← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. ΡΑΣΙΑΤ ΡΑΧΜΠΑΝ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 652/18, 22/7/2021

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. ΡΑΣΙΑΤ ΡΑΧΜΠΑΝ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 652/18, 22/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2021:B41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (Που Συνεδριάζει Στο Παραλιμνι) ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Ευθυμίου , Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 652/18 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου -ν - 1.ΡΑΣΙΑΤ ΡΑΧΜΠΑΝ 2.ΔΗΜΗΤΡΑ ΠΙΕΡΟΥΛΛΗ 3.ΜΑΡΙΑ ΜΟΥΓΚΑΛ 4.SADDAM QUNBUR Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 22/07/21 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Κος Δημοσθένους Για τον Κατηγορούμενο 1: Κα Τοφαλλή Για την Κατηγορούμενη 2: Κος Κυρμίτσης Για την Κατηγορούμενη 3: Κα Μαυροφτή Κατηγορούμενες 2 και 3 παρούσες Κατηγορούμενος 1 απών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Από Έδρας Αντικείμενο, της Δίκης εντός Δίκης («ΔεΔ») ήταν να διαπιστωθεί εάν η Κατηγορούμενη 2 («Κ2») έχει ενημερωθεί και αντιληφθεί τα δικαιώματα της και συγκεκριμένα το δικαίωμα της για να παραστεί δικηγόρος κατά τον χρόνο που έδινε την κατάθεσή της στην Αστυνομία (Τεκμήριο 1) σε βαθμό που δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία από το Δικαστήριο. Εισήχθησαν κατά το στάδιο της αντεξέτασης και άλλα σημεία αναφορά στα οποία θα γίνει πιο κάτω. Η νομική πτυχή του θέματος είναι πολύ καλά γνωστή. Ρόλος των Δικαστηρίων είναι η περιφρούρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η διασφάλιση κράτους δικαίου. Σε ΔεΔ αποφασίζεται κατά πόσον ομολογία ή ενοχοποιητική δήλωση του Κατηγορούμενου, η οποία περιέχεται είτε σε γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία, είτε ως απάντηση σε γραπτή κατηγορία που του απαγγέλλει αστυνομικός ή ακόμα και σε προφορική δήλωση του σε οποιοδήποτε πρόσωπο που ασκεί εξουσία, δόθηκε με την ελεύθερη βούλησή του, θεληματικά, χωρίς πρόκληση φόβου στον Κατηγορούμενο για δυσμενείς επιπτώσεις ή πρόκληση ελπίδας για αποκόμιση πλεονεκτήματος ή οφέλους ή καθ΄οιονδήποτε τρόπο καταπίεση, όχι κατά παράβαση των Δικαστικών Κανόνων (Judges' rules), έχοντας πλήρη γνώση των δικαιωμάτων του στη περίπτωση που ήταν ύποπτος, συλληφθείς ή υπόδικος και όχι κατά παράβαση Νόμου ή συνταγματικών δικαιωμάτων[1]. Η εξαντλητική, βεβαίως, απαρίθμηση των περιπτώσεων στις οποίες μπορεί να διεξαχθεί ΔεΔ αντενδείκνυται εφόσον κάθε περίπτωση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Είναι στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εάν θα διεξαχθεί σε οποιαδήποτε περίπτωση ΔεΔ, με γνώμονες, αφενός ότι εφόσον η ομολογία θεωρήθηκε ως η βασιλίδα των μαρτυριών και με μόνο αυτή το Δικαστήριο δύναται να καταδικάσει, υπάρχει αντιστοίχως η υποχρέωση στο Δικαστήριο να διασφαλίσει ότι αυτή δόθηκε με την ελεύθερη βούληση του Κατηγορούμενου και εκουσίως. Αφ΄ετέρου, να μην επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα του Κατηγορούμενου.[2] Ακόμα και αυτεπάγγελτα το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει ΔεΔ εάν οι συνθήκες το απαιτούν.[3] Το αντικείμενο της ΔεΔ πρέπει να τίθεται εξαρχής και σαφώς από το Δικαστήριο, ώστε να υπάρχει ισότητα των όπλων μεταξύ των μερών και να διαφυλάσσεται ο δημόσιος δικαστικός χρόνος. Το επίπεδο απόδειξης σε ΔεΔ είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και το βάρος απόδειξης εξ΄ολοκλήρου στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής. Όταν, δηλαδή, η θεληματικότητα ομολογίας ή ενοχοποιητικής δήλωσης καθίσταται απλώς αμφίβολη, τότε το Δικαστήριο οφείλει να μην την αποδεκτεί ως μαρτυρία, με ό,τι τούτο συνεπάγεται για την πορεία της κυρίως δίκης. Η ΔεΔ είναι αυτοτελής διαδικασία. Κρίνεται στη βάση της μαρτυρίας που ακούστηκε εντός αυτής και μόνο. Το Δικαστήριο οφείλει να κρίνει τη ΔεΔ, προβαίνοντας στα ευρήματα εκείνα που είναι εντελώς απαραίτητα για απόφαση του αμφισβητούμενου στη ΔεΔ θέματος, χωρίς διατύπωση που να τείνει να προκρίνει είτε την αξιοπιστία των μαρτύρων στην κυρίως δίκη είτε οποιοδήποτε από τα εκεί αμφισβητούμενα θέματα [4] Σε εξαίρεση του κανόνα ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να ενεργεί ως εφετείο του εαυτού του, το Δικαστήριο μπορεί να αναθεωρήσει την απόφαση στη ΔεΔ στο τέλος της κυρίως δίκης, δίνοντας βεβαίως σχετική αιτιολόγηση. Μάλιστα, οφείλει να το πράξει εάν τα τότε δεδομένα απαιτούν κάτι τέτοιο. Πάντως, ΔεΔ δεν πρέπει να διεξάγεται όπου η νοητική κατάσταση του Κατηγορούμενου όταν έδινε την κατάθεσή, είναι το ζητούμενο. Αυτό είναι κάτι που μόνο στο τέλος της κυρίως δίκης μπορεί να αξιολογηθεί, εφόσον απαιτεί σφαιρική θεώρηση ολόκληρης της μαρτυρίας της υπόθεσης και επομένως επενεργεί όχι ως προς την αποδεκτότητα της κατάθεσης ως μαρτυρίας, αλλά ως προς την βαρύτητα που, τελικά και με πλήρη γνώση ολόκληρης της υπόθεσης, το Δικαστήριο θα της αποδώσει [5] Στην παρούσα ΔεΔ η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 3 μάρτυρες. Η Υπεράσπιση δεν κάλεσε μάρτυρες. Έχουν δε κατατεθεί στο σύνολό τους 7 τεκμήρια από τους τρεις μάρτυρες που έδωσαν στα πλαίσια της ΔεΔ μαρτυρία. ΜΚ 1ΔεΔ κατέθεσε η Στ. Παπαγιάννη, αστυνομικός που έλαβε την κατάθεση της Κ

