← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Μασούρας κ.α., Υπόθεση Αρ.:9141/20, 27/1/2022

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Μασούρας κ.α., Υπόθεση Αρ.:9141/20, 27/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2022:1 ΜΟΝΙΚΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ. Χρ. Παρπόττα, Α.Ε.Δ. Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.:9141/20 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν.

  1. XXXXX Μασούρας
  2. XXXXX Κωνσταντίνου Κατηγορούμενοι 27 Ιανουαρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Μ. Κουτσόφτας Για τον Κατηγορούμενο 1: κος Λ. Κυριακίδης Για τον Κατηγορούμενο 2: κος Θ. Αθανασίου μαζί με κο Δ. Τσολακίδη Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες --------------------------------------------- Π Ο Ι Ν Η ____________ Κατόπιν παραδοχής, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίθηκαν ένοχοι στην δεύτερη κατηγορία για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, ήτοι 247,7 γραμμάρια κάνναβης, καθώς επίσης και στην τρίτη κατηγορία για το αδίκημα της κατοχής της προαναφερόμενης ποσότητας με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Ο Κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε επίσης την τέταρτη κατηγορία για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, ήτοι μία πλαστική σέσουλα με ίχνη κοκαΐνης. Με την παραδοχή των Κατηγορουμένων 1 και 2 στις κατηγορίες 2 και 3 και την παραδοχή του Κατηγορούμενου 1 στην κατηγορία 4, οι κατηγορίες 1 και 5 έως 13 αναστάληκαν. Tα γεγονότα όπως έχουν εκτεθεί από τον ευπαίδευτο εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, χωρίς να αμφισβητηθούν, έχουν ως ακολούθως: Στις 10/5/2020 λήφθηκε πληροφορία στην ΥΚΑΝ ότι ο Κατηγορούμενος 2 θα μετέβαινε στην Λάρνακα για να μεταφέρει σε άλλο πρόσωπο μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών με την μοτοσυκλέτα του, μάρκας ΚΤΜ. Μέλη της ΥΚΑΝ περί ώρα 18:00 μετέβηκαν τόσο στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λάρνακας όσο και στον παλαιό δρόμο Λευκωσίας - Λάρνακας στην περιοχή Λυμπιών - Αθηαίνου προς εντοπισμό, ανακοπή και έρευνα του Κατηγορούμενου
  3. Περί ώρα 19:00 εντοπίστηκε στον παλαιό δρόμο Λυμπιών προς Αθηαίνου, μοτοσυκλέτα μάρκας ΚΤΜ, χρώματος γκρίζου, χωρίς πινακίδες εγγραφής, όμοια με την μοτοσυκλέτα του Κατηγορούμενου 2, με δύο επιβαίνοντες, οι οποίοι φορούσαν και οι δύο κράνος. Μέλος της ΥΚΑΝ είδε μία συσκευασία να φεύγει από την μοτοσυκλέτα και να καταλήγει στη μέση του δρόμου κάτω από την αερογέφυρα παρά την έξοδο Αθηαίνου. Αμέσως σταμάτησε, κατέβηκε από το υπηρεσιακό όχημα, πλησίασε τη συσκευασία η οποία μύριζε έντονα κάνναβη και επρόκειτο για μία τετράγωνη συσκευασία περιτυλιγμένη με διαφανές νάιλον άσπρο χαρτί και καφέ κολλητική ταινία. Το μέλος αυτό της ΥΚΑΝ αμέσως αποχώρησε και ταυτόχρονα στο μέρος έφτασε άλλο μέλος της ΥΚΑΝ, το οποίο παρέμεινε στο μέρος για φύλαξη του τεκμηρίου. Περί ώρα 19:06 η μοτοσυκλέτα με τους δύο επιβαίνοντες εντοπίστηκε να κινείται παρά το στρατόπεδο Κόσιης με κατεύθυνση την Λάρνακα. Μετά από πάροδο περίπου 2' λεπτών, εντοπίστηκε να κινείται στο δρόμο της Κόσιης με κατεύθυνση Λύμπια - Αθηαίνου. Περί ώρα 19:13 σταμάτησε στην λωρίδα ασφαλείας του παλαιού δρόμου Λυμπιών - Κόσιης στο ΑΛΤ της εξόδου του αυτοκινητόδρομου Λευκωσίας - Λάρνακας, παρά την Αθηαίνου. Οι δύο επιβαίνοντες της μοτοσυκλέτας εντοπίστηκαν πεζοί να κατευθύνονται προς το σημείο που βρισκόταν η συσκευασία με την κάνναβη. Μέλος της ΥΚΑΝ υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα σε ένα από τα δύο πρόσωπα, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε «Δεν έκαμα τίποτε». Ακολούθως, εξακρίβωσε τα στοιχεία του και ότι επρόκειτο για τον 1ον Κατηγορούμενο. Άλλο μέλος της ΥΚΑΝ πλησίασε το άλλο πρόσωπο, όπου και αναγνώρισε ότι ήταν ο 2ος Κατηγορούμενος. Ακολούθως, μέλος της ΥΚΑΝ ερεύνησε σωματικά τον Κατηγορούμενο 1, όπου στην κατοχή του εντοπίστηκαν 3 κινητά τηλέφωνα, τα οποία, αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, απάντησε ότι είναι δικά του. Επίσης στην κατοχή του εντοπίστηκε μία πλαστική σέσουλα, η οποία περιείχε ίχνη άσπρης σκόνης ομοιάζουσα με κοκαΐνη. Αμέσως του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε «Εν κοκαΐνη». Αμέσως, μέλος της ΥΚΑΝ συνέλαβε τον Κατηγορούμενο 1 για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής ναρκωτικών, ήτοι κοκαΐνης, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και αυτός δεν απάντησε οτιδήποτε. Άλλο μέλος της ΥΚΑΝ, το οποίο βρισκόταν μαζί με τον Κατηγορούμενο 2 λίγα μέτρα πιο πέρα, ο οποίος άκουσε τα λεχθέντα κατά την σύλληψη του Κατηγορούμενου 1, αμέσως πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο 2 ότι είναι υπό σύλληψη, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και αυτός δεν έδωσε καμία απάντηση. Σχεδόν ταυτόχρονα με την σωματική έρευνα που γινόταν στον Κατηγορούμενο 1, έγινε σωματική έρευνα και στον Κατηγορούμενο 2, όπου στην κατοχή του εντοπίστηκαν 3 κινητά τηλέφωνα, ένα πορτοφόλι που περιείχε €170, μία δέσμη κλειδιά και ένα ψαλίδι κλαδέματος. Αφού πληροφορήθηκε ότι όλα τα ανευρεθέντα θα παραληφθούν ως τεκμήρια και του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, απάντησε «Εν δικά μου, κάμε την δουλειά σου όπως ξέρεις». Στην συνέχεια, σε κοντινή απόσταση, κάτω από την αερογέφυρα των Λυμπιών, στην άκρη του δρόμου, στην παρουσία των Κατηγορουμένων 1 και 2, μέλος της ΥΚΑΝ υπέδειξε σε άλλο μέλος ένα πακέτο τυλιγμένο σε διαφανές νάιλον και χαρτί, με ένα κομμάτι πλαστικής ταινίας, εντός του οποίου υπήρχε συμπιεσμένη ουσία, όμοια με κάνναβη. Αφού το μέλος της ΥΚΑΝ πήρε τις κατάλληλες προφυλάξεις, έκανε τομή με μεταλλική λεπίδα στο πακέτο και εκ πρώτης όψεως διαπίστωσε ότι ήταν κάνναβη. Ρώτησε τους Κατηγορούμενους 1 και 2 σε ποιόν ανήκει η συσκευασία με την ποσότητα κάνναβης και δεν απάντησαν οτιδήποτε. Αμέσως μετά, το μέλος της ΥΚΑΝ, παίρνοντας τις κατάλληλες προφυλάξεις, συσκεύασε και σφράγισε σε καφέ φάκελο τη συσκευασία με την κάνναβη και κάλεσε τους Κατηγορούμενους 1 και 2 να υπογράψουν την σφράγιση, πράγμα που έπραξαν. Κατά τη διάρκεια της παραλαβής των τεκμηρίων, λήφθηκε αριθμός φωτογραφιών. Στις 11/5/2020 οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 συνελήφθησαν δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Την ίδια ημέρα οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρουσιάστηκαν ενώπιον του Ε.Δ. Λευκωσίας, το οποίο διέταξε την παραπομπή τους σε Αστυνομική κράτηση για 8 ημέρες. Στις 13/5/2020 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λευκωσίας λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο 1 ανακριτική κατάθεση, αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο και στην παρουσία των δικηγόρων του. Ο Κατηγορούμενος 1, στις ουσιώδεις ερωτήσεις, απάντησε «Ό,τι έχω να πω, θα το πω στο Δικαστήριο». Στις 14/5/2020 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λευκωσίας λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο 2 ανακριτική κατάθεση, αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο και στην παρουσία των δικηγόρων του. Ο Κατηγορούμενος 2, σε όλες τις ερωτήσεις, απάντησε «Ό,τι έχω να πω, θα το πω στο Δικαστήριο.» Στις 16/5/2020 στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού λήφθηκε δεύτερη ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο 2, αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο. Ο Κατηγορούμενος 2 σε όλες τις ερωτήσεις απάντησε «Ό,τι έχω να πω, θα το πω στο Δικαστήριο.» Από τις επιστημονικές εξετάσεις που έγιναν, διαφάνηκε ότι η ποσότητα κάνναβης ανερχόταν στα 247,7 γραμμάρια κάνναβης, ενώ τα ίχνη, τα οποία ανευρέθηκαν στην πλαστική σέσουλα, ήταν κοκαΐνη. Στα πλαίσια έκθεσης των γεγονότων, ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 είναι λευκού ποινικού μητρώου. Στην αγόρευσή του, ο κος Κυριακίδης εκ μέρους του Κατηγορούμενου 1, αφού αναγνώρισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο Κατηγορούμενος 1, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του ως μετριαστικούς παράγοντες τα ακόλουθα: · Την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία ήταν άμεση μετά την αναστολή κάποιων εκ των κατηγοριών που του αποδίδονταν. · Το λευκό ποινικό του μητρώο. · Το νεαρό της ηλικίας του, ενόψει του ότι κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ήταν μόλις 16 ετών. · Τις προσωπικές του περιστάσεις, ως καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. · Τη συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές για σκοπούς ένταξής του σε πρόγραμμα απεξάρτησης. · Την ένταξή του σε θεραπευτικό πρόγραμμα, το οποίο ολοκλήρωσε (Τεκμήρια Α και Β). · Ότι επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό. Καταληκτικά, ο κος Κυριακίδης εισηγήθηκε πως στην περίπτωση του Κατηγορούμενου 1 συντρέχουν εκείνες οι προϋποθέσεις για αναστολή της οποιασδήποτε ποινής φυλάκισης του επιβληθεί. Ο κος Αθανασίου στη δική του αγόρευση εκ μέρους του Κατηγορούμενου 2 υιοθέτησε το κείμενο της εμπεριστατωμένης γραπτής αγόρευσής του, στην οποία, αφού αναγνωρίζει τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο Κατηγορούμενος 2, μεταφέρει την απολογία του προς στο Δικαστήριο, την Αστυνομία και την κοινωνία γενικότερα. Επίσης, αναφέρεται στην ντροπή που αισθάνεται ο Κατηγορούμενος 2 προς την οικογένεια του και την αρραβωνιαστικιά του για την απαράδεκτη συμπεριφορά του. Ως μετριαστικούς παράγοντες, τους οποίους πρέπει να λάβει υπόψη το Δικαστήριο, επικαλέστηκε: · Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του, ως αυτές καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. · Την άμεση παραδοχή του. Ήταν η θέση του ότι δικαιωματικά μπορεί να γίνεται λόγος για άμεση παραδοχή και μεταμέλεια αφού αρχικά είχε καταχωρηθεί ένα πολύ βαρύ κατηγορητήριο, το οποίο όμως διαφέρει κατά παρασάγγας από τις δύο εναπομείνασες κατηγορίες. Αποτέλεσμα δε της άμεσης παραδοχής είναι η εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου και δημοσίου χρήματος, καθώς επίσης και εξοικονόμηση χρόνου από τις διωκτικές αρχές. · Το λευκό ποινικό του μητρώο, γεγονός που καταδεικνύει ότι η επίδικη παραβατική του συμπεριφορά αποτελεί ένα μεμονωμένο γεγονός και ταυτόχρονα τεκμηριώνει και τον καλό του χαρακτήρα. · Το νεαρό της ηλικίας του. · Την μεταβολή των προσωπικών και οικογενειακών συνθηκών του, σημειώνοντας ότι ο Κατηγορούμενος 2 πλέον είναι αρραβωνιασμένος, φοιτά στο 2ο εξάμηνο στον κλάδο νομικής του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου και διαχειρίζεται την εταιρεία του, στοιχεία τα οποία προέκυψαν μεταγενέστερα της τέλεσης των αδικημάτων. · Το χρόνο που διέρρευσε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την επιβολή ποινής και το γεγονός ότι η διαγωγή του μετά το συμβάν ήταν άμεμπτη. Σημειώνοντας ότι η διάπραξη των αδικημάτων έλαβε χώρα στις 10/5/2020, ήτοι πριν από 20 περίπου μήνες. · Τη μη αποκόμιση οφέλους από την παραβατική συμπεριφορά του, καθώς και ότι δεν υπήρξε οποιοδήποτε στοιχείο που να αποδεικνύει οποιοδήποτε σχεδιασμό εκ μέρους του για την επίτευξη του παράνομου σκοπού. · Τις επιπτώσεις στις σπουδές του σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης, καθώς επίσης και στην οικογένεια του, σημειώνοντας ότι ο Κατηγορούμενος 2 είναι ο μοναδικός αρωγός στην οικογένεια του, αλλά ταυτόχρονα και ο προστάτης του 16χρονου αδελφού του, αφού η μητέρα του αντιμετωπίζει σοβαρής μορφής κατάθλιψη από την ημερομηνία σύλληψής του, με αποτέλεσμα να λαμβάνει μέχρι και σήμερα φαρμακευτική αγωγή (Τεκμήριο 3). · Τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, σημειώνοντας ότι ο Κατηγορούμενος 1 παρακάλεσε τον Κατηγορούμενο 2 να τον μεταφέρει στη Λάρνακα, αφού ο Κατηγορούμενος 1 δεν είχε μεταφορικό μέσο και ήθελε να μεταβεί στη Λάρνακα. Χωρίς αρχικά ο Κατηγορούμενος 2 να γνωρίζει τον λόγο για τον οποίο ο Κατηγορούμενος 1 του ζήτησε να τον μεταφέρει στην Λάρνακα, αυτός αποδέχτηκε αφού πάντοτε τον βοηθούσε σε διάφορα θέματα λόγω της άριστης φιλικής τους σχέσης. Καθ' οδόν προς την Λάρνακα ο Κατηγορούμενος 2 ρώτησε τον Κατηγορούμενο 1 πού επιθυμούσε να μεταβεί και το σκοπό της μετάβασης του και τότε ο τελευταίος αποκάλυψε στον Κατηγορούμενο 2 το λόγο που ήθελε να μεταβεί στην Λάρνακα και τον παράνομο σκοπό του. Ο Κατηγορούμενος 2, λόγω και του νεαρού της ηλικίας του, σκεπτόμενος εντελώς επιπόλαια, συνέχισε την πορεία του παρέχοντας συνδρομή στην κατοχή και μεταφορά της επίδικης ποσότητας, η οποία δεν άνηκε στον Κατηγορούμενο
  4. Ανέφερε επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος 2, ουσιαστικά, από την στιγμή που συνέχισε την πορεία του, εντάχθηκε σε μία κατάσταση πραγμάτων που μπορεί να χαρακτηριστεί ότι εκτελούσε χρέη «διανομέα» της επίδικης ποσότητας ναρκωτικών, εξυπηρετώντας με αυτόν τον τρόπο τη μεταφορά. Ήταν επίσης η θέση του κου Αθανασίου ότι σε καμία περίπτωση οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 ήταν οι ιθύνοντες πίσω από τα διαπραχθέντα αδικήματα και αμφότεροι μπορούν να χαρακτηριστούν ως «διανομείς» και όχι ως οργανωμένοι έμποροι. Υπό αυτές τις περιστάσεις, υποστήριξε ο συνήγορος Υπεράσπισης, ο Κατηγορούμενος 2 δικαιούται να προσβλέπει σε επιεικέστερη μεταχείριση από εκείνη που θα τύγχανε ένας οργανωμένος έμπορος ναρκωτικών ή ο πρωτεργάτης ή ο ιθύνων νους πίσω από την επιχείρηση διακίνησης των ναρκωτικών. · Την απουσία οποιουδήποτε επιβαρυντικού παράγοντα από αυτούς που απαριθμούνται στο άρθρο 30

(4)(α) του Ν.29/77 και την ύπαρξη παραγόντων που καθιστούν το αδίκημα λιγότερο σοβαρό σύμφωνα με το άρθρο 30
(4)(β) του Ν.29/77. Καταληκτικά, υπήρξε εισήγηση από τον κο Αθανασίου ότι στην παρούσα υπόθεση, πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας και της νομολογίας, ώστε η ποινή φυλάκισης που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 2 να ανασταλεί με την ταυτόχρονη έκδοση διατάγματος επιτηρήσεως. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αφορούν ναρκωτικά είναι δεδομένη και αυτή αντικατοπτρίζεται στις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές. Ειδικότερα, για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια (δεύτερη κατηγορία) προβλέπεται ποινή φυλάκισης δια βίου ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές, ενώ για το αδίκημα της απλής κατοχής τους (τρίτη κατηγορία) προβλέπεται ποινή φυλάκιση 8 έτη ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές. Όσον αφορά το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α (τέταρτη κατηγορία) προβλέπεται ποινή φυλάκισης 12 έτη ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές. Η ανησυχητική συχνότητα με την οποία διαπράττονται αδικήματα που σχετίζονται με τα ναρκωτικά υπαγορεύει την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, ανάγκη που έχει κατ' επανάληψη και σταθερά τονιστεί από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου προκύπτει ότι η κατοχή ναρκωτικών, είτε με σκοπό την χρήση, είτε με σκοπό την προμήθεια, έχει καταστεί κοινωνική μάστιγα και αποτελεί κοινωνικό πρόβλημα το οποίο απαιτεί αυστηρή αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια. Η δε έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων τα τελευταία χρόνια, σε συνάρτηση με τις καταστροφικές συνέπειες που εμπεριέχει η χρήση των εν λόγων ουσιών, κυρίως στα νεαρά πρόσωπα, επιβεβαιώνει, αν όχι καθιστά αναγκαία, την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Στην Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 110/20, ημερ. 29/9/2020 επαναλήφθηκαν τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ismen Bora v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:B110, Ποιν. Έφ. 79/2017, ημερ. 13/3/2018, αναφορικά με την αντίκρυση από τα Δικαστήρια των εγκλημάτων που περιστρέφονται γύρω από την κατοχή και διακίνηση ναρκωτικών ουσιών: «Κατευθυντήριες αρχές αναφορικά με την επιβολή ποινών σε υποθέσεις κατοχής ναρκωτικών ουσιών και ιδιαίτερα σε περιπτώσεις κατοχής τέτοιων ουσιών με σκοπό την προμήθειά τους σε άλλα πρόσωπα, τέθηκαν από τη νομολογία μας μέσα από μια σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Μπορεί να αποτυπωθεί, ως απαύγασμα της εν λόγω νομολογίας, η ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, αποτρεπτικού χαρακτήρα, ακριβώς λόγω των ολέθριων αποτελεσμάτων που ενέχει η εγκληματική αυτή συμπεριφορά. Η αυστηρή μεταχείριση των παραβατών προβάλλει ως επιτακτική, δεδομένης της συχνότητας των υποθέσεων αυτής της μορφής που τίθενται ενώπιον των Δικαστηρίων και της ραγδαίας επιδείνωσης του φαινομένου της κατοχής και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Η εξαθλίωση των θυμάτων, αλλά και η απώλεια ζωών, κυρίως νέων ανθρώπων, επιβάλλει τη δραστική παρέμβαση και συμμετοχή της δικαιοσύνης στην καθολική προσπάθεια αναχαίτισης της σύγχρονης μάστιγας των ναρκωτικών. Δεν είναι χωρίς σημασία να τονιστεί ότι το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι βασική παράμετρος που προσμετρά το Δικαστήριο στην πορεία για επιμέτρηση της ποινής. Πέραν τούτου, λαμβάνονται βεβαίως υπόψη οι συνθήκες διάπραξης ενός αδικήματος αλλά και οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορουμένου, στα πλαίσια εξατομίκευσης της κάθε ποινής. Προεξάρχουσας όμως σημασίας είναι η αποτροπή προς τον σκοπό προστασίας του κοινωνικού συνόλου, στοιχείο που υπαγορεύει παροχή περιορισμένης σημασίας στις προσωπικές συνθήκες και περιστάσεις ενός κατηγορούμενου. Είναι επίσης πάγια νομολογιακή αρχή, ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων παρά τις επιβληθείσες από τα δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμα αυστηρότερων (Selmani κα ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:B469, Ποιν. Εφ. 235/13 κα, ημερ. 5.10.2016).» Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τα ναρκωτικά αποτελούν σοβαρότατο κίνδυνο για τον άνθρωπο, ο οποίος θα πρέπει πάραυτα να αντιμετωπιστεί. Το μέσο που έχουν τα Δικαστήρια για να αντιμετωπίσουν αυτό τον κίνδυνο είναι οι αυστηρές ποινές που πρέπει να επιβάλλουν. Θεώρηση της νομολογίας δείχνει ότι για παρόμοια αδικήματα επιβάλλεται ποινή φυλάκισης, το ύψος της οποίας κυμαίνεται ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Βεβαίως, όπως τονίστηκε και στην υπόθεση Μάρκος Brayan Berne v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ.437, το είδος, η ποσότητα των ναρκωτικών και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται είναι μεταξύ των σοβαρών παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά τον καθορισμό της ποινής. Η επιβολή ιδιαίτερα σοβαρών ποινών ενδείκνυται σε περιπτώσεις όπου η ποσότητα είναι μεγάλη και η κατοχή συνοδεύεται με πρόθεση εμπορίας των ναρκωτικών (βλ. Moussa v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ.320 και Mallouk v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ.711). Στην υπόθεση ΚΡΟΜΜΥΔΑΣ v. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2021:B411, Ποιν. Έφ. 152/2020, ημερ. 28/9/2021, ο Εφεσείων παραδέχτηκε διάφορες κατηγορίες ναρκωτικών μεταξύ των οποίων και κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, ήτοι 368,3 γραμμάρια κάνναβης με σκοπό την προμήθεια στην οποία επικυρώθηκε η ποινή φυλάκισης 3 χρόνων που του είχε επιβληθεί πρωτόδικα. Στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκαν υπόψη άλλες 2 υποθέσεις. Στην υπόθεση Ναζίπ ν. Αστυνομίας
(2014)2Β Α.Α.Δ 808, το Ανώτατο Δικαστήριο σε άτομο ηλικίας 23 ετών, που διέπραξε τα αδικήματα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο ποσότητας 42,1773 γραμμαρίων φυτού κάνναβης, καθώς επίσης προμήθεια ποσότητας 3 περίπου γραμμαρίων φυτού κάνναβης σε άγνωστο πρόσωπο, με λευκό ποινικό μητρώο, μετά από παραδοχή, με αυτόβουλη αποκάλυψη του γεγονότος ότι προμήθευσε μικρή ποσότητα ναρκωτικής ουσίας σε τρίτο πρόσωπο, χρήστης εξαρτησιογόνων ουσιών από την ηλικία των 15 ετών, με συγκεκριμένες προσπάθειες απεξάρτησης μέσω διευθέτησης συνάντησης με σύμβουλο της Αγίας Σκέπης και με καθυστέρηση στην προσαγωγή του ενώπιων του Δικαστηρίου, μείωσε τις συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 30 μηνών σε 18 μήνες. Στην υπόθεση Ευαγγέλου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2021:B176, Ποιν. Έφ.138/2020, ημερ. 27/4/2021, επικυρώθηκαν οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4 ετών για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, ήτοι 53 γραμμάρια κοκαΐνης με σκοπό την προμήθεια, 2 ετών για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, ήτοι 100 γραμμάρια κάνναβης με σκοπό την προμήθεια και ενός μηνός για την κατοχή άλλων 3 γραμμαρίων κάνναβης. Ο Εφεσείων είχε μία προηγούμενη καταδίκη για παρόμοιας φύσης αδικήματα, ήταν ηλικίας 45 ετών, νυμφευμένος και πατέρας τεσσάρων παιδιών, δύο εκ των οποίων ανήλικα. Είχε επίσης παραδεχθεί τις κατηγορίες πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Στην υπόθεση Μίλτος Αποστόλου ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2017:D321, Ποιν. Έφ. 153/2017, ημερ. 27/9/2017, ο Εφεσείων κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακρόασης για το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια 137.3348 γραμμαρίων κάνναβης και κατόπιν παραδοχής για το αδίκημα της απλής κατοχής, της ίδιας ποσότητας, για το αδίκημα της προμήθειας της ίδιας ποσότητας και για το αδίκημα της κατοχής ιχνών κοκαΐνης. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών για το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια και ενός μηνός για το αδίκημα της κατοχής ιχνών κοκαΐνης, ενώ για τις λοιπές κατηγορίες δεν επιβλήθηκε ποινή. Η επιβληθείσα ποινή επικυρώθηκε από το Εφετείο. Στην Ανδρέας Ανδρέου ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. 163/2015, ημερ.11/07/2016, ο κατηγορούμενος κατόπιν δικής του παραδοχής βρέθηκε ένοχος στα αδικήματα κατοχής 996.8 γραμμαρίων κάνναβης καθώς και κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλους της ίδιας ποσότητας (κατηγορίες 2 και 3). Επίσης στο αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος δηλαδή των πιο πάνω αδικημάτων (κατηγορία 1), καθώς και της κατοχής 45.97 γραμμαρίων κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Πρωτόδικα του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4.5 ετών στην 3η κατηγορία και 6 μηνών στην 4η, ενώ στις λοιπές δεν επιβλήθηκε ποινή λόγω του ότι τα γεγονότα τους εμπεριέχονταν στα γεγονότα της 3ης κατηγορίας. Το Εφετείο μείωσε την ποινή σε 3,5 έτη αφού έκρινε ότι το Κακουργιοδικείο παρά το ότι εξέθεσε με λεπτομέρεια τις ελαφρυντικές περιστάσεις του Εφεσείοντα καθώς και τις ειδικές περιστάσεις τέλεσης του αδικήματος, αντικειμενικά υπήρχαν στοιχεία που καταδεικνύουν ότι έχει εμφιλοχωρήσει μια ελλειμματική από το Δικαστήριο απόδοση βαρύτητας συγκεκριμένων ελαφρυντικών . Στην υπόθεση Moustafa Ahmed ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ.801, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών για το αδίκημα της προμήθειας σε άλλα πρόσωπα ελεγχόμενου φαρμάκου, τάξεως Β, δηλαδή ρητίνης κάνναβης συνολικού βάρους περίπου 947 γραμμάρια, παρά το νεαρό της ηλικίας των Εφεσειόντων, το λευκό ποινικό μητρώο τους και παρά το ότι ο ιθύνων νους ήταν άλλο πρόσωπο που δεν συνελήφθη. Κρίνουμε σκόπιμο στο σημείο αυτό να διευκρινίσουμε ότι η αναφορά στις πιο πάνω αποφάσεις δεν γίνεται για σκοπούς δικαστικού προηγούμενου, εφόσον η κάθε υπόθεση κρίνεται με τα δικά της περιστατικά. Οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για παρόμοιας φύσης αδικήματα, όμως δεν αποτελούν ένα σταθερό δείκτη καθορισμού ποινής, καθότι η ποινή εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης και του παραβάτη και με αυτό τον τρόπο θα κριθεί και η παρούσα υπόθεση (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατία
(2000)2 Α.Α.Δ.1 και Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 208/2018, ημερ. 27/11/2019). Για προσδιορισμό, λοιπόν, της ποινής, λαμβάνουμε υπόψη αφενός τη σοβαρότητα των αδικημάτων, ως προκύπτει από τις προβλεπόμενες ποινές και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, ενόψει της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξης τους. Παράλληλα, λαμβάνουμε υπόψη το είδος της ναρκωτικής ουσίας που βρέθηκε στην κατοχή των Κατηγορουμένων 1 και 2 που αφορά σε ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β και την ποσότητα, που ανέρχεται στα 247,7 γραμμάρια κάνναβης. Ποσότητα, η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί μεν τεράστια, αλλά ούτε ευκαταφρόνητη και η οποία βεβαίως θα διοχετευόταν στην αγορά και θα κατέληγε σε χρήστες ναρκωτικών. Επίσης λαμβάνουμε υπόψη και τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης όπως τα έχουμε καταγράψει στην αρχή της απόφασής μας. Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 1 είναι πρόδηλο ότι όχι μόνο κατείχε κατά τον ουσιώδη χρόνο τα ναρκωτικά, αλλά ταυτόχρονα κατείχε την επίδικη ποσότητα ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα και αυτό είναι ένα στοιχείο που προσδίδει ιδιαίτερη σοβαρότητα στην υπό κρίση περίπτωση. Λαμβάνουμε ωστόσο υπόψη ότι από τα ενώπιον μας γεγονότα δεν βρίσκουμε να υπάρχουν στοιχεία τέτοια που να δύναται να καταταχθεί ο Κατηγορούμενος 1 στους οργανωμένους εμπόρους ναρκωτικών, στους οποίους, σύμφωνα με την υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ.466, πρέπει να επιβάλλεται αυστηρότερη ποινή από ό,τι σε περιστασιακούς προμηθευτές. Ανεξαρτήτως όμως αυτού, εκείνο που έχει σημασία σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση είναι πως είτε τα ναρκωτικά προωθούνται με σκοπό το κέρδος είτε για οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο όφελος η κατάληξη παραμένει η ίδια, δηλαδή η διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα. Ασφαλώς ούτε ο Κατηγορούμενος 2 μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην κατηγορία των οργανωμένων εμπόρων ναρκωτικών. Σε σχέση με το βαθμό συμμέτοχής του καθενός σημειώνουμε την αναντίλεκτη θέση του συνηγόρου του πως αυτός πληροφορήθηκε για τον παράνομο σκοπό για τον οποίο ο Κατηγορούμενος 1 του ζήτησε να τον μεταφέρει στην Λάρνακα, ενώ βρίσκονταν καθ' οδόν προς Λάρνακα. Ωστόσο, ως ανέφερε ο συνήγορος του και διαφαίνεται άλλωστε και από τα γεγονότα, ο Κατηγορούμενος 2 συνέχισε την πορεία του, δεχόμενος ουσιαστικά να συμμετάσχει σε αυτή την παράνομη δραστηριότητα. Υπό αυτή την έννοια, ο ρόλος του, αν και περιορισμένος, είχε τη σημασία του για τη διακίνηση της εν λόγω ποσότητας ναρκωτικών και την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα. Με βάση τα πιο πάνω θεωρούμε ότι ο ρόλος των Κατηγορουμένων 1 και 2 ήταν ουσιαστικά ο ίδιος αφού ακριβώς ενώ είναι αναμφίβολη η συνεργασία του Κατηγορούμενου 1 με έμπορο ναρκωτικών, προσφέροντας του ενεργό συνδρομή στη διακίνηση και διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα δεν διαφέρει από τη συνεργασία και συνδρομή του Κατηγορούμενου 2 προς τον Κατηγορούμενο 1 στη διακίνηση και διάδοση των ναρκωτικών. Από την άλλη και για τους δύο Κατηγορούμενους λαμβάνουμε υπόψιν τους ακόλουθους ελαφρυντικούς παράγοντες: i. Το λευκό ποινικό μητρώο τους, το οποίο αναμφίβολα αποτελεί μετριαστικό παράγοντα. Είναι νομολογημένο πως ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο δικαιούται να τύχει της επιείκειας του Δικαστηρίου (βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ.14 και Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 252.). ii. Την παραδοχή τους ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία έλαβε χώρα μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και συγκεκριμένα στις 22/12/2021 και πριν την ολοκλήρωση της κυρίως εξέτασης του πρώτου μάρτυρα κατηγορίας. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η παραδοχή τους στην προκειμένη περίπτωση αποκτά ιδιαίτερη σημασία αφού με αυτήν έθεσαν τέρμα στη διαπίστωση της ενοχής τους μέσα από ακροαματική διαδικασία, διασώζοντας έτσι πολύτιμο δικαστικό χρόνο και δημόσιο χρήμα. Σημειώνουμε ότι μετά την επανεξέταση του κατηγορητηρίου στο σύνολο του από την Κατηγορούσα Αρχή, ευθύς μόλις υπήρξε παραδοχή στις ήσσονος υπό εξέταση κατηγορίες 2, 3 και 4, οι λοιπές κατηγορίες διακόπηκαν. Υπό αυτές τις περιστάσεις θα τους πιστωθεί ως «άμεση παραδοχή», ενώ παράλληλα καταδεικνύει εμπράκτως και τη μεταμέλεια τους. Όπως έχει επανειλημμένα τονιστεί, η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή, αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ.28). Δεν διαφεύγει της προσοχής μας βέβαια ότι, υπό τις περιστάσεις που έχουν συλληφθεί οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, ήταν μειωμένες και οι επιλογές τους. Ωστόσο, η παραδοχή ενός κατηγορούμενου - ακόμη και σε περιπτώσεις αυτόφωρου αδικήματος - είναι πάντα καλοδεχούμενη και προσμετρά ως απτό στοιχείο μεταμέλειας όπως έχει υπογραμμισθεί και στην υπόθεση Βασιλείου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:B428, Ποιν. Έφ. 110/14, ημερ. 15/6/
  1. iii. Τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις των Κατηγορουμένων 1 και 2 με βάση τα όσα προκύπτουν από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε για κάθε ένα και τα όσα έχουν σε έκταση αναπτύξει ενώπιον μας οι συνήγοροι τους. Ο Κατηγορούμενος 1 γεννήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 2003 (σήμερα είναι ηλικίας 18 ετών). Σήμερα φοιτά στο Α' έτος του XXXXX Λευκωσίας. Οι γονείς του είναι διαζευγμένοι και διαμένει με την μητέρα του. Πριν από ένα χρόνο, (η έκθεση ετοιμάστηκε στις 27/7/2020) δηλαδή περί τον Ιούλιο του 2019, ξεκίνησε να κάνει χρήση κάνναβης. Από τον Ιούνιο του 2019 άρχισε να συμμετέχει σε πρόγραμμα απεξάρτησης από ουσίες στο Κέντρο Συμβουλευτικής Εφήβων και Οικογένειας «ΠΕΡΣΕΑΣ». Ακολούθως, εντάχθηκε στην Εντατική Θεραπευτική Παρέμβαση Νεαρών, την οποία ολοκλήρωσε στις 28/1/2021 (Τεκμήριο Α). Ο Κατηγορούμενος 2 γεννήθηκε στις XXXXX 1998 (σήμερα είναι ηλικίας 23 ετών). Είναι πρωτοετής φοιτητής XXXXX στο XXXXX Κύπρου και παράλληλα διατηρεί κατάστημα πώλησης κοσμημάτων. Ενώ από τον Οκτώβριο του 2021 είναι συνεταίρος σε εταιρεία τοποθέτησης αρωμάτων χώρου. Από τα εισοδήματά του, καλύπτει τα προσωπικά του έξοδα, τα δίδακτρα του πανεπιστημίου και κάποιες φορές προσπαθεί να βοηθά οικονομικά τον ανήλικο αδελφό του. Λόγω προσωπικών διαφορών, διατηρεί τυπική επικοινωνία με τα μέλη της οικογένειας του. Βρίσκεται με αναστολή από την Εθνική Φρουρά, λόγω θεμάτων ψυχικής υγείας. Στο παρελθόν είχε ασχοληθεί με πρωταθλητισμό σε αγώνες XXXXX, άθλημα το οποίο διέκοψε για κάποιο διάστημα και ξεκίνησε πάλι τον Δεκέμβριο του
  2. Ο Κατηγορούμενος 2 διαγνώσθηκε με XXXXX ενώ φοιτούσε στο Δημοτικό και εκδήλωσε αντικοινωνική και παραβατική συμπεριφορά στα μετέπειτα χρόνια φοίτησης του. Πριν από ένα χρόνο (η έκθεση ετοιμάστηκε στις 13/01/2022) δηλαδή περί τον Ιανουάριο του 2021, είχε συνεργασία με ειδικό ψυχίατρο λόγω κρίσεων πανικού και έλαβε φαρμακευτική αγωγή, την οποία διέκοψε μετά από μερικούς μήνες. Όπως ο ίδιος ανέφερε έκανε περιστασιακή χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών (κάνναβης) για διάστημα 2 ετών την οποία διέκοψε με δικές του προσπάθειες το
  3. iv. Ένας άλλος μετριαστικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής είναι οι συνέπειες της τιμωρίας των Κατηγορουμένων 1 και 2 με ποινή φυλάκισης και ειδικότερα στις σπουδές τους, πλην όμως αυτές δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής (βλ. Domotov κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 32 και Αναστασίου ν. Γενικός Εισαγγελέας
(2005)2 Α.Α.Δ. 492). v. Οι δυσμενείς επιπτώσεις της ποινής στην οικογένειά του Κατηγορούμενο 2, όπως έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου από τον ευπαίδευτο συνήγορο του, αποτελούν επίσης παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη, πλην όμως ούτε αυτές είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής (βλ. Sefik Yusuf v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:B100, Ποι. Έφ. 46/2014, ημερ.18/2/2016). vi. Το νεαρό της ηλικίας τους τόσο σήμερα όσο και κατά το στάδιο διάπραξης των επιδίκων αδικημάτων τους εντάσσει στη γενικότερη κατηγορία των νεαρών προσώπων και δικαιούνται υπό τις περιστάσεις να τύχουν επιεικέστερης μεταχείρισης. Δεν αποτελεί όμως κατ' ανάγκη παράγοντα που επηρεάζει από μόνος του το είδος της ποινής. Συνεκτιμάται με όλους τους άλλους σχετικούς παράγοντες (βλ. Σόλωνας Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Velcu v. Αστυνομία, ECLI:CY:AD:2020:B21, Ποιν. Έφ. 100/19, ημερομηνίας 20/1/2020, «Επί του προκειμένου, το γεγονός ότι ένας ανήλικος, 16 χρόνων, παρουσιάζει, από τόσο νεαρή ηλικία, συνεχιζόμενη παραβατική συμπεριφορά, συνιστά πολύ ανησυχητικό παράγοντα και αυτό χωρίς να παραβλέπουμε ότι στις περιπτώσεις επιβολής ποινής σε ανηλίκους, το πρώτιστο στοιχείο που επιδιώκεται είναι η αναμόρφωση τους, η δε τιμωρία δεν αποτελεί αυτοσκοπό. (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 83) Όπως αναφέρεται στο Άρθρο 3 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού: ″Σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν τα παιδιά, είτε αυτές λαμβάνονται από δημόσιους ή ιδιωτικούς οργανισμούς κοινωνικής προστασίας, είτε από τα δικαστήρια, τις διοικητικές αρχές ή από τα νομοθετικά όργανα, πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη το συμφέρον του παιδιού.″ Η αναγκαιότητα, όμως, για επιτέλεση του σκοπού της αναμόρφωσης, δεν μπορεί να εξουδετερώνει τους υπόλοιπους στόχους της επιβολής ποινής που αφορούν στην αποτροπή διάπραξης αδικημάτων, τόσο από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και από τρίτους, και, επιπλέον, στοχεύει στην προστασία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου από συμπεριφορές όπως αυτές του εφεσείοντα. Δεν θα ήταν ορθό το νεαρό της ηλικίας ενός κατηγορουμένου να θεωρηθεί ότι αποτελεί παράγοντα αποφυγής των συνεπειών του νόμου και απουσίας επιβολής οποιασδήποτε ποινής.» vii. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη και τις προσπάθειες του Κατηγορούμενου 1 για απεξάρτηση (Τεκμήριο Α). Η σημασία της προσπάθειας απεξάρτησης και ο ρόλος ακόμα του Δικαστηρίου στην ενθάρρυνση του χρήστη να τη συνεχίσει, φαίνονται στο ακόλουθο απόσπασμα της υπόθεσης Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ.148: «Σε σχέση λοιπόν με το θέμα της απεξάρτησης, σημασία δεν είχε μόνο το αν ο εφεσείων τελικά πέτυχε ή όχι. Σημασία είχε και το αν προσπάθησε και πόσο. Στον όλως ιδιαίτερα ευαίσθητο τομέα των εξαρτησιογόνων ουσιών είναι χρήσιμο να γνωρίζει κανείς ότι οι πιθανότητες αποτυχίας είναι μεγάλες, ιδίως σε ανοικτό θεραπευτικό πρόγραμμα απεξάρτησης όπως αυτό που πρόσφερε το ΘΕΜΕΑ. Η άποψη του Κακουργιοδικείου ότι ο εφεσείων «ούτε εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία που του δόθηκε ούτε σεβάστηκε την απόφαση του Δικαστηρίου» μας φαίνεται να υποτιμά την προσπάθεια που γίνεται για απεξάρτηση σε περίπτωση αποτυχίας. Έχουμε τη γνώμη ότι θα πρέπει η όποια προσπάθεια να αποτιμάται και να ανταμείβεται ώστε να ενθαρρύνεται ο χρήστης να τη συνεχίζει.» Αυτή η επιτυχής προσπάθεια του Κατηγορουμένου 1, πρέπει να επικροτείται και ενθαρρύνεται από το Δικαστήριο, ειδικότερα στην παρούσα υπόθεση όπου αυτή είχε θετικό αποτέλεσμα, αφού κατάφερε να ολοκληρώσει το πρόγραμμα και δίνει την πεποίθηση στο Δικαστήριο ότι ο Κατηγορούμενος 1 δεν θα αναμειχθεί ξανά με ναρκωτικά (βλ. Χριστοφίδης v. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Γιαννακάκη ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 177/2015, ημερ. 21/4/2016). Τα ίδια ισχύουν και για τον Κατηγορούμενο 2 ο οποίος αν και περιστασιακός χρήστης για δύο χρόνια, κατάφερε από μόνος του να διακόψει την χρήση από το 2019. viii. Δεν διαφεύγει της προσοχής μας ότι στην προκειμένη περίπτωση από την ημέρα διάπραξης των επίδικων αδικημάτων έχει παρέλθει χρονικό διάστημα περίπου 20 μηνών. Είναι δε νομολογημένο ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι ουσιαστικό στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 355). Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου 2 δεν ισχυρίστηκε ότι υπήρξε καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας υπόθεσης από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, παρά μόνο ότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή 20 περίπου μήνες μετά τη διάπραξη των αδικημάτων. Στο στάδιο αυτό αναφέρουμε ότι αρχικά οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, δικαιωματικά, δεν παραδέχθηκαν ενοχή στις κατηγορίες και προέβηκαν σε παραδοχή στις 22/12/2021. Αναμφίβολα η στάση των Κατηγορουμένων 1 και 2, όπως αυτή καταγράφεται ανωτέρω, είχε τη δική της σημασία στην καθυστέρηση από την καταχώριση της υπόθεσης μέχρι και σήμερα. Παρά ταύτα, όμως, λαμβάνουμε υπόψη, προς όφελος των Κατηγορουμένων 1 και 2, ως ελαφρυντικό παράγοντα, το γεγονός ότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή 20 μήνες μετά τη διάπραξη των αδικημάτων. Συγχρόνως, όμως, επισημαίνουμε ότι ο χρόνος που μεσολάβησε δεν είναι τέτοιος που να εξουδετερώνει το στοιχείο της αποτρεπτικότητας της ποινής. ix. Τέλος, θεωρούμε πως συντρέχουν κάποιοι από τους παράγοντες οι οποίοι καθιστούν τα αδικήματα λιγότερο σοβαρά, σύμφωνα με το άρθρο 30
(4)(β) του περί Ναρκωτικών και Ψυχοτρόπων Ουσιών Ν. 29/77, και συγκεκριμένα: 1) Το νεαρό της ηλικίας των Κατηγορουμένων 1 και 2, 2) O βαθμός εξάρτησης του Κατηγορουμένου 2 από ναρκωτικά. 3) Η μεταμέλεια τους, η οποία επιμαρτυρείται από την παραδοχή τους ενώπιον του Δικαστηρίου και 4) Το είδος των ναρκωτικών, ήτοι ότι πρόκειται για ναρκωτικά τάξεως Β. Συνεκτιμώντας, αφενός, τη σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνάρτηση με τις προβλεπόμενες ποινές, τις συνθήκες διάπραξης αυτών και αφετέρου όλες τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις των Κατηγορουμένων 1 και 2 σε συνδυασμό με όλους τους παράγοντες που έχουμε αναπτύξει πιο πάνω, μη παραγνωρίζοντας την ανάγκη για αποτροπή, κρίνουμε ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή και για τους δύο Κατηγορούμενους είναι αυτή της φυλάκισης. Όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες για τον καθένα θα αντανακλούνται στην έκταση της ποινής που θα επιβληθεί. Ως εκ τούτου επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στον Κατηγορούμενο 1: Στην κατηγορία 3 ποινή φυλάκισης 2 ετών. Στην κατηγορία 4 ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Στην κατηγορία 2 κρίνουμε ορθό όπως μην επιβληθεί ποινή καθότι τα γεγονότα αυτής εμπεριέχονται σε αυτά της τρίτης κατηγορίας. Οι ποινές φυλάκισης για τον Κατηγορούμενο 1 να συντρέχουν. Στον Κατηγορούμενο 2: Στην κατηγορία 3 ποινή φυλάκισης 2 ετών. Στην κατηγορία 2 κρίνουμε ορθό όπως μην επιβληθεί ποινή καθότι τα γεγονότα αυτής εμπεριέχονται σε αυτά της τρίτης κατηγορίας. Προχωρούμε με την εξέταση της εισήγησης για αναστολή των ποινών. Η εξουσία του Δικαστηρίου για αναστολή ποινής φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3
(2)του Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτέλεσης της Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου (Ν.95/72)όπως τροποποιήθηκε από το Ν. 186(Ι)/2003. Χρήσιμη καθοδήγηση αναφορικά με την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου προσφέρουν οι υποθέσεις Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323, Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327. Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Ανθία v. Αστυνομίας ECLI:CY:AD:2021:B526, Ποιν. Έφ. 90/2021, ημερ. 26/11/2021, το Ανώτατο Δικαστήριο ασχολούμενο με τις αρχές που διέπουν το θέμα της αναστολής επισήμανε τα εξής: «Στο πλαίσιο αυτό το Πρωτόδικο Δικαστήριο οφείλει να συνυπολογίσει όλους τους παράγοντες, έχοντας υπόψη την εγκληματική συμπεριφορά του αδικοπραγούντος από τη μια και τις προσωπικές του περιστάσεις από την άλλη. Κατά την εξέταση του ζητήματος σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας 5 (Άγγελος Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930).. Ο περί της Υφ΄ Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμος του 1972, Ν. 95/1972, θεσπίστηκε έτσι ώστε να προσφέρεται η δυνατότητα διεύρυνσης του περιθωρίου επιείκειας προς ένα πρόσωπο με απόφαση για αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Ο εν λόγω Νόμος τροποποιήθηκε αρχικά με το Ν. 41(Ι)/1997και ακολούθησε στη συνέχεια η τροποποίηση του με το Ν. 186(Ι)/2003, μέσω του οποίου η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται εάν δικαιολογείται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583). ..... Μεταξύ των παραγόντων που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής, είναι και το μητρώο του κατηγορουμένου, ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής και η διαγωγή του μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας (Στεφάνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 339 και Αστυνομία ν. Μαυρομμάτη, Ποινική Έφεση Αρ. 92/2019, ημερ. 22/5/2020). (Η υπογράμμιση είναι δική μας). Καθοδηγούμενοι λοιπόν, από τις πιο πάνω νομικές αρχές, χωρίς σε καμία περίπτωση να παραγνωρίζουμε τη σοβαρότητα των αδικημάτων όπως την έχουμε περιγράψει πιο πάνω και την ανάγκη για αποτροπή, επανεξετάζοντας όλα τα δεδομένα που αναφέρονται στην απόφασή μας, τόσο σε σχέση με τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων, όσο και με τις προσωπικές συνθήκες των Κατηγορουμένων 1 και 2, θεωρούμε πως η περίπτωση είναι κατάλληλη για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής. Σε ό,τι αφορά τις συνθήκες διάπραξης των επιδίκων αδικημάτων, έχουμε ήδη αναφερθεί στη συμμετοχή των κατηγορουμένων και στο ρόλο που επιτέλεσε ο καθένας. Ο δε Κατηγορούμενος 1 προέβη στη διάπραξη των αδικημάτων καθ' ον χρόνο ήταν χρήστης. Ένα άλλο στοιχείο που λάβαμε υπόψη είναι ότι προέβησαν σε άμεση παραδοχή, ως εξηγείται ανωτέρω, ενώπιον του Δικαστηρίου, ένδειξη της έμπρακτης μεταμέλειας τους. Είναι πάγια νομολογιακή αρχή ότι η παραδοχή και η μεταμέλεια είναι στοιχεία που πρέπει να ενθαρρύνονται από τα Δικαστήρια στην επιβολή της ποινής, αλλά και της παροχής μιας δεύτερης ευκαιρίας στον κατηγορούμενο (βλ. Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ 22), ιδιαίτερα όταν αυτός είναι λευκού ποινικού μητρώου όπως στην παρούσα υπόθεση (βλ. Loizou v. Republic
(1971)2 C.L.R 196). Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο δικαιούται περισσότερο να προσδοκεί σε αναστολή (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ 16. Αυτά, σε συνδυασμό με το ότι ο Κατηγορούμενος 1 έχει ολοκληρώσει πρόγραμμα απεξάρτησης, ο δε Κατηγορούμενος 2 έχει επιτύχει από μόνος του να σταματήσει την περιστασιακή χρήση ναρκωτικών, το χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων και το γεγονός ότι έκτοτε δεν έχουν διαπράξει άλλο αδίκημα, αλλά και ότι η παρούσα ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό στη ζωή των Κατηγορουμένων 1 και 2, οι οποίοι φαίνεται ότι προσπαθούν να χαράξουν μία νέα πορεία στη ζωή τους, και τονίζοντας ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 είναι νεαρά πρόσωπα 18 και 23 ετών, αντίστοιχα, επισημαίνοντας ότι νεαρά άτομα αυτής της ηλικίας χρήζουν ιδιαίτερα του μέτρου της αναστολής που θα μπορούσε να έχει καλύτερες πιθανότητες αναμόρφωσης τους (βλ. Θεόδωρος Αργυρίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας,
(2013)2 Α.Α.Δ 449) καταλήγουμε ότι δικαιολογείται η αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που τους έχει επιβληθεί και πως δικαιούνται της ευκαιρίας να καταδείξουν εμπράκτως πως όντως έχουν πλήρως αντιληφθεί τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξαν, έχουν μεταμεληθεί και δύνανται να είναι νομοταγή μέλη της Κυπριακής Κοινωνίας. Κρίνουμε επομένως ότι πρέπει να δοθεί σε αυτούς άλλη μια ευκαιρία. Ως εκ τούτου οι ποινές φυλάκισης για τους Κατηγορούμενους 1 και 2 αναστέλλονται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. (Eξηγούνται οι λεπτομέρειες της αναστολής και οι συνέπειες μη τήρησης των όρων της.) Τα έξοδα €60 να καταβληθούν εξημισίας από τους Κατηγορούμενους 1 και 2. Όσον αφορά τα Τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν, πλην των χρηματικών ποσών και τηλεφωνικών συσκευών, τα οποία να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους. (Υπ) ........................ Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ. (Υπ) ........................ Χρ. Παρπόττα, Α.Ε.Δ. (Υπ) ........................ Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.