Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. C. M. H., Αρ. Υπόθεσης: 2283/20, 5/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2021:B44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (Που Συνεδριάζει Στο Παραλιμνι) ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Ευθυμίου , Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2283/20 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου -ν - C. M. H. Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 5 Μαρτίου, 2021 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Π. Πίτσιλλου Για τον Κατηγορούμενο: Καμία εμφάνιση Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η (Απευθείας από την Έδρα) Σκιαγράφηση της Υπόθεσης και Νομική Πτυχή Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, κατηγορία για κοινή επίθεση (1η κατηγορία) και κατηγορία για πρόκλησης ψυχικής βλάβης (2η κατηγορία) αμφότερες κατά παράβαση του περί Βίας στην Οικογένεια Νόμου 119
(1)/2000. Με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος στις 29/03/20 στην οδό [ ] στο Παραλίμνι της επαρχίας Αμμοχώστου επιτέθηκε στην πρώην σύζυγο του P. A. H. από την Αγγλία. Για την ενέργεια κα συμπεριφορά του αυτή κατηγορείται ότι προκάλεσε ψυχική βλάβη στην πρώην σύζυγό του. Από την δεύτερη κατηγορία ο κατηγορούμενος απαλλάγηκε στο εκ πρώτης όψεως στάδιο. Ο περί Βίας στην Οικογένεια Νόμος που έχει συσταθεί με κύρια μέριμνα την προστασία των θυμάτων από την ενδοοικογενειακή βία, αντιμετωπίζει με αυστηρότερες ποινές γνωστά στο Νόμο αδικήματα όπως αυτό της κοινής επίθεσης. Επί της ουσίας δεν αλλάζει την σύσταση του αδικήματος αλλά μόνο την προβλεπόμενη μέγιστη ποινή αυξάνοντας την από ένα σε δύο έτη σε περίπτωση καταδίκης. Ως εκ τούτου στην νομική πτυχή της υπόθεσης το Δικαστήριο θα ανατρέξει στο άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα. Το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα που δημιουργεί το αδίκημα της κοινής επίθεσης προνοεί ότι: «Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Το αδίκημα στοιχειοθετείται εφόσον αποδειχθεί ότι κάποιο πρόσωπο ασκεί βία εναντίον κάποιου άλλου είτε με πρόθεση είτε απερίσκεπτα. Στην υπόθεση R. v. Vienna[1] τέθηκαν οι νομολογιακές αρχές και αποφασίστηκε ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της επίθεσης, δε χρειάζεται η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει πρόθεση. Ο όρος « επίθεση» χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο, χωρίς τη συγκατάθεσή του. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας [2], το άρθρο 242 του Νόμου δε συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης, με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας, χωρίς νομικό έρεισμα. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί και χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το άλλο πρόσωπο [βλ. R. v. Rolphe [3] και Fagon v. Metropolitan Police Commissioner .[4] Η προσκομισθείσα Μαρτυρία Η κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τρεις μάρτυρες κατηγορίας. Πρώτη μαρτύρησε η παραπονούμενη. Υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστηρίου την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στην οποία εξηγεί ότι με τον κατηγορούμενο έχουν διαζευχθεί από το 2019 μετά από έγγαμο βίο 10 ετών. Παρα ταύτα παρέμειναν κάτω από την ίδια στέγη σε οικία στην Ελεύθερη Επαρχία Αμμοχώστου. Ήταν θέση της μάρτυρος ότι το σπίτι είναι κοινής τους ιδιοκτησίας. Σε σχέση με το επίδικο συμβάν, η μάρτυρας ανέφερε ότι κατά την 29/03/20 ενώ εκτελούσε εργασίες στον κήπο της οικίας ο κατηγορούμενος μετέβηκε στον κήπο κρατώντας ένα δοχείο με δημητριακά το οποίο τοποθέτησε στο εξωτερικό τραπέζι. Όταν του ζητήθηκε από την μάρτυρα να το μετακινήσει ο ίδιος αρνήθηκε και η ΜΚ 1 πήρε το μπολ με τα δημητριακά με σκοπό να το τοποθετήσει στην άλλη άκρη του τραπεζιού έτσι ώστε να συνεχίσει την εργασία που έκαμνε. Εκείνη τη στιγμή ήταν η θέση της ότι ο κατηγορούμενος πήρε το μπολ από τα χέρια της και την περιέλουσε με το περιεχόμενο του, λέγοντας της ακολούθως στα αγγλικά «you can clean all that now».Για το περιστατικό απευθύνθηκε στην αστυνομία και έδωσε κατάθεση στον αστυνομικό σταθμό Παραλιμνίου την ίδια μέρα. Αντεξετάζοντας ο κατηγορούμενος εστιάστηκε κυρίως στο γεγονός ότι αφενός το μπολ το οποίο ανέφερε ότι δεν ήταν γυάλινο αλλά κεραμικό υποδεικνύοντας της συγκεκριμένο αντικείμενο το οποίο η ίδια αναγνώρισε ως το μπολ των δημητριακών του κατηγορούμενου αλλά και στηριζόμενος κυρίως στη θέση ότι ο ίδιος ουδέποτε έριξε το αντικείμενο αυτό προς το μέρος της, θέση που η μάρτυρας αποδέχθηκε αναφέροντας ότι δεν κτυπήθηκε ποτέ με το μπολ αλλά περιλούθηκε με το περιεχόμενο του. Στη δε μάρτυρα υποβλήθηκαν θέσεις που αφορούσαν τον έγγαμο βίο των μερών και πώς αυτός διαταράχθηκε αλλά και πως η ίδια επέλεξε να διεκδικήσει από τον κατηγορούμενο συγκεκριμένα ποσά, τα οποία η ίδια θεώρησε ότι δικαιούτο μετά την διάλυσης του γάμου. Ήταν η θέση του κατηγορούμενου ότι αυτή η ποινική υπόθεση καταχωρήθηκε για να υπάρχει διαπραγματεύσιμο εργαλείο στα χέρια της παρπονούμενης σε ότι αφορά την διεκδίκηση των περιουσιακών στοιχείων και συγκεκριμένα ενός ποσού ύψους 30.000.- ευρώ. Δεύτερος μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή είναι ο αστυφύλακας 3991 Π. Παφίτης. Ήταν το άτομο που στην ουσία έλαβε από τον κατηγορούμενο το Τεκμήριο 2, μία δήλωση η οποία λήφθηκε δύο μέρες αργότερα του περιστατικού και στην οποία ο κατηγορούμενος ανέφερε τα γεγονότα σε σχέση με ένα μπολ και την πρώην σύζυγο του. Κατά την αντεξέταση του υποβλήθηκε ότι αυτά που ανέφερε στις 31 Μαρτίου δεν έχουν καμία σχέση με το περιστατικό της 29 Μαρτίου αλλά αφορούσε μία άλλη εντελώς διαφορετική υπόθεση, θέση που ο μάρτυρας δεν αποδέκτηκε. Η τρίτη και τελευταία μάρτυρας , η Γ/Αστ. 4223 Ρ. Γεωργίου ήταν το άτομο που έλαβε την κατάθεση από την παραπονούμενη και ορίστηκε ως ανακριτής της υπόθεσης. Σε αυτή την μάρτυρα υποβλήθηκε ότι ελλιπώς και αμελώς εκτέλεσε τα καθήκοντα της αφού δεν είχε επισκεφθεί τη σκηνή του κατ΄ ισχυρισμό εγκλήματος, η ίδια δεν μερίμνησε για αυτόπτες μάρτυρες, δεν έλαβε κατάθεση από τον ίδιο τον κατηγορούμενο στα πλαίσια της διερεύνησης της υπόθεσης, ούτε αναζήτησε αυτό το μπολ με το οποίο έγινε η κατ΄ ισχυρισμό επίθεση. Μετά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως και αφού απαλλάγηκε από την 2η κατηγορία, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Στην ένορκη του κατάθεση ανέφερε το ιστορικό μεταξύ του ιδίου και της πρώην συζύγου του και εξήγησε το πώς έγινε το περιστατικό. Ο κατηγορούμενος είπε ότι ενώ βρισκόταν καθισμένος σε πολυθρόνα εξωτερικού χώρου που έχει στην οικία του η παραπονούμενη, πρώην σύζυγος του που είχε εγκαταλείψει την εν λόγω οικία και διέμενε με άλλον άντρα και η οποία επέστρεψε λόγω της καθολικής επιβολής καραντίνας στην οικία τους, εκτελούσε εργασίες στον κήπο και του ζήτησε να μετακινηθεί για να μπορέσει να καθαρίσει. Ο κατηγορούμενος ως ανέφερε μετακίνησε απλά τα πόδια του αλλά αυτό δεν ικανοποίησε την παραπονούμενη πρώην σύζυγο του και έδειξε τις προθέσεις της ότι ήταν πρόθυμη να τον μετακινήσει η ίδια ούτως ώστε να συνεχίσει με την εργασία καθαριότητας που έκαμνε. Ως ανέφερε δε όταν ο ίδιος αποφάσισε να μετακινηθεί εναπόθεσε το μπολ των δημητριακών που κρατούσε σε συγκεκριμένο σημείο το οποίο η παραπονουμενη πήρε από τα χέρια του και ως ο ίδιος ερμήνευσε, αντιλήφθηκε και διαισθάνθηκε πρόθεση της ήταν να το πετάξει στο δρόμο. Σε αυτή την σκέψη ο ίδιος αντέδρασε προσπαθώντας να τραβήξει το μπολ από κοντά της ενέργεια που είχε ως αποτέλεσμα το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου να την περιλούσει και ένα μικρότερο μέρος να λερώσει τα δικά του παπούτσια. Αντεξεταζόμενος υποβλήθηκε σε αυτόν ότι η ιστορία του που είχε λεχθεί ενόρκως δεν έχει υποβληθεί στην ΜΚ1, παραπονούμενη κάτι που πλήττει ανεπανόρθωτα τη μαρτυρία του με τον κατηγορούμενο να αναφέρει ότι είχε προειδοποιηθεί σε κάποιο στάδιο για καταφρόνηση από το Δικαστήριο και έτσι σταμάτησε την αντεξέταση του. Αναφέρθηκε δε αρκετά εκτεταμένα σε άλλες πτυχές οι οποίες δεν αποτελούν μέρος των επίδικων θεμάτων όπως τον καλό του χαρακτήρα, το γεγονός ότι έχει υπηρετήσει ως αστυνομικός και έχει τιμηθεί από τη χώρα του για την υπηρεσία του τόσο στην αστυνομία όσο και στο στρατό, γεγονότα που φυσικά δεν αμφισβητήθηκαν αλλά δεν αποτελούν μέρος της αξιολόγησης της παρούσας υπόθεσης. Αξιολόγηση της Μαρτυρίας Εξέτασα τη μαρτυρία των μαρτύρων με ιδιαίτερη προσοχή. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκα στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την αντιπαρέβαλα και την εξέτασα στα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας.(βλ. Mustafa ν. Κακουρή κ.α.[5], Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα[6], αλλά και των κοινά αποδεκτών θέσεων. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Τυμπιώτης v. Αστυνομίας [7], δεν αναμένεται ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρος πρέπει να συνάδει απόλυτα με τη μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων. Οι διαφορές στη μαρτυρία είναι αναπόφευκτες. Αντιφάσεις πάνω σε μικρολεπτομέρειες όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια κατά τα άλλα αξιόπιστη μαρτυρία, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν, με την έννοια ότι δείχνουν πως δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν. Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Ξυδιάς κ.ά. ν. Αστυνομίας [8]και Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας. [9] Η παραπονούμενη άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η ίδια φαίνεται ότι από την πρώτη ημέρα που υπόβαλε το παράπονο της στην αστυνομία μέχρι την ημέρα που έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο ανέφερε το περιστατικό με την ίδια ακρίβεια και συνέπεια. Επι της ουσίας η εξιστόρηση των γεγονότων ως η παραπονουμένη τα αναφέρει και ως ο κατηγορούμενος τα αναφέρει σε ότι αφορά τον τρόπο με τον οποίο περιλούθηκε η πρώτη τα δημητριακά δεν διαφέρει. Οι λεπτομέρειες για το που καθόταν ο κατηγορούμενος πριν το περιστατικό ή για το είδος του μπολ (κεραμικό, πλαστικό ή γυάλινο) δεν αποτελούν ουσιώδη στοιχεία. Ως ανωτέρω αναφέρω δεν απαιτείται η απόδειξη της πρόθεσης για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα. Ως εκ τούτου είναι αδιάφορο εάν ο κατηγορούμενος θέλησε να πάρει το μπολ από τα χέρια της παραπονουμένης για να την αποτρέψει από το να το πετάξει, ως έθεσε κατά την αντεξέταση. Το σημαντικό είναι ότι συνεπεία των ενεργειών του την περιέλουσε με τα δημητριακά. Η όλη επιχειρηματολογία του κατηγορούμενου σε σχέση με τον αλλότριο σκοπό για την καταχώρηση αυτού του παραπόνου στην Αστυνομία δεν έπεισε το Δικαστήριο ενώ περαιτέρω δεν βρίσκει και έρεισμα στο Νόμο. Η θέση του κατηγορουμένου ήταν ότι η πρώην σύζυγός του ενεργεί με σκοπό να διεκδικήσει από αυτόν ποσό σε αίτηση που αφορά τις μεταξύ τους Περιουσιακές Διαφορές. Ο στόχος της, σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο, είναι η προώθηση του παραπόνου αυτού για να μπορεί η πρώην σύζυγός του να αναφερθεί σε καταδίκη για ενδοοικογενειακή βία και να τον εξαναγκάσει σε πληρωμή ποσών που δεν δικαιούται. Μάλιστα επέμενε ότι επί τούτου ο ίδιος έλαβε νομική συμβουλή. Η θέση του αυτή δεν αντικατοπτρίζεται στον Νόμο. Ο Ο περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμος 232/1991 δεν δημιουργεί τέτοιο κριτήριο. Ο Νόμος μάλιστα προνοεί για Απώλεια δικαιώματος έγερσης αγωγής και μείωση του ποσού της αξίωσης με βάση το άρθρο 17 σε 5 περιπτώσεις[10], καμία από τις οποίες δεν μπορεί να εφαρμοστεί με βάση τα γεγονότα της παρούσας. Σε κάθε δε περίπτωση ακόμα και να μπορούσε να εφαρμοστεί το άρθρο 17, αυτό δεν θα μπορούσε να αντιστραφεί για τον εναγόμενο σύζυγο (που ως ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι είναι) στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Το άρθρο 17 θεσμοθετεί απώλεια δικαιώματος για τον ενάγοντα σύζυγο, στην παρούσα περίπτωση την παραπονουμένη. Κρίνεται αξιόπιστη και η μαρτυρία της αποδεκτή. Οι δύο μάρτυρες κατηγορίας που ακολούθησαν, ο Αστ. Π. Παφίτη και η Αστ. Ρ. Γεωργίου θεωρώ ότι δεν προσέφεραν το οτιδήποτε σε σχέση με την υπόθεση πέραν των ενεργειών που έπραξαν. Για αυτές τις αναφορές τους κρίνονται αξιόπιστοι. Τα όσα δε καταλογίστηκαν στην τελευταία μάρτυρα κατηγορίας για ελλειπή έρευνα θεωρώ ότι ήταν άστοχα σχόλια αφού δεν έχει παρουσιαστεί από πλευράς του κατηγορούμενου με ποιο τρόπο έχουν επηρεαστεί τα δικαιώματα του ή