  1. Η μάρτυς εξήγησε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκε αυτή η ανακριτική κατάθεση και στην παρουσία του Γραφείου Ευημερίας. Η Αστυφύλακας ήταν επίμονη στη θέση της ότι στην Κ2 εξηγήθηκαν τα δικαιώματά της επαρκώς κυρίως από την κοινωνική λειτουργό που είχε κληθεί από την Αστυνομία για να παραστεί κατά την λήψη της ανακριτικής κατάθεσης της ανήλικης. Η κοινωνική λειτουργός, ΜΚ 2ΔεΔ, επέμενε και αυτή με τη σειρά της ότι η Κ2, ύποπτη κατά τον ουσιώδη χρόνο, ενημερώθηκε επαρκώς από την ίδια για το δικαίωμα της σε δικηγόρο. Ήταν η θέση της μάρτυρος ότι η Κ2 επέμενε πως δεν επιθυμούσε την παρουσία δικηγόρου και έτσι η ανάκριση διεξήχθηκε μόνο στην παρουσία της κοινωνικής λειτουργού. Μέσω της εφαρμογής zoom λήφθηκε μαρτυρία από τον Λοχία Μ.Χρήστου, ΜΚ3 ΔεΔ ο οποίος ήταν και το άτομο που προέβη στη σύλληψη της Κ2 και παράδωσε σε αυτήν το Τεκμήριο Γ στη ΔεΔ, έντυπο που εξηγεί τα δικαιώματα των συλληφθέντων με βάση τον οικείο νόμο. Το πλαίσιο όπως καθορίστηκε από την αντεξέταση για όλους τους μάρτυρες κατηγορίες ήταν διττό. Όντας ανήλικη, θέτει η Υπεράσπιση, πέραν του ότι έπρεπε vα της εξηγηθούν τα δικαιώματα της κατά αποκρυσταλλωμένο τρόπο, έπρεπε vα επιμένει η Αστυνομία μέχρι να μπορέσει είτε να προσυπογράψει ο κηδεμόνας της για την λήψη και επεξήγηση αυτών των δικαιωμάτων, είτε μέχρι να αποδεχθεί η κατηγορουμένη 2 την παρουσία δικηγόρου κατά τη λήψη της κατάθεσής της. Περαιτέρω τέθηκε σειρά από ζητήματα στα οποία θα αναφερθώ πιο κάτω. Κατ'αρχάς να επισημανθεί ότι το άρθρο 10 του περί των Δικαιωμάτων Ύποπτων Προσώπων, Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Προσώπων που Τελούν υπό Κράτηση Νόμος του 2005 (163(I)/2005) («ο Νόμος») προνοεί ότι η ανάκριση συλληφθέντος ατόμου κάτω των δεκαοκτώ χρονών γίνεται στην παρουσία δικηγόρου.[6] Ερχόμενη τώρα στη προσκομισθείσα μαρτυρία κρίνω ότι όλοι οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής παρουσίασαν την ίδια εκδοχή σε ότι αφορούσε την K
  2. Αρχικά έχω ικανοποιηθεί ότι έτυχε μεταχείρισης ως ανήλικο άτομο. Η πρώτη μάρτυρας στην ΔεΔ που ήταν και το πρόσωπο που έλαβε την ανακριτική κατάθεση της Κ2 έλαβε όλα τα απαραίτητα μέτρα τόσο για τον εντοπισμό του πατέρα της όσο και για την παρουσία του Γραφείου Ευημερίας για την λήψη της κατάθεσης της K
  3. Περαιτέρω εντοπίζω αρμονία και συνοχή στην μαρτυρία των 2 πρώτων μαρτύρων στην ΔεΔ σε ότι αφορά την επεξήγηση των δικαιωμάτων της Κ2 επαρκώς. Εντόπισα μάλιστα και μια σχολαστικότητα από πλευράς της κοινωνικής λειτουργού, ΜΚ2ΔεΔ, η οποία αντιλαμβανόμενη την σοβαρότητα των αδικημάτων που η Κ2 αντιμετώπιζε τόνισε σε αυτήν το δικαίωμα που είχε για την παρουσία δικηγόρου. Σε ότι αφορά την επίδοση στην Κ2 των δικαιωμάτων της δεν διαπιστώνω από την ενώπιον μου μαρτυρία παραβίαση του άρθρου 7 του Νόμου που προνοεί την πληροφόρηση συλληφθέντος για τα δικαιώματα του κατά τον χρόνο της σύλληψης του. Αυτό το πλαίσιο του άρθρου 7 όμως δεν μπορεί να επεκταθεί για να δημιουργεί υποχρέωση στην Αστυνομία να παραδώσει εκ νέου ή να επεξηγήσει κατά μεταγενέστερο στάδιο στον κηδεμόνα ή γονέα του ανήλικου η έστω στον ίδιο τον ανήλικο πριν την λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης, ως κατά διαστήματα η εισήγηση της Υπεράσπισης. Έχω ικανοποιηθεί αξιολογώντας την ενώπιον μου μαρτυρία ότι αφενός η Κ2 αντιλήφθηκε τα δικαιώματα που της παραδόθηκαν στη γλώσσα που ζήτησε, ήτοι την αγγλική, και αφετέρου η ίδια αντιλήφθηκε ότι είχε το δικαίωμα να ληφθεί η κατάθεση της παρουσία δικηγόρου το οποίο ρητώς απεμπόλησε τόσο ενώπιον της ΜΚ1 ΔεΔ όσο και ενώπιον της ΜΚ2 ΔεΔ. Ομοίως έχω ικανοποιηθεί από την προσκομισθείσα μαρτυρία ότι η Κ2 δεν επιθυμούσε ως ρητώς δήλωσε στην Αστυνομία την παρουσία του πατέρα της κατά την διαδικασία λήψης της κατάθεσης της. Παρατηρώ ότι στο Τεκμήριο 1 της ΔεΔ αναφέρεται στη δεύτερη απάντηση της Κ2 ότι, και διαβάζω, «Μετά που έγινε η απόπειρα αυτοκτονίας του παπά μου δεν ήμουν πολύ καλά και αποφάσισα να μείνω με τον Anthony στο διαμέρισμά του στην Σωτήρα εφόσον συνεργαζόμασταν και περνούσαμε πολύ χρόνο μαζί». Η Κ2 παρουσιάστηκε η ίδια στην Αστυνομία ως χειραφετημένο άτομο και αυτό ενισχύει την άποψη των μαρτύρων κατηγορίας [7]ότι αρνήθηκε την επικοινωνία με τον πατέρα της την στέγη του οποίου είχε σε προγενέστερο της σύλληψης της χρόνο εγκαταλείψει (ως η ίδια αναφέρει στο Τεκμήριο 1). Εν πάση όμως περιπτώσει είναι από τις περιπτώσεις που η Υπεράσπιση όφειλε να παραθέσει κάποια μαρτυρία σε αντίκρουση των θέσεων της Κατηγορούσας Αρχής ότι η μαρτυρία η οποία λήφθηκε ήταν αποτέλεσμα της παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος της Κ2 να συμβουλευτεί δικηγόρο. Το ότι δεν έχει υπογραφεί η συγκεκριμένη σελίδα του Τεκμηρίου Γ και αναφέρομαι στη σελίδα 9 που αποτέλεσε το αντικείμενο αντεξέτασης τόσο της ΜΚ 1 ΔεΔ, όσο και του ΜΚ3 ΔεΔ και αφορά δήλωση για τερματισμό υπηρεσιών συγκεκριμένου δικηγόρου, αυτό θεωρώ ότι δεν πλήττει με οποιονδήποτε τρόπο την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, ούτε μπορεί να δημιουργήσει την αμφιβολία που εισηγείται ο κύριος Κυρμίτσης, αφού είναι ξεκάθαρο από το λεκτικό της συγκεκριμένης δήλωσης ότι αφορά σε περιγραφή δικηγόρου που εκπροσωπεί και δεν επιθυμεί πλέον ο ύποπτος ή άτομο που ανακρίνεται από την αστυνομία να απασχολήσει Σε ότι αφορά το ύστατο επιχείρημα της Υπεράσπισης ότι η Κ2 ζήτησε δικηγόρο και της στερήθηκε αυτό το δικαίωμα αυτό κατά την κρίση μου δημιουργεί σχήμα οξύμωρο που δεν συνάδει με την κύρια θέση της Υπεράσπισης. Δηλαδή από την μια η Υπεράσπιση έθεσε ότι η Κ2 δεν αντιλήφθηκε τα δικαιώματά της επειδή δεν της εξηγήθηκαν, από την άλλη έθεσε ότι αντιλαμβανόμενη τα δικαιώματα της η Κ2 ζήτησε δικηγόρο αλλά αυτή η ευχέρεια της στερήθηκε. Θεωρώ ότι και τα δύο δεν μπορούν να ισχύουν αφού αλληλοεξουδετερώνονται. Ως και ανωτέρω αναφέρω όφειλε εάν αυτή ήταν η θέση της Υπεράσπισης να παρουσιάσει μαρτυρία προς τούτο, ότι δηλαδή ζήτησε η Κ2 δικηγόρο και η Αστυνομία αρνήθηκε να της παρέχει τέτοιο δικαίωμα. Ως εκ τούτου, συνοψίζοντας ενώπιόν μου παρέμεινε παντελώς μετέωρη τόσο η θέση της Υπεράσπισης η οποία υποβλήθηκε μέσω του συνηγόρου της Κ2, ότι η ίδια αναζήτησε υπηρεσίες δικηγόρου και με προφάσεις η αστυνομία ή άλλως πως αρνήθηκε να της τις προσφέρει, όσο και το γεγονός ότι η ίδια δεν αντιλήφθηκε τα δικαιώματά της. Πέραν της αλληλοεξόντωσης των δύο ισχυρισμών, δεν έχει προσφερθεί ίχνος υποστηρικτικής μαρτυρίας περί τούτου και καμία λογική αμφιβολία δεν δύναται να δημιουργηθεί στο μυαλό του Δικαστηρίου για την αλήθεια της εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής. Συνεπώς καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η ανάκριση της Κ2 έγινε νομότυπα και χωρίς την παραβίαση των δικαιωμάτων της και δεν έχει προκύψει από τη δοθείσα μαρτυρία οποιαδήποτε υπόνοια ότι τα μέλη της Αστυνομίας στην παρούσα υπόθεση ενήργησαν είτε με αλλότριο κίνητρο, είτε αυθαίρετα, είτε δυσανάλογα αποστερώντας από την Κ2 τα δικαιώματά της. Εν όψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι το επίμαχο έγγραφο και συγκεκριμένα η ανακριτική κατάθεση της Κ2, ημερομηνίας 12/03/17 μπορεί να κατατεθεί και δύναται να κατατεθεί ως μέρος της μαρτυρίας. Αυτό λαμβάνει αριθμό Τεκμηρίου
  4. Η ένσταση της Υπεράσπισης και της Κ2 δεν μπορεί να γίνει δεκτή και ως εκ τούτου απορρίπτεται. ( Υπ.) ........................................ Ε. Ευθυμίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] βλ. μεταξύ άλλων Regina v Sfongaras

(1957)22 C.L.R. 113, Kokkinos ν. The Police
(1967)2 C.L.R. 217, 220, Petri v. The Police
(1968)2 C.L.R. 40, Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, Psaras and Another v. Republic
(1987)2 C.L.R. 132, Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ 510 [2] Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ 571 [3] βλ. σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 2014, σελ. 900 [4] (Αστυνομία ν. Ησαΐα, άλλως Μπλάκκη
(1997)2 ΑΑΔ 177). [5] (βλ. Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ 556 και Πεππέκος ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ 86 και R. v. Miller
(1986)3 All ER 119) [6] Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμών, αν ο συλληφθείς είναι πρόσωπο κάτω των δεκαοκτώ χρονών ή είναι πρόσωπο που λόγω πνευματικής ανεπάρκειας εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 4 του παρόντος Νόμου, η ανάκριση διεξάγεται στην παρουσία του δικηγόρου του εν λόγω συλληφθέντος. [7] Ο ΜΚ3 ΔεΔ είπε χαρακτηριστικά «η Κατηγορουμένη 2 είχε πολύ τουπέ» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.