ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. A. B., Αρ. Υπόθεσης: 493/18, 12/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2021:B47 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (που συνεδριάζει στο Παραλίμνι) ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Ευθυμίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 493/18 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ -ν- A. B. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 12/10/2021 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Αδάμος Δημοσθένους (για να ακούσει απόφαση η κ.Κουμπαρή) Για τον Κατηγορούμενο: κος Σωτήρης Αργυρού Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Το Δικαστήριο έχει καταλήξει στην καταδικαστική του απόφαση στις 21/9/21 σε ό,τι αφορά τις κατηγορίες 2 και 4 για το πρόσωπο του Κατηγορουμένου («Κ») . Συγκεκριμένα ο Κ έχει καταδικαστεί σε μια κατηγορία (κατηγορία 2) σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά παράβαση του Περί Πρόληψης της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας Νόμου Ν 91(I)/2014 (ο Νόμος). Ο Κ κρίθηκε ένοχος για την σεξουαλική κακοποίηση του ΓΧ (ανήλικου κάτω των 13 ετών με ημερομηνία γεννήσεως [ ].2007) ότι δηλαδή τον κατέστησε μάρτυρα σεξουαλικών πράξεων, με το να αυνανιστεί στην παρουσία του. Περαιτέρω έχει κριθεί ένοχος και στην τέταρτη κατηγορία για διενέργεια άσεμνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 176 του Ποινικού Κώδικα (ΠΚ). Ο Περί Πρόληψης της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας Νόμος, Ν.91(I)/2014 («ο Νόμος») επιφυλάσσει αυστηρότατες ποινές. Συγκεκριμένα το άρθρο 6 του περί Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου του 2014 (Ν.91(Ι)/2014, («ο Νόμος») αυξάνει την ποινή από 10 έτη σε δια βίου φυλάκισης για το αδίκημα της κατηγορίας 2 ένεκα την ηλικίας του θύματος σύμφωνα με το άρθρο 6
(7)[1] του Νόμου. Με βάση δε το άρθρο 176 του ΠΚ, όποιος διενεργεί δημόσια άσεμνη πράξη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων. Τούτων λεχθέντων δεν παραγνωρίζω φυσικά ότι η παρούσα υπόθεση έχει δικαστεί συνοπτικά αλλά αναφέρομαι στο κείμενο του Νόμου αφού έχει πολλάκις τονισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων πρωτίστως διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες από τον Νόμο ποινές. Δανείζομαι τον λόγο της απόφασης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Μυλωνάς, [2] όπου αναφέρθηκε ότι η συνοπτική εκδίκαση, δεν καθιστά τα αδικήματα λιγότερο σοβαρά: «Το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και όχι την ανώτατη ποινή που το ίδιο έχει δικαιοδοσία να επιβάλει (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442). Η ανώτατη ποινή που προβλέπει ο Νόμος συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης με στόχο τον καθορισμό του είδους και της έκτασης της ποινής που θα επιβληθεί (Δημοκρατία ν. Κυριάκου & άλλου
(1990)2 ΑΑΔ 264, Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9.) Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή.». Είναι καλό να λεχθεί , ότι το εν λόγω νομοθετικό πλαίσιο που διέπει την πρόληψη και καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας, με το οποίο έχει αναθεωρηθεί, επί το αυστηρότερον, η ποινολογική μεταχείριση προσώπων που διαπράττουν αδικήματα αυτής της φύσης, είναι, ως διακηρύσσεται στο προοίμιο του ως άνω νόμου, το αποτέλεσμα της εναρμόνισης της νομοθεσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας με τις Οδηγίες και Αποφάσεις Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, που σχετίζονται και στόχο έχουν την εξυπηρέτηση του σκοπού της καλύτερης εφαρμογής του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου, που περιέχεται στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών, για τα Δικαιώματα του Παιδιού. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ειρηναίος Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας [3]: «Ο Νόμος περί Πρόληψης και Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης και της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου του 2014 (Ν.91(Ι)/2014) και ειδικά τα άρθρα 2, 5 και 6
(3)έχουν σκοπό την προστασία των παιδιών από συμπεριφορές σεξουαλικής κακοποίησης που έχουν διαφορετικές βέβαια βαθμίδες. Εκείνο όμως που μένει ως σταθερή παράμετρος είναι το ίδιο το θύμα και η ηλικία του, που το κοινωνικό σύνολο θέλει να προστατεύσει, ως ένα πολύτιμο αγαθό. Γι΄αυτό και ο Νόμος είναι ιδιαίτερα αυστηρός στις προβλεπόμενες ποινές.» Δεν μου διαφεύγει ότι κάθε υπόθεση θα πρέπει να κρίνεται στη βάση των δικών της πραγματικών περιστατικών, ενώ κατά το στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, απαιτείται εξατομίκευση της, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος, σε συνδυασμό με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Διατηρώ βέβαια κατά νου ότι η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής, δε θα πρέπει να εξουδετερώνει την αποτρεπτικότητα της ή να καθιστά αναποτελεσματική την εφαρμογή του Νόμου [4]. Στα πλαίσια του ικανού μετριασμού του ο κ. Αργυρού έχει επικεντρωθεί σε 3 ζητήματα. Το πρώτο αφορά τον διαρρεύσαντα χρόνο, το δεύτερο τις προσωπικές περιστάσεις του Κ και το τρίτο το ζήτημα της αναστολής ενδεχόμενης ποινής φυλάκισης. Θα ξεκινήσω από το ζήτημα της καθυστέρησης το οποίο έχει θίξει ο κ. Αργυρού. Η ύπαρξη της καθυστέρησης δεν μπορεί να αποτέλεσει λόγο για την μη επιβολή της ορθής ποινής στον Κ για την αξιόμεμπτη τους συμπεριφορά. Επί παραδείγματι το Εφετείο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα [5] αντικατέστησε ποινή προστίμου που επέβαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο σε ποινή φυλάκισης παρά την καθυστέρηση ετών μέχρι την διαπίστωση της ποινικής ευθύνης των κατηγορούμενων με το εξής σκεπτικό. «Τονίστηκε ακόμη εμφαντικά πως διέρρευσε μεγάλο χρονικό διάστημα από την τέλεση του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής το Μάρτιο του
- Για τις επιπτώσεις της καθυστέρησης στο θέμα αυτό επικαλέστηκε την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Τσιολη[6]. Η νομολογία έχει επικροτήσει, ομολογουμένως, την αρχή ότι σε περίπτωση καθυστέρησης η φυλάκιση πρέπει να αποφεύγεται εκτός αν αυτό είναι αναπόφευκτο.» Έχοντας ανατρέξει στο φάκελο της υπόθεσης παρατηρώ ότι από την ημερομηνία τέλεσης των αδικημάτων το Δικαστήριο καλείται μετά την πάροδο 4 και πλέον ετών να επιβάλει ποινή. Το περιεχόμενο του φακέλου αποκαλύπτει ότι η Κατηγορούσα Αρχή δήλωνε ετοιμότητα από την πρώτη εμφάνιση για την εκδίκαση της υπόθεσης. Η καθυστέρηση στη εκδίκαση της υπόθεσης ήταν αποτέλεσμα των συνεχόμενων αιτημάτων αναβολής της Υπεράσπισης, με εξαίρεση 2 αναβολές που δόθηκαν στο χρονικό διάστημα που το Δικαστήριο τελούσε σε καθεστώς καραντίνας. Σ΄ αυτά τα αιτήματα δεν υπήρχε ένσταση από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής πάντοτε τονίζοντας για σύντομη εκδίκαση της υπόθεσης. Όταν εν τέλει ξεκίνησε η Ακρόαση της υπόθεσης πήρε 11 μήνες για να ολοκληρωθεί και πάλι τα αιτήματα για αναβολή προέρχονταν από την Υπεράσπιση με εξαίρεση 2 αναβολών που δόθηκαν κατά την περίοδο της υποχρεωτικής επιβολής της καραντίνας που μεσολάβησαν λόγω της κατάστασης που επικρατούσε ένεκα της πανδημίας κορωνοϊού. Δεν θεωρώ ότι ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από τη διάπραξη των αδικημάτων, με τον τρόπο που έχει διαρρεύσει, μπορεί να προσμετρήσει στο βαθμό που ο κ. Αργυρού έχει αναφέρει υπέρ του Κ. Παρόλο τούτο αναγνωρίζω την καθυστέρηση στην διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του Κ ως μετριαστικό παράγοντα που θα προσμετρήσει υπέρ του Κ στον βαθμό που επιτρέπεται έχοντας υπ'όψη τα πιο πάνω. Σε ότι αφορά τις προσωπικές του περιστάσεις ο κ Αργυρού αναφέρθηκε στο ρόλο του Κ ως προστάτη της οικογενείας του, τόσο της άμεσης (παιδιών του) όσο και της διευρυμένης με ιδιαίτερη έμφαση στον αδελφό του, ο οποίος υπέστηκε πρόσφατα εγκεφαλικό και τελεί υπό την φροντίδα του Κ. Πέραν τούτων εστιάστηκε και στην μεγάλη εξωδικαστηριακή τιμωρία που αναμένει ο Κ , αφού δρομολογείται με ακρίβεια την απόλυση του και από τις τάξεις της Αστυνομίας τις οποίες υπηρετεί. Όλα αυτά τα στοιχεία, όπως και η κατάσταση της υγείας του αδερφού του για την οποία έχουν παρουσιαστεί σήμερα τα ιατρικά πιστοποιητικά, λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια της εξατομίκευσης της ποινής για τον Κ όπως επίσης και η αναπόφευκτη ανατροπή στην συνοχή του άμεσου και διευρυμένου οικογενειακού περιβάλλοντος του Κ ενόψει της καταδίκης του στην παρούσα υπόθεση. Λαμβάνω υπόψη μου περαιτέρω ότι είναι ο προστάτης και κηδεμόνας των παιδιών του, ακόμα και την αναφορά του κ. Αργυρού ότι τα παιδιά του δεν έχουν μέχρι σήμερα αντίληψη για την ύπαρξη αυτής της υπόθεσης. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό ότι τα δεδομένα του έχουν αλλάξει άρδην, θεωρώ ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τρίτα συγγενικά πρόσωπα δεν μπορούν να συνδράμουν προς επίρρωση αυτού του επιχειρήματος του κ. Αργυρού. Παρά ταύτα θα λάβω υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του Κ σε συνδυασμό με την ηλικία του που αυξάνει την βαρύτητα της ύπαρξης ακηλίδωτου μητρώου. Φυσικά πρέπει να τονίσω ότι η ηλικία του και η θέση του στην κοινωνία μπορούν ως συνδυασμός να προσμετρήσουν εξίσου επιβαρυντικά εναντίον του Κ. Το γεγονός ότι υπέπεσε στις έκνομες ενέργειες για τις οποίες έχει κριθεί ένοχος , ο Κ , όντας ένας άνδρας ώριμης ηλικίας που υπηρετούσε τον ουσιώδη χρόνο στις τάξεις της Αστυνομίας, δημιουργεί κατά την άποψή μου ικανό επιβαρυντικό παράγοντα. Σε ότι αφορά το ζήτημα της εξωδικαστηριακής τιμωρίας που ο συνήγορος Υπεράσπισης επικαλείται, αυτή δηλαδή της σοβαρής πιθανότητάς της απώλειας της θέσης εργασίας του, ως άμεση ζημιογόνο συνέπεια παρατηρώ ότι τέτοιο επιχείρημα βρίσκει έρεισμα στην Νομολογία ως μετριαστικός παράγων. Στην, Λοϊζου Πετρίδη ν. Αστυνομίας[7], το Ανώτατο Δικαστήριο διατύπωσε την άποψη ότι : «το στοιχείο της εξωδικαστηριακής τιμωρίας ως παράγοντα μετριασμού της ποινής, εγείρεται στις περιπτώσεις όπου αυτή καθ΄ εαυτή η διάπραξη ενός αδικήματος επιφέρει, άνευ ετέρου, στο δράστη άμεσες και σοβαρές ζημιογόνες συνέπειες.». Στην παρούσα υπόθεση, αναγνωρίζω ότι αποτελεί ορατή βεβαιότητα ο Κ να απωλέσει την εργασία του. Ωστόσο, μου φαίνεται πως το γεγονός ότι ο Κ κινδυνέυει να χάσει τη δουλειά του είναι αντιφατικό να προβάλλεται ως μετριαστικός παράγοντας τη στιγμή που ο ίδιος δεν σεβάστηκε τη θέση που του εμπιστεύτηκε η Πολιτεία[8]. Αντλώ επί του θέματος καθοδήγηση από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ιωάννου ν. Αστυνομίας [9] στην οποία επίσης ο ορατός κίνδυνος απώλειας της θέσης εργασίας δεν στάθηκε εμπόδιο στην επιβολή ποινής φυλάκισης. Είναι η κατάληξη μου ότι η όποια απόφαση εν σχέση με την απώλεια της εργασίας του Κ δεν δύναται να έχει ως υπόβαθρο το είδος της επιβληθείσας ποινής αλλά το γεγονός της καταδίκης του. Το θέμα εξετάστηκε και στην πρόσφατη, Κάρλος Ντεκερμετζιάν ν. Δημοκρατίας[10], όπου όχι μόνον επικυρώθηκε η ποινή φυλάκισης αλλά και η απόφαση για μη αναστολή της σε σχέση με τον Εφεσείοντα που, ως η εισήγηση του συνηγόρου του, είχε υπηρετήσει στο δημόσιο προδιαγράφοντας μια άψογη αστυνομική διαδρομή αμέσως πριν το «μεμονωμένο» επίμαχο επεισόδιο και επιχειρηματολόγησε ότι κινδύνευε να απωλέσει την εργασία του αν του επιβαλλόταν άμεση ποινή φυλάκισης. Έλαβε υπόψη του το Εφετείο ότι δεν είχε τεθεί ενώπιον του «τέτοιο νομοθετικό πλαίσιο ως προς το ότι η αναστολή ποινής φυλάκισης θα οδηγούσε άνευ ετέρου στη μη απώλεια της εργασίας του». Κατ' ουσίαν, αναγνωρίστηκε και σε εκείνην την υπόθεση ότι ο κίνδυνος απώλειας της εργασίας συσχετιζόταν με την ίδια την καταδίκη και όχι με το είδος της ποινής ή της αμεσότητας εκτέλεσής της. Ως εκ τούτων το ζήτημα της εξωδικαστηριακής τιμωρίας ολίγη σημασία δύναται να έχει. Συνοψίζοντας, στις προσωπικές συνθήκες του Κ αποδίδω την ανάλογη βαρύτητα έχοντας κατά νου και τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Γιαννάκη Δημητρίου Ιωάννου ν. Αστυνομίας [11], όπου αποφασίστηκε ότι «... οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου και τα ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Σε σοβαρά όμως αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι παράγοντες αυτοί είναι ήσσονος σημασίας. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας.[12] Η νομολογία επί των θεμάτων αυτών δεν είναι ιδιαιτέρως πλούσια, κυρίως λόγω του γεγονότος ότι ο νόμος είναι σχετικά πρόσφατος. Η μεγαλύτερη μερίδα της νομολογίας εν σχέση με παραβάσεις του Νόμου σχετικά με αδικήματα κατοχής ή πρόσβασης σε υλικό παιδικής πορνογραφίας ενώ από μελέτη μου εντοπίστηκαν και υποθέσεις αφορούσες παραβάσεις του Νόμου κυρίως για σοβαρότερα αδικήματα σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων από αυτά για τα οποία έχει κριθεί ένοχος ο Κ. Ως εκ τούτου δεν υπάρχει καθοδήγηση από το Εφετείο εν σχέση με τις ποινές που επιβάλλονται σε υποθέσεις όπως η παρούσα. Για τις κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με την προσέγγιση και την μεταχείριση προσώπων που διαπράττουν αδικήματα κατά παράβαση της πιο πάνω Νομοθεσίας, έχω ανατρέξει στο σύγγραμμα Sexual Offences Law and Practice [13], που αφορά σε αδικήματα που στρέφονται εναντίον παιδιών, δυνάμει κυρίως του Αγγλικού Νόμου, Τhe Children Act 1960 και
- [14] Αντλώ δε καθοδήγηση από τα Sentencing Guidance Rules όπως αυτά εφαρμόζονται στην Αγγλία τα οποία δεν παραγνωρίζω ότι προβλέπουν χαμηλότερες ποινές φυλάκισης από τον Νόμο γι΄ αυτής της φύσης τα αδικήματα. Πέραν τούτων θα πρέπει εδώ να λεχθεί ότι δυστυχώς τα τελευταία χρόνια σεξουαλικής φύσεως αδικήματα με θύματα νεαρά πρόσωπα ή παιδιά, και όχι μόνο, προσλαμβάνουν ανησυχητικές διαστάσεις και σε τέτοια περίπτωση το στοιχείο της αποτροπής υπερτερεί έντονα. Να σημειώσω πως εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού για εκδίκαση ή έχουν εκδικαστεί αρκετές υποθέσεις που αφορούν σεξουαλικά αδικήματα, κατά παράβαση του Νόμου, γεγονός που δικαιολογεί την επιβολή αυστηρής ποινής.[15] Η ανάγκη προστασίας των νεαρών αυτών θυμάτων από επίδοξους παραβάτες και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών τονίσθηκε πρόσφατα και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ν.Ν.