε προς το μέρος του, του πατέρα του και του ανάφερε ότι ήθελε να φύγει, αλλά ο άνδρας δεν τον άφηνε. Όταν το παιδί ήταν πλέον κοντά του, ο μάρτυρας εξήγησε ότι φώναξε προς τον άγνωστο αυτό άνδρα «τι κάμνεις τζιαμέ ρε ανώμαλε;» ενώ παράλληλα μετέβαινε προς το μέρος του. Σ' αυτό το άκουσμα ο άνδρας βούτηξε στη θάλασσα και τον ακολούθησε ο ΜΚ2 κολυμπώντας, «χωρίς να τον χάσει από τα μάτια του», ως χαρακτηριστικά ανέφερε ενόρκως, ενώ από τη στεριά τον ακολουθούσε ο κουμπάρος του και όταν εξήλθε της θάλασσας, ο κουμπάρος του τον περιόρισε στην άμμο και κάλεσε την Αστυνομία. Ενώ ανάμεναν την Αστυνομία, ως ο μάρτυρας ανάφερε, ο άνδρας αυτός προσπάθησε να διαφύγει και κατάφεραν και πάλι να τον περιορίσουν, παρά τη σθεναρή του αντίσταση. Ο μάρτυρας κατέθεσε το πιστοποιητικό γεννήσεως του γιου του (Τεκμήριο 6), στο οποίο φαίνεται η ημερομηνία γεννήσεως του παιδιού, ενώ αντεξετάστηκε ενδελεχώς, κυρίως με αναφορά στον τρόπο που εξελίχθηκε το περιστατικό. Προηγουμένως ο μάρτυρας είχε κατά την κυρίως εξέταση εξηγήσει με μεγάλη λεπτομέρεια τον τρόπο που με τον οποίο είναι διαμορφωμένη η αποβάθρα στην εν λόγω παραλία και την ευχέρεια που είχε σε οπτικό πεδίο από την υψομετρική διαφορά, ενώ εξήγησε λεπτομερώς την καταδίωξη που o ίδιος έκανε. Ήταν η σταθερή του θέση ότι δεν τον έχασε καθόλου από το οπτικό του πεδίο καθ' ον χρόνο κολυμπούσε. Περαιτέρω, υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι ο κατηγορούμενος τον είχε ενημερώσει ότι είναι αστυνομικός, μετά που περιορίστηκε από τους υπόλοιπους στην παραλία, κάτι που φαίνεται ότι ο μάρτυρας δεν είχε αντίληψη. Η Υπεράσπισης δε εστιάστηκε στη μνήμη του μάρτυρα κατά πόσο αυτός είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο οποιοδήποτε δερματόστιγμα, με τον μάρτυρα να αναφέρει ότι δεν είχε παρατηρήσει κάτι τέτοιο, επιβεβαιώνοντας όμως πολλάκις, ότι ο κατηγορούμενος ήταν το άτομο που είχε εντοπίσει να διενεργεί αυτές τις πράξεις. Ο τρίτος μάρτυρας κατηγορίας, ΔΚ, δεν ήταν παρών κατά την εξέλιξη του περιστατικού. Είναι ο πατέρας του ΣΣ και o ίδιος έλαβε πληροφόρηση και γνώση για το τι συνέβηκε μετά που είδε τη συγκέντρωση πολλών ατόμων στην παραλία και ενημερώθηκε από τους γονείς των άλλων παιδιών ότι ο ανήλικος γιος του, o οποίος έπαιζε με τους άλλους δύο ανήλικους, ΧΧ και ΔΧ, έγιναν μάρτυρες του δημόσιου αυνανισμού του άνδρα, o οποίος είχε εν τω μεταξύ αναχαιτιστεί από τους άλλους γονείς, οι οποίοι τον κρατούσαν στην παραλία. Ο ΜΚ 4, Αρχιαστυφύλακας [ ] A.B., άτομο που κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου, έλαβε πληροφορία μέσω τηλεφώνου για να μεταβεί στην παραλία, με την αναφορά ότι υπήρχε άνδρας που αυνανιζόταν δημόσια. Αφού μετέβηκε, διαπίστωσε ότι πολίτες είχαν περιορίσει αυτό τον άνδρα, αφού προηγουμένως τον είχαν εντοπίσει να αυνανίζεται παρουσία των ανήλικων παιδιών τους και τον υπέδειξαν στην Αστυνομία. Στον ΜΚ4 είχε εξηγηθεί, ως ανάφερε, από τους παρευρισκόμενους ότι ο εν λόγω άνδρας καταδιώχθηκε ενώ κολυμπούσε μετά που εντοπίστηκε να αυνανίζεται και με την παρέμβαση άλλων παρευρισκόμενων κατάφεραν να τον περιορίσουν στην παραλία, αφού εξήλθε αυτής. Ως ο μάρτυρας ανάφερε, όταν προσέγγισε τον άνδρα αυτόν, ενημερώθηκε από τον ίδιο ότι πρόκειται για μέλος της Αστυνομίας και έτσι τον οδήγησε στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου και ενημέρωσε εκεί τον υπεύθυνο για τα περαιτέρω. Ο μάρτυρας επιβεβαίωσε κατά την αντεξέταση ότι όταν έλαβε πληροφόρηση να μεταβεί στην παραλία, αυτή ήταν γεμάτη κόσμο, αλλά δεν πήρε κατάθεση από τους παρευρισκόμενους, πράγμα αδύνατο κατά τον ίδιο. Ενώ εξήγησε ότι, o ίδιος δεν τον είχε αναγνωρίσει σαν συνάδελφο του, αλλά ο κατηγορούμενος του ζήτησε να απομακρυνθούν και του ανάφερε ότι είναι αστυνομικός. Μάλιστα η Υπεράσπιση υπέβαλε ότι ο κατηγορούμενος είχε προηγουμένως χτυπηθεί και ότι το ανάφερε στον ΜΚ4, θέση την οποία ο ΜΚ4 απέρριψε κατηγορηματικά, λέγοντας μάλιστα ότι εάν του αναφέρετο κάτι τέτοιο θα το διαβίβαζε στον υπεύθυνο αξιωματικό, αλλά και θα το κατέγραφε και στη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 9), λέγοντας μάλιστα χαρακτηριστικά ότι δεν είχε κανένα λόγο να μην αναφέρει οτιδήποτε του είχε λεχθεί. Τελευταίος μάρτυρας για την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής, ο A.B., o οποίος εν πολλοίς επανέλαβε τα όσα ανάφερε στο Δικαστήριο ο ΜΚ2, αλλά και τα όσα ανάφερε στην κατάθεση του στην Αστυνομία (Τεκμήριο 10), την ημέρα του συμβάντος. Εξήγησε ότι, αφού μετέβηκαν στον χώρο που ο γιος του τους υπέδειξε, εντόπισαν τον άνδρα που αυνανιζόταν, επισημαίνοντας μάλιστα ότι είδε ξεκάθαρα σε δημόσια θέα τα γεννητικά του όργανα. Και ότι τόσο o ίδιος, όσο και ο κουμπάρος του, βρίσκονταν σε κοντινή απόσταση και λόγω της υψομετρικής διαφοράς που υπήρχε μεταξύ των βράχων και της αποβάθρας, μπόρεσαν να δουν όλο το επεισόδιο, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί. Εξήγησε δε ότι όταν κατάφεραν να απομακρύνουν τον ανήλικο γιο του κουμπάρου του, ο οποίος βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση από αυτόν τον άνδρα και προς το μέρος του τόσο ο ανήλικος όσο και ο άνδρας προς το μέρος του ανήλικου, ο κουμπάρος του του φώναξε και μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία των ενηλίκων, αυτός πήδηξε στη θάλασσα και άρχισε να κολυμπά. Εξήγησε ο μάρτυρας ότι αμέσως τον ακολούθησε ο κουμπάρος του βουτώντας στη θάλασσα, ενώ o ίδιος τρέχοντας στην άμμο και όταν άρχισε να κατευθύνεται προς την ακτή, τον πλησίασε και τον άρπαξε από το χέρι και με τη βοήθεια του κουμπάρου του, που εν τω μεταξύ είχε εξέλθει της θάλασσας, τον ακινητοποίησε και όταν προσπάθησε να ξεφύγει και πάλι κατάφεραν να τον συγκρατήσουν και ακολούθως τον παράδωσαν στους αστυνομικούς που είχαν μεταβεί εντός του χώρου της παραλίας. Ο μάρτυρας δε κατέθεσε και σειρά από φωτογραφίες που o ίδιος κατάφερε να λάβει με το κινητό του και αντεξετάστηκε σε σχέση με τις αναφορές του. Του ζητήθηκε να τοποθετήσει τόσο τον εαυτό του, όσο και των ανήλικων επί των φωτογραφιών, Τεκμήριο 12Α έως Ζ που κατέθεσε, ενώ υποβλήθηκε και σ' αυτόν ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν το πρόσωπο που προέβηκε στην άσεμνη αυτήν πράξη ως αναφέρθηκε. Επιπλέον ο μάρτυρας κατέθεσε αντίγραφο του πιστοποιητικού γεννήσεως του ανήλικου γιου του (Τεκμήριο 11), στο οποίο φαίνεται η ημερομηνία γεννήσεως του ανήλικου. Ο εμπειρογνώμονας που κατέθεσε για την Υπεράσπιση ως πρώτος και κυριότερος μάρτυρας ασχολήθηκε στην ουσία με δύο σημεία. Το πρώτο αφορούσε το έργο της Αστυνομίας, αφού o μάρτυρας εντόπισε ότι λόγω της φύσης του αδικήματος ως περιεγράφηκε, η Αστυνομία όφειλε σε ιατρική εξέταση του κατηγορουμένου, την οποία αν έκανε θα διαπίστωνε κάτω από τα πέλματα των ποδιών του εκδορές ή αμυχές. Αναφέρθηκε εκτεταμένα στο ζήτημα των κακώσεων στα πέλματα, το οποίο θεώρησε ως στοιχείο επιβεβαίωσης κατά πόσο ο κατηγορούμενος ήταν ο δράστης της αξιόποινης πράξης που του καταλογίζεται. Επιπλέον εντόπισε και παράλειψη στην λήψη τεκμηρίων όπως το μαγιο του κατηγορουμένου που θα μπορούσε να τύχει εξέτασης για να διαπιστωθεί η ύπαρξη βιολογικών στοιχείων. Περαιτέρω ο ιατροδικαστής, κατέθεσε σειρά από φωτογραφίες οι οποίες ελήφθησαν καθ' υποδείξεως δικής του, στην προσπάθειά του να ενισχύσει την άποψή του, περί των κακώσεων των πελμάτων. Κατά την αντεξέταση υποδείχθηκε στον μάρτυρα ότι η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία καταδείκνυε ότι τα πόδια του καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο ήταν στο νερό, ενώ τέθηκε περαιτέρω ότι οι αναφορές του σε ύπαρξη βιολογικών στοιχείων τα οποία τόνισε ότι δεν αποτελούσαν μέρος της αστυνομικής έρευνας, δεν ήταν στην παρούσα περίπτωση χρήσιμη, αφού δεν υπήρχε μαρτυρία ότι υπήρξε εκσπερμάτωση. Ακολούθως μαρτυρία για την Υπεράσπιση έδωσε ο Αντώνης Παναγιώτου αδελφός του κατηγορουμένου, ο οποίος παρουσίασε στο Δικαστήριο φωτογραφίες του αδελφού του, για να καταδείξει ότι στο αριστερό μπράτσο του είχε προγενέστερα του επίδικου περιστατικού και είχε μέχρι σήμερα δερματόστιγμα. Κατά τη διάρκεια της ακρόασης είχε τεθεί σε όλους τους αυτόπτες μάρτυρες το ζήτημα αυτό της ύπαρξης του τατουάζ στο αριστερό του χέρι και μέσω της μαρτυρίας του ΜΥ2 και των Τεκμηρίων 17 και 18 που παρουσίασε, έδειξε στο Δικαστήριο ότι υπήρχε και μάλιστα ευδιάκριτο στο σώμα του κατηγορουμένου. Κατά την αντεξέταση υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι φωτογραφίες που παρουσίασε ήταν παραποιημένες, ζήτημα μάλιστα που ενέπιπτε στην ειδικότητα του ιδίου ως τεχνικού υπολογιστών να μπορεί να παραποιήσει το συγκεκριμένο φωτογραφικό υλικό, θέση που ο μάρτυρας δεν δέχθηκε, επιμένοντας στην αρχική του θέση ότι αυτές ελήφθησαν σε προγενέστερο χρόνο του αδικήματος και δεν έτυχαν καμίας παραποίησης ή επεξεργασίας. Μετά το πέρας της διαδικασίας η σκυτάλη δόθηκε στους συνήγορους για να αγορεύσουν. Αμφότεροι το έπραξαν με επάρκεια και πληρότητα, κάνοντας σαφείς εισηγήσεις προς το Δικαστήριο, ανταποκρινόμενοι με αυτόν τον τρόπο στη σοβαρότητα της υπόθεσης. Στη δική του αγόρευση ο κ. Αργυρού τονίζει τη θέση που υποστήριξε σθεναρά και κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ότι ο κατηγορούμενος ουδεμία ανάμειξη έχει με το περιστατικό που του καταλογίζεται. Είναι η θέση του κ. Αργυρού ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ικανή και αξιόπιστη που να εμπλέκει τον κατηγορούμενο με τη διάπραξη των αδικημάτων. Περαιτέρω θέτει σειρά από ερωτήματα, για ποιο λόγο αποφάσισε η Αστυνομία να μην λάβει κατάθεση από τα ανήλικα παιδιά, τους υποτιθέμενους μάρτυρες του συμβάντος και περιστατικού. Επιπλέον σε ό,τι αφορά το έργο της Αστυνομίας, θέτει ως σοβαρή παράλειψη τη μη διενέργεια αναγνωριστικής παράταξης από την Αστυνομία, σημείο, το οποίο θεωρεί ότι πλήττει ουσιαστικά την υπόθεση, δεδομένης της μαρτυρίας που υπάρχει για ύπαρξη μεγάλου αριθμού ατόμων στην παραλία την επίδικη μέρα. Στον αντίποδα ο κ.Δημοσθένους υποστηρίζει σθεναρά ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης στην παρούσα. Θέτει δε ότι η όλη προσπάθεια της υπεράσπισης να αποσυνδέσει τον κατηγορούμενο από τα αδικήματα που του καταλογίζονται είναι ανεπιτυχής. Εξηγεί ότι η μαρτυρία καταδεικνύει αυτόφωρη σύλληψη και ως εκ τούτου ο «περι αναγνώρισης λόγος της Υπεράσπισης», για να χρησιμοποιήσω αυτούσια την αναφορά του κ. Δημοσθένους, είναι προσπάθεια για εκτροπή από την ουσία της υπόθεσης και συγκεκριμένα την επ' αυτοφώρω σύλληψη του κατηγορουμένου. Αξιολόγηση της Μαρτυρίας Εξέτασα τη μαρτυρία των μαρτύρων με ιδιαίτερη προσοχή. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκα στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την αντιπαρέβαλα και την εξέτασα στα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας.(βλ. Mustafa ν. Κακουρή κ.α.[1], Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα[2], αλλά και των κοινά αποδεκτών θέσεων. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Τυμπιώτης v. Αστυνομίας [3], δεν αναμένεται ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρος πρέπει να συνάδει απόλυτα με τη μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων. Οι διαφορές στη μαρτυρία είναι αναπόφευκτες. Αντιφάσεις πάνω σε μικρολεπτομέρειες όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια κατά τα άλλα αξιόπιστη μαρτυρία, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν, με την έννοια ότι δείχνουν πως δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν. Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Ξυδιάς κ.ά. ν. Αστυνομίας [4] και Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας. [5] Πριν την ενασχόληση μου με την αξιολόγηση, σημειώνω ότι η ημερομηνία γεννήσεως των ανηλίκων δεν αμφισβητείται από την Υπεράσπιση. Ομοίως δεν αμφισβητήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία ότι το όλο περιστατικό όπως καταγγέλθηκε από τους ΜΚ2 και ΜΚ5 έλαβε χώρα. Ότι δηλαδή στις 27.8.2017 και περί ώρα 17:30, στην παραλία Yianna Marie στον Πρωταρά ο ΜΚ2 και ΜΚ5 αφού έλαβαν πληροφορία από τον ανήλικο υιό του ΜΚ5 μετάβηκαν στην αποβάθρα όπου είδαν ένα άντρα να αυνανίζεται καθήμενος στα βράχια στην παραλία στην παρουσία του ανήλικου υιού του ΜΚ2. Αυτό που αμφισβητείται είναι η σύνδεση του κατηγορουμένου με αυτό το αδίκημα. Είναι δηλαδή η ξεκάθαρη θέση της Υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος αποτελεί ανυποψίαστο θύμα και ότι συνελήφθηκε από λάθος των ΜΚ2 και ΜΚ5. Από την μαρτυρία την οποία έχω παραθέσει διαφαίνεται ότι ο Αστ. ΜΚ 1 είναι ο ανακριτής της υπόθεσης και ο Αστ. ΜΚ 4 ο πρώτος αστυνομικός που κατέφθασε στην παραλία και πήρε τον κατηγορούμενο στον σταθμό. Ως προς τα συμβάντα δόθηκε μαρτυρία από τους ΜΚ2 , ΜΚ3 και ΜΚ5. Ο εμπειρογνώμονας ΜΥ1 έδωσε την θέση του σε σχέση με το έργο στο οποίο όφειλε η Αστυνομία για να ταυτοποιήσει τον κατηγορούμενο με το συμβάν και ο ΜΥ2 έδωσε μαρτυρία για την ύπαρξη δερμοτοστίγματος στο μπράτσο του κατηγορούμενου κατά τον επίδικο χρόνο. Αξιολόγηση Αστυνομικών ΜΚ1 Ο πρώτος μάρτυρας στη διαδικασία άφησε εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η αντεξέταση κατά την κρίση μου δεν αλλοίωσε με οποιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του, ούτε έδωσε έστω και την παραμικρή αμφιβολία για πλημμελή έρευνα της Αστυνομίας ως η υπεράσπιση άφησε να αιωρείται, ειδικότερα προς το θέμα της διενέργειας αναγνωριστικής παράταξης. Οι εξηγήσεις του μάρτυρα σε ό, τι αφορά το τελευταίο, ότι δηλαδή αυτή η αναγνωριστική παράταξη κρίθηκε ότι δεν απαιτείτο, έχουν πείσει το Δικαστήριο και εκτεταμένη αναφορά θα γίνει πιο κάτω στα πλαίσια ανάλυσης της εξειδικευμένης εισήγησης αυτής της υπεράσπισης. Σε ό, τι αφορά το ζήτημα του χειρισμού της υπόθεσης, σε αντίθεση με τα όσα η υπεράσπιση έθεσε, θεωρώ ότι η μαρτυρία του ΜΚ 1 κατέδειξε ότι ο κατηγορούμενος έτυχε χειρισμού με πάσα διακριτικότητα από τους συναδέλφους του οι οποίοι έλαβαν σοβαρά υπόψιν τόσο τις αναφορές του, όσο και τις θέσεις του και σε καμιά περίπτωση το ζήτημα δεν έτυχε πλημμελούς έρευνας. ΜΚ4 Οι πιο πάνω αναφορές καλύπτουν και την μαρτυρία του ΜΚ 4 στη διαδικασία ο οποίος ήταν ο πρώτος Αστυνομικός που κλήθηκε και παρευρέθηκε στη σκηνή του συμβάντος. Το ζήτημα που εντόπισε η υπεράσπιση, σε σχέση με την κατ' ισχυρισμόν αδυναμία του μάρτυρα να θυμηθεί πού βρισκόταν ο κατηγορούμενος όταν μετέβη στην παραλία για να ανταποκριθεί στην κλήση που δέχτηκε, σαφώς και δεν επηρεάζει την αξιοπιστία του μάρτυρα. Αποδέχομαι από τη μαρτυρία του ότι το πρώτο πράγμα που ανέφερε ο κατηγορούμενος στον ΜΚ 4, ήταν η αποκάλυψη της αστυνομικής του ταυτότητας. Οι αυτόπτες μάρτυρες: Άμεση μαρτυρία για το περιστατικό ως αυτόπτες μάρτυρες, έδωσαν οι ΜΚ 2 και ΜΚ 5. Οι ίδιοι βίωσαν το περιστατικό, αφού μετά την πληροφόρηση που έτυχαν από τον πρώτο ανήλικο, γιο του ΜΚ 5, μετέβησαν στο σημείο όπου βρισκόταν ο άνδρας και διαπίστωσαν ότι αυνανιζόταν στην παραλία, στην παρουσία του υιού του ΜΚ 2, τον οποίο τον ουσιώδη χρόνο κοιτούσε. Η αντεξέταση παρά τη μη αμφισβήτηση του όλου περιστατικού, εστιάστηκε στις λεπτομέρειες όπως λόγου χάρη με πιο χέρι αυνανιζόταν ο κατηγορούμενος, τι χρώμα είχε το μαγιό του κατηγορούμενου, την ύπαρξη ή όχι στοιχείων αξιοπρόσεκτων στο σώμα του όπως τατουάζ. Η αδυναμία των μαρτύρων να δώσουν αυτού του είδους τις λεπτομέρειες οι οποίες είναι τουλάχιστον επουσιώδεις δεν μπορούν να πλήξουν την αξιοπιστία τους. Το ίδιο ισχύει και σε ότι αφορά τις ερωτήσεις της αντεξέτασης σε σχέση με τις αποστάσεις αποβάθρας-παραλίας και αποβάθρας -μπαρ κοντά στο οποίο αναχαιτίστηκε ο κατηγορούμενος στις οποίες αμφότεροι οι μάρτυρες δυσκολεύτηκαν να τοποθετηθούν. Σε ότι αφορά την ουσία της υπόθεσης διαπιστώνω με πάσα ευκολία ότι η μνήμη των μαρτύρων ήταν ακέραια αλλά και εναρμονισμένη. Διαπίστωσα το είδος εκείνο της σταθερότητας στις αναφορές τους που καταδεικνύει ειλικρίνεια. Εστιάζοντας ιδιαίτερα στον ΜΚ 2 διαπιστώνω ότι ο τρόπος με τον οποίο εκφράστηκε στο εδώλιο, αντικατοπτρίζει τη συμπεριφορά και την προσωπικότητα του ανθρώπου που θα καταδίωκε το άτομο το οποίο προέβαινε σε τέτοιες πράξεις παρουσία του υιού του. Αξίζει δε να αναφερθεί ότι καμία αντεξέταση δεν δέχθηκε ο ΜΚ2 σε σχέση με την αναφορά του ότι ο άνδρας που περιόρισαν στην παραλία προσπάθησε να διαφύγει ενόσω αυτοί ανέμεναν την αστυνομία, την οποία επανέλαβε και κατά το στάδιο που υπεβλήθηκε σε αυτόν ότι χτύπησαν τον κατηγορούμενο. Αποδέχομαι την μαρτυρία αμφοτέρων και καταλήγω ότι η ποιότητα της είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει το υπόβαθρο στο οποίο το Δικαστήριο να στηριχθεί για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Αξίζει να αναφερθεί ότι μαρτυρία τους πέραν της αναφοράς των όσων οι ίδιοι διαπίστωσαν, αποτελεί ταυτόχρονα και εξ ακοής μαρτυρία, αφού επιβεβαιώνει τις αναφορές των ανήλικων παιδιών τους σε αυτούς και συγκεκριμένα του υιού του ΜΚ 5 προγενέστερα του περιστατικού και της διαπίστωσης και του υιού του ΜΚ 2 μεταγενέστερα. Σε αυτό το ζήτημα θα επανέλθω. Σε ό, τι αφορά τον κ. Κ. (ΜΚ3), ο ίδιος αποτελεί συγγραμματική έννοια του μάρτυρα, ο οποίος προσφέρει μαρτυρία εξ ακοής και μάλιστα δευτέρου βαθμού και θεωρώ ότι δεν μπορώ να στηριχθώ στη μαρτυρία του προς εξαγωγή οποιωνδήποτε ασφαλή συμπερασμάτων. ΜΥ1 Ο δε ΜΥ1 παρουσιάστηκε ως εμπειρογνώμονας στον τομέα της ιατροδικαστικής και της ιστοπαθολογίας. Η εμπειρογνωμοσύνη του και τα προσόντα του δεν αμφισβητήθηκαν. Εν πάση περιπτώσει μέσα από τη μαρτυρία του και λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανέφερε σε σχέση με την κατάρτιση του και εμπειρία του έχω διαπιστώνει ότι πρόκειται για εμπειρογνώμονα. Προσέγγισα τις θέσεις του με ιδιαίτερη προσοχή και έχοντας κατά νου τα όσα αναφέρθηκαν στην Ομήρου ν. Δημοκρατίας,[6]σε σχέση με μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Συνοψίζω τα κύρια σημεία που πρέπει να έχει υπόψη του το εκδικάζον Δικαστήριο με βάση την πιο πάνω Απόφαση [7]:

(1)Κατά το κοινό δίκαιο, η αποδεκτότητα (admissibility) της γνώμης εμπειρογνώμονα ως μαρτυρία σε ποινική δίκη συναρτάται, κατά πρώτο λόγο με τη σχετικότητα της προς το επίδικο θέμα. Σχετική δε είναι η μαρτυρία η οποία κρίνεται ως ευλόγως αποδεικτική ή ανταποδεικτική ενός ζητήματος το οποίο χρήζει απόδειξης (logically probative or disprobative of some matter that requires proof).
(2)Απαιτείται, πέραν της σχετικότητας (που είναι εκ των ων ουκ άνευ), η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα να παρέχει εξειδικευμένη επιστημονική γνώση και πληροφορίες που βρίσκονται έξω από το πεδίο της κοινής γνώσης και εμπειρίας του δικαστή. "Περί αμυχών ο λόγος". Άστοχα ο ιατροδικαστής εστιάστηκε σε τόσο ασήμαντες λεπτομέρειες, οι οποίες όχι μόνο δεν κλόνισαν την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατέληξαν να αποτελούν απέλπιδα προσπάθεια του κατηγορουμένου να απαλλαγεί από τες κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Σε καμιά λογική διάσταση δεν μπορεί να είναι αποδεχτή η εισήγηση ότι έπρεπε να μελετηθούν τα πέλματα του κατηγορουμένου, για να διαπιστωθεί αν σε αυτά υπήρχαν μικροαμυχές ή άλλες αμυχές, που να καταδείκνυαν την παρουσία του κατηγορουμένου στα βράχη, πόσο δε μάλλον όταν η όλη θέση που υπήρξε κατά την παρουσίαση της υπόθεσης της Αστυνομίας, ήταν ότι τα πόδια του κατηγορουμένου, κατά τον ουσιώδη χρόνο που αυνανιζόταν, βρίσκονταν στο νερό. Ετη δε περισσότερο όταν κατά παραδοχή του ΜΥ1 αυτές οι αμυχές δεν θα ήταν ορατές στο ανθρώπινο μάτι αλλά στο έμπειρο ιατρικό μάτι, εισηγούμενος ότι η Αστυνομία όφειλε να παραπέμψει σε εξέταση από ιατροδικαστή τον κατηγορούμενο. Ακόμα και να αγνοήσω ότι αυτές οι υποβολές και θέσεις δεν τέθηκαν στο ΜΚ1, σε καμιά περίπτωση δεν μπορώ να δεχτώ αυτή του την εισήγηση και την απορρίπτω ως παντελώς παράλογη. Ομοίως δεν μπορώ να συμφωνήσω με την τοποθέτησή του σε σχέση με τον επηρεασμό της ορατότητας ή άλλως πως από την ύπαρξη πλήθους στην παραλία, θέμα το οποίο κρίνω ότι δεν εμπίπτει στην εμπειρογνωμοσύνη του αφενός και αφετέρου αποτελεί πιθανολόγηση αφού δεν γνώριζε πως ήταν διαμορφωμένος ο κόσμος στην παραλία εκείνη την ημέρα. Από την άλλη, σε ζήτημα που εύκολα μπορούσε να διαπιστώσει από την αυτοψία της σκηνής, την ικανότητα ορατότητας που έδινε η αποβάθρα στους ΜΚ2 και ΜΚ5, εντέχνως απέφυγε να τοποθετηθεί. Η κίνηση αυτή αποφυγής σε ξεκάθαρη ερώτηση της αντεξέτασης, με δεδομένο ότι επισκέφθηκε και έδωσε οδηγίες για φωτογράφηση της παραλίας συμπεριλαμβανομένης της αποβάθρας και των βράχων, καταδεικνύει ότι και ο ίδιος εντόπισε το πλεονέκτημα στο οπτικό πεδίο των ΜΚ2 και ΜΚ5 αλλά δεν επιθυμούσε να το αναφέρει. Το δε φωτογραφικό υλικό που κατατέθηκε, και συγκεκριμένα οι φωτογραφίες του ιδίου του κατηγορούμενου οι οποίες μεταξύ άλλων αποτυπώνουν τις πατούσες του και οι οποίες δεν έχουν σχέση χρονικά με το επίδικο συμβάν αλλά με τον χρόνο της ακρόασης δεν αποτελεί αρωγό στο έργο του Δικαστηρίου. Από τις πιο πάνω διαπιστώσεις προκύπτει ξεκάθαρα ότι μοναδικός στόχος της μαρτυρίας του ΜΥ1 ήταν η εξυπηρέτηση της Υπεράσπισης. Έχοντας παρακολουθήσει πολύ προσεκτικά τον ΜΥ1 τολμώ να πω ότι στην αγωνία του να εξυπηρετήσει παρέβη το καθήκον του σαν εμπειρογνώμονας, να παρουσιάσει δηλαδή την ανεξάρτητη γνώμη του αντικειμενικά και αμερόληπτα, ενώ κατά την κρίση μου δεν τεκμηρίωσε επαρκώς και με πειστικότητα τα ευρήματα και συμπεράσματα του. Θα πρόσθετα δε εδώ, με κάθε σεβασμό, και ότι η τεκμηρίωση στην οποία προέβη ήταν σε τέτοιο βαθμό γενικόλογη που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά την τεκμηρίωση που θα αναμένετο να κάνει ένας έμπειρος ιατροδικαστής. Σε σχέση με τον δεύτερο μάρτυρα της υπεράσπισης, διαπιστώνω ότι ο μοναδικός του στόχος ήταν η βοήθεια του αδελφού του κατηγορουμένου στην υπόθεση που αντιμετωπίζει. Ενώ κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης ήταν κάθετος σε σχέση με τις φωτογραφίες που παρουσίασε και που καταδεικνύουν την ύπαρξη δερματοστίγματος στο μπράτσο του κατηγορουμένου στην πορεία όταν τέθηκε στον μάρτυρα ότι αυτές ήταν κατασκευασμένες από τον ίδιο ένεκα της επαγγελματικής του κατάρτισης ως τεχνικός γραφικών και ηλεκτρονικών υπολογιστών η όψη του μάρτυρα στο εδώλιο αλλοιώθηκε. Ήταν σαφώς νευρικός και ανήσυχος στις ερωτήσεις του κ. Δημοσθένους και αν και αρνήθηκε τις κρίσιμες υποβολές ήταν φανερό ότι αυτές ήταν μη αναμενόμενες και «άγγιξαν» τον μάρτυρα. Διαπιστώνω ότι θα ήταν ακροσφαλές να στηριχθώ στη μαρτυρία του ΜΥ 2, για να εξάξω οποιαδήποτε συμπεράσματα. Σε ότι αφορά το δικαίωμα του κατηγορουμένου στην σιωπή, δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη, Το δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές[8]: «Στην Κύπρο το δικαίωμα σιωπής (και μη αυτοενοχοποίησης), θεωρείται ότι αναφύεται από το τεκμήριο της αθωότητας και περιέχεται στον πυρήνα της δίκαιης δίκης (Δημοκρατία ν. Αβρααμίδου κ.ά.
(2004)2 ΑΑΔ 51, Ανδρέα «Ψύλλας» ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 353, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1994)3 ΑΑΔ 1). Το δικαίωμα [...] διασφαλίζεται εμμέσως και από τις πρόνοιες του Άρθρου 19 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας (Κίρκος ν. Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, Προσφυγή Αρ. 194/05, ημ. 20.9.06) το οποίο προνοεί ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα ελευθερίας λόγου και έκφρασης.» Πρέπει, επομένως, να θεωρείται δεδομένο ότι το δικαίωμα της σιωπής είναι αναφαίρετο και η επιλογή του Κατηγορούμενου να μην πει τίποτε, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση και ως θέμα αρχής, και προς τούτο αυτοπροειδοποιούμαι, να επενεργήσει δυσμενώς ως προς τις θέσεις που η Υπεράσπιση προώθησε. Νομική Πτυχή Αυτό που εντόνως απασχόλησε την υπεράσπιση, ήταν η ανάμειξη του κατηγορουμένου στα αδικήματα που του καταλογίζονται, τηρώντας ως πάγια θέση της ότι δεν ήταν ο κατηγορούμενος το πρόσωπο που τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις αλλά άλλο πρόσωπο. Η ταυτότητα του δράστη ήταν και το μείζον ζήτημα της υπεράσπισης η οποία στηρίχτηκε σε δύο πυλώνες. Ο πρώτος ήταν ο τρόπος καταδίωξης και εντέλει σύλληψης του κατηγορουμένου. Ο δεύτερος ήταν το γεγονός ότι στη χρονική εκείνη περίοδο ή στιγμή, η παραλία κατά ομολογία ήταν γεμάτη κόσμο. Επι τούτου δε του σημείου βρίσκουν αμέλεια στο ανακριτικό έργο της Αστυνομίας λόγω της μη διενέργειας αναγνωριστικής παράταξης. Αποτελεί εισήγηση και θέση της Κατηγορούσας Αρχής, ότι το ζήτημα που εν προκειμένω αναφύεται, δεν είναι η καλή ή κακή αναγνώριση του δράστη, αλλά ζήτημα αυτοφώρου συλλήψεως. Συμφωνώ με την εισήγηση αυτή. Οι ΜΚ2 και ΜΚ5 αφού είδαν με τα μάτια τους από την αποβάθρα τον άνδρα να αυνανίζεται του φώναξαν και ακολούθως τον καταδίωξαν ο μεν ΜΚ2 από την θάλασσα και ο ΜΚ5 από την στεριά για να τον αναιχαιτίσουν μόλις προσπάθησε να εξέλθει στην στεριά. Συνεπώς η διάπραξη του αυνανισμού και σύλληψη του δράστη ακολούθησαν η μια την άλλη χρονικά άμεσα και σε αλληλουχία. [9] Ανάγοντας τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και έχοντας κρίνει τους ΜΚ2 και ΜΚ5 ως αξιόπιστους , συμφωνώ με την εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής ότι πρόκειται περί αυτόφωρου συλλήψεως και ότι δεν υπήρξε αποσύνδεση του δράστη με τα γεγονότα ως η Υπεράσπιση ισχυρίζεται. Προς ενίσχυση της κατάληξης μου εντοπίζω σημαντικό στοιχείο που προκύπτει μέσα από την μαρτυρία και εξαλείφει κάθε λογική αμφιβολία σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου: η αντίδραση του όταν συνελήφθηκε από τους ΜΚ2 και ΜΚ5 (ή καλυτέρα η έλλειψη αντίδρασης του). Υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου αναντίλεκτη μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος δεν αντέδρασε κατά την αναχαίτηση του από τους δυο μάρτυρες. Αυτή η παράλειψη αντίδρασης του με δεδομένο ότι συνελήφθηκε από πολίτες δημιουργεί παραδοχή ως εκ της συμπεριφοράς του. Σημειώνω ότι τέτοια συμπεριφορά συγκαταλέγεται στις μορφές των άτυπων παραδοχών. Συγκεκριμένα εκεί όπου αναμένεται κάποιας μορφής απάντηση ή αντίδραση η σιωπή αποτελεί συμπεριφορά δηλούσα παραδοχή, σε περίπτωση μόνο που δεν προσκρούει στο δικαίωμα της ενάσκησης του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος της σιωπής. Το Δικαστήριο προσεγγίζει διαφορετικά το δικαίωμα της σιωπής, όταν ο κατηγορούμενος ή ο ύποπτος δέχεται κατηγορία από πρόσωπο εξουσίας, (κυρίως αστυνομικών) διαφορετικά την τήρηση σιωπής όταν το πρόσωπο αντιμετωπίζεται με συγκεκριμένη κατηγορία από πρόσωπο που δεν ασκεί εξουσία, ως η παρούσα περίπτωση. Αντλώ καθοδήγηση επί τούτου από το σύγγραμμα Ηλιάδη & Σάντη, Το δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές[10] καθώς και από την νομολογία.[11] Περαιτέρω χρήσιμη αναφορά περί τούτου αποτελεί και η παραπομπή στο βιβλίο «Η Απόδειξη» του Γ. Κακογιάννη στην υπόθεση του Ανακτοβουλίου Parkes v. R[12] όπου ο Λόρδος Diplock προέβηκε σε διάκριση αναμεσά στην αντίδραση ενός κατηγορουμένου όταν αντιμετωπίζεται με την πρόσαψη κατηγορίας από πρόσωπο εξουσίας από την αντίδραση του όταν αντιμετωπίζεται με κατάμουτρα πρόσαψη κατηγορίας από άτομο άσχετο με την εξουσία, όπως στην παρούσα στους ΜΚ2 και ΜΚ
  1. Ως ο λόγος του Λόρδου Diplock σε εκείνη την απόφαση « Τώρα το όλο ζήτημα της δεκτότητας δηλώσεων τέτοιας μορφής, εξαρτάται από το κατά πόσο όταν η κατηγορία προσάπτεται σ'ένα πρόσωπο στην παρουσία του είναι λογικό να αναμένεται ότι αμέσως θα την διαψεύσει, ή κατά πόσο η έλλειψη τέτοιας διάψευσης αποτελεί κάποια μαρτυρία παραδοχής από το πρόσωπο που ακούει την κατηγορία κι αποδοχή της αλήθειας της κατηγορίας. Αναμφίβολα όταν πρόσωπα συνομιλούν πάνω σε ίση βάση, όταν προσάπτεται μια κατηγορία και το πρόσωπο που δέχεται την κατηγορία δεν λέει τίποτα και δεν εκδηλώνει αγανάκτηση και δεν κάνει τίποτα για να αντικρούσει την κατηγορία τούτο αποτελεί κάποια μαρτυρία που δείχνει παραδοχή ότι η κατηγορία είναι αλήθεια» Ο κατηγορούμενος θέλει να αποδεχτεί το Δικαστήριο ότι ενόσω κολυμπούσε αμέριμνος και εξερχόταν της θάλασσας, αρπάχτηκε από άγνωστα πρόσωπα χωρίς λόγο και αιτία τα οποία τον κρατούσαν, παρά τη θέλησή του, περιορισμένο, χωρίς ο ίδιος να ξέρει τον λόγο και χωρίς ο ίδιος να αντιδράσει έστω ζητώντας εξηγήσεις. Πόσο δε μάλλον όταν πρόκειται περί ατόμου το οποίο ανήκει στην Αστυνομική Δύναμη και ήταν λογικά αναμενόμενο να καταδείξει τη διαφωνία του με την παράλογη αυτήν , σύλληψή του. Από την ενώπιον μου μαρτυρία, δεν προκύπτει ο κατηγορούμενος να αντέδρασε με οποιονδήποτε τρόπο. Ούτε να κατέδειξε σε οποιοδήποτε στάδιο την εναντίωσή του με αυτά που του καταλογίζονταν. Η μόνη ενέργεια του κατηγορουμένου μετα τον περιορισμό του στην παραλία από τους ΜΚ2 και ΜΚ5 , που προκύπτει από την ενώπιο του Δικαστηρίου αξιόπιστη μαρτυρία είναι η προσπάθεια του να δραπετεύσει ενόσω ανέμεναν την Αστυνομία, ενέργεια που ενισχύει περαιτέρω την κατάληξη του Δικαστηρίου σε σχέση με την συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Προχωρώ να εξετάσω τις ενώπιον μου κατηγορίες υπό το φως της αξιόπιστης μαρτυρίας. Οι κατηγορίες Το βάρος απόδειξης της κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα Αρχή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το Δικαστήριο για να καταδικάσει θα πρέπει να είναι σίγουρο για την ενοχή του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος δεν έχει το βάρος να αποδείξει οτιδήποτε, ούτε ότι είναι αθώος (βλ. Woolmington v. DPP [13], R. v. Majid [14], Γενικός Εισαγγελέας ν. Ismail [15]) Εάν το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση των μαρτύρων και τα ευρήματα του, παραμένει με, έστω υποβόσκουσα, αμφιβολία η αθώωση είναι αναπόφευκτη (βλ. Munteanu v. Δημοκρατίας[16]). Εξετάζοντας την νομική υφή των αδικημάτων καταλήγω ότι σε ορθή αποτίμηση του καθήκοντος του ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής έθιξε άφοβα ότι σε ότι αφορά τις κατηγορίες 1 και 3 επί του κατηγορητηρίου η μαρτυρία που έχει προσφερθεί είναι εξ'ακοής προερχόμενη από τις αναφορές των ανήλικων A.B. και A.B. αποδεχόμενος ότι με αυτή δεν μπορεί να το Δικαστήριο να καταδικάσει για τις κατηγορίες 1 και
  2. Συμφωνώ με την εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία περιποιεί τιμή στον κ.Δημοσθένους. Οικοδόμημα καταδίκης με θεμέλιο την εξ'ακοής μαρτυρία και μόνο είναι υποκείμενο κατάρρευσης. Είναι γεγονός ότι τα ανήλικα παιδιά δεν προσήλθαν ως μάρτυρες στην διαδικασία ούτε λήφθηκε από αυτά κατάθεση στο ανακριτικό στάδιο αφού δεν υπήρχε η συναίνεση των κηδεμόνων τους προς τούτο όπως ρητά αναφέρουν στις καταθέσεις τους οι μάρτυρες ΜΚ2,ΜΚ5 και ΜΚ3 και καμίας αντεξέτασης δεν έτυχαν σε σχέση με αυτή την αναφορά. Συνεπώς τα στοιχεία εκείνα της μαρτυρίας των ΜΚ2 και ΜΚ5 που προήλθαν από την αναφορά του υιού του ΜΚ5 και συνακόλουθα οι αναφορές το ΜΚ3 σε σχέση με το δικό του παιδί αποτελούν εξ'ακοής μαρτυρία. Το Εφετείο στην υπόθεση Γ.Ε.ν.Γεωργίου [17], επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση του Κακουργιοδικείου (σε υπόθεση αφορούσα σεξουαλικά αδικήματα) ότι η απουσία των παραπονουμένων γυναικών από το εδώλιο του μάρτυρα και ο περιορισμός της κατάθεσης των γραπτών τους καταθέσεων στο Δικαστήριο και μόνο στέρησε την δυνατότητα από το Δικαστήριο να κρίνει την αξιοπιστία τους. Συνακόλουθα το Κακουργιοδικείο δεν έδωσε καμία βαρύτητα στην εξ'άκοής μαρτυρία προς προέκυπτε από τις καταθέσεις τους «για ευνόητούς λόγους»,[18] Ομοίως στην παρούσα αν και οι αναφορές των ανηλίκων επιβεβαιώθηκαν από τα όσα οι ΜΚ2 και ΜΚ5 κατέθεσαν στο Δικαστήριο ως αυτόπτες μάρτυρες εν τούτοις δεν μπορούν να αποτελέσουν το υπόβαθρο για να στηρίξουν τις κατηγορίες 1 και 3 από τις οποίες ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεσαι. Στρεφόμενη στην 2η κατηγορία έχοντας αποδεχτεί πλήρως τις μαρτυρίες των ΜΚ2 και ΜΚ5 κρίνω ότι αυτή διαφοροποιείται ουσιωδώς αφού οι μάρτυρες κατηγορίας μετά της πληροφορίας που έτυχαν από τον υιό του ΜΚ5 έσπευσαν στο σημείο που τους υποδείχθηκε και εντόπισαν ιδίοις όμμασι τον κατηγορούμενο να αυνανίζεται στα βράχια και τον ανήλιο υιό του ΜΚ2 να βρίσκεται σε πολύ κοντινή απόσταση από τον κατηγορούμενο βλέποντας την πράξη στην οποία ο πρώτος προέβαινε. Με δεδομένο ότι δεν έχει αμφισβητηθεί η ημερομηνία γεννήσεως του ανήλικου A.B. (15/4/2007) από την Υπεράσπιση και ανατρέχοντας στις διατάξεις του Νόμου 91(ι)/2014 με βάση τον οποίο κατηγορείται βρισκω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης για την 2η κατηγορία. Συγκεκριμένα, τo αδίκημα της 2ης κατηγορίας εδράζεται στο άρθρο 6
(1)[19] του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου του 2014, αρ.91(Ι)/14, αδίκημα που δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 7 σε περίπτωση καταδίκης με θύμα παιδί το οποίο, κατά την διάπραξη του αδικήματος, ήταν ηλικίας κάτω των δεκατριών
(13)ετών επιφυλάσσει ποινή φυλάκισης διά βίου: Μελετώντας το κείμενο της νομοθεσίας με έμφαση στις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2[20] καταλήγω ότι όλα τα συστατικά στοιχεία που απαιτούνται για την στοιχειοθέτηση της κατηγορίας έχουν αποδειχθεί και συνακόλουθα κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην 2η κατηγορία. Το αδίκημα της 4ης κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι ότι δημόσια προέβηκε σε άσεμνη πράξη (άρθρο 176 του Κεφ.154) .[21] Από τα πιο πάνω καθίσταται αντιληπτό ότι για να διαπραχθεί το εν λόγω αδίκημα πρέπει στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος δημόσια να είχε προβεί σε πράξη που να θεωρείται άσεμνη. Η έννοια του «δημόσια» σε ότι αφορά πράξεις που διενεργήθηκαν, δίδεται στο άρθρο 4 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο της κείμενης νομοθεσίας. Καλύπτει μεταξύ άλλων και πράξεις που διενεργήθηκαν σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι ορατές από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται ή όχι σε δημόσιο χώρο. Στην υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας[22], σημειώθηκε πως «δημόσιος χώρος» ή «δημόσιο υποστατικό» περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση. Αναμφίβολα ο χώρος μιας παραλίας με ανοικτή προσέλευση προς το κοινό εμπίπτει σε αυτή την έννοια. Ως προς το άσεμνο μιας ενέργειας, σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Rook & Ward on Sexual Offences, Criminal Law Library - No. 8 [23]Στην υπόθεση R. v. Court [24], ο Δικαστής Ackner της Βουλής των Λόρδων, επικρότησε τη φράση που χρησιμοποίησε ο πρωτόδικος Δικαστής, ότι το άσεμνο («indecent»), σημαίνει προφανώς σεξουαλικό («overtly sexual»), όμως εισηγήθηκε ότι ο ορθότερος τρόπος αντιμετώπισης του θέματος είναι το κατά πόσο, ο λογικά σκεπτόμενος πολίτης, θα θεωρούσε τη συμπεριφορά ως άσεμνη ή όχι. Είναι λοιπόν στα πλαίσια της άσεμνης ενέργειας που εντάσσεται και ο αυνανισμός. Καταλήγω ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 4ης κατηγορίας. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες 1 και 3 και κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στις κατηγορίες 2 και 4. ....................................................... ( Υπ.) Ε. Ευθυμίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1]
(2002)1 ΑΑΔ 165, 172 [2]
(1992)1 ΑΑΔ 1056, 1061) [3]
(2004)2 Α.Α.Δ. 612 [4]
(1993)2 Α.Α.Δ. 174 [5]
(1991)2 Α.Α.Δ. 320 [6] Π.Ε. 91/2017, 2/5/2018, ECLI:CY:AD:2018:B214 [7] με αναφορά στις Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 390, R. v. Turner [1975] QB 834, DPP v. Kilbourne [1973] AC 723, R. v. H. [2014] EWCA Crim 1555, R. v. Robinson (Raymond) [1994] 3 All ER 346, R v. S (VJ) [2006] EWCA Crim 2389 και R v. Marquard [1993] 4 SCR 223 [8] Β' Εκδοση σελ. 829 [9] Phidias Kyriakides v. The Republic 1 RSCC66 [10] Β' Εκδοση σελ. 275 [11] Galatariotis Telecommunications Ltd v. Γιωργος Βασιλείου
(2003)1Α ΑΑΔ 318,British Railways Board v Herrington
(1972)AllER 749 [12] 3 ALLER 380 [13] [1935] AC 462 HL [14] [2009] EWCA Crim 2563 [15] Π.Ε. 228/15-245/15, 248/15-255/15, 17/10/2016, ECLI:CY:AD:2016:D482, σελ. 33-34 [16]
(2013)2 ΑΑΔ 459, 484 - 485 [17]
(2006)2 ΑΑΔ 217 [18] Βλ. Ηλιάδη και Σαντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης Β 'Έκδοση σελ 322-323 [19] « 6.
(1)Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 12, όποιος προκαλεί ώστε παιδί το οποίο δεν έχει φτάσει στην ηλικία συναίνεσης, γίνει μάρτυρας σεξουαλικών πράξεων ή απεικόνισης σεξουαλικών πράξεων , ακόμα και αν το εν λόγω παιδί δεν συμμετέχει σε αυτές, είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δέκα
(10)έτη. » [20] «παιδί» σημαίνει πρόσωπο ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ
(18)ετών «ηλικία συναίνεσης» σημαίνει την ηλικία κάτω της οποίας, απαγορεύεται η τέλεση σεξουαλικών πράξεων με παιδί και η οποία ορίζεται ως η ηλικία των δεκαεπτά
(17)ετών· «σεξουαλική πράξη» περιλαμβάνει οποιαδήποτε πράξη η οποία εύλογα θεωρείται- (α) ως εκ της φύσεώς της σεξουαλική , ανεξάρτητα από το σκοπό του προσώπου που προβαίνει σε αυτή, ή (β) δυνατό να είναι ως εκ της φύσεώς της σεξουαλική και οι περιστάσεις υπό τις οποίες διενεργείται την καθιστούν σεξουαλική ∙ [21] Όποιος διενεργεί δημόσια άσεμνη πράξη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων [22]
(2010)2 Α.Α.Δ. 493 [23] σελ. 4-8, παρ. 1.09-1.19. [24]
(1989)A.C. 28 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.