← Κύπρος

CYPRUS IMPORT CORPORATION LTD ν. ALL ABOUT WHEELS AND TYRES LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 491/20, 1/2/2022

CYPRUS IMPORT CORPORATION LTD ν. ALL ABOUT WHEELS AND TYRES LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 491/20, 1/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:B5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 491/20 CYPRUS IMPORT CORPORATION LTD v.

  1. ALL ABOUT WHEELS AND TYRES LTD (HE XXX)
  2. XXX ΠΕΡΑΤΙΚΟΣ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 01 Φεβρουαρίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Παραπονούμενους: Ο κ. Λ. Κοινάς Για τους Κατηγορούμενους 1 & 2: Η κα. E. Ιωάννου EΝΔΙΑΜΕΣΗ A Π Ο Φ Α Σ Η (εκ πρώτης όψεως) Εισαγωγή - Ιστορικό Υπόθεσης: Η υπό εξέταση ποινική υπόθεση καταχωρήθηκε στις 17.01.2020 από ιδιώτη κατήγορο με την οποία καταλογίζεται στην Κατηγορούμενη 1 η διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα (Κατηγορία 1) κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως αυτό έχει τροποποιηθεί και στον Κατηγορούμενο 2 η διάπραξη του αδικήματος της παροχής συνδρομής και/ή παρακίνησης και/η συμμετοχής προς την Κατηγορούμενη 1 υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής και/ή εξουσιοδοτημένου προσώπου αυτής στην διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα (Κατηγορία 2) στη βάση τόσο του άρθρου 305Α όσο και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αμφότερων των Κατηγοριών καταλογίζεται στην Κατηγορούμενη 1 πως με την συνδρομή του Κατηγορούμενου 2 προχώρησε στην έκδοση της επιταγής του ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ - ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΛΤΔ με αριθμό XX ημερομηνίας XX προς όφελος των παραπονουμένων για το ποσό των €1.319,00 η οποία δεν πληρώθηκε κατά την παρουσίαση της στην Τράπεζα μέσα σε εύλογο χρόνο από την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα γιατί ο λογαριασμός του εκδότη της ήταν κλειστός και αυτή παρέμεινε απλήρωτη και μετά το πέρας των 15 ημερών από την παρουσίαση της στην Τράπεζα. Ενόψει της απάντησης μη παραδοχής των Κατηγορουμένων η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Προς απόδειξη της υπόθεσης τους οι Παραπονούμενοι παρουσίασαν μαρτυρία μέσω του Κυριάκου Βαρνάβα (ΜΚ1) και του Τραπεζικού Υπαλλήλου της Eλληνικής Τράπεζας κ. X. Mυλωνά (ΜΚ2). Με το κλείσιμο της υπόθεσης των Παραπονουμένων η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε πως δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των πελατών της και πως αυτοί θα πρέπει να αθωωθούν και απαλλαχθούν από το στάδιο αυτό. Αντίθετη ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Παραπονουμένων ο οποίος εισηγήθηκε στο Δικαστήριο πως οι Κατηγορούμενοι θα πρέπει να κληθούν σε απολογία. Νομικές Αρχές Εκ Πρώτης Όψεως: Σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, η Υπεράσπιση δύναται να εισηγηθεί ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτως ώστε ο κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με το στάδιο εκ πρώτης όψεως υπόθεση: «Το δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της Μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου. Η συνταύτιση του έργου του κριτή του δικαίου και των γεγονότων στο πρόσωπο του δικαστή στην Κύπρο, δεν μεταβάλλει το πλαίσιο καθορισμού της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Δεν προβαίνει ο δικαστής στο στάδιο εκείνο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφασή του περιορίζεται, όπως αναφέραμε, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα». Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, αναφέρθηκε πως: «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει της ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Shaaban bin Hussien v. Chong Fook Kam [1970] 2 W.L.R. 441). Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον τότε Επαρχιακό Δικαστή κ.Γιώργο Νικολάου: «. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155. δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από την μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατόν να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητά της και την επάρκειά της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το δικαστήριο οφείλει, ακόμη και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στην μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. . Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία». Συνεπώς, έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο εκείνο το οποίο έχει να επιτελέσει σ' αυτό το στάδιο είναι η αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και κατ' επέκταση εάν, αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει τους Κατηγορούμενους. Για τον σκοπό εξέτασης του κατά πόσον έχει αποδειχθεί η όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορούμενων, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς Παραπονουμένων. Η μαρτυρία: Πρώτος Μάρτυρας Κατηγορίας (ΜΚ1) παρουσιάστηκε ο κ. Βαρνάβα ο οποίος για σκοπούς της κυρίως εξέτασης του ετοίμασε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 Γραπτή Δήλωση. Σε αυτήν αναφέρει πως πρόκειται για υπάλληλο της παραπονούμενης εταιρείας τα τελευταία 25 χρόνια και εκτελεί καθήκοντα λειτουργού εισπράξεων στο τμήμα του λογιστηρίου της η οποία δραστηριοποιείται στην εισαγωγή και εμπορεία καινούργιων οχημάτων, την πώληση εξαρτημάτων τους καθώς και την επισκευή και συντήρηση αυτών. Σύμφωνα με τον μάρτυρα ο ίδιος είναι γνώστης των πληρωμών που γίνονται από τους πελάτες μετά την τιμολόγηση / χρέωση τους πληρωμές οι οποίες μεταξύ άλλων γίνονται και με επιταγές. Σε κάποιες περιπτώσεις όταν οι πληρωμές γίνονται δια επιταγών κάποιες εξ αυτών επιστρέφονται πίσω απλήρωτες μετά την κατάθεση τους στην τράπεζα είτε γιατί ο λογαριασμός του εκδότη έκλεισε είτε γιατί δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια μεταξύ άλλων και η επίδικη επιταγή. Η επιταγή αυτή την οποία κατέθεσε στην διαδικασία ως Τεκμήριο 2 του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λάρνακας εκδόθηκε τον μήνα Οκτώβρη του 2019 και συγκεκριμένα στις XX με αριθμό XX για το ποσό των €1.319 και η οποία είχε δοθεί από πελάτη της παραπονούμενης εταιρείας εν λευκώ ως προς το όνομα του δικαιούχου επί της οποίας αυτοί, ως δικαιούχοι της εναπόθεσαν όταν την έλαβαν το όνομα τους με την σφραγίδα τους και την κατέθεσαν στην τράπεζα με την επιταγή να επιστρέφετε στην συνέχεια απλήρωτη με την ένδειξη ότι ο λογαριασμός του εκδότη της ήταν κλειστός. Τέλος ως Τεκμήριο 2 κατέθεσε αποτέλεσμα έρευνας που αφορά τον Διευθυντή και Γραμματέα της Κατηγορούμενης 1 στην οποία παρουσιάζεται μόνο ο Κατηγορούμενος 2 ως Διευθυντής και Γραμματέας αυτής και καταλήγει πως από την στιγμή που η κατηγορούμενη 1 έκδωσε με την συμμετοχή του κατηγορούμενου 2 διευθυντή της την επίδικη επιταγή και την άφησαν να κυκλοφορήσει και καταλήξει στα χέρια των παραπονουμένων ενώ ο λογαριασμός της κατηγορούμενης 1 ήταν κλειστός και η επιταγή δεν πληρώθηκε φέρουν ποινική ευθύνη για αυτό οι κατηγορούμενοι. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως δεν εργάζεται στα γραφεία της παραπονούμενης εταιρείας στην Λεμεσό αλλά στην Λευκωσία ως λειτουργός εισπράξεων. Σε σχέση με την επίδικη επιταγή ήτοι το Τεκμήριο 2 ανέφερε πώς περιήλθε στην κατοχή του μόνο όταν αυτή επιστράφηκε απλήρωτη από την Τράπεζα στην οποία είχε κατατεθεί στην Λεμεσό αφού του παραδόθηκε από τον messenger της παραπονούμενης εταιρείας στις 23.10.2019 ημερομηνία που φέρει και η σχετική σφραγίδα πάνω στην επιταγή. Ο ίδιος ως περαιτέρω ανέφερε δεν γνωρίζει ούτε ποιος έχει υπογράψει την επιταγή για λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 ούτε και ποιος την έχει συμπληρώσει αφού αυτή δεν παραδόθηκε στον ίδιο αλλά στην Ταμία της παραπονούμενης εταιρείας στα γραφεία της Λεμεσού η οποία και στην συνέχεια έκδωσε σχετική απόδειξη όταν της παραδόθηκε. Μάλιστα ως σημείωσε φαίνεται πως όταν η επιταγή παραδόθηκε ήταν ανοικτή στο όνομα του εκδότη και η Ταμίας τοποθέτησε την σφραγίδα με το όνομα της παραπονούμενης εταιρείας. Ούτε για την μονογραφή που υπήρχε επί του Τεκμηρίου 2 πάνω από την ημερομηνία γνώριζε ποιος την είχε τοποθετήσει ανέφερε μόνο πως φαίνεται να είναι η ίδια υπογραφή με αυτή που έχει παρατεθεί στον χώρο που υπογράφεται για τον εκδότη. Σε υποβολή μάλιστα ότι δεν υπήρχε κανένα νόμιμο αντάλλαγμα που να αφορά την επίδικη επιταγή μεταξύ παραπονούμενης και κατηγορούμενης 1 ο μάρτυρας συμφώνησε πως η εταιρεία τους δεν είχε καμία σχέση με την κατηγορούμενη 1 αφού πράγματι ήταν ο πελάτης τους με το όνομα Νίκος Νικολάου που τους είχε παραδώσει την εν λόγω επιταγή χωρίς αναγραφή στο όνομα του δικαιούχου με σκοπό την εξόφληση τιμολογίου που του είχε εκδοθεί στο δικό του όνομα και που αφορούσε σε service του αυτοκινήτου του με αριθμούς εγγραφής NHM458 το οποίο δεν σχετίζεται με τους κατηγορούμενους ως ο μάρτυρας συμφώνησε αλλά με τον Νίκο Νικολάου. Τέλος ερωτούμενος κατά πόσον γνωρίζει αν η επίδικη επιταγή ήταν μεταχρονολογημένη όταν δόθηκε ανέφερε πώς αυτή φαίνεται ότι εκδόθηκε όταν είχε εκδοθεί και η σχετική απόδειξη και το τιμολόγιο που έφεραν την ίδια ημερομηνία με την επιταγή ήτοι 21.10.
  1. Δεύτερος Μάρτυρα Κατηγορίας (ΜΚ2) παρουσιάστηκε ο Τραπεζικός Υπάλληλος της Ελληνικής Τράπεζας κ. Χ. Μυλωνάς ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης τους κατέθεσε γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 4). Σε αυτήν αναφέρει πως εργάζεται στην Ελληνική Τράπεζα τα τελευταία 33 χρόνια και είναι εξουσιοδοτημένος από αυτή να παρουσιαστεί στην υπό εξέταση υπόθεση και να δώσει μαρτυρία αφού είναι ενήμερος και γνώστης του τηρούμενου στο όνομα της κατηγορούμενης 1 λογαριασμού της οποίας διευθυντής είναι ο κατηγορούμενος
  2. Επιβεβαίωσε πως για την επίδικη επιταγή την οποία αναγνώρισε ως το Τεκμήριο 2 όταν αυτή του υποδείχθηκε μετά την κατάθεση της για πληρωμή από τον δικαιούχο αυτής δηλαδή τους παραπονούμενους αυτή επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη ότι ο λογαριασμός του εκδότη είχε κλείσει περί τα τέλη του μηνός Σεπτεμβρίου
  3. Σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό ανέφερε πώς πρόκειται ουσιαστικά για λογαριασμό που ανοίχθηκε από την κατηγορούμενη 1 αρχικά στην ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ η οποία στην συνέχεια συγχωνεύθηκε με το ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ - ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΛΤΔ και για τον οποίο λογαριασμό είχε εκδοθεί και βιβλιάριο επιταγών. Στην συνέχεια ο λογαριασμός αυτός μεταφέρθηκε από το ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ - ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΛΤΔ στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα η οποία πώλησε με την σειρά της το χαρτοφυλάκιο της στην Ελληνική Τράπεζα με αποτέλεσμα ο λογαριασμός αυτός να διατηρείτε πλέον στην Ελληνική Τράπεζα παρουσιάζοντας μάλιστα ως Τεκμήριο 5 σχετική κατάσταση λογαριασμού σημειώνοντας πώς κατά το έτος 2019 αλλά και το 2ο εξάμηνο του 2018 καμία επιταγή που εκδίδετο από την Κατηγορούμενη 1 από τον συγκεκριμένο λογαριασμό δεν εξαργυρωνόταν λόγο έλλειψης διαθέσιμων υπολοίπων ενώ μέσα του Σεπτέμβριου 2019 ο λογαριασμός αυτός έκλεισε. Ως προς τον λόγο που το Τεκμήριο 5 αναφέρεται σε άλλο αριθμό λογαριασμού από ότι αυτόν που παρουσιάζεται πάνω στο Τεκμήριο 2 ο μάρτυρας ανέφερε πώς με την μεταφορά του επίδικου λογαριασμού στην Ελληνική Τράπεζα και για να είναι δυνατή η λειτουργία του με βάση το λογισμικό της δικής τους Τράπεζας στην οποία ο λογαριασμός είχε μεταφερθεί αντικαταστάθηκε ο αρχικός αριθμός λογαριασμού (XX) και έλαβε νέο αριθμό (XX) με όλα τα υπόλοιπα στοιχεία να παραμένουν τα ίδια. Σε σχέση με τις υπογραφές που φαίνονται πάνω στην επίδικη επιταγή ανέφερε πως σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας και το δείγμα της υπογραφής που διαθέτει πρόκειται για υπογραφή του XX Περατικού με αριθμό δελτίου ταυτότητας XX ενώ ερωτούμενος αν ο κατηγορούμενος 2 είχε γνώση ότι ο λογαριασμός είχε κλείσει ανέφερε πως η Τράπεζα με το κλείσιμο ενός λογαριασμού αποστέλλει σχετική επιστολή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του πελάτη. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως ο ίδιος δεν γνώριζε προσωπικά αν ταχυδρομήθηκε προς τους κατηγορούμενους οποιαδήποτε επιστολή για το κλείσιμο του λογαριασμού ούτε αν από το 2015 αυτοί έχουν αλλάξει την διεύθυνση τους όμως σημείωσε πως η συνήθεις διαδικασία που ακολουθείτε είναι η αποστολή τους στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του πελάτη που είναι αυτή που παρουσιάζεται στο Τεκμήριο
  4. Ο ίδιος δεν ήταν ο τραπεζικός που χειριζόταν τον επίδικο λογαριασμό και είχε προσωπική επαφή με τον κατηγορούμενο 2 μόνο σε μια συγκεκριμένη περίπτωση κατά το έτος 2005 με
  5. Ερωτούμενος σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό ανέφερε πώς ο κατηγορούμενος 2 δεν υπέγραψε στην παρουσία του τα δείγματα των υπογραφών που η τράπεζα είχε στην κατοχή της ούτε και την επίδικη επιταγή όμως ως ανέφερε από τα αρχείο της τράπεζας και αντιπαραβάλλοντας τα στοιχεία που έχουν φαίνεται πως η επίδικη επιταγή συμπεριλαμβανομένης της μονογραφής πάνω από την ημερομηνία υπογράφηκε από τον κατηγορούμενο 2 αφού συνάδει η συγκεκριμένη υπογραφή και με τα δείγματα που η Τράπεζα έχει καταχωρημένα μέσα στο σύστημα και αρνήθηκε την υποβολή ότι η επιταγή δεν φέρει την υπογραφή του κατηγορούμενου
  6. Ανέφερε πως η συγκεκριμένη επιταγή φαίνεται να έχει καταχωρηθεί από τους παραπονούμενους στην Τράπεζα Κύπρου και η οποία δεν μπορούσε να παρουσιαστεί στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμμοχώστου Λάρνακας διότι η συνεργατική αυτή είχε συγχωνευθεί με την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα και στην συνέχεια η Ελληνική Τράπεζα αγόρασε το καλό της χαρτοφυλάκιο μεταξύ άλλων και τον επίδικο λογαριασμό συνεπώς η επιταγή μετά την κατάθεση της στην Τράπεζα Κύπρου παρουσιάστηκε προς εξαργύρωση στην Ελληνική Τράπεζα όπου εφ' όσον ο λογαριασμός ήταν κλειστός επιστράφηκε πίσω όπως δείχνει και η σφραγίδα στην επιταγή. Ερωτούμενος κατά πόσον έχει στην κατοχή του οποιοδήποτε έγγραφο στο οποίο να φαίνεται πως ο λογαριασμός του τεκμηρίου 5 είναι ο ίδιος με τον λογαριασμό από τον οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή ανέφερε πως δεν είχε μαζί τους αφού οι μετατροπές των λογαριασμών έγιναν ηλεκτρονικά κατά την ημερομηνία ενοποίησης των τραπεζικών συστημάτων όπου άλλαξε ο αριθμός λογαριασμού και δόθηκε καινούργιος με τον μάρτυρα να απορρίπτει την υποβολή ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν πρόκειται για τον ίδιο λογαριασμό. Ο Μάρτυρας δεν γνώριζε αν ο επίδικος λογαριασμός είχε όριο παρατραβήγματος όμως ανέφερε πως μελετώντας το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 προκύπτει πως αρκετές επιταγές δεν εξαργυρώθηκαν καθότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα υπόλοιπα συμφώνησε όμως με την δικηγόρο υπεράσπισης πως σύμφωνα με το Τεκμήριο 5 που του υποδείχθηκε σε κάποιες περιπτώσεις το πρώτο εξάμηνο του 2018 κάποιες επιταγές που είχαν κατατεθεί εξαργυρώθηκαν. Επέμενε στην θέση πως ο συγκεκριμένος λογαριασμός ορθά τον χαρακτήρισε προβληματικό εξού και στην συνέχεια αυτός έκλεισε από την Τράπεζα καθότι ως φαίνεται από το περιεχόμενο της κατάστασης λογαριασμού (Τεκμήριο 5) τους τελευταίους 12 μήνες πριν το κλείσιμο αυτού δεν είχε πληρωθεί καμιά επιταγή και ο λογαριασμός εξακολουθούσε να ήταν χρεωστικός συνέχεια. Σε τέτοια περίπτωση η λειτουργία λογαριασμού με τον τρόπο αυτό ως ανέφερε δημιουργεί πρόβλημα στην τράπεζα η οποία και προχωρά στο κλείσιμο του. Ο ίδιος δεν γνώριζε αν κάποιες επιταγές δεν είχαν πληρωθεί διότι είχαν πλαστογραφηθεί και αν είχε γίνει και σχετική καταγγελία στην Αστυνομία επαναλαμβάνοντας πως ο ίδιος ερεύνησε μόνο για την επίδικη επιταγή για την οποία έχει κλητευθεί για μαρτυρία και όχι για άλλα πράγματα. Νομική Πτυχή: Ως αναφέρθηκε και ανωτέρω καταλογίζεται στην Κατηγορούμενη 1 η διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα (1η Κατηγορία) κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.» Επίσης, το εδάφιο
(3)του ιδίου άρθρου υποδεικνύει τ' ακόλουθα: «Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και μη σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους:» Ο δε Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει την κατηγορία της παροχής συνδρομής[1] προς την Κατηγορούμενη 1 στην διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής (2η Κατηγορία) στη βάση και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154[2]. Από το λεκτικό του άρθρου 305Α του Κεφ. 154 συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:[3]
(1)Η έκδοση επιταγής.
(2)Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε.
(3)Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα.
(4)Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της.
(5)Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Η στοιχειοθέτηση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής προϋποθέτει, κατά πρώτον, την έγκυρη και κανονική έκδοση της επιταγής (βλ. L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., Ποιν. Έφ. 116/2011, ημερ. 30/01/2015). Στο ερμηνευτικό άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, καθορίστηκε ότι «Επιταγή σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσης της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή». Επειδή η επιταγή αποτελεί είδος συναλλαγματικής, ο νομοθετικός ορισμός της διά του άρθρου 4 του Κεφ. 154 πρέπει να αντιμετωπίζεται ως συγκλίνων με τις σχετικές διατάξεις του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, (βλ. L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., (ανωτέρω)). Το άρθρο 3
(1)και
(2)του Κεφ. 262 διαλαμβάνει τα εξής: «3. Ορισμός συναλλαγματικής
(1)Συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφάνισει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή.
(2)Έγγραφο το οποίο δεν πληροί τους όρους αυτούς, ή το οποίο διατάζει όπως γίνει οποιαδήποτε πράξη επιπρόσθετα προς την πληρωμή χρημάτων, δεν αποτελεί συναλλαγματική». Συνεπώς, προϋπόθεση εγκυρότητας μίας συναλλαγματικής, και κατ' επέκταση μιας επιταγής, είναι η υπογραφή της από τον εντολέα της, (βλ. Poly G. Knitwear Ltd v. Εφόρου Εταιρειών κ.α.
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 96). Ως προς την συμπλήρωση των υπόλοιπων στοιχείων μίας επιταγής, αυτή δεν παύει να είναι επιταγή διότι συμπληρώθηκε ως προς τα στοιχεία της από πρόσωπο άλλο από τον εκδότη της (βλ. L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., (ανωτέρω)). Ιδιαίτερα σε σχέση με την δυνατότητα συμπλήρωσης μιας επιταγής από τον κάτοχο αυτής ή από το πρόσωπο στο οποίο δίνεται σε περίπτωση ανοικτής επιταγής και στην οποία ο κάτοχος της συμπληρώνει ο ίδιος το όνομα του στη θέση του δικαιούχου σχετικά είναι τα λεχθέντα στην υπόθεση Τσιακλίδη ν. Σιάνου,
(2008)1 Α.Α.Δ. 296 στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση, υπέδειξε ότι από τη στιγμή που δόθηκε αξία στην επιταγή και αυτή περιήλθε νομίμως στην κατοχή του εφεσίβλητου από τον Ευαγγέλου, ο Εφεσίβλητος κατέστη κάτοχος της επιταγής για αξία (holder for value) με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Κεφ.262 και υπό αυτή την ιδιότητα, είχε εκ του νόμου εξουσία δυνάμει του προαναφερόμενου άρθρου 20 του Κεφ. 262 να συμπληρώσει την επιταγή διά της αναγραφής του ονόματος του ως δικαιούχου και να την παρουσιάσει για πληρωμή. Το θέμα της έκδοσης επιταγής και συγκεκριμένα της πατρότητας της υπογραφής επί της επιταγής, απασχόλησε για ακόμα μια φορά και σχετικά πρόσφατα το Ανώτατο Δικαστήριο στην VBH (CYPRUS) LTD ν. WINDOORS UPVC SYSTEMS LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 204/2014, 28/11/2017 από τον Δικαστή Οικονόμου και τα ακόλουθα σχετικά: ''Γενικά ομιλούντες, μαρτυρία για αναγνώριση υπογραφής, αν δεν πιστοποιείται από το ίδιο το πρόσωπο που υπέγραψε, μπορεί να προέρχεται από πρόσωπο που ήταν παρόν και επιμαρτυρεί το γεγονός της υπογραφής, ή από πρόσωπο που είναι σε θέση να γνωρίζει την υπογραφή ή από συγκριτική διεργασία πραγματογνώμονα. Η γνησιότητα δε ενός εγγράφου μπορεί να προκύπτει και από περιστατική μαρτυρία (Phipson on Evidence, 18th Ed., 41-07).΄΄ Στην ίδια απόφαση έγινε επίσης και η εξής αναφορά: ''Υπήρχε επίσης μαρτυρία του υπαλλήλου της τράπεζας ότι η τράπεζα διαθέτει ειδική υπηρεσία που χειρίζεται και ελέγχει τις επιταγές και ότι από τη στιγμή που οι επιταγές επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «αποταθείτε στον εκδότη» εξυπακούεται ότι ελέγχθηκε η υπογραφή με βάση το δείγμα που τηρείται στην τράπεζα. Το τελευταίο δεν αποτελούσε εικασία του μάρτυρα, αλλά θα μπορούσε να προκύπτει ως λογικό συμπέρασμα από το μαχητό τεκμήριο που έχει θεσπιστεί στο Άρθρο 305Α
(3)του Ποινικού Κώδικα, ως προς την αλήθεια της νενομισμένης αναφοράς από το πιστωτικό ίδρυμα (σημείωσης ή σφραγίδας) του λόγου για τον οποίο δεν πληρώθηκε μια επιταγή (έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής). Η ρύθμιση αυτή του Νόμου που επήλθε με τροποποίηση, έχει ως αποτέλεσμα την καθιέρωση μαχητού τεκμηρίου κανονικότητας ως προς τη εσωτερική διαδικασία μιας τράπεζας η οποία απολήγει, σε περίπτωση μη πληρωμής, στη συγκεκριμένη κάθε φορά αναφορά επί της επιταγής. Εν προκειμένω, με το να επιστραφούν οι επιταγές (4 φορές η μία και από 2 φορές οι άλλες δύο) με την ένδειξη «αποταθείτε στον εκδότη», υποδηλώνεται ότι το πρόβλημα για την τράπεζα δεν ήταν μη η αναγνώριση του εκδότη (της υπογραφής του), αλλά η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων.'' Επιπρόσθετα με τις ανωτέρω νομικές και νομολογιακές αρχές αναφορά θα πρέπει να γίνει και στις πρόνοιες του άρθρου 30
(1)του Περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 το οποίο δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για ύπαρξη αντιπαροχής υπέρ του κατόχου της επιταγής άρθρο το οποίο τυγχάνει εφαρμογής και στις επιταγές με βάση το άρθρο 73 του Κεφ. 262: Άρθρο 30
(1)«Κάθε μέρος του οποίου η υπογραφή εμφανίζεται σε συναλλαγματική θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έχει καταστεί μέρος αυτής για αξία.» Άρθρο 73 «Επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει. Εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Μέρος αυτό, οι διατάξεις του Νόμου αυτού που εφαρμόζονται σε συναλλαγματική πληρωτέα εν όψει εφαρμόζονται σε επιταγή.» Σημειώνεται πως το μαχητό τεκμήριο της αντιπαροχής, το οποίο δημιουργείται από τις πρόνοιες του άρθρου 30
(1)του Κεφ.262, ενεργοποιείται μόνο αφής στιγμής η παραπονούμενη η οποία φέρει και το βάρος απόδειξης, αποδείξει ότι είναι κάτοχος ή νομιμοποιημένος κομιστής της / των επίδικης/κων επιταγών/ής εν τη έννοια του νόμου και κατά συνέπεια στην νομιμοποίηση της στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης.[4] Στην Παναγιώτου v. Φουρνίδου, Ποιν. Έφ. 129/2011, ημερ. 18.12.2012, αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με το άρθρο 30
(1)του Κεφ. 262: «Για σκοπούς ολοκλήρωσης της εικόνας που αναδύεται μέσα από τη συγκεκριμένη θέση του εφεσείοντα, κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε ότι εκεί και όπου δημιουργείται το μαχητό τεκμήριο, το βάρος απόδειξης έλλειψης αντιπαροχής βαραίνει τον εκδότη της επιταγής, στη συγκεκριμένη περίπτωση τον εφεσείοντα. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στις υποθέσεις Ρωμανός ν. Χρυσάνθου
(1991)1 Α.Α.Δ. 991, Vasos Charalambides Limited v. Ψαρά
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 849, Cyprio Sun Holidays Limited v. A. Papouis Hotels Limited
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 107 και Heatron Co. Ltd. v. Σωκράτους,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1034. .....Το τεκμήριο (presumption) δημιουργείται στην περίπτωση όπου, επειδή ένα γεγονός έχει αποδειχθεί, η ύπαρξη ενός άλλου γεγονότος μπορεί να εξαχθεί φυσιολογικά ως συμπέρασμα, χωρίς να απαιτείται η απόδειξη του, απλά και μόνο γιατί είναι πιθανό το γεγονός αυτό να έλαβε χώρα. Σε μια τέτοια περίπτωση το γεγονός που τεκμαίρεται θεωρείται δεδομένο, εκτός βέβαια αν το αντίθετο αποδειχθεί από την άλλη πλευρά. Στην περίπτωση του Άρθρου 30
(1)του Νόμου, Κεφ. 262, το μαχητό τεκμήριο της αντιπαροχής, το οποίο όντως δημιουργείται από τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου, δεν ενεργοποιείται παρά μόνο αν αποδειχθεί, εκτός βέβαια και αν αυτό δεν αμφισβητείται, ότι ο παραπονούμενος είναι κάτοχος της επιταγής εν τη εννοία του Άρθρου 2 του Νόμου, Κεφ. 262. Σύμφωνα με τις εν λόγω πρόνοιες, ««Κάτοχος» σημαίνει το δικαιούχο ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση συναλλαγματικής ή γραμματίου το οποίο έχει αυτά στην κατοχή του ή τον κομιστή αυτών». ««Κομιστής»», σύμφωνα με το ίδιο άρθρο «σημαίνει το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του συναλλαγματική ή γραμμάτιο το οποίο είναι πληρωτέο στον κομιστή». (η έμφαση και υπογράμμιση είναι δική μου) Τελειώνοντας με το ζήτημα αυτό παραπέμπω επίσης στα όσα έχουν λεχθεί στην υπόθεση NIKIFOROS TECHNOLOGIES LTD ν. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Γ. ΧΡΗΣΤΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/4/2014: "Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αντιμετώπισε την ενώπιον του υπόθεση στην ορθή της διάσταση. Θεώρησε κατ΄ αρχάς ότι οι κατηγορίες δεν στοιχειοθετήθηκαν επειδή οι εφεσείοντες απέτυχαν να αποδείξουν με αξιόπιστη μαρτυρία το νόμιμο αντάλλαγμα των επιδίκων επιταγών. Τέτοια υποχρέωση δεν είχαν βεβαίως οι εφεσείοντες και το Δικαστήριο διέπραξε λάθος αρχής. Η ίδια η έκδοση των επιταγών συνεπάγεται την ύπαρξη νομίμου ανταλλάγματος." (η υπογράμμιση και έμφαση είναι του Δικαστηρίου) Επίσης σύμφωνα και με το άρθρο 29 του Κεφ.262, νομιμοποιημένος κομιστής είναι ο κάτοχος ο οποίος έλαβε συναλλαγματική, μεταξύ άλλων, υπό τον όρο ότι έλαβε τη συναλλαγματική καλή τη πίστει και για αξία και ότι κατά τον χρόνο κατά τον οποίο η συναλλαγματική μεταβιβάστηκε σε αυτόν, αυτός δεν είχε ειδοποίηση για οποιοδήποτε ελάττωμα[5] στον τίτλο του προσώπου το οποίο μεταβίβασε αυτή.[6] Στην υπόθεση Jones (R.E.) Ltd ν. Waring & Gillow Ltd
(1926)A.C. 670, αναφέρεται ότι «η έκφραση νομιμοποιημένος κομιστής, όπως καθορίζεται στο άρθρο 29, δεν περιλαμβάνει τον αρχικό δικαιούχο της επιταγής. Προτού ένα πρόσωπο καταστεί νομιμοποιημένος κομιστής πρέπει το έγγραφο αυτό να μεταβιβασθεί σε αυτόν και τούτο γιατί η αρχική παράδοση του εγγράφου της επιταγής ή της συναλλαγματικής δεν θεωρείται μεταβίβαση». Το ζήτημα του νομιμοποιημένου κομιστή εξετάστηκε στην σχετικά πρόσφατη απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 153/2011 ημερομηνίας 16.01.2013 Κλεάνθους v. Τύχωνος στην οποία αφού έγινε μία ανασκόπηση της νομολογίας σε σχέση με το άρθρο 305Α
(1)και
(2)και των αλλαγών που επήλθαν με την τροποποίηση του, το Ανώτατο Δικαστήριο διαφοροποιήθηκε από τα νομολογηθέντα στην Τομάζου v. Σαββίδη
(2010)2 Α.Α.Δ 626 και ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με τον νομιμοποιημένο κομιστή μέσα στην έννοια του πιο πάνω αναφερόμενου άρθρου (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου) «Το σκεπτικό της πρωτόδικης δικαστού είναι βεβαίως εσφαλμένο και επί των δικών του όρων. Όχι μόνο γιατί μέρος της επιταγής αφορούσε στα δικηγορικά του έξοδα τα οποία θα εισέπραττε μέσω του πελάτη του, αλλά και γιατί ο ίδιος ως κάτοχος της οπισθογραφημένης επιταγής εκ πρώτης όψεως κατέστη, σύμφωνα με το άρθρο 29, νομιμοποιημένος κομιστής. .................................. Στη Νεοφύτου έγινε επίσης αναφορά στην υπόθεση Λοΐζου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, στην οποία αναφέρθηκε ότι:- «Η φύση της επιταγής δεν επιτρέπει άλλη ερμηνεία. Είναι χρεόγραφο μεταβιβάσιμο και, σύμφωνα με το άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, ο κομιστής θεωρείται, εκ πρώτης όψεως, πως έδωσε αξιόλογη αντιπαροχή για τη λήψη της. Ο κομιστής, όπου δεν είναι το πρόσωπο επ' ονόματι του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, δεν γνωρίζει τις συνθήκες που εκδόθηκε. Κατά συνέπεια ο πιθανός παραπονούμενος, σε περίπτωση που αυτή δεν εξαργυρώνεται, δεν γνωρίζει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε και που είναι μόνο γνωστές στον εκδότη.» Τα πιο πάνω αντικατοπτρίζουν τις ορθές αρχές της νομολογίας. Η αναφορά σε αγώγιμο δικαίωμα είναι σε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εκδότη κατά την έκδοση της επιταγής, ώστε να πληρούται η προϋπόθεση για να καταστεί ο οποιοσδήποτε επόμενος κάτοχος της επιταγής, νομιμοποιημένος κομιστής. Εφόσον τούτο ικανοποιηθεί, δεν είναι αναγκαίο να καταδειχθεί αγώγιμο δικαίωμα του εν λόγω κομιστή ως προς την αρχική συναλλαγή που οδήγησε στην έκδοση της επιταγής» Οι αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων: Στην ουσία η κα. Ιωάννου με την προφορική της αγόρευση εισηγήθηκε πως οι πελάτες της θα πρέπει να αθωωθούν και απαλλαχθούν από το στάδιο αυτό στη βάση των ακόλουθων θέσεων: (α) στο γεγονός ότι οι Παραπονούμενοι και η Κατηγορούμενη 1 δεν είχαν μεταξύ τους οποιαδήποτε σχέση ούτε και γνωρίζονταν (β) δεν υπήρξε μεταξύ Παραπονουμένων και Κατηγορούμενης 1 οποιοδήποτε νόμιμο αντάλλαγμα (γ) δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος δηλαδή αυτό της έκδοσης της επιταγής (δ) δεν έχει αποδειχθεί ότι η επίδικη επιταγή φέρει την υπογραφή του κατηγορούμενου 2 (ε) δεν αποδείχθηκε ότι η επιταγή έχει παρουσιαστεί στην τράπεζα από την οποία εκδόθηκε βασιζόμενη στο γεγονός πώς η παρουσίαση της έγινε στην Ελληνική Τράπεζα και όχι στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμμοχώστου - Λάρνακας Λτδ. Τέλος βασίστηκε και στο γεγονός πως η υπόθεση θα πρέπει να απορριφθεί και για τον λόγο πως η μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο δικαστήριο είναι αντίθετη με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ως αυτές αναγράφονται στο κατηγορητήριο αφού καμιά αναφορά δεν γίνεται στην Ελληνική Τράπεζα και ούτε ο αριθμός λογαριασμού που παρουσιάστηκε μέσω του Τεκμηρίου 5 είναι ο ίδιος με αυτόν των λεπτομερειών των κατηγοριών. Ως ανέφερε η Κατηγορούσα Αρχή ως είναι νομολογημένο έχει υποχρέωση να καθορίσει στο κατηγορητήριο όλα τα γεγονότα που αφορούν το αδίκημα για να μπορούν και οι κατηγορούμενοι να ετοιμάσουν την υπεράσπιση τους και να μην τύχουν παραπλάνησης και η μαρτυρία θα πρέπει να συνάδει με τις λεπτομέρειες κατηγορίας. Να υπενθυμιστεί στο στάδιο αυτό ότι το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση σχολιασμού κάθε απόφασης που παρουσιάζεται από διάδικο εκτός και αν αυτή είναι καθοριστική για τα επίδικα ζητήματα. Ακόμη, δεν έχει υποχρέωση να απαντά σε κάθε επιχείρημα που προβάλλεται, το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (Βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486.)[7] Εκτίμηση Δικαστηρίου: Λαμβάνοντας υπόψη την τεθείσα ενώπιον μου μαρτυρία, χωρίς να γίνεται σε αυτήν οποιαδήποτε αξιολόγηση ή εξαγωγή συμπερασμάτων στο παρόν στάδιο και αντικειμενικά πάντοτε θεωρούμενη κρίνω υπό τις περιστάσεις ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορούμενων στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου δεν έχω ικανοποιηθεί ότι αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων ή ότι η τεθείσα μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πιεστικότητας που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει τους Κατηγορούμενους. Με όλο τον προσήκοντα σεβασμό προς την ευπαίδευτη συνήγορο των Κατηγορουμένων δεν μπορώ να δεχθώ τις θέσεις της ότι θα πρέπει οι πελάτες της να αθωωθούν και απαλλαχθούν από το στάδιο αυτό για τον λόγο ότι δεν έχει αποδειχθεί οποιοδήποτε αντάλλαγμα ή σχέση μεταξύ των Παραπονουμένων και της Κατηγορούμενης 1 καθότι κάτι τέτοιο παραγνωρίζει πλήρως την νομική πτυχή που διέπει την υπό εξέταση υπόθεση και σχετίζεται κυρίως στη δυνατότητα ενός προσώπου στο οποίο μεταβιβάζεται μια ανοικτή - λευκή επιταγή (συναλλαγματική) την οποία λαμβάνει καλή τη πίστει, για αξία και δεν ειδοποιείται για οποιοδήποτε ελάττωμα και η οποία μεταβίβαση του δίνει το δικαίωμα να συμπληρώσει ο ίδιος το όνομα του στη θέση του δικαιούχου και να ζητήσει την εξαργύρωση της υπό την ιδιότητα του πλέον ως νομιμοποιημένος κομιστής. Επιπρόσθετα η επιχειρηματολογία της κας. Ιωάννου σε σχέση με την απουσία ανταλλάγματος παραγνωρίζει και το μαχητό τεκμήριο της ύπαρξης αντιπαροχής σε σχέση με την επιταγή το οποίο δημιουργείται υπέρ των παραπονουμένων ως των κατόχων της επιταγής. Από την τεθείσα μαρτυρία και χωρίς επαναλαμβάνω αυτή να αξιολογείται στο παρόν στάδιο αυτό που προωθείται από πλευράς παραπονουμένων είναι πως η επίδικη επιταγή έγινε κατάθεση από μέρους τους στην Τράπεζα Κύπρου και στην συνέχεια για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί παρουσιάστηκε στην Ελληνική Τράπεζα ως την τράπεζα που ανέλαβε τον χειρισμό του επίδικου λογαριασμού εις αντικατάσταση της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ και προηγούμενα του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Αμμοχώστου - Λάρνακας Λτδ όπου και δεν εξαργυρώθηκε λόγω του κλεισίματος του λογαριασμού. Η εμπλοκή του Κατηγορούμενου 2 ως το πρόσωπο που υπογράφει ως οι Παραπονούμενοι υποστηρίζουν την επίδικη επιταγή θα κριθεί στο τέλος με την τελική απόφαση του Δικαστηρίου θέση η οποία προωθήθηκε μέσω της μαρτυρίας του ΜΚ2 και θα τύχει της ανάλογης αξιολόγησης. Δεν μπορώ να παραγνωρίσω επίσης και την ύπαρξη του μαχητού τεκμηρίου που δημιουργεί το εδάφιο 3 του άρθρου 305 Α του Κεφ. 154 όσον αφορά το αληθές του περιεχομένου των σφραγίδων που τοποθετεί μια τράπεζα σε επιταγή. Σε σχέση με την επίδικη επιταγή φαίνεται πως εκτός από την σφραγίδα ότι η επιταγή κατατέθηκε στην Τράπεζα Κύπρου στις 22.10.2019 υπάρχει και σφραγίδα ημερομηνίας 23.10.2019 ότι ο λογαριασμός έκλεισε ενώ καμία σφραγίδα δεν έχει τοποθετηθεί π.χ. ότι η υπογραφή του εκδότη διαφέρει. Σύμφωνα και με την σχετική νομολογία που αναφέρεται ανωτέρω μπορεί να συναχθεί σε τέτοιες περιπτώσεις όπως και η υπό εξέταση πως το πρόβλημα για την τράπεζα δεν ήταν η αναγνώριση του εκδότη (της υπογραφής του ή του εξουσιοδοτημένου προσώπου που για αυτόν υπέγραφε), αλλά το γεγονός ότι αυτή δεν μπορούσε να εξαργυρωθεί λόγω του γεγονότος ότι ο λογαριασμός ήταν κλειστός. Στρεφόμενος και προς την ισχυριζόμενη από πλευράς υπεράσπισης θέση η οποία προωθήθηκε κατά την αντεξέταση περί της μη γνώσης ιδίως του Κατηγορούμενου 2 για το κλείσιμο του επίδικου λογαριασμού πρόσωπο το οποίο είναι ο μοναδικός διευθυντής και γραμματέας (σχετικό το Τεκμήριο 3 το οποίο δεν αμφισβητήθηκε) της κατηγορούμενης 1 υπενθυμίζεται αυτό που η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναγνωρίζει ιδιαίτερα σε πολύ πρόσφατες Ποινικές Εφέσεις αναφορά των οποίων έγινε ανωτέρω περί της υποχρέωσης επίδειξης εύλογης επιμέλειας εκ μέρους των υπογράφοντων επιταγών εταιρείας. Μάλιστα ο όρος ΄΄γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν'' είναι αυτός που δημιουργεί την υποχρέωση αυτή με επιφορτισμένο μάλιστα καθήκον να μην επιδεικνύουν αδιαφορία ή απερισκεψία (recklessness) αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδίδεται, παραδίδεται και παρουσιάζεται προς πληρωμή μια επιταγή. Στρεφόμενος τέλος προς την εισήγηση πως οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να αθωωθούν και απαλλαχθούν από το στάδιο αυτό λόγω του ότι η μαρτυρία που τέθηκε από πλευράς Παραπονουμένων δεν συνάδει με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών και που αφορούν κυρίως την απουσία αναφοράς στις λεπτομέρειες κατηγορίας στην Ελληνική Τράπεζα και τον αριθμό λογαριασμού που παρουσιάζεται επί του Τεκμηρίου 5 δεν με βρίσκει σύμφωνο ούτε και σύμφωνο με βρίσκει η θέση ότι προκύπτει δυσμενής επηρεασμός της υπεράσπισης. Ήταν και είναι ξεκάθαρο το τι είναι αυτό που έκαστος κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και αυτό δεν είναι άλλο από το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής και ιδιαίτερα σε σχέση με συγκεκριμένη επιταγή συγκεκριμένου ποσού η οποία εκδόθηκε ως οι Παραπονούμενοι καταλογίζουν από την Κατηγορούμενη 1 μέσω του τότε τραπεζικού τους ιδρύματος ήτοι το ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ - ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΛΤΔ και αυτό ήταν αρκετό για την υπεράσπιση για να γνωρίζει το τι ακριβώς της καταλογιζόταν και να προετοιμαστεί επαρκώς και κατάλληλα και σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να παραπλανηθεί. Η εμπλοκή της Ελληνικής Τράπεζας που ακολούθησε και τα ζητήματα αλλαγής / μετατροπής του αριθμού του τραπεζικού λογαριασμού ήταν και είναι ζήτημα καθαρά μαρτυρίας που θα παρουσιαζόταν από πλευράς Παραπονουμένων για σκοπούς στοιχειοθέτησης των όσων στους Κατηγορούμενους καταλογίζονται και όχι καταγραφής τους στις λεπτομέρειες των Κατηγοριών. Για σκοπούς μάλιστα πληρότητας και μόνο σημειώνω πως στο υφιστάμενο κατηγορητήριο και τις λεπτομέρειες κατηγορίας γίνεται αναφορά στις αρχικές συγχωνεύσεις του ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΛΤΔ με άλλα τραπεζικά ιδρύματα ή εταιρείες που συστάθηκαν προς το σκοπό αυτό και η περαιτέρω αναγραφή άλλων στοιχείων δεν ήταν υπό τις περιστάσεις αναγκαία. Υπενθυμίζεται πως η πλευρά των Παραπονουμένων αυτό το οποίο προωθεί με την μαρτυρία που έχει παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου και η οποία τονίζεται για ακόμα μια φορά πως στο παρόν στάδιο δεν αξιολογείται ούτε και εξάγονται από αυτήν οποιαδήποτε οριστικά συμπεράσματα είναι πως οι Παραπονούμενοι έλαβαν την επίδικη ανοικτή ως προς το όνομα επιταγή και με εκδότη την Κατηγορούμενη 1 από τον πελάτη τους Νικολάου για την αποπληρωμή του κόστους του service του αυτοκινήτου του με αριθμό εγγραφής NHM458. Στην συνέχεια οι Παραπονούμενοι συμπλήρωσαν το δικό τους όνομα στην θέση του δικαιούχου και αιτήθηκαν την εξαργύρωση της χωρίς όμως η εξαργύρωση αυτή να επιτευχθεί λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός. Περαιτέρω εμπλέκουν στην υπόθεση και τον Κατηγορούμενο 2 ως το πρόσωπο που υπέγραψε για λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 την επίδικη επιταγή. Όλα τα πιο πάνω είναι αρκετά να καλέσουν τους κατηγορούμενους σε απολογία και χωρίς ως επαναλαμβάνω για πολλοστή φορά να γίνεται στο παρόν στάδιο αξιολόγηση της μαρτυρίας ή κατάληξη σε συμπεράσματα και ευρήματα. Κατάληξη: Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων σε μία έκαστη των κατηγοριών που αυτοί αντιμετωπίζουν και ως εκ τούτου αυτοί καλούνται σε απολογία. (Υπ.) ....................................... N. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Private Criminal/Interim (Αναφορά: Ακάλυπτη Επιταγή - Λευκή Επιταγή - Νομιμοποιημένος Κομιστής - Συνεργός - Εκ Πρώτης Όψεως) [1] Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factrory Ltd
(2003)2 A.A.Δ. 261, αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη αλλά η αστική ευθύνη βαρύνει την εταιρεία που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν όπως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα ως αυτουργοί δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αποδειχθεί πρώτον η ένοχη πράξη (actus reus) από τον συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση (β) σε αδίκημα και δεύτερον η ένοχη διάνοια (mens rea), η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για τον συνεργό είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτείται πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Στην υπόθεση Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης ν. GASTOP BOUTIQUE LTD κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 161/2014, ημερομηνίας 30.6.2017 λέχθηκε ότι: «είναι θεμελιωμένο ότι ένας διευθυντής ή διευθύνων σύμβουλος μιας εταιρείας, ο οποίος υπογράφει επιταγή (της εταιρείας) άνευ αντικρίσματος, κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε, μπορεί να έχει ποινική ευθύνη δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως συνεργός, εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις (Δέστε: Ajini και Άλλη ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ, 319)». Περαιτέρω, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Παυλόπουλος (ανωτέρω) και στην υπόθεση Militos Trading Limited v. Μαλέκκου,
(2012)2 Α.Α.Δ. 609, η συνέργεια σε σχέση με το αδίκημα του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα επιτελείται κατά τον χρόνο της υπογραφής της επιταγής. Θα πρέπει, βεβαίως, να προστεθεί ότι η ένοχη διάνοια κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί, στις κατάλληλες περιπτώσεις, με περιστατική μαρτυρία (Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73 και Παντελή ν. Κωνσταντίνου
(2001)2 Α.Α.Δ. 708). Στην υπόθεση Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Ορφανίδη, Ποινικές Εφέσεις αρ. 102/14 και 115/14, ημερομηνίας 22.10.2015, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε ζήτημα γνώσης και ένοχης διάνοιας του υπογράφοντος επιταγή μιας εταιρείας και ανέφερε ότι το στοιχείο της γνώσης ανάγεται συνήθως στην πνευματική λειτουργία των κατηγορούμενων και η κατηγορούσα αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη γνώση. Στην υπόθεση Θεοχάρους (ανωτέρω) ο ένας εφεσίβλητος ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και εκτελεστικός σύμβουλος της εταιρείας και η άλλη εφεσίβλητη ήταν σύζυγος του πρώτου και εξουσιοδοτημένη να υπογράφει επιταγές της εταιρείας. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι και οι δύο εφεσίβλητοι γνώριζαν ή «όφειλαν να γνωρίζουν» ότι ο λογαριασμός της εταιρείας είχε παγοποιηθεί από προηγουμένως και ότι για την πληρωμή των επιταγών που εξέδωσαν θα έπρεπε να υπάρχει διαθέσιμο υπόλοιπο, που δεν υπήρχε, και αυτό παρά το ότι κατά τον ίδιο χρόνο είχαν τιμηθεί άλλες επιταγές της εταιρείας. Στην υπόθεση Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης ν. GASTOP BOUTIQUE LTD κ.ά., (πιο πάνω) λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα ακόλουθα: «Συμφωνούμε με την απόφαση Θεοχάρους (ανωτέρω) και θεωρούμε ότι ο όρος «γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν», που χρησιμοποιήθηκε σε εκείνη την απόφαση, δημιουργεί την υποχρέωση επίδειξης εύλογης επιμέλειας εκ μέρους των υπογραφόντων επιταγές εταιρειών και καθήκον να μην επιδεικνύουν αδιαφορία ή απερισκεψία (recklessness) αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδίδεται, παραδίδεται και παρουσιάζεται προς πληρωμή μια επιταγή. Το γεγονός ότι ένας διοικητικός σύμβουλος εταιρείας με δικαίωμα υπογραφής επιταγών της εταιρείας δεν έχει ενεργό ανάμειξη στις καθημερινές εργασίες της εταιρείας δεν τον απαλλάσσει από το καθήκον επιμέλειας αναφορικά με το κατά πόσον οι επιταγές που εκδίδονται με δική του υπογραφή συμπληρωμένες ή εν λευκώ θα τιμηθούν, κατά την παρουσίαση τους, ή όχι. Συναφώς παρατηρούμε ότι προηγούμενη υπεράσπιση που υπήρχε στο άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με την οποίαν κάποιος δεν θεωρείτο ένοχος αν μπορούσε να αποδείξει ότι κατά το χρόνο που εξέδωσε την επιταγή είχε εύλογη αιτία να πιστεύει ότι κατά την εμφάνιση της θα υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για την εξόφληση της, καταργήθηκε, όπως παρατήρησε το Εφετείο και στην Παυλόπουλος (ανωτέρω). Επομένως ούτε η μή ανάμειξη της εφεσίβλητης 2 στις καθημερινές οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας αλλά ούτε και η υπόσχεση, γενική και αόριστη, του συζύγου της, ότι θα κατέθετε τα λεφτά που θα εισέπραττε από μια δικαστική υπόθεση του, στο λογαριασμό της εταιρείας από τον οποίο εκδόθηκε η επιταγή, θα μπορούσαν να αποτελέσουν υπεράσπιση για την εφεσίβλητη 2 στο αδίκημα του άρθρου 20 (γ) του Ποινικού Κώδικα σε συνάρτηση με το άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα». [2] Αυτουργοί 20. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει το ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη. [3] Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, βάσει του Άρθρου 305Α
(1), του Κεφαλαίου 154, όπως επιβεβαιώθηκαν στην υπόθεση Γεώργιος Κλεόπας και Yιοι Ltd v. Vrontis Builders Ltd κ.α., Ποινική Έφεση αριθμός 90/14, ημερ. 20.10.16, είναι τα ακόλουθα: «Η αντικειμενική υπόσταση (reus actus) του αδικήματος του Άρθρου 305 Α.1, στοιχειοθετείται με την έκδοση επιταγής, την παρουσίασή της στο πιστωτικό ίδρυμα του οποίου εκδόθηκε μετά ή κατά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, τη μη εξόφληση της επιταγής λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων, ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασής της και στη συνέχεια, τη μη πληρωμή της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της.». [4] Το άρθρο 30
(2)του Κεφ. 262 προβλέπει ότι κάθε κάτοχος συναλλαγματικής (και κατ' επέκταση επιταγής), θεωρείται, εκ πρώτης όψεως, ότι είναι νομιμοποιημένος κομιστής, εκτός εάν αποδειχθεί ότι η έκδοση ή διαπραγμάτευση της επιταγής επηρεάζεται από δόλο, εξαναγκασμό ή βία, φόβο ή παρανομία, οπόταν τεκμαίρεται ότι δεν είναι νομιμοποιημένος κομιστής. [5] άρθρο 29
(1)(β) του Κεφ.262 [6] Η κυριότερη αποστολή της επιταγής, ως αξιογράφου, είναι ότι αποτελεί μέσον κυκλοφορίας αξιών (βλ.Trans Middle East Trading v. Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 243, James Lamont & Co v. Hyland Ltd
(1958)1 K.B. 585). Για την εκπλήρωση της λειτουργίας αυτής είναι απαραίτητο να προστατευθεί ο καλής πίστεως κομιστής, ο οποίος δέχεται την επιταγή με την πεποίθηση ότι θα μπορέσει να εξασφαλίσει την απαίτηση του, που δεν είναι άλλη από την είσπραξη του ποσού, και ότι δεν θα ευρεθεί προ ενστάσεων που θα αναιρούν την απαίτηση αυτή. Δεν είναι δυνατόν βέβαια να αποκλειστούν όλες γενικά οι ενστάσεις, αλλά σημειώνεται οι ενστάσεις που μπορούν να προβληθούν είναι περιορισμένες. Η αρχή του αποκλεισμού των ενστάσεων έναντι του νομιμοποιημένου κομιστή προκύπτει από το άρθρο 38 του Περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ.262. Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο αυτό ο νομιμοποιημένος κομιστής «κατέχει τη συναλλαγματική απαλλαγμένη από οποιοδήποτε ελάττωμα στον τίτλο των προηγούμενων μερών, καθώς επίσης από απλές προσωπικές υπερασπίσεις που είναι προσιτές στα προηγούμενα μέρη μεταξύ τους και δύναται να επιβάλει πληρωμή εναντίον όλων των μερών που ευθύνονται στη συναλλαγματική». Ακόμη και αν ο τίτλος είναι ελαττωματικός, ο νομιμοποιημένος κομιστής «(i) αποκτά καλό και πλήρη τίτλο στη συναλλαγματική, και (ii) αν λάβει πληρωμή της συναλλαγματικής το πρόσωπο το οποίο πληρώνει αυτόν κατά τον προσήκοντα τρόπο λαμβάνει έγκυρη εξόφληση της συναλλαγματικής.». [7] Μ.Φ. Χ. v. Μ.Χ., ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 22/2018, 28/9/2021 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.