η υπεράσπιση του από την έρευνα της αστυνομίας. Ειρήσθω εν παρόδω να αναφέρω ότι και η ένορκη μαρτυρία του ιδίου επιβεβαιώνει ότι δεν υπήρχαν αυτόπτες στο περιστατικό μάρτυρες συνεπώς το γεγονός ότι δεν αναζητήθηκαν τέτοιοι δεν θεωρώ ότι έχει πλήξει με οποιοδήποτε τρόπο την υπεράσπιση του σε αυτή την υπόθεση. Το Δικαστήριο παρακολούθησε με ιδιαίτερη προσοχή τον κατηγορούμενο. Ήταν εμφανές ότι υπήρχε σοβαρή ένταση μεταξύ της παραπονουμένης και του κατηγορουμένου ακόμα και εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου. Η πραγματικότητα είναι ότι ο κατηγορούμενος δεν αποπειράθηκε να αποποιηθεί της ευθύνης του αλλά μάλιστα έδωσε αληθή εικόνα του ότι είχε συμβεί εκείνη την ημέρα. Φυσικά η ενέργεια του που είχε ως στόχο να «σώσει» το μπολ από το να πεταχτεί στο δρόμο, ως η εντύπωση που είχε περί των προθέσεων της πρώην συζύγου του, κατέλεξε στο επίδικο συμβάν. Ως έχω προαναφέρει, η πρόθεση του κατηγορουμένου δε αποτελεί συστατικό στοιχείο για την απόδειξη του αδικήματος της κοινής επίθεσης που του καταλογίζεται. Εδώ πρέπει να πω ότι η θέση του κατηγορούμενου ότι δεν του επιτράπηκε από το Δικαστήριο να συνεχίσει την αντεξέταση της παραπονουμένης δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Το Δικαστήριο μετά από αριθμό συστάσεων στον κατηγορούμενο σε σχέση με την συμπεριφορά του, του ζήτησε να σταματήσει να φωνάζει και να απευθύνεται με ευγένεια και λιγότερη ένταση κατά την διάρκεια της αντεξέτασης της παραπονουμένης. Ευρήματα και Κατάληξη Συνεπώς από την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω ότι στις 29/03/20 στην οικία στην οδό Ιφιγένειας στο Παραλίμνι, ο κατηγορούμενος περιέλουσε την πρώην σύζυγο του Patricia Ann Hogarth από την Αγγλία με το περιεχόμενο της κούπας που κρατούσε. Έχοντας εφαρμόζει τις αρχές που έχει καθιερώσει η προαναφερόμενη επί του θέματος νομολογία κρίνω ότι κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 1η κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και κρίνεται ένοχος σε αυτή. (Υπ.) ......... Ε. Ευθυμίου, Ε.Δ. [1]
(1975)3 All E.R. 788 [2]
(1975)3 All E.R. 788 [3]
(1953)36 Cr. App. R. [4]
(1988)3 All E.R. 445 [5]
(2002)1 ΑΑΔ 165, 172 [6]
(1992)1 ΑΑΔ 1056, 1061) [7]
(2004)2 Α.Α.Δ. 612 [8]
(1993)2 Α.Α.Δ. 174 [9]
(1991)2 Α.Α.Δ. 320 [10] 17.-(
- i)Το Δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει στον ενάγοντα σύζυγο οποιοδήποτε ποσό με βάση το άρθρο 14 του παρόντος Νόμου ή να μειώσει το ποσό το οποίο αυτός θα εδικαιούτο με βάση το ίδιο άρθρο, αν αυτός- (α) Έχει καταδικαστεί για φόνο ή ανθρωποκτονία του άλλου συζύγου (β) έχει καταδικαστεί για φόνο ή ανθρωποκτονία τέκνου του άλλου συζύγου (γ) έχει καταδικαστεί για εκ προθέσεως πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης στον άλλο σύζυγο ή σε τέκνο του (δ) εγκατέλειψε χωρίς εύλογη αιτία το σύζυγο ή παρέλειψε να τον συντηρεί (ε) συμπεριφέρθηκε προς τον άλλο σύζυγο ή τα τέκνα του κατά τρόπο ιδιαίτερα σκληρό ή ανήθικο: (
- ii)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την έναντι του ενάγοντα συζύγου συμπεριφορά του άλλου συζύγου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο