← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΚΟΥΣΟΥΛΟΣ, Αρ. Υπόθεσης: 2415/19, 22/12/2021

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΚΟΥΣΟΥΛΟΣ, Αρ. Υπόθεσης: 2415/19, 22/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:B7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (που συνεδριάζει στο Παραλίμνι) ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Ευθυμίου, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 2415/19 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ -ν- ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΚΟΥΣΟΥΛΟΣ Ημερομηνία: 22/12/2021 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Π.Πίτσιλλου Για τον Κατηγορούμενο: κος Χρ. Θεοδούλου Ο κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Σκιαγράφηση της υπόθεσης και η προσαχθείσα μαρτυρία Ο κατηγορούμενος («Κ») αντιμετωπίζει με το κατηγορητήριο τέσσερις κατηγορίες. Η πρώτη αφορά κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α [1], την οποία μεσούσης της ακροαματικής διαδικασίας παραδέχθηκε. Η δεύτερη και η τρίτη αφορούν παραβάσεις του Ποινικού Κώδικα («ΠΚ») και συγκεκριμένα επίθεση κατά οργάνου τήρησης της τάξης[2] (δεύτερη κατηγορία) και αντίσταση διά ματαίωσης νομίμου συλλήψεως [3] (τρίτη κατηγορία). Στην τέταρτη κατηγορία, με την οποία καταλογίζεται στον Κ η εγκατάσταση κυκλώματος παρακολούθησης και επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων,[4] απαλλάχθηκε στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως για τους λόγους που αναφέρονται στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. Για την υπόθεση έδωσαν μαρτυρία από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής πέντε μάρτυρες, όλοι Αστυφύλακες και συγκεκριμένα ο Αστυφύλακας 3245 Ι.Ιακώβου, ο Αστυφύλακας 3963 Ι. Κουμή, ο Αστυφύλακας 3929 Σ. Σοφοκλέους, ο Αστυφύλακας 2329 Ν. Πολυκάρπου, και ο Αστυφύλακας 4111 Μ.Γεωργίου. Ο Κ επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία, αφού κλήθηκε σε απολογία σε ότι αφορούσε τις κατηγορίες 2 και

  1. Ο πρώτος μάρτυρας κατηγορίας Αστυφύλακας 3245 Ι.Ιακώβου ανάφερε ότι μετά την εξασφάλιση εντάλματος έρευνας μετέβηκαν στην οικία του Κ στις 15/05/2018 μαζί με ομάδα άλλων αστυνομικών για να εκτελέσουν το ένταλμα. Ο ίδιος είχε τεθεί επικεφαλής της υπόθεσης και αφού μετέβηκε στην οικία του εντόπισε τον Κ (τον οποίο ήξερε από πριν) να πλένει το όχημά του έξω από την οικία του στον χώρο του γκαράζ και τον πλησίασε για να τον ενημερώσει, σε σχέση με την ύπαρξη του εντάλματος. Ο Κ, σύμφωνα με τον μάρτυρα αντέδρασε σπρώχνοντάς τον με τα χέρια και λέγοντάς του ότι δεν πρόκειται να ερευνηθεί το σπίτι του. Μετά την ενέργειά του αυτή ανάφερε ο μάρτυρας στον Κ ότι είναι υπό σύλληψη για το αυτόφωρο αδίκημα που διέπραξε. Σύμφωνα με τον μάρτυρα ο Κ δεν ήταν συνεργάσιμος, αντιδρούσε και έκανε σπασμωδικές κινήσεις, με αποτέλεσμα δύο άλλα μέλη της Αστυνομίας να τον οδηγήσουν έξω από το γκαράζ, στο οποίο βρισκόταν, με σκοπό να του εξηγήσουν ότι έπρεπε να συνεργαστεί με την Αστυνομία, για να προχωρήσει η έρευνα της οικίας του. Ακολούθως, ως ο μάρτυρας ανάφερε και επειδή συνέχισε ο Κ να αντιδρά, άλλο μέλος της Αστυνομίας χρησιμοποιώντας την ανάλογη υπό τας περιστάσεις βία, τον μετέφερε στο εσωτερικό της οικίας όπου και τον συνέλαβε. Κατά την έρευνα, ως ο μάρτυρας ανάφερε, εντοπίστηκε η ποσότητα των ναρκωτικών που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία. Αντεξεταζόμενος από τον Κ ο μάρτυρας επανέλαβε τα όσα αναφέρει στην κατάθεσή του. Ο δεύτερος μάρτυρας στη διαδικασία, ο Αστυφύλακας 3963 Ιάκωβος Κουμή, στην ουσία επανέλαβε τα όσα ανάφερε και ο πρώτος μάρτυρας κατηγορίας. Ο ΜΚ2 ήταν μέλος της ομάδας που ερεύνησε την οικία του Κ, ενώ ήταν υπεύθυνος για τη φύλαξη κάποιων από τα τεκμήρια και τη διακίνησή τους. Ακολούθησε η μαρτυρία του Σοφοκλή Σοφοκλέους του Αστυφύλακα που συνέλαβε τον Κ, ως οι αναφορές των προηγούμενων δύο μαρτύρων. Εξήγησε ότι αφού έσπρωξε τον συνάδελφό του Ι. Ιακώβου, Αστ. 3245, και επιδεικνύοντας συμπεριφορά που δεν καταδείκνυε συνεργασία, οδηγήθηκε έξω από το γκαράζ, στο οποίο βρισκόταν τον ουσιώδη χρόνο, για να του γίνουν υποδείξεις και όταν και αυτές έπεσαν στο κενό, και ήταν φανερό ότι ο Κ δεν είχε καμία πρόθεση να συνεργαστεί μαζί τους, εν τέλει οδηγήθηκε εντός της οικίας, όπου και συνελήφθηκε. ΜΚ4, ο Αστ. 2329 Ν. Πολυκάρπου, άτομο που υπηρετεί στον κλάδο Τηλεπικοινωνιών και Τεχνολογικής Ανάπτυξης του Αρχηγείου Αστυνομίας, έδωσε μαρτυρία αναφέροντας ότι κλήθηκε από την Υ.ΚΑ.Ν. για να μεταβεί στην οικία του Κ κατά τη διάρκεια της έρευνας που γινόταν, ούτως ώστε να επιθεωρήσει το εγκατεστημένο κλειστό κύκλωμα βιντεοπαρακολούθησης (ΚΚΒΠ) που υπήρχε, το οποίο και εντόπισε και αφαίρεσε δηλώνοντας ότι ο εξοπλισμός ήταν σε καλή και χρησιμοποιήσιμη κατάσταση και ήταν συνδεδεμένος με πέντε ξεχωριστές κάμερες. Ο πέμπτος μάρτυρας στη διαδικασία, το άτομο που ετοίμασε την έκθεση πραγματογνωμοσύνης σε σχέση με το ΚΚΒΠ, Αστυφύλακας 4111 Μ. Γεωργίου, εξήγησε τον τρόπο ενεργειών του για απομόνωση του υλικού που υπήρχε στις κάμερες, το οποίο και προβλήθηκε κατά τη διάρκεια της παρουσίας του μάρτυρα στο Δικαστήριο. Ως ο μάρτυρας εξήγησε, οι εγγραφές στο εν λόγω σύστημα είναι διάρκειας 1 ώρας ανά κάμερα, αρχίζουν την 05/05/2018 και τελειώνουν την 15/05/2018, με μία μικρή διαφορά στη σφραγίδα της ώρας, η οποία στο εγκατεστημένο κύκλωμα φαίνεται ότι ήταν περί των 30 λεπτών προχωρημένη. Ο Κ έδωσε ένορκη μαρτυρία και αντεξετάστηκε. Ανέφερε ότι ενώ ήταν αμέριμνος στο γκαράζ της οικίας του εμφανίστηκε έξαφνα μπροστά του άτομο, το οποίο του ανάφερε ότι ήταν από την Υ.ΚΑ.Ν. και είχαν ένταλμα έρευνας για την οικία του. Ο Κ ανέφερε ότι ο ίδιος παρέμεινε άφωνος στο άκουσμα της ύπαρξης ενταλματος και τότε ο αστυνομικός άρχισε να φωνάζει ότι του επιτέθηκε ο Κ, ενώ κατά τη θέση του ιδίου απλά του είχε ζητήσει να του δείξει το ένταλμα έρευνας. Διευκρίνισε μάλιστα ότι τόσο το άτομο αυτό που τον πλησίασε όσο και τα άλλα άτομα που μετέβηκαν στον χώρο ήταν με πολιτικά ρούχα ενώ επέμενε καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του ότι ουδέποτε του έδειξαν το ένταλμα έρευνας που είχαν. Ο μάρτυρας δε αναφέρθηκε σε ζημιές που προξένησε η Υ.ΚΑ.Ν, κατά την έρευνα της οικίας του. Εξήγησε δε ότι ο ίδιος συνελήφθηκε πριν να μπει μέσα στην οικία του. Αυτολεξεί ανέφερε «να το πω με τη λέξη κυπριακά τσαλαπατήσαν με χαμέ σιόρ και μου φόρεσαν χειροπέδες, τι αντίδραση είχα να κάνω; Με γονάτισαν, πατήσαν με χαμέ έξω που την οικία μου και μου φόρεσαν χειροπέδες στο πίσω μέρος στα χέρια και όταν έκαναν κλωνοποίηση του video, αυτό ήθελα να πω, κλωνοποίηση αφαίρεσαν τη σκηνή αυτή. Οι γείτονες τους είδαν, υπάρχει σωρός μαρτύρων που τους είδαν να φέρονται απαίσια με τον τρόπο τους απέναντί μου». Κατά την αντεξέταση επισημάνθηκε στον μάρτυρα ότι το οπτικό υλικό από την καταγραφή του δικού του ΚΚΒΠ που είχε προβληθεί, στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, δεν επιβεβαιώνει τις αναφορές του, θέση την οποία ο μάρτυρας δεν αποδέχτηκε επιμένοντας στην αρχική του θέση. Αξιολόγηση Εξέτασα την μαρτυρία των μαρτύρων με ιδιαίτερη προσοχή. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκα στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την αντιπαρέβαλα και την εξέτασα στα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας.[5] Δεν είναι κάθε αντίφαση που οδηγεί στην απόρριψη μαρτυρίας.[6] Για να κριθεί μια μαρτυρία ως αναξιόπιστη οι αντιφάσεις πρεπει να είναι ουσιαστικής μορφής και να δημιουργούν ρήγματα στην υπόθεση.[7] Οι αντιφάσεις θα πρέπει να είναι ουσιώδεις δηλ. τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν την μαρτυρία σε βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη και άδικη η αποδοχή της από το Δικαστήριο.[8] Αντιφάσεις σε λεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μία μαρτυρία, η οποία κατά τα άλλα είναι πειστική. Αντίθετα τέτοιες αντιφάσεις δείχνουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τί θα κατέθεταν. [9]Οι αντιφάσεις θα πρέπει δε να αξιολογούνται μέσα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας.[10] ΜΚ1 O ΜΚ1 κρίνεται ως πλήρως αξιόπιστος. Αρχικά να αναφέρω ότι η αντεξέταση δεν άγγιξε καθόλου την ουσία αφού επικεντρώθηκε σε ερωτήσεις που αφορούσαν την έρευνα αυτή καθ'αυτή, όπως λόγου χάρη για ζημιές που προκλήθηκαν από την έρευνα στην οικία του Κ. Ο μάρτυρας ήταν απόλυτα σταθερός και οι αναφορές του στο εδώλιο του μάρτυρα αποκαλύπτουν ακέραια μνήμη του περιστατικού. Εξήγησε όλα όσα εκτυλίχθηκαν με αρκετή λεπτομέρεια και ήταν ακλόνητος κατά την μαρτυρία του. Ο Κ, που τον αντεξέτασε προσωπικά, δεν τον αντεξέτασε (πέραν μιας γενικόλογης διευκρίνησης) σε ότι αφορούσε τις καίριες θέσεις του για το σπρώξιμο του ως όφειλε σε μια ποινική διαδικασία, συνεπώς το όλο θέμα παρέμεινε αναντίλεκτο. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Κ αποκάλεσε τον ΜΚ1 κατά την διάρκεια της αντεξέτασης με το υποκοριστικό « Τζιάκης » και ήταν φανερό από τα συμφραζόμενα ότι ο Κ γνώριζε τον μάρτυρα και την αστυνομική του ιδιότητα, ως μέλος της Υ.ΚΑ.Ν. Ο μάρτυρας κρίνεται ως μάρτυρας της αλήθειας και τα όσα ανέφερε καθίστανται και ευρήματα του Δικαστηρίου. ΜΚ2 Ο ΜΚ2 δεν υπέπεσε σε καμία αντίφαση ούτε και ο ρόλος του στην υπόθεση υπεισέρχεται αμφισβήτησης. Στην ουσία η μαρτυρία του είναι απόλυτα εναρμονισμένη με την μαρτυρία του ΜΚ
  2. Τα όσα αναφέρονται εν σχέση με σε ποιο όχημα βρισκόταν ο ΜΚ2 δεν είναι σχετικά με την ουσία της υπόθεσης και σαφώς δεν πλήττουν την αξιοπιστία του. ΜΚ3 Στον ΜΚ3 υποβλήθηκε ότι χρησιμοποίησε βία για να συλλάβει τον Κ. Ο ίδιος το αποδέκτηκε με την επισήμανση ότι χρησιμοποίησε την απαραίτητη υπό τα περιστάσεις βία για να ακινητοποιήσει τον Κ, ως άλλωστε ανέφερε και στην κατάθεσή του. Γενικότερα, άφησε καλή εντύπωση. Περιέγραψε τα γεγονότα όπως τα έζησε και τις ενέργειες που έκανε, απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις, οι θέσεις του ήταν σταθερές και συνεπείς και δεν περιέπεσαν σε καμία αντίφαση. Ο μάρτυρας κρίνεται πλήρως αξιόπιστος. ΜΚ4 και ΜΚ5 Οι ΜΚ4 και ΜΚ5 δεν ήταν άτομα που συμμετείχαν στην έρευνα της οικίας του Κ. Η εμπλοκή και οι ενέργειές τους ήταν γύρω από το ζήτημα του ΚΚΒΠ. Ο ΜΚ4 δεν χρήζει οποιασδήποτε αξιολόγησης. Οι ενέργειες του περιορίζονται μόνο στην αφαίρεση του ΚΚΒΠ από την οικία του Κ. Ο ΜΚ5 άφησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του έχει αξία σε ότι αφορά την αναντίλεκτη θέση του ότι στο οπτικό υλικό που απομονώθηκε από το ΚΚΒΠ που υπήρχε εγκατεστημένο στην οικία του Κ διασώθηκε σε ότι αφορά την επίδικη ημέρα καταγραφή περί της 1 ώρας η οποία μεταφέρθηκε αυτούσια στον σκληρό δίσκο και αναπαράχθηκε και προβλήθηκε κατά την παρουσία του μάρτυρα στο εδώλιο. Σε αυτό το Τεκμήριο που προβλήθηκε στο Δικαστήριο θα αναφερθώ όπου κρίνεται απαραίτητο πιο κάτω. Συνεπώς όλοι οι μάρτυρες της κατηγορούσας Αρχής κρίνονται αξιόπιστοι. Ο Κατηγορούμενος Ο Κ δεν έπεισε. Η μαρτυρία του είναι έκθετη σε απόρριψη. Πέραν της όλης στάσης του στο εδώλιο του μάρτυρα που φανέρωνε μια άτοπη έπαρση και υπερβολή τόσο στην λεκτική όσο και στην μη λεκτική του έκφραση ο Κ επέλεξε να επιμένει και σε θέσεις οι οποίες καταρρίφθηκαν από την προβολή του οπτικού υλικού του δικού του ΚΚΒΠ. Αρχικά το μόνο σχόλιο που μπορεί να λεχθεί για τις αναφορές του Κ περί αφαίρεσης μέρους του οπτικού υλικού από την Αστυνομία κατά την κλωνοποίηση του δίσκου, είναι ότι αυτή η θέση δεν υπεβλήθηκε στον ουσιώδη μάρτυρα κατηγορίας, ΜΚ5, ο οποίος ήταν και το άτομο, το οποίο προέβη στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, για να σχολιάσει. Οι αναφορές περί τούτου είναι κενές ουσίας και άνευ σημασίας. Σε ότι δε αφορά την θέση του ότι «τσαλαπατήθηκε» έξω από την οικία του για να του περαστούν χειροπέδες, αυτή καταρρίπτεται από το οπτικό υλικό που κλωνοποιήθηκε από το ΚΚΒΠ του ιδίου του Κ. Η καταγραφή των καμερών του ιδίου του Κ προβλήθηκε στην αίθουσα του Δικαστηρίου και αποτελεί τεκμήριο στη διαδικασία με αριθμό
  3. Από το οπτικό υλικό προκύπτουν τα ακόλουθα. Ο ΜΚ1 μπαίνει εντός του χώρου του γκαράζ του Κ εντός του οποίου δεν υπάρχει καταγραφή. Ακολουθείται στον εν λόγω χώρο από άλλα μέλη της Αστυνομίας. Ακολούθως ο Κ εξέρχεται του χώρου του γκαράζ και εκεί η κάμερα τον καταγράφει να συνομιλεί με μέλη της Αστυνομίας προβαίνοντας σε εμφανείς αντιδράσεις στις κινήσεις του, συμπεριφερόμενος με «μαγκιά». Ακολούθως ο Κ εισέρχεται εντός της οικίας χωρίς χειροπέδες. Λίγα λεπτά αργότερα φαίνεται να εξέρχεται της οικίας φορώντας χειροπέδες. Από αυτό μπορεί εύκολα να οδηγηθεί στο συμπέρασμα το Δικαστήριο ότι αφού στο video φαίνεται να εισέρχεται εντός της οικίας χωρίς χειροπέδες και να εξέρχεται με χειροπέδες, ο Κ συνελήφθη εντός της οικίας. Σημαντικό δε στοιχείο που προκύπτει από την προβολή του οπτικού υλικού, την οποία επιδιωξε ο συνήγορος Υπεράσπισης, είναι ότι πριν να οδηγηθεί στην οικία ο Κ φαίνεται να αντιδρά στις παραινέσεις των αστυνομικών, οι οποίοι αφού δεν υπάρχει ηχογραφημένο υλικό, από τις κινήσεις τους και τις ενέργειες που έχει καταγράψει το ΚΚΒΠ δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε υπερβολή ή κάποιας μορφής βία προς τον Κ. Τουναντίον εντοπίζεται προσπάθεια καθησύχασης και ηρεμίας του που συνάδει με τις αναφορές των μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής και καταρρίπτουν όλες ανεξαιρέτως τις αναφορές του Κ. Ο Κ κρίνεται πλήρως αναξιόπιστος και τα όσα ανέφερε είναι φανερό ότι αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις για να απαλλαγεί των ευθυνών του. Συνακόλουθα της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Μετά την εξασφάλιση εντάλματος έρευνας στις 11/5/2018 μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. με επικεφαλή τον Αστυφύλακα 3245 Ι.Ιακωβου (ΜΚ1) μετέβηκαν στην οικία του Κ για την εκτέλεση του εντάλματος. Όταν έφτασαν στον χώρο της οικίας του Κ, τον εντόπισαν να πλένει το αυτοκίνητο του μέσα σε ανοικτό γκαράζ δίπλα από την οικία του. Ο ΜΚ1 τότε πλησίασε τον Κ, του αποκάλυψε την ταυτότητά του και τον ενημέρωσε ότι είχε ένταλμα έρευνας για την οικία του. Ο Κ αντέδρασε σπρώχνοντας τον ελαφρά με τα χέρια στο στερνο και αναφέροντας του ότι δεν επρόκειτο να επιτρέψει να ερευνηθεί το σπίτι του. Τότε ο ΜΚ1 του ανέφερε ότι είναι υπό σύλληψη για το αδίκημα που διέπραξε και ο Κ άρχισε να κινείται ακανόνιστα δεξιά και αριστερά στο γκαράζ. Τότε επενέβηκαν οι Λοχίας 2354 και Αστυφύλακας 866 οι οποίοι τον οδήγησαν έξω από το γκαράζ . Εκεί ο Κ συνέχισε την αντίσταση του και ως διαφαίνεται και στο οπτικό υλικό κινείται απερίσκεπτα και «με μαγκιά» απέναντι στους Αστυνομικούς. Έγιναν συστάσεις από τα μέλη της Αστυνομίας για να συνεργαστεί αλλά ο Κ αντιστεκόταν και δεν συνεργαζόταν με την Αστυνομία. Τότε οδηγήθηκε εντός της οικίας του από τον Αστυφύλακα 3129 (ΜΚ3) όπου και συνέχισε να αντιδρά και να αντιστέκεται. Ο Αστυφύλακας 3129 (ΜΚ3) τον συνέλαβε αφού πρώτα τον βοήθησαν άλλα μέλη της Υ.ΚΑ.Ν να τον ακινητοποιήσει. Από την έρευνα της Αστυνομίας εντοπίστηκε μικρή ποσότητα ναρκωτικών Τάξεως Α εντός της οικίας του Κ. Νομική Πτυχή Η 2η κατηγορία Σύμφωνα με το Άρθρο 244(β) του ΠΚ: «
  4. Όποιος- . (β) επιτίθεται ή αντιστέκεται ή εσκεμμένα παρεμποδίζει όργανο τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του ή άλλο που παρέχει συνδρομή σε τέτοιο όργανο τήρησης της τάξης· είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.». Προκύπτει απ' αυτό, ότι, τα στοιχεία του αδικήματος στην κατηγορία του Κατηγορουμένου, είναι τα εξής: Ο Κατηγορούμενος επιτέθηκε σε πρόσωπο. Το πρόσωπο που δέχθηκε την επίθεση ήταν όργανο τήρησης της τάξης ή πρόσωπο που παρείχε συνδρομή σε όργανο τήρησης της τάξης. Το όργανο τήρησης της τάξης, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εκτελούσε κανονικά το καθήκον του.[11] Η ένοχη διάνοια για το αδίκημα, είναι ίδια με αυτήν της επίθεσης. Υπάρχει ένας διαχωρισμός, σε ότι αφορά την περίπτωση πρόκλησης φόβου για τον κίνδυνο άσκησης άμεσης και παράνομης βίας, που στο κοινοδίκαιο είναι γνωστή με τον όρο «assault», και της περίπτωσης που πραγματικά ασκείται βία, που στο κοινοδίκαιο είναι γνωστή με τον όρο «battery». Η ένοχη διάνοια της πρόκλησης φόβου για τον κίνδυνο άσκησης άμεσης και παράνομης βίας, είναι η πρόθεση του Κατηγορουμένου πρόκλησης σε κάποιο πρόσωπο να αντιληφθεί άμεση και παράνομη βία, ή απερισκεψία ως προς το κατά πόσο τέτοια αντίληψη θα του προκληθεί. Η ένοχη διάνοια της πραγματικής άσκησης βίας, είναι η πρόθεση του Κατηγορουμένου να εφαρμόσει δύναμη στο σώμα άλλου προσώπου ή απερισκεψία στην εφαρμογή τέτοιας δύναμης[12]. Σημαντικό ζήτημα για το στοιχείο της ένοχης διάνοιας για να επισημανθεί, είναι ότι δεν υπάρχει απαίτηση ο Κατηγορούμενος να γνώριζε ότι το πρόσωπο στο οποίο επιτίθετο ήταν όργανο τήρησης της τάξης[13]. To αδίκημα του άρθρου 244 (β) όσον αφορά την επίθεση εναντίον οργάνου τήρησης της τάξης είναι πανομοιότυπο με το αδίκημα που προβλέπει το άρθρο 89

(1)του αγγλικού Police Act
(1996). [14] Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο Αστυφύλακας 3245 Ι.Ιακώβου (ΜΚ1) μετέβηκε στο μέρος όπου βρισκόταν ο Κ και τον πληροφόρησε για το ένταλμα έρευνας που είχε στην κατοχή του εν σχέση με την οικία του Κ, τούτέστιν ο ΜΚ1 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο όργανο της τάξης σε κανονική εκτέλεση των καθηκόντων του. Τότε ο Κ, τον έσπρωξε με τα χέρια του. Αυτή η ενέργεια συνιστά επίθεση εν τη εννοία του Νόμου. Συνεπώς πληρούνται όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ο Κ κρίνεται ένοχος στην 2η κατηγορία. Η 3η κατηγορία Το αδίκημα της 3ης κατηγορίας εδράζεται στο Άρθρο 244(α) του ΠΚ, το οποίο προβλέπει τα εξής꞉ «244. Όποιος- (α) επιτίθεται εναντίον άλλου με σκοπό διάπραξης κακουργήματος ή αντίστασης ή ματαίωσης της νόμιμης σύλληψης ή κράτησης του εαυτού του ή άλλου για κάποιο ποινικό αδίκημα, ή [...] είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.». Τα συστατικά στοιχεία είναι꞉ Επίθεση εναντίον άλλου, Με σκοπό αντίσταση ή ματαίωση Νόμιμης σύλληψης. Ως τα ευρήματα του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση, ο Κ ενημερώθηκε ότι ήταν υπό σύλληψη λόγω της ενέργειας του να σπρώξει με τα χέρια τον ΜΚ1 μετά που ο τελευταίος τον πληροφόρησε εν σχέση με το ένταλμα έρευνας που είχε δοθεί για την οικία του. Η εξουσία ενός αστυνομικού οργάνου να συλλαμβάνει αυτόφωρα ένα πολίτη διέπεται από το άρθρο 14 του Κεφ.155, οι πρόνοιες του οποίου θα πρέπει να διαβάζονται, ερμηνεύονται και εφαρμόζονται υπό το φως των προνοιών του Άρθρου 11
(3)του Συντάγματος. Η σύλληψη χωρίς δικαστικό ένταλμα επιτρέπεται για αυτόφωρο αδίκημα που τιμωρείται με φυλάκιση.Το αυτόφωρο του αδικήματος παραπέμπει σε διάπραξη αδικήματος ή ενέργεια τέτοια που δεν αφήνει αμφιβολία στο αστυνομικό όργανο ή σε ένα αντικειμενικό λογικό παρατηρητή ότι έχει διαπραχθεί αδίκημα. Στην υπόθεση Kyriakides v. The Republic [15] το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο δίδοντας τον ορισμό του όρου «αυτόφωρο» εξήγησε ότι η διάπραξη του αδικήματος και η σύλληψη πρέπει να ακολουθούν η μια την άλλη χρονικά, άμεσα και σε αλληλουχία («directly in point of time and in sequence»). Αν η σύλληψη είναι παράνομη τότε ο συλληφθείς δικαιούται να αντισταθεί.[16] Ο αστυφύλακας δεν απαιτείται να χρησιμοποιεί τεχνική ορολογία των λόγων, αρκεί να μεταδίδει επαρκώς την ουσία των λόγων της σύλληψης. Όσον αφορά το τι συνιστά επίθεση, επιπρόσθετα με τα όσα αναφέρονται πιο πάνω κάτων από την επικεφαλίδα της 2ης κατηγορίας , τέτοια είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του[17]. Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Σε σχέση με το νοητικό στοιχείο της επίθεσης (mens rea), σχετική είναι η υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας [18] όπου λέχθηκε ότι ο νόμος δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση χρήσης βίας. Με αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο Κ ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, παρά το ότι συνειδητοποιεί την ύπαρξη του, προβαίνει στις ενέργειες του[19]. Στην προκειμένη περίπτωση όλοι οι παρευρισκόμενοι Αστυνομικοί είχαν δικαίωμα σύλληψης του Κ αφού το αδίκημα της επίθεσης κατά οργάνου της τάξης εν τη κανονική εκτέλεση του καθηκόντος του τιμωρείται με φυλάκιση. Ο ΜΚ1 είχε προειδοποιήσει τον Κ ότι ήταν υπό σύλληψη μετά την ενέργεια του τελευταίου να τον σπρώξει με τα χέρια ελαφρά στο στέρνο. Όμως ο Κ σε αυτή την προειδοποίηση αντέδρασε αλλοπρόσαλλά κινούμενος μια δεξιά και μια αριστερά γύρω από το αυτοκίνητο του ως η αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ1. Τότε επενέβηκαν οι Αστυφύλακας 866 και Λοχίας 2354 και τον οδήγησαν έξω από το γκαράζ. Εκεί ο Κ συνέχισε την αντίσταση του και ως διαφαίνεται και στο οπτικό υλικό κινείται απερίσκεπτα και «με μαγκιά» προς το μέρος των Αστυνομικών. Αυτές οι κίνησεις του που καταγράφηκαν και από το ΚΚΒΠ ικανοποιεί το συστατικό στοιχείο της επίθεσης εν τη εννοία του Νόμου. Ακολούθως, ως τα ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίθηκε απαραίτητη η επέμβαση του Αστυφύλακα 3129 (ΜΚ3) ο οποίος τον οδήγησε εντός της οικίας για να τον συλλάβει. Ο Κ άρχισε να αντιδρά περισσότερο και ως εκ τούτου κρίθηκε απαραίτητη η συνδρομή και άλλων μελών της Υ.ΚΑ.Ν με την βοήθεια των οποίων ακινητοποιήθηκε και συνελήφθηκε. Η σύλληψη, στην οποία αντιστάθηκε ο Κ με την συμπεριφορά του ως ανωτέρω περιγράφεται ήταν νόμιμη. Συνακόλουθα, ο Κ κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην κατηγορία 3. Κατάληξη Ο Κ κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στις κατηγορίες 2 και 3 που αντιμετωπίζει. (Υπ).............................................. Ε. Ευθυμίου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1)
(2), 30
(1)
(2)
(3), 31, και 38 και παραγράφου 1 του Μερους Ι του Πρώτου Πίνακα και του Τρίτου Πίνακα Παραρτήματος του Ν.29/77. [2] κατά παράβαση του Άρθρου 244(β) του ΠΚ [3] κατά παράβαση του Άρθρου 244 (α) του ΠΚ [4] κατα παράβαση των άρθρων 2,3,41(α)(γ), 5
(1)και 26
(1)(στ)
(6)του Περι Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα [5] Mustafa ν. Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165, 172, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, 1061 [6] Αγαθοκλέους κ.α. v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 316, 323 [7] Swepco Construction Ltd v. Επίσημου Παραλήπτη, Πολ. Έφεση 195/2009, 30/5/2014, ECLI:CY:AD:2014:A361 [8] Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 390, 401 [9] Γιαννίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 143, 155 και Τιμοθέου v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 671, 688-689 [10] Νικολαϊδης v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 645, 654 [11] Βλ. στο σύγγραμμα, Crown Court Practise: Trial, στην σελίδα 332. [12] Γενικός Εισαγγελέας ν Ηροδότου, Ποινική Έφεση Αρ. 120/2013, 30/03/2015 και Πετρόπουλος ν Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ.
  1. Βλ. επίσης, στο σύγγραμμα Smith, Hogan, and Ormerod's, Criminal Law, 15η έκδοση, στην σελίδα 664, την παράγραφο 16.1.
  2. [13] Βλ. στο σύγγραμμα Smith, Hogan, and Ormerod's, Criminal Law, 15η έκδοση, στις σελίδες 708 και 709, την παράγραφο 16.8.2.
  3. [14] Aνάλυση άρθρο 89
(1)του αγγλικού Police Act γίνεται στο σύγγραμμα Blackstone's Cirminal Practice 2003 σελ. 171 «Αctus Reus-B2.25 An offence under the Police Act 1996, s. 89, must involve an assault or battery (as defined in B2.5. et seq.) and it must be proved that the victim was a police or prison office (of any rank) acting in the execution of his duty, or a person assisting such an officer. As to assaults on members of international joint investigation teams, see the Police Act 1996, s. 89
(4), as inserted by the Police Reform Act 2002, s. 104 . An off - duty police officer may act in the course of duty if a breach of the peace or other incident occurs which justifies immediate action on his part (see Albert v. Lavin [1982] AC 546) but it is essential in all cases that the officer is shown to have been acting lawfully, because even a minor, technical and inadvertent act of unlawfulness on his part will mean that he cannot have been acting in the execution of his duty (Riley v. DPP
(1989)91 Cr App R 14; Kerr v. DPP [1995] Crim LR 394]. Mens Rea B2.26 The mens rea required in respect of this offence is no different from that required in respect of common assault or battery. The defendant need not know, or even have reason to suspect, that his victim is a police officer or that the officer is acting in the execution of his duty (Forbes
(1865)10 Cox CC 362; Blackburn v. Bowering [1994] 1 WLR 1324). In this respect, the offence is one of strict liability» [15] 1R.S.C.C.66 [16] Φωτίου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 192/2014, ημερομηνίας 6.9.2015 [17] R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788 [18]
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 [19] R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.