[16] στην οποία η πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή των 18 μηνών φυλάκισης αυξήθηκε σε τρία χρόνια. Στην απόφαση αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής: «Σε πρόσφατες αποφάσεις τονίσαμε την ανάγκη όπως οι ποινές σε τέτοιας φύσεως αδικήματα τα οποία στρέφονται εναντίον παιδιών πρέπει να είναι αυστηρές, εφόσον το προστατευόμενο αγαθό είναι ακριβώς τα παιδιά και όσο μικρότερη είναι η ηλικία αυτών, τόσο πιο έντονη είναι η ανάγκη να προστατευθούν, γι' αυτό και η διαβάθμιση που προκύπτει από τον ίδιο το νόμο είναι ότι όταν το παιδί - θύμα είναι κάτω των 13 ετών η προνοούμενη ποινή είναι αυτή της ισόβιας φυλάκισης. Αυτό συναρτάται και με την αντίστοιχη αδυναμία του θύματος να προστατευθεί από σεξουαλικές ορέξεις ατόμων ειδικά του φιλικού-οικογενειακού περιβάλλοντος του και την εγγενή δυσκολία έκφρασης παραπόνου ως προς το ανάλογο βίωμα μιας τέτοιας τραυματικής εμπειρίας...........................................Επιβαλλόταν η ποινή του πρωτόδικου Δικαστηρίου, χωρίς να αγνοεί τις περιστάσεις του εφεσίβλητου, να αντανακλά ακριβώς την ανάγκη προστασίας ανηλίκων θυμάτων από επίδοξους παραβάτες, με δεδομένη μάλιστα την ανησυχητική αύξηση διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, όπως μπορούμε να διαγνώσουμε από τις ενώπιον μας υποθέσεις. Είναι σε γνώση μας η παλαιότερη νομολογία, η οποία κατά τον κ.Β.Β. καθιστά την ποινή που επέβαλε το Κακουργιοδικείο αυστηρή, αλλά όχι έκδηλα ανεπαρκή. Θα πρέπει όμως να επισημάνουμε ότι ακριβώς η αύξηση της εκ του Νόμου προνοούμενης ανώτατης ποινής αλλά και η ανησυχητική αύξηση τέτοιων αδικημάτων θέτουν διαφορετικό πλαίσιο από αυτό της παλαιότερης νομολογίας...» Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα δεδομένα που αφορούν στην παρούσα υπόθεση και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπ' όψην την σοβαρότητα του αδικήματος της 2ης κατηγορίας, ως αυτή διαφαίνεται από τις συνθήκες διάπραξης του, κρίνω ότι προέχει το στοιχείο της αποτροπής και ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι η ποινή φυλάκισης. Οιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε κατά την κρίση μου τους σκοπούς του νόμου και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Συνακόλουθα επιβάλλεται στον Κ Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 ετών και Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 1 έτους. Οι ποινές να συντρέχουν. Ο κ. Αργυρού έχει εστιάσει το μεγαλύτερο μέρος της αγόρευσής του στην αναστολή ποινής φυλάκισης. Εισηγείται υπό τις περιστάσεις και με γνώμονα το πλαίσιο των συνθηκών του Κ το Δικαστήριο μπορεί και έχει τη διακριτική ευχέρεια να διατάξει αυτή την αναστολή. Το Δικαστήριο διατάσσει αναστολή εκτέλεσης ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κ. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται σαν μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Τα δύο θέματα είναι ξεχωριστά. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και αποφασίζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της. Το Δικαστήριο, αποφασίζοντας ως προς το κατά πόσον ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής, θεωρεί εκ νέου τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου και αποδίδει «διπλή βαρύτητα» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του για την αναστολή ή όχι της ποινής.[17] Τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εξετάζοντας το ενδεχόμενο αναστολής της ποινής φυλάκισης δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής.[18] Βασικό είναι πάντοτε το ερώτημα κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή πρέπει οι παράγοντες αυτοί να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί να δοθεί στον κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία, και «κατά την εξέταση του ζητήματος σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής».[19] Οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κ, καθώς και το λευκό του ποινικό μητρώο αποτελούν μετριαστικούς παράγοντες οι οποίοι σε συνδυασμό με τους λοιπούς ελαφρυντικούς παράγοντες, ήδη λήφθηκαν υπόψη και προσμέτρησαν δεόντως στην απόφαση για το ύψος της ποινής και συνεπώς κρίνω ότι δεν μεταβάλλουν τα δεδομένα της υπόθεσης στα πλαίσια εξέτασης θέματος αναστολής. Όσον αφορά τις όποιες συνέπειες στις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες τoυ Κ, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι είναι τέτοιες που να δικαιολογούν την εισήγηση του συνηγόρου του.Τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί, δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της ποινής, θα παραγνώριζε τη σοβαρότητα που ο νομοθέτης έχει θέσει σ΄ αυτά τα αδικήματα θα έστελνε το μήνυμα ότι τέτοιες πράξεις θα μπορούσαν να είναι ανεκτές. Ως εκ τούτου οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης είναι άμεσες και απομειώνονται για όσο χρόνο ο Κ τελούσε υπό κράτηση, ήτοι από τις 21/9/
- (Υπ) ................................... Ε.Ευθυμίου Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1]
(1)Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 12, όποιος προκαλεί ώστε παιδί το οποίο δεν έχει φτάσει στην ηλικία συναίνεσης, γίνει μάρτυρας σεξουαλικών πράξεων ή απεικόνισης σεξουαλικών πράξεων, ακόμα και αν το εν λόγω παιδί δεν συμμετέχει σε αυτές, είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δέκα
(10)έτη.
(2)Όποιος προκαλεί ώστε παιδί το οποίο δεν έχει φτάσει στην ηλικία συναίνεσης γίνει μάρτυρας σεξουαλικής κακοποίησης ή απεικόνισης σεξουαλικής κακοποίησης, ακόμα και αν το εν λόγω παιδί δεν συμμετέχει σε αυτή, είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δεκαπέντε
(15)έτη.
(7)Όποιος διαπράττει οποιοδήποτε από τα αδικήματα του παρόντος άρθρου και το θύμα είναι παιδί το οποίο, κατά την διάπραξη του αδικήματος, ήταν ηλικίας κάτω των δεκατριών
(13)ετών υπόκειται σε ποινή φυλάκισης διά βίου. [2] Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, ημερ.14/12/2018, [3] Ποιν.Εφ. 59/2016 ημερ. 23/3/2017 [4] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 285 και Σιάμπη ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 100 [5]
(1999)2 ΑΑΔ 638 [6]
(1991)2 ΑΑΔ 194 [7] Ποινική Έφεση Αρ. 194/15 ημερ. 27/1/2016 [8] Ποινική Έφεση Αρ. 40/2015, Ευτύχιου Μαληκκίδη ν Δημοκρατίας ημερ. 25.11.2016, [9]
(2010)2 ΑΑΔ 243 [10] Ποινική Έφεση Αρ. 86/16 ημερ. 20/12/2016 [11]
(2001)2 Α.Α.Δ. 382 [12] Alarsan v. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 11, Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 430 [13] 4η Έκδοση, 2010 [14] Archbold 2009, Κεφ.20 "Sexual Offences". [15] Λουκά Μιχαήλ ν. Αστυνομίας 1999) 2 Α.Α.Δ. 577 και Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551 [16] Ποινική Έφεση 69/2017, ημερομ. 5/12/2017 [17] Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930. [18] Παπαπαντελή ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 11/16, ημερ. 17.10.16, Θεόδωρος Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449, Κωνσταντίνου Γεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 27/16, ημερ. 19.7.16, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583. [19] Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο