ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. ΞΕΝΙΟΣ ΚΑΣΑΠΗ, Αρ. Υπόθεσης: 3029/19, 30/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:B6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (που συνεδριάζει στο Παραλίμνι) ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Ευθυμίου, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 3029/19 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ -ν- ΞΕΝΙΟΣ ΚΑΣΑΠΗ Ημερομηνία: 30/11/2021 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Π.Πίτσιλλου Για τον Κατηγορούμενο: κος Σ.Μάτσας Ο κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Σκιαγράφηση της υπόθεσης και η προσκομισθείσα μαρτυρία Στον κατηγορούμενο ("K") καταλογίζονται αδικήματα κατά παράβαση του Ποινικού Κώδικα («ΠΚ») και συγκεκριμένα αδίκημα απειλής[1] (1η κατηγορία), αδίκημα δημόσιας εξύβρισης[2] (3η κατηγορία) και αδίκημα κοινής επίθεσης[3] (5η κατηγορία). Συγκεκριμένα, καταλογίζεται στον Κ ότι στις 19/07/19 στο καφενείο «Νικότσας» στο Παραλίμνι της επαρχίας Αμμοχώστου, προκάλεσε τρόμο στον Αλέξανδρο Σταύρου απειλώντας τον ότι θα του κάνει κακό λέγοντάς του «I will put three bullets to your head, i will shoot you, i will beat you, you are going to die» ενώ περαιτέρω καταλογίζεται στον κατηγορούμενο ότι εξύβρισε τον Αλέξανδρο Σταύρου με τη φράση «I' m going to fuck you» και τέλος ότι παρανόμως επιτέθηκε στον Αλέξανδρο Σταύρου κατά παράβαση του Άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα. Από τα αδικήματα των κατηγοριών 2 και 4 που αφορούσαν ανησυχία[4] και συμπεριφορά διασαλεύουσα την ειρήνη[5] ο Κ απαλλάχτηκε από το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Η υπόθεση προχώρησε σε Ακρόαση και η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες. Αφού κλήθηκε σε απολογία ο Κ επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας, ο παραπονούμενος Αλέξανδρος Σταύρου ανέφερε ότι υπηρετεί στη Μητροπολιτική Αστυνομία του Λονδίνου. Ως εξήγησε ο μάρτυρας, βρισκόταν στην Κύπρο με παρατεταμένη άδεια ανάπαυσης όταν έγινε το επίμαχο περιστατικό. Εξήγησε ότι ο Κ είναι ο δεύτερος άνδρας της ανιψιάς του (θυγατέρας της αδελφής του), τον οποίο είχε γνωρίσει προ πολλών ετών. Κατά την γνωριμία τους του είχε αναφερθεί από την αδελφή του ότι ο Κ είχε φυλακιστεί για αδικήματα κλοπών και επιθυμούσε να αλλάξει την πορεία της ζωής του αρχίζοντας τη δική του επιχείρηση. Εξήγησε ο μάρτυρας, ότι επειδή τον λυπήθηκε, αποφάσισε να του δανείσει €2.000 για να τον βοηθήσει με συγκεκριμένη συμφωνία για το πότε θα του επιστρέφονταν. Μετά την αποκοπή κάθε επικοινωνίας μαζί του από την οικογένεια της αδελφής του αλλά και τον Κ, άρχισε δικαστικές διαδικασίες για την ανάκτηση του χρέους του. Λίγο καιρό αργότερα, ως ο μάρτυς ανέφερε, ξεκίνησε να παίρνει απειλητικά μηνύματα στο κινητό του με αριθμό Αγγλίας από έναν κυπριακό αριθμό τηλεφώνου κάτι το οποίο κατάγγειλε στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου ο οποίος και το διερεύνησε ανακαλύπτοντας ότι πίσω από τις αποστολές αυτών των μηνυμάτων ήταν η αδελφή του. Με τη δική του σύμφωνη γνώμη, η Αστυνομία περιορίστηκε σε μια αυστηρή σύσταση, προειδοποίηση δηλαδή στην αδελφή του να σταματήσει αυτές τις ενέργειες. Χρόνια αργότερα, στις 19 Ιουλίου 2019, μετέβηκε στο καφενείο «Νικότσας». Όταν κάθισε στο τραπέζι, τον προσέγγισε ένας άνδρας και τον ρώτησε το όνομά του και όταν ο μάρτυρας ζήτησε διευκρινίσεις γιατί επιθυμούσε να το γνωρίζει, το άτομο ύψωσε τον τόνο της φωνής του και του ζητούσε επίμονα να του αναφέρει το όνομά του. Αφού του ανέφερε ποιος ήταν, περιορισμένος μόνο στο μικρό του όνομα, ο άνδρας απομακρύνθηκε από το τραπέζι του και πήγε σε ένα άλλο τραπέζι όπου ανέφερε στους εκεί καθήμενους ότι όντως επρόκειτο για τον Αλέξανδρο. Ήταν εκείνην τη στιγμή που σύμφωνα με τον μάρτυρα άρχισε να φοβάται για την ασφάλειά του. Σχεδόν ταυτόχρονα, ένας άλλος άνδρας τον πλησίασε και άρχισε να του φωνάζει. Με την πάροδο λίγων δευτερολέπτων, ο μάρτυρας ανέφερε ότι αναγνώρισε αυτόν τον άνδρα ως τον Κ. Άρχισε να του φωνάζει λέγοντάς του ότι «I' m going to fuck you up» και ακολούθως με το χέρι του χρησιμοποιώντας το πρώτο μεσαίο δάκτυλο και τον αντίχειρά του σχημάτισε το ομοίωμα ενός πιστολιού και τοποθετώντας τον στον κρόταφο είπε στον ΜΚ1 ότι θα του βάλει τρεις σφαίρες στο κεφάλι. Ήταν η θέση του ότι σήκωσε το χέρι του προς υπεράσπιση του εαυτού του και εκείνος τότε άρχισε να του κτυπά στο μπράτσο. Ακολούθως, ήταν η θέση του μάρτυρα, ότι ο ίδιος του ανέφερε «I will beat you, i will shoot you, i will fuck you up, your going to die. These are the last days of your life». Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι οι απειλές συνεχίστηκαν για 3‑ 4 λεπτά και εκείνος φοβήθηκε γιατί ήξερε για το βίαιο παρελθόν του Κ και περαιτέρω γνώριζε ότι δεν ήταν μόνος του αλλά συνοδευόταν από παρέα. Ο μάρτυρας δεν επιθυμούσε να εμπλακεί μαζί του και αρνήθηκε να συμμετέχει σε όλη αυτήν τη συζήτηση και ως εκ τούτου ο Κ εντέλει, αφού ον χτύπησε στο χέρι, έφυγε. Ήταν η θέση του ΜΚ1 ότι αμέσως μετά το περιστατικό, πήγε στο σπίτι του που ήταν δίπλα από το καφενείο και τηλεφώνησε στην Αστυνομία αναφέροντας παραλληλα ότι υπήρχε στον χώρο Κλειστό Κύκλωμα Βιντεοπαρακολούθησης και ότι όλο το περιστατικό έγινε στην παρουσία αρκετών θαμώνων. Κατά την αντεξέταση του υποβλήθηκαν διάφορα ζητήματα. Του υποβλήθηκε αρχικά ότι το περιστατικό της επικαλούμενης απειλής αφορά στην ουσία μια παρεξήγηση αφού όταν τον προσέγγισε ο Κ στο καφενείο, σχημάτισε ένα πιστόλι με τα δάκτυλά του στο κεφάλι του ιδίου (του Κ) και του ανέφερε «Άλλα συμφωνήσαμε και άλλα έκανες. Μας έβαλες το πιστόλι στον κρόταφο», θέση την οποία ο μάρτυρας την απέρριψε χωρίς δισταγμό. Σε ότι αφορά τις υπόλοιπες αναφορές του ΜΚ1 η αντεξέταση έθεσε θέσεις περί εκδικητικής πρόθεσης από πλευράς του παραπονούμενου ορμώμενη κυρίως από την χρηματική διαφορά που προέκυψε μεταξύ του ιδίου και του Κ. Περαιτέρω η Υπεράσπιση έθεσε ζήτημα γλωσσικού εμποδίου θέτοντας ότι ο μάρτυρας δεν μπορεί να εκφραστεί στην Ελληνική γλώσσα. Ο μάρτυρας επανέλαβε τις αναφορές του και εξηγησε ότι το όλο επεισόδειο εξελίκτηκε στην Κυπριακή Διαλεκτο, απλά ο ίδιος είχε δώσει καταθεση στην Αγγλική μεταφραζοντας τι του ελέχθει. Ανέφερε δε αυτούσια στην Κυπριακή Διάλεκτο τα όσα ο Κ του είπς. Ήταν η θέση του ότι δέχθηκε άμεσα και απροκάλυπτα απειλές με τις φράσεις «Εννα σε λύσω , τρεις σφαίρες μες την κκελλε τζαι σκόλασες, είσαι σκολασμένος, εννα σε ποσπάσω, εννα σε παιξω γαμώτο, εν οι τελευταίες μέρες σου». ΜΚ2, ο Αστυφύλακας 920 Αιμίλιος Ανδρέου ο οποίος ανέλαβε και τη διερεύνηση της υπόθεσης. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι έλαβε την κατάθεση και κατηγόρησε γραπτώς τον Κ ο οποίος απάντησε ότι δεν παραδέχεται στις κατηγορίες που του προσήφθησαν. Εξήγησε δε ότι η Αστυνομία αν και ενδιαφέρθηκε να εξασφαλίσει μαρτυρία από θαμώνες, ήταν εξαιρετικά δύσκολο αφού δεν μετέβηκαν αμέσως στον χώρο ενώ ο ίδιος ο παραπονούμενος δεν μπορούσε να κατονομάσει μάρτυρες. Ο ΜΚ2 ανέφερε παράλληλα ότι δεν αναζητήθηκε ο ιδιοκτήτης της μπυραρίας (σε συγκεκριμένη υποβολή της αντεξέτασης) παρά μόνο επιβεβαιώθηκε ότι δεν υπήρχε εγκατεστημένο ΚΚΒΠ εντός του χώρου αν και υπήρχαν ορατές κάμερες. Η ανώμοτη δήλωση του Κ που έγινε υπό τη μορφή ερωτοαπαντήσεων. Αρχικα αναφέρθηκε στο ζήτημα του δανεισμού των €2.000 στο οποίο είχε αναφερθεί ο παραπονούμενος αλλά και ζητήματα που αφορούσαν τον τρόπο αποπληρωμής αυτού του ποσού. Ήταν η θέση του Κ ότι ο παραπονούμενος έγινε πολύ πιεστικός στις απαιτήσεις του για καταβολή αυτού του ποσού και δεν υπήρχε ενέργεια στην οποία δεν προέβηκε ούτως ώστε να εισπράξει πλήρως τα οφειλόμενα σ' αυτόν. Σε ό,τι αφορά το επίμαχο περιστατικό, ο Κ αποδέχεται στα πλαίσια της ανώμοτης του δήλωσης, ότι όταν εντόπισε τον ΜΚ1 να κάθεται στο καφενείο, τον πλησίασε και αφού Κ με τα δάκτυλά του ένα όπλο, το έβαλε στον δικό του κρόταφο λέγοντας του ότι τον πίεσε αχρείαστα για να του καταβάλει αυτό το ποσό αναφέροντάς του ότι του είχε βάλει το πιστόλι στον κρόταφο. Εν σχέση με τις αναφορές περί εξύβρισης και επίθεσης προς το πρόσωπο του παραπονούμενου ο Κ δεν ανέφερε οτιδήποτε. Αξιολόγηση Εξέτασα την μαρτυρία των μαρτύρων με ιδιαίτερη προσοχή. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκα στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την αντιπαρέβαλα και την εξέτασα στα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας.[6] Δεν είναι κάθε αντίφαση που οδηγεί στην απόρριψη μαρτυρίας.[7] Για να κριθεί μια μαρτυρία ως αναξιόπιστη οι αντιφάσεις πρεπει να είναι ουσιαστικής μορφής και να δημιουργούν ρήγματα στην υπόθεση.[8] Οι αντιφάσεις θα πρέπει να είναι ουσιώδεις δηλ. τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν την μαρτυρία σε βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη και άδικη η αποδοχή της από το Δικαστήριο.[9] Αντιφάσεις σε λεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μία μαρτυρία, η οποία κατά τα άλλα είναι πειστική. Αντίθετα τέτοιες αντιφάσεις δείχνουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τί θα κατέθεταν. [10]Οι αντιφάσεις θα πρέπει δε να αξιολογούνται μέσα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας.[11] Η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή Χωρίς δισταγμό, είναι η κατάληξή μου ότι ο παραπονούμενος είναι μάρτυρας της αλήθειας. Δεν υπάρχει κανένα λογικό έρεισμα στην αποδοχή της εισήγησης της Υπεράσπισης ότι το επεισόδιο κατασκευάστηκε από τον παραπονούμενο για εκδικητικούς λόγους βασισμένο σε μια «παρεξηγημένη κίνηση» από πλευράς του Κ. Ουδεμία διαπίστωση περί εμπάθειας από πλευράς του παραπονούμενου στο πρόσωπο του Κ δεν προκύπτει από την ενώπιο μου μαρτυρία. Η οικονομική διαφορά που είχε προκύψει μεταξύ των προ πενταετίας και εν τω μεταξύ είχε επιλυθεί με την αποπληρωμή του χρέους δεν μπορεί να αποτελέσει το υπόβαθρό για την στήριξη αυτού του ισχυρισμού. Ο παραπονούμενος παρά την έντονη αντίδραση του σε ότι αφορούσε το χρέος δεν έδρασε κατά την κρίση μου κακόπιστα έχοντας απαίτηση να του επιστραφεί το ποσό που είχε δανείσει. Μάλιστα ενώ του δόθηκε η ευχέρεια για άσκηση πίεσης προς την αδελφή του ένεκα των απειλητικών μηνυμάτων που έλαβε ενώ η διαδικασία ανάκτησης του χρέους βρισκόταν σε εξέλιξη, ο μάρτυρας επέλεξε να χειριστεί το ζήτημα με ήπιο τρόπο, δηλαδή με μια αυστηρή σύσταση προς την αδελφή του για την λήξη του θέματος. Εάν ήταν άτομο καθοδηγούμενο από εκδικητική διάθεση δεν θα αντιδρούσε κατά την κρίση μου με αυτό τον τρόπο και θα επέμενε για την δίωξη της αδελφής του. Ομοίως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η εισήγηση της Υπεράσπισης ότι ο Κ δεν αντιλαμβάνεται επαρκώς την Ελληνική γλώσσα. Ως ο ίδιος ανέφερε τα Ελληνικά είναι η μητρική του γλώσσα, αλλά προτίμησε να δώσει κατάθεση στην Αγγλική τόσο στην Αστυνομία όσο και στο Δικαστήριο αφού ήταν πιο άνετος να εκφραστεί στην Αγγλική στα πλαίσια μιας επίσημης διαδικασίας. Στα πλαίσια δε της αντεξέτασης εκφράστηκε στην Κυπριακή διάλεκτο χωρίς κανένα πρόβλημα ενώ αντιλαμβανόταν πλήρως όλες τις ερωτήσεις της αντεξέτασης και προχωρούσε συχνά σε απάντηση χωρίς να του έχουν μεταφραστεί. Συνεπώς διαπίστωσα ότι ο Κ αντιλαμβανόταν πλήρως την Ελληνική γλώσσα και τα όσα η Υπεράσπιση έχει θέσει επι τούτου, τόσο κατά το στάδιο της αντεξέτασης του μάρτυρα όσα και κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Πέραν τούτου το γεγονός ότι ο παραπονούμενος επικαλέστηκε από την πρώτη στιγμή στην Αστυνομία ότι υπήρχε ΚΚΒΠ αφού είχε εντοπίσει ορατές κάμερες (που ο ΜΚ2 βεβαίωσε ότι υπήρχαν αλλά δεν κατέγραφαν), υποδηλώνει κατά την κρίση μου ότι ως έμπειρος Αστυνομικός που ήταν δεν θα προχωρούσε στην καταγγελία ενός ανυπόστατου περιστατικού (αφού το ΚΚΒΠ θα τον διέψευδε) και επί σκοπού να το επικαλείται στην Αστυνομία την ύπαρξη του ΚΚΒΠ. Περαιτέρω εάν ήταν κατασκευασμένο το όλο περιστατικό δεν θα τοποθετείτο κατά την κρίση μου σε δημόσιο μέρος με πληθώρα μαρτύρων οι οποίοι θα μπορούσαν να διαψεύσουν τον ΜΚ1 επί των αναφορών του. Σε ότι αφορά την άποψη που ο ίδιος είχε για τον Κ, ότι δηλαδή ήταν άτομο με εγκληματικό παρελθόν, αυτή η θέση του δεν κλονίστηκε από την παρουσίαση πιστοποιητικού Λευκού Ποινικού Μητρώου του Κ αφού δεν ήταν γεγονός που ο ίδιος ο παραπονούμενος είχε διερευνήσει υπό την αστυνομική του ιδιότητα (εδώ να πω ότι ως Αστυνομικός της Μητροπολιτικής Αστυνομίας ουδεμία δικαιοδοσία είχε στην Κυπριακή Δημοκρατία περί διερεύνησης τούτου με επίσημο τρόπο) αλλά αποτελούσε αντίληψη του ιδίου από αναφορές του ιδίου του Κ και της οικογένειας της αδελφής του τις οποίες θεώρησε ακριβείς και ένεκα των οποίων προχώρησε και στην χρηματοδότηση του Κ. Ο ΜΚ2 δεν χρήζει ιδιαίτερης αξιολόγησης. Οι ενέργειές του επί της ουσίας δεν αμφισβητούνται. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι ενώ η Υπεράσπιση στάθηκε σε όλες τις παραμέτρους της διερεύνησης του περιστατικού από την Αστυνομία, τόσο σε σχέση με τους θαμώνες όσο και σε σχέση με το ΚΚΒΠ υποβάλλοντας στον ΜΚ2 πλημμελή έρευνα σε κανένα στάδιο δεν αναζητήθηκε από τον μάρτυρα κατά πόσο είχε διερευνήσει εάν όντως ο ισχυρισμός του παραπονούμενου εν σχέση με το εγκληματικό παρελθόν του Κ ευσταθούσε. Από την μαρτυρία του κρατώ ότι όταν κατηγόρησε γραπτώς τον Κ, ο τελευταίος απάντησε «Δεν παραδέχομαι». Η ανώμοτη δήλωση του Κ Το εφετείο της χώρας στην σχετικά πρόσφατη απόφαση στην Α.Δ.-ν-Δημοκρατίας[12] προβαίνει σε μια ενδιαφέρουσα νομική συζήτηση (την οποία σχολιάζει ως περισσότερο έχουσα ακαδημαϊκή παρά πρακτική αξία) σε σχέση με την αξιολόγηση της ανωμοτης δήλωσης Κ. Νομίζω το ακόλουθο απόσπασμα καλύπτει πλήρως το νομολογιακό πλαίσιο και το παραθέτω αυτούσιο: «Ομολογουμένως, όπως συμφώνησε και ο κ. Σαουρής, δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα στον τρόπο που ένα Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίσει την ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου (βλ. To Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδης & Σάντης, Έκδοση 2014, σελ. 10-11). Όπως προκύπτει από την κυπριακή και ξένη νομολογία, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090, 1096E). Τόσο στην Κύπρο όσο και σε άλλες χώρες του κοινοδικαίου, το δικαίωμα του κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση , κατά καιρούς προβλημάτισε τα Δικαστήρια. Γι' αυτό στην Αγγλία το συγκεκριμένο δικαίωμα καταργήθηκε με το άρθρο 72 του Criminal Justice Act 1982, εφόσον θεωρήθηκε ότι δημιουργούσε πολύ περισσότερα προβλήματα παρά οφέλη στον κατηγορούμενο και πέραν τούτου, ελάχιστα εξυπηρετούσε τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Mills and Others v. The Queen [1995] 1 WLR 511). Στην Κύπρο όμως ακόμη δεν καταργήθηκε το δικαίωμα, αν και ωρίμασε ο καιρός, γι' αυτό θα πρέπει να συνοψίσουμε τη νομολογία ώστε να εξετάσουμε στη συνέχεια τον λόγο έφεσης. .. Και εδώ ξεκινούν τα προβλήματα και παράπονα των κατηγορουμένων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ότι δηλαδή ο Δικαστής υπερέβη τα όρια και εξέτασε την ανώμοτη δήλωση ως να ήταν μαρτυρία. Όμως εάν ο Δικαστής ενεργούσε όπως οι ένορκοι και δεν έδιδε οποιαδήποτε αιτιολογία, ενδεχομένως να διατυπώνετο άλλη μομφή εναντίον της απόφασής του, όπως έγινε στην Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397. Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim.L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan, ανωτέρω).» Έχοντας γνώμονα την πιο πάνω νομολογιακή προσέγγιση αλλά και έχοντας υπ'οψη μου τον τρόπο προσέγγισης[13] της ανώμοτης δήλωσης Κ χωρίς περιστροφή λέγω ότι τα όσα ο Κ ανέφερε στην ανώμοτη του δήλωση περι παρεξήγημένης κίνησης προς τον παραπονούμενο συνιστούν σκέψεις εκ των υστέρων. Εάν όντως επρόκειτο περί παρεξήγησης κάποιας κίνησης ή παρανόησης συνεπεία γλωσσικού εμποδίου αυτό θα προβαλλόταν άμεσα προς την Αστυνομία όταν κατηγορήθηκε γραπτώς από τον ΜΚ3. Τουναντίον όμως ο μάρτυρας περιορίστηκε να απαντήσει ότι «Δεν παραδέχομαι». Είχε κάθε ευχέρεια και ευκαιρία ο Κ να αναφερθεί στο περιστατικό ως λεπτομερώς το περιέγραψε στα πλαίσια της ανώμοτης του δήλωσης και δεν το έπραξε. Ως εκ τούτου, τίποτε το πειστικό δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης και ως εκ τούτου δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα σ' αυτήν. Συνακόλουθα της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 19/7/19 το απόγευμα στο καφενείο «Νικότσας» στο Παραλίμνι της επαρχίας Αμμοχώστου ο Κ αφού προσέγγισε τον Αλέξανδρο Σταύρου που καθόταν στο καφενείο μόνος του σχημάτισε ένα όπλο με το χέρι του και αφού το τοποθέτησε στον Κρόταφο του ΜΚ1 του ανέφερε «Εννα σε λύσω , τρεις σφαίρες μες την κκελλε τζαι σκόλασες, είσαι σκολασμένος, εννα σε ποσπάσω, εννα σε παιξω γαμώτο, εν οι τελευταίες μέρες σου». Ακολούθως, αφού ο ΜΚ1 σήκωσε το χέρι του προς άμυνα του, ο Κ τον κτύπησε στον χέρι και απομακρύνθηκε. Ο ΜΚ1 φοβήθηκε από τις ενέργειες και τα λεγόμενα του μάρτυρα αφού του είχε αναφερθεί στο παρελθόν τόσο από τον ίδιο τον Κ, όσο και από την οικογένεια της αδελφής του ότι ο Κ είχε στον παρελθόν εκτίσει ποινή φυλάκισης. Κατάγγειλε το περιστατικό αμέσως μετά στην Αστυνομία. Νομική Πτυχή Αν και αποτελεί βασική νομική γνώση να λεχθεί ότι το βάρος απόδειξης της κατηγορίας το φέρει η κατηγορούσα αρχή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το Δικαστήριο για να καταδικάσει θα πρέπει να είναι σίγουρο για την ενοχή του Κ. Ο Κ δεν έχει το βάρος να αποδείξει οτιδήποτε.[14] Εάν το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση των μαρτύρων και τα ευρήματα του, παραμένει με, έστω υποβόσκουσα, αμφιβολία η αθώωση είναι μονόδρομος.[15] 1η Κατηγορία Σύμφωνα με το άρθρο 91Α ΠΚ: «Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)Η απειλή (άσκησης) βίας ή (τέλεσης) παράνομης πράξης ή παράλειψης κατά προσώπου,
(2)που του προκαλεί τρόμο ή ανησυχία. Το τι συνιστά απειλή είναι ζήτημα γεγονότων της κάθε υπόθεσης.[16] Η νομολογία που κυρίως αφορά αδικήματα κατά παράβαση του άρθρου 91[17] του ΠΚ καταδεικνύει ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού[18]. Η πρόθεση εκφοβισμού από τον Κ, ώστε ο απειλούμενος να μην διενεργήσει πράξη την οποία δικαιούται νόμιμα να διενεργήσει ή για να διενεργήσει πράξη την οποία δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει, είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος.[19] Κατά τρόπο ανάλογο, για το αδίκημα του άρθρου 91Α του ΠΚ απαιτείται να καταδειχθεί πρόθεση εκφοβισμού από πλευράς Κυ προς τον απειλούμενο. Η πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον απειλούμενο εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου. Θεωρώ ότι είναι σχετικό το σκεπτικό της DPP v Ramos [20]. Εκεί αναφέρθηκε, σε σχέση με το αδίκημα Fear or Provocation of Violence, s.4[21], Public Order Act 1986, ότι αυτό που έχει καίρια σημασία είναι η υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου, παρά η στατιστική πιθανότητα άσκησης βίας σε σύντομο χρόνο. Επομένως, απειλή (άσκησης) βίας ή (τέλεσης) παράνομης πράξης (ή παράλειψης) από τον Κ προς τον απειλούμενο αρκεί προς στοιχειοθέτηση του αδικήματος, εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι στον απειλούμενο προκλήθηκε αίσθημα τρόμου ή ανησυχίας για άσκηση βίας ή τέλεσης παράνομης πράξης (ή παράλειψης) εναντίον του και ότι ο Κ είχε πρόθεση εκφοβισμού του, έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει την πράξη βίας ή την παράνομη πράξη. Το Δικαστήριο για να καταλήξει σε συμπεράσματα ύπαρξης πρόθεσης εκφοβισμού και πρόκλησης τρόμου ή ανησυχίας στον απειλούμενο θα πρέπει να εξετάσει όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν το συμβάν εκστόμισης ή διαβίβασης της απειλής, τη φύση της απειλής, τις περιστάσεις των εμπλεκομένων και τη συμπεριφορά τους πριν, κατά την εξέλιξη του συμβάντος αλλά και μετά. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει αβίαστα ότι οι λεπτομέρειες του αδικήματος της 1ης κατηγορίας δεν συνάδουν με την φράση που αναγράφεται στο κατηγορητήριο. Η όλη σύγχυση προέκυψε από την κατάθεση του ΜΚ1 που έγινε στην Αγγλική. Διασαφηνίστηκε όμως ενόρκως ότι οι αναφορές έγιναν στην κυπριακή διαλεκτο ως στα ευρήματα ανωτέρω αναφέρεται. Συνεπώς δεν υπάρχει περιθώριο για καταδίκη στην πρώτη κατηγορία. Παρα ταύτα η ενώπιον του Δικαστηρίου αξιόπιστη μαρτυρία και τα συνακόλουθα ευρήματα αποκαλύπτουν την διάπραξη αδικημάτων και μάλιστα σοβαρών. Συνεπώς καθίσταται κατάλληλη η περίπτωση για εξέταση της δυνατότητας ενεργοποίησης του άρθρου 85 του Κεφ. 155 Όπως υπεδείχθη από την Νομολογία, [22] σκοπός των προνοιών των άρθρων 83, 84 και 85 του Κεφ. 155, είναι να παράσχουν στο Δικαστήριο, τη δυνατότητα να απονείμει δικαιοσύνη, στην περίπτωση κατά την οποία απλές παρατυπίες, μπορούν να οδηγήσουν στην αθώωση του κατηγορούμενου, παρά την απόδειξη των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, όπως είχε συμβεί σε πολλές υποθέσεις, πριν τη θέσπιση των εν λόγω άρθρων. Για την εφαρμογή του άρθρου 85
(4)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει νομολογηθεί, πρέπει να συντρέχουν τέσσερις προϋποθέσεις: (α) Με την προσαχθείσα μαρτυρία πρέπει να αποδεικνύεται η διάπραξη από τον κατηγορούμενο ποινικού αδικήματος που δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο (β) Είναι αδύνατη η καταδίκη του κατηγορουμένου για το εν λόγω αδίκημα χωρίς την τροποποίηση του κατηγορητηρίου (γ) Με την καταδίκη του για το εν λόγω αδίκημα ο κατηγορούμενος δεν υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης που θα μπορούσε να του είχε επιβληθεί αν καταδικαζόταν βάσει του αρχικού κατηγορητηρίου (δ) Η μεταβολή του κατηγορητηρίου δεν θα επηρέαζε δυσμενώς τον κατηγορούμενο στην υπεράσπισή του.[23] Στο σύγγραμμα των Λοϊζου και Πική "Criminal Procedure in Cyprus" στη σελίδα 71, αναφέρονται τα πιο κάτω σε σχέση με την τροποποίηση του κατηγορητηρίου: "The Criminal Procedure Law, Cap.155 confers wide powers on the court to amend a defective charge during the trial, where the charge or information is defective in substance or in form by the alteration of the charge i.e. by amending either the description of the offence, or the particulars thereto or both, or by substitution or addition of a new count, as the court thinks necessary to meet the circumstances of the case." Εν κατακλείδι στην προκείμενη περίπτωση κρίνω, ότι και οι τέσσερις προαναφερθείσες προϋποθέσεις πληρούνται σωρευτικά, καθώς ενώ από τα γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει η διάπραξη του αδικήματος της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91α ως περιγράφεται στην Έκθεση του Αδικήματος της 1ης κατηγορίας αλλά όχι με τις αναγραφόμενες στην 1η κατηγορία φράσεις. Συνεπώς θεωρώ καλύτερο όπως προστεθεί η ορθή κατηγορία για να συμπεριλάβει τις ακριβείς λεπτομέρειες. Με την καταδίκη του στην νέα κατηγορία που θα τροποποιεί στην ουσία μόνο τις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας, ο Κ, δεν θα υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης που θα μπορούσε να τους είχε επιβληθεί στη βάση του αρχικού κατηγορητηρίου, ενώ παράλληλα, δεν βλέπω με ποιο τρόπο η μεταβολή του κατηγορητηρίου που στην ουσία αφορά την τροποποίηση των λεπτομερειών των αδικημάτων χωρίς αλλοίωση της νομικής βάσης θα επηρεάζε δυσμενώς την υπερασπιστική γραμμή που ο Κ ανεμπόδιστα και ανεπηρέαστα προώθησε στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας. Ο δε ΜΚ1 αντεξετάστηκε επι παντός επι στητού εν σχέση με τις αναφορές του συνεπώς δεν εντοπίζω κανένα επηρεασμό για τον Κ. Ως εκ τούτου, ασκώντας τις εξουσίες που έχουμε δυνάμει του άρθρου 85
(4), Κεφ. 155, προβαίνω στην τροποποίηση του κατηγορητηρίου, με την προσθήκη της ακόλουθης κατηγορίας: ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 6 Απειλή κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 όπως προστέθηκε από τον Νόμο 56
(1)/2011 ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος ότι στις 19/07/19 και περί ώρα 16.00 στο καφενείο «Νικότσας» στο Παραλίμνι της επαρχίας Αμμοχώστου, προκάλεσε τρόμο στον Αλέξανδρο Σταύρου απειλώντας τον με παρανομη πράξη ότι θα του κάνει κακό λέγοντας του «Εννα σε λύσω , τρεις σφαίρες μες την κκελλε τζαι σκόλασες, είσαι σκολασμένος, εννα σε ποσπάσω, εννα σε παιξω γαμώτο, εν οι τελευταίες μέρες σου» Η εκστόμιση της φράσης από την Κ προς τον ΜΚ 1, «Εννα σε λύσω , τρεις σφαίρες μες την κκελλε τζαι σκόλασες, είσαι σκολασμένος, εννα σε ποσπάσω, εννα σε παιξω γαμώτο, εν οι τελευταίες μέρες σου» αποτελούσε απειλή τέλεσης παράνομης πράξης. Μάλιστα με τον τρόπο που έγινε από τον Κ, σχηματίζοντας με το χέρι του ένα όπλο το οποίο τοποθέτησε στον κρόταφο του ΜΚ1 η εκστόμιση της ως άνω φράσης αποκτά εντονότερη χροιά και υπόσταση. Με βάση τα ευρήματα μου ο ΜΚ 1 ένιωσε φόβο, κυρίως λόγο της πληροφόρησης του εν σχέση με το παρελθόν του Κ. Εάν η πληροφόρηση του περι τούτου του παρελθόντος ήταν βάσιμη ή όχι ουδεμία σημασία έχει. Το σημαντικό είναι η υποκειμενική αντίληψη του ΜΚ
- Ο σκοπός, που συνάγεται και από το λεκτικό της απειλής ήταν να εκφοβίσει τον ΜΚ1 Έχω, ως εκ τούτου, ικανοποιηθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Κ διέπραξε το αδίκημα της απειλής που της καταλογίζεται και ο Κ κρίνεται ένοχος στην 6η κατηγορία. 3η Κατηγορία Σε ό,τι αφορά την τρίτη κατηγορία με την οποία καταλογίζεται στον Κ το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης το οποίο διέπεται από το άρθρο 99 του Κεφ.154.[24] Από το λεκτικό του άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α)Ο Κ να εξυβρίσει άλλο πρόσωπο (β) σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο (γ) με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. Σε ότι αφορά τον «δημόσιο χώρο»[25] έννοια του όρου καθορίζεται αφενός στο ερμηνευτικό άρθρο 4 του Κεφ.154 αφετέρου έχει επεξηγηθεί στην υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας [26]. Στην υπόθεση Αχιλλέως v. Αστυνομίας[27] αποφασίστηκε ότι το ερώτημα κατά πόσο συγκεκριμένη συμπεριφορά είναι υβριστική αποτελεί θέμα πραγματικό. Στις λέξεις που εκστομίζονται πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν χρειάζεται απόδειξη ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Επίσης, το Ανώτατο Δικαστήριο έχει υποδείξει[28] πως το κριτήριο είναι κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί. Περαιτέρω, είναι αποδεκτό ότι δεν χρειάζεται μαρτυρία ειδικού από την Κατηγορούσα Αρχή για να ερμηνεύσει την υβριστική φράση, δεδομένου ότι ο παραπονούμενος κατάλαβε τι του λέχθηκε και θεώρησε την φράση υβριστική. Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Bolster ν.Αστυνομίας[29], η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Ο Ποινικός Κώδικας δεν καθορίζει τι ακριβώς αποτελεί εξύβριση και έχει κριθεί ως ζήτημα πραγματικό και ως τέτοιο που είναι αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Το κριτήριο που χρησιμοποιείται είναι αντικειμενικό. Όπως ειπώθηκε στην αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens[30] "An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it." Έλαβα υπόψη μου σε ό,τι αφορά τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της εξύβρισης και τα λεχθέντα στην προαναφερθείσα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση από την ενώπιον μου μαρτυρία δεν προκύπτει ότι η φράση «I am going to fuck you» ως το κατηγορητήριο αναφέρεται λέχθηκε από τον Κ. Από την ενώπιον μου μαρτυρία προκύπτει ότι η ελεύθερη μετάφραση στην κυπριακή διάλεκτο της εν λόγω φράσης απομονώθηκε από τα λεγόμενα του Κ ως μέρος της έκφρασης που στοιχειοθέτησαν το αδίκημα της απειλής και δεν μπορεί να κατατεμαχιστεί για να στοιχειοθετήσει το αδίκημα της 3ης κατηγορίας. Συνακόλουθα στην 3η κατηγορία ο Κ αθωώνεται και απαλλάσσεται. 5η κατηγορία- Κοινή Επίθεση Επίθεση, σύμφωνα με το άρθρο 242 ΠΚ, διαπράττεται, όταν κατηγορούμενος, παράνομα (unlawfully), προκαλεί σε άλλο πρόσωπο φόβο άσκησης άμεσης βίας (assault) ή όπου ασκεί παράνομα βία σε άλλο πρόσωπο (battery)[31]. Το αδίκημα διαπράττεται είτε με πρόθεση ή απερίσκεπτα[32] Στην προκειμένη περίπτωση, συνιστά εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Κ χτύπησε τον ΜΚ 1 στο χέρι. Θεωρώ ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες διενεργήθηκε η συγκεκριμένη πράξη από τον Κ δεικνύουν πρόθεση από μέρους του να προκαλέσει με αυτήν φόβο στον παραπονούμενο ότι θα ασκήσει άμεση βία εναντίον του. Ειδικά έχοντας υπόψη ότι η εν λόγω ενέργεια συνοδευόταν με απειλητικές εκφράσεις από πλευράς του Κ ως ανωτέρω περιγράφονται. Επιπρόσθετα, δεν διακρίνω κανένα νόμιμο έρεισμα για τη συγκεκριμένη πράξη του Κ. Συνακόλουθα, έχω ικανοποιηθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Κ διέπραξε το αδίκημα της επίθεσης που του καταλογίζεται στην κατηγορία
- Κατάληξη Ο Κ κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στις κατηγορίες 5 και
- Ο Κ αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 1 και
- (Υπ).............................................. Ε. Ευθυμίου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] κατά παράβαση του Άρθρου 91(Α) του Ποινικού Κώδικα [2] κατά παράβαση του Άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα [3] κατά παράβαση του Άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα [4] κατά παράβαση του Άρθρου 95 του Ποινικού Κώδικα [5] κατά παράβαση του Άρθρου 186Α του Ποινικού Κώδικα [6] Mustafa ν. Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165, 172, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, 1061 [7] Αγαθοκλέους κ.α. v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 316, 323 [8] Swepco Construction Ltd v. Επίσημου Παραλήπτη, Πολ. Έφεση 195/2009, 30/5/2014, ECLI:CY:AD:2014:A361 [9] Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 390, 401 [10] Γιαννίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 143, 155 και Τιμοθέου v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 671, 688-689 [11] Νικολαϊδης v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 645, 654 [12] Ποινική Εφεση 91/2014, ημερομηνίας 22/6/2016 [13] Λαζάρου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 633 , Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354, [14] Woolmington v. DPP [1935] AC 462 HL, R. v. Majid [2009] EWCA Crim 2563, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ismail, Π.Ε. 228/15-245/15, 248/15-255/15, 17/10/2016, σελ. 33-34 και Crown Court Bench Book, Directing the Jury, Judicial Studies Board, 2010, σελ. 16 [15] Mustafa ν. Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165, 172, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, 1061 [16] I v. DPP; M v. DPP; H v. DPP [2002] 1 AC 285 HL [17] «91. Όποιος- (α) με σκοπό εκφοβισμού ή παρενόχλησης άλλου, απειλεί να διαρρήξει ή να προξενήσει βλάβη σε κατοικία ή (β) με σκοπό πρόκλησης τρόμου σε άλλο πρόσωπο που βρίσκεται σε κάποια κατοικία, εκπυρσοκροτεί γεμάτο πυροβόλο όπλο ή διαπράττει οποιαδήποτε άλλη διασάλευση της ειρήνης ή (γ) με σκοπό υποκίνησης οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει, απειλεί άλλον ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη, ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» [18] Νετζιήπ ν Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 1, 6 και Kallenos v The Police
(1969)2 CLR 210, 212 [19] Βοσκού ν Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 510, 514 [20] [2000] Lexis Citation 3217 Kennedy LJ - 'And it is perhaps worth bearing in mind that in the 1986 Act, as well as in the 1861 Act, it is the state of the mind of the victim which is crucial rather than the statistical risk of violence actually occurring within a very short space of time.' [21]
(1)A person is guilty of an offence if he— (
- a)uses towards another person threatening, abusive or insulting words or behaviour, or (
- b)distributes or displays to another person any writing, sign or other visible representation which is threatening, abusive or insulting, with intent to cause that person to believe that immediate unlawful violence will be used against him or another by any person, or to provoke the immediate use of unlawful violence by that person or another, or whereby that person is likely to believe that such violence will be used or it is likely that such violence will be provoked. [22] Fatma Mehmet v. The Police
(1970)2 C.L.R. 62 [23] Κυριάκου v. Αστυνομίας (ανωτέρω), Πουλλάουας v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 494 και Παφίτης v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 762 [24] "Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές." [25] «δημόσιο χώρο» ή «δημόσιο υποστατικό» περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση. Σύμφωνα δε με το ίδιο άρθρο, «δημόσια διάβαση» καλύπτει κάθε κύρια οδό, αγορά, πλατεία, οδό, γέφυρα ή άλλη διάβαση, που χρησιμοποιείται νόμιμα από το κοινό. [26]
(2010)2 Α.Α.Δ. 493 [27]
(1996)2 Α.Α.Δ. 98 [28] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 Α.Α.Δ.503 [29]
(1997)2 ΑΑΔ 89 [30]
(1972)2 ALL ER 1297 [31] Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 574, 579 [32] R v. Venna [1976] QB 421, R. v. Ireland, R v. Burstow [1998] AC 147 H.L cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο