← Κύπρος

ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ν. KYRIAKOS PAPAVASILIOU (TRADING) LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης:2701/20, 21/1/2022

ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ν. KYRIAKOS PAPAVASILIOU (TRADING) LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης:2701/20, 21/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B7 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:2701/20 ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν.

  1. KYRIAKOS PAPAVASILIOU (TRADING) LIMITED
  2. XXXXX ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
  3. XXXXX ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
  4. XXXXX XXXXX ΓΙΑΝΝΟΥΚΑ
  5. XXXXX ΓΙΑΝΝΟΥΚΑ
  6. XXXXX ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 21 Ιανουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Βαλανίδης Για Κατηγορούμενη 1: κα. Δ. Δημητρό Για Κατηγορούμενους 2, 3 και 6: κ. Παυλίδης Για Κατηγορούμενους 4 και 5: κ. Νεάρχου Κατηγορούμενος 2: Απών Κατηγορούμενοι 3 - 6: Παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ Α Π Ο Φ Α Σ Η Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης αφορά συνολικά 22 κατηγορίες για παραβάσεις του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 (Ν. 95(I)/2000), όπως έχει τροποποιηθεί (ο Νόμος) και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών. Από τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών του υπό κρίση κατηγορητηρίου, όπως αυτό καταχωρήθηκε, προκύπτουν τα ακόλουθα: (α) Οι πρώτες 12 κατηγορίες αφορούν το αδίκημα του άρθρου 46

(9)του Νόμου[1], δηλαδή της παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής ποσού ΦΠΑ που φαίνεται ως καταβλητέος σε φορολογική δήλωση για συγκεκριμένη φορολογική περίοδο. Οι κατηγορίες 1 - 7 αφορούν όλους τους Κατηγορούμενους, η 8η κατηγορία αφορά μόνο τους Κατηγορούμενους 1, 2, 3 και 6 και οι κατηγορίες 9 - 12 αφορούν μόνο τους Κατηγορούμενους 1 και
  1. (β) Οι υπόλοιπες κατηγορίες του κατηγορητηρίου (κατηγορίες 13 - 22) αφορούν το αδίκημα του άρθρου 46 (10 Α) του Νόμου[2], δηλαδή της παράλειψης καταβολής ποσού πρόσθετου φόρου και τόκου που επιβλήθηκε λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής Φ.Π.Α. για συγκεκριμένες φορολογικές περιόδους (κατηγορίες 13 - 19, 21 και 22) καθώς και της παράλειψης καταβολής χρηματικής επιβάρυνσης λόγω μη εμπρόθεσμης υποβολής φορολογικής δήλωσης (20η κατηγορία). Οι κατηγορίες 13 - 17 αφορούν όλους τους Κατηγορούμενους, η 18η κατηγορία αφορά μόνο τους Κατηγορούμενους 1, 2, 3 και 6 και οι κατηγορίες 19 - 22 αφορούν μόνο τους Κατηγορούμενους 1 και
  2. (γ) Στις λεπτομέρειες αδικήματος της κάθε κατηγορίας προσδιορίζεται το ύψος του φερόμενου οφειλόμενου ποσού καθώς και η αντίστοιχη φορολογική περίοδος που το αφορά, οι οποίες καλύπτουν, συνολικά, χρονικό διάστημα το οποίο ξεκινά από την 01/05/2011 και καταλήγει την 31/01/
  3. Προτού οι Κατηγορούμενοι απαντήσουν στις πιο πάνω κατηγορίες, ισχυρίστηκαν, δια των συνηγόρων τους, ότι συντρέχει υπό τις περιστάσεις η ειδική απάντηση του άρθρου 69
(1)(β) του Κεφ.155, για την εξέταση της οποίας δηλώθηκε από πλευράς διαδίκων και κατατέθηκε εκ συμφώνου στο Δικαστήριο ως Έγγραφο Α αριθμός παραδεκτών γεγονότων, τα οποία παραθέτω αυτούσια:
  1. Η Κατηγορούμενη είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης συσταθείσα δυνάμει του Περί Εταιρειών Νόμου (Κεφ. 113) από 31/12/1997 και υφίσταται μέχρι σήμερα.
  2. Η Κατηγορούμενη 1 από την 01/06/2018 βρίσκεται υπό διαχείριση δυνάμει κυμαινόμενης επιβάρυνσης.
  3. Ο Κατηγορούμενος 2 από 08/03/2006 μέχρι και σήμερα αδιάλειπτα είναι αξιωματούχος της Κατηγορούμενης 1, ήτοι διευθυντής αυτής.
  4. Η Κατηγορούμενη 3 από 03/10/2005 μέχρι και την 01/01/2013 ήταν αδιάλειπτα αξιωματούχος της Κατηγορούμενης 1, ήτοι διευθύντρια αυτής.
  5. Η Κατηγορούμενη 4 από 03/10/2005 μέχρι και την 08/11/2012 ήταν αδιάλειπτα αξιωματούχος της Κατηγορούμενης 1, ήτοι διευθύντρια αυτής.
  6. Ο Κατηγορούμενος 5 από 22/11/2004 μέχρι και την 08/11/2012 ήταν αδιάλειπτα αξιωματούχος της Κατηγορούμενης 1, ήτοι διευθυντής αυτής.
  7. Ο Κατηγορούμενος 6 από 01/01/2004 μέχρι και την 01/01/2013 ήταν αδιάλειπτα αξιωματούχος της Κατηγορούμενης 1, ήτοι διευθυντής αυτής. Ο Κατηγορούμενος 6 διετέλεσε γραμματέας της Κατηγορούμενης 1 από 15/12/2004 μέχρι 03/10/2005 και από 23/10/2007 μέχρι 01/01/2013 αδιάλειπτα.
  8. Οι λεπτομέρειες των αδικημάτων του κατηγορητηρίου της παρούσας υπόθεσης αποτελούν παραδεκτά γεγονότα.
  9. Η παρούσα ποινική δίωξη ασκείται στο όνομα του Εφόρου Φορολογίας, τις εξουσίες του οποίου ασκεί ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών δυνάμει του Ν.116(Ι)/2021, και σύμφωνα με οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα.
  10. Η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία εγγράφηκε στο μητρώο Φ.Π.Α. με αριθμό εγγραφής XXXXX7R. Η εγγραφή της στο Μητρώο ΦΠΑ έγινε με ημερομηνία έναρξης ισχύος την 01/01/
  11. Παρέμεινε εγγεγραμμένη στο Μητρώο Φ.Π.Α. μέχρι και την 30/04/2018 αδιάλειπτα και ακολούθως από 01/11/2020 μέχρι σήμερα.
  12. Την 11/05/2012 καταχωρήθηκε η υπόθεση υπ' αριθμό XXXXX/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η εν λόγω υπόθεση την 02/11/2012 αναστάληκε (nolle prosequi) αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 5 δυνάμει των εξουσιών του Γενικού Εισαγγελέα που προνοούνται στο άρθρο 113 του Συντάγματος και 154
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.155). Την 24/06/2016 εκδόθηκε αναφορικά με τους Κατηγορούμενους υπ' αριθμό 1 μέχρι 4 στην υπόθεση υπ' αριθμό 7568/2012 απόφαση ως το Έγγραφο υπ' αριθμό
  1. Την 22/08/2012 καταχωρήθηκε η υπόθεση υπ' αριθμό XXXXX/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η εν λόγω υπόθεση την 21/10/2016 και την 26/09/2014 αναστάληκε (nolle prosequi) αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 1 και 2 αντίστοιχα δυνάμει των εξουσιών του Γενικού Εισαγγελέα που προνοούνται στο άρθρο 113
(2)του Συντάγματος και 154
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 155). 13. Την 22/08/2012 καταχωρήθηκε η υπόθεση υπ' αριθμό XXXXX/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η Κατηγορούμενη 1 κατάρτισε πλάνο ληξιπρόθεσμων οφειλών την 25/07/2018 σύμφωνα με το Ν. 4(Ι)/2017εξού και η εν λόγω υπόθεση την 05/11/2018 αναστάληκε (nolle prosequi) αναφορικά με όλους τους Κατηγορούμενους τους οποίους αφορούσε δυνάμει των εξουσιών του Γενικού Εισαγγελέα που προνοούνται στο άρθρο 113 του Συντάγματος και 154
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 155). 14. Την 21/10/2016 καταχωρήθηκε η υπόθεση υπ' αριθμό XXXXX/2016 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η Κατηγορούμενη 1 κατάρτισε πλάνο ληξιπρόθεσμων οφειλών την 25/07/2018 σύμφωνα με το Ν. 4(Ι)/2017εξού και η εν λόγω υπόθεση την 05/11/2018 αναστάληκε (nolle prosequi) αναφορικά με όλους τους Κατηγορούμενους τους οποίους αφορούσε δυνάμει των εξουσιών του Γενικού Εισαγγελέα που προνοούνται στο άρθρο 113 του Συντάγματος και 154
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 155). Περαιτέρω, για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα και τα ακόλουθα: (α) ότι τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 1 - 7 ανωτέρω είναι δεδομένα τα οποία έχουν ληφθεί από το αρχείο του Εφόρου Εταιρειών, και (β) ότι στις υποθέσεις XXXXX/12, XXXXX/12 και XXXXX/16 του Ε.Δ. Λευκωσίας οι εκεί κατηγορούμενοι είχαν απαντήσει στις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν και, κατά τον χρόνο που αναστάληκαν από τον Γενικό Εισαγγελέα, η μεν XXXXX/12 ήταν ορισμένη για γεγονότα και επιβολή ποινής και οι υπόλοιπες δύο ήταν ορισμένες για ακρόαση. Σημειώνεται εδώ ότι, σε ό,τι αφορά τους Κατηγορούμενους 1 - 4, η δίωξη στις κατηγορίες 1 - 5 και 13 - 15 διακόπηκε (nolle prosequi) από τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ως η απόφαση του που κοινοποιήθηκε στο Δικαστήριο με επιστολή του ημερομηνίας 10/12/2021, η οποία καταχωρήθηκε στο φάκελο της παρούσας υπόθεσης, με αποτέλεσμα οι Κατηγορούμενοι 1 - 4 να απαλλαχθούν από τις ρηθείσες κατηγορίες. Υπό το φως, λοιπόν, των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων αλλά και των εγγράφων που κατατέθηκαν εκ συμφώνου και σημειώθηκαν ως Έγγραφα Α1 - Α5[3], αποτέλεσε κοινή συνισταμένη της πλευράς των Κατηγορουμένων 2 - 6[4] ότι η παρούσα διαδικασία θα πρέπει να τερματιστεί για δύο ουσιαστικά λόγους. Ο πρώτος, διότι συντρέχει, υπό τις περιστάσεις, η περίπτωση του δεδικασμένου εφόσον, μέσω των ποινικών διαδικασιών που προηγήθηκαν, οι οποίες αφορούσαν κατηγορίες αντίστοιχες με τις κατηγορίες που τώρα εκκρεμούν, και με αναφορά στα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Κονέ ν. Φλουρή κ.α. Ποιν. Έφεση 209/2013, ημ. 5/03/2015, οι Κατηγορούμενοι είχαν εκτεθεί στο παρελθόν σε κίνδυνο καταδίκης για τα ίδια αδικήματα, με αποτέλεσμα να τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω το δόγμα του δεδικασμένου. Ο δεύτερος, διότι η παρούσα διαδικασία είναι καταχρηστική λόγω, αφενός, της αντιφατικής συμπεριφοράς της Κατηγορούσας Αρχής, όπως αυτή αναδύεται μέσα από την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης παρά την αναστολή των προηγούμενων ποινικών διώξεων για τα ίδια αδικήματα, γεγονός το οποίο δημιούργησε την πεποίθηση στους Κατηγορούμενους ότι δεν θα υπήρχε συνέχεια στην δίωξη τους ενόψει και του μεγάλου χρονικού διαστήματος που παρήλθε μέχρι την επανακαταχώριση της παρούσας. Εγείρεται, αφετέρου, στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου, ζήτημα υπέρμετρης καθυστέρησης στη δίωξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης, βάσει της οποίας, και με αναφορά στα όσα αποφασίστηκαν κυρίως στην Κάζανου ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ECLI:CY:AD:2020:B272, Ποιν. Έφεση 96/19 ημ. 28/07/2020, ισχυρίστηκαν ότι παραβιάζεται το συνταγματικό δικαίωμα των Κατηγορουμένων για δίκαιη δίκη, εντός ευλόγου χρόνου. Εγείρεται επίσης, ως επιπρόσθετη παράμετρος που καθιστά την παρούσα διαδικασία καταχρηστική, ότι, ενώ η δίωξη στις κατηγορίες 1 - 5 και 13 - 15 αναστάληκε σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1, αυτή παραμένει για τους Κατηγορούμενους 5 και 6, παρόλο που τα φερόμενα οφειλόμενα ποσά των ρηθέντων κατηγοριών, για τα οποία είναι και ο λόγος που κατηγορούνται, δεν μπορούν να εισπραχθούν εναντίον τους ενόψει των νομολογηθέντων στην Ασσιώτης ν. Εφόρου Φορολογίας, Ποιν. Έφεση 143/2020 ημ. 12/04/2021. Διαμετρικά αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο οποίος εισηγήθηκε κατά την αγόρευση του ότι ουδείς εκ των προβαλλόμενων λόγων ευσταθεί ή δικαιολογεί τον τερματισμό της παρούσας διαδικασίας. Υποστήριξε, αφενός, ότι η περίπτωση στην Κονέ (ανωτέρω) διακρίνεται από την παρούσα υπόθεση όπου τα αδικήματα των κατηγοριών που παραμένουν μπορεί μεν να αποτέλεσαν αντικείμενο προηγούμενων ποινικών διώξεων, πλην όμως, από τη στιγμή που οι ρηθείσες διώξεις αναστάληκαν και δεδομένης, επίσης, της αναστολής στη δίωξη που υπήρξε στην παρούσα υπόθεση όσον αφορά τους Κατηγορούμενους 1 - 4 στις κατηγορίες 1 - 5 και 13 - 15, δεν συντρέχει εν προκειμένω ζήτημα δεδικασμένου που να εμποδίζει την προώθηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης εναντίον τους. Περαιτέρω, όσον αφορά το ζήτημα της κατάχρησης και με αναφορά σε νομολογία, εισηγήθηκε, αφετέρου, ότι οι προβαλλόμενες θέσεις δεν καθιστούν, εκ προοιμίου, την παρούσα διαδικασία καταχρηστική ούτε δικαιολογούν τον τερματισμό της, υπό το φως άλλωστε και των δεδομένων που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, βάσει των οποίων εξηγείται ο χρόνος που παρήλθε μέχρι την δίωξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης. Έχω εξετάσει, με την επιβαλλόμενη προσοχή, τόσο το περιεχόμενο των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων και των εγγράφων που κατατέθηκαν εκ συμφώνου για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, όσο και τα όσα αναφέρθηκαν στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους, στα οποία αναφορά στη συνέχεια θα γίνει εκεί και στο βαθμό όπου κρίνεται αναγκαίο. Όσον αφορά το πρώτο εγειρόμενο ζήτημα (αυτό δηλαδή της ειδικής απάντησης του δεδικασμένου), προβλέπεται στο άρθρο 69
(1)(β) του Κεφ. 155 ότι: «69.-
(1)Ο κατηγορούμενος δύναται, προτού απαντήσει στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο, να ισχυριστεί- [.] (β) ότι έχει προηγουμένως καταδικαστεί ή αθωωθεί ανάλογα με την περίπτωση, βάσει των ιδίων γεγονότων για το ίδιο ποινικό αδίκημα». Η ειδική απάντηση του δεδικασμένου (ή του δόγματος «autrefois acquit και «autrefois convict») βασίζεται στην αρχή που κατοχυρώνεται από το άρθρο 12
(2)του Συντάγματος ότι κανένας δεν θα πρέπει να κινδυνεύει να καταδικαστεί για αδίκημα που έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο τελεσίδικης είτε αθωωτικής είτε καταδικαστικής απόφασης από άλλο αρμόδιο Δικαστήριο. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα του δεδικασμένου συνοψίζονται στην Κονέ (ανωτέρω), στην οποία αναφέρθηκαν, ανάμεσα σε άλλα, τα ακόλουθα: «Το δόγμα του δεδικασμένου στη σφαίρα του ποινικού δικαίου εφαρμόζεται υπό τον τύπο του αποφθέγματος nemo debet bis vexari pro una et eadem causa ή, nemo debet bis puniri pro una delicto, δηλαδή κανένας δεν υποβάλλεται για δεύτερη φορά στον κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα, γνωστό στο αγγλικό δίκαιο ως το «rule against double jeopardy» (Βλ. το σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice 2015 Ed., παράγραφο 4-221). Για να μπορεί να εφαρμοστεί το δόγμα, πρέπει ο κατηγορούμενος να είχε τεθεί σε κίνδυνο καταδίκης σε προηγούμενη υπόθεση για το ίδιο αδίκημα για το οποίο κατηγορείται. Η λέξη «αδίκημα» (offence) κατά τον Lord Devil στην υπόθεση Connelly v. Director of Public Prosecutions [1964] A.C. 1254, περιλαμβάνει τόσο τα γεγονότα που συνιστούν το αδίκημα όσο και τα νομικά χαρακτηριστικά τα οποία το καθιστούν αδίκημα. Για να είναι εφαρμοστέο το δόγμα πρέπει να πρόκειται για το ίδιο αδίκημα τόσο όσον αφορά τα γεγονότα όσο και το νόμο. Οι αρχές του αγγλικού δικαίου αντανακλούνται στο Άρθρο 12.2 του Συντάγματος μας, το οποίο ορίζει πως ο «απαλλαγείς ή καταδικασθείς δεν δικάζεται εκ δευτέρου για το αυτό αδίκημα», ενώ η δυνατότητα προβολής των ειδικών απαντήσεων του autrefois acquit και autrefois convict είναι νομοθετικά κατοχυρωμένη στην Κύπρο με το άρθρο 69
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, το οποίο έχει ως αντικείμενο την κωδικοποίηση του κοινού δικαίου στο θέμα αυτό (βλ. Πικής, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο (Δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση του Criminal Procedure In Cyprus
(1975)στα Ελληνικά), σελ. 157). Το δε άρθρο 91 του ιδίου Νόμου, παρέχει την ευχέρεια απόσυρσης κατηγορίας, με την έγκριση του Δικαστηρίου, οπότε ο κατηγορούμενος αθωώνεται εάν η κατηγορία αποσυρθεί μετά από την απολογία του σε αυτή, ενώ ο Γενικός Εισαγγελέας μπορεί βάσει του άρθρου 154 του εν λόγω Νόμου να διακόψει υφιστάμενη διαδικασία, με αναστολή δίωξης και να απαλλαγεί ο κατηγορούμενος, χωρίς η απαλλαγή του να συνιστά κώλυμα στην ενσωμάτωση των κατηγοριών που αποσύρθηκαν σε νέο κατηγορητήριο. Αναφέρεται δε στην υπόθεση G. Araouzos & Son v. The Police
(1980)2 C.L.R. 131, ότι: «In our opinion, when the provisions of paragraph
(2)of Article 12 of our Constitution are construed against the background of the relevant principles of English Law, to which such provisions were intended to give constitutional effect, it becomes abundantly clear that the term "acquitted" ("απαλλαγείς" in the Greek official text of the said paragraph
(2)) means acquitted on the merits and not merely discharged as a result of entering a nolle prosequi.»» Σε ό,τι αφορά το ζήτημα του δεδικασμένου, από τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτουν τα ακόλουθα: (
  1. i)οι Κατηγορούμενοι 5 και 6, εναντίον των οποίων εξακολουθεί να υφίσταται στην παρούσα υπόθεση η ποινική δίωξη στις κατηγορίες 1 - 5 και 13 - 15, δεν ήταν κατηγορούμενοι στην ποινική υπόθεση XXXXX/2012 του Ε.Δ. Λευκωσίας, στην οποία εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας XXXXX/2016 (ως το Έγγραφο Α2), (
  2. ii)μετά την ως άνω αναφερόμενη αναστολή της ποινικής δίωξης των Κατηγορουμένων 1 - 4 για τις κατηγορίες 1 - 5 και 13 - 15, οι κατηγορίες που παραμένουν πλέον σε σχέση με τον κάθε Κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση αφορούν τα ίδια αδικήματα και βασίζονται στο ίδιο πλαίσιο γεγονότων με τις κατηγορίες που αποτέλεσαν αντικείμενο προηγούμενης διαδικασίας ποινικής δίωξης εναντίον του. Συγκεκριμένα, προκύπτει ότι οι κατηγορίες 1 - 5, 7 - 15 και 17 - 22 της παρούσας υπόθεσης αντιστοιχούν στις κατηγορίες 1 - 11 και 13 - 21 του κατηγορητηρίου στην υπόθεση 5161/16 του Ε.Δ. Λευκωσίας (Έγγραφο Α5) και οι κατηγορίες 6 και 16 της παρούσας υπόθεσης αντιστοιχούν στις κατηγορίες 1 και 2 του κατηγορητηρίου στην υπόθεση XXXXX/12 του Ε.Δ. Λευκωσίας (Έγγραφο Α4), όπου, σε αμφότερες τις εν λόγω υποθέσεις, οι εκεί κατηγορούμενοι είναι τα ίδια πρόσωπα με τους Κατηγορούμενους στην παρούσα υπόθεση. Προκύπτει, επίσης, ότι οι κατηγορίες 1 - 5, 14 και 15 της παρούσας υπόθεσης (στις οποίες εξακολουθεί να εκκρεμεί η ποινική δίωξη μόνο για τους Κατηγορούμενους 5 και 6) αντιστοιχούν στις κατηγορίες 2 - 8 του κατηγορητηρίου στην υπόθεση XXXXX/12 του Ε.Δ. Λευκωσίας, όπου οι Κατηγορούμενοι 5 και 6 στην παρούσα υπόθεση ήταν οι εκεί κατηγορούμενοι (Έγγραφο Α3), (iii) η δίωξη που αντιμετώπιζαν οι Κατηγορούμενοι (στο βαθμό και στην έκταση που προαναφέρθηκε) στις προηγούμενες ποινικές υποθέσεις με αριθμούς XXXXX/12, XXXXX/12 και XXXXX/16 του Ε.Δ. Λευκωσίας, είχε ανασταλεί (nolle prosequi) από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, η εισήγηση των Κατηγορουμένων περί εφαρμογής του δόγματος του δεδικασμένου στην υπό κρίση περίπτωση είναι ολωσδιόλου αβάσιμη. Κατ' αρχάς, όσον αφορά τις κατηγορίες 1 - 5 και 13 - 15, οι οποίες εκκρεμούν πλέον μόνο εναντίον των Κατηγορούμενων 5 και 6, ούτε η ποινική υπόθεση XXXXX/2012 του Ε.Δ. Λευκωσίας (Έγγραφο Α1) αλλά ούτε και η απόφαση που εκδόθηκε στο πλαίσιο αυτής (Έγγραφο Α2) δημιουργούν για τους Κατηγορούμενους 5 και 6 ζήτημα δεδικασμένου εφόσον δεν μπορεί να λεθχεί ότι αυτοί είχαν πραγματικά εκτεθεί στο πλαίσιο της υπόθεσης XXXXX/12 σε κίνδυνο καταδίκης για τις εν λόγω κατηγορίες. Τούτο διότι, αφενός, τα εν λόγω πρόσωπα δεν ήταν ποτέ κατηγορούμενοι στην εν λόγω ποινική υπόθεση και επειδή, εν πάση περιπτώσει, η δίωξη που προηγήθηκε στην ρηθείσα υπόθεση οδήγησε στην απαλλαγή των εκεί κατηγορουμένων ενόψει του ότι η διαδικασία κρίθηκε από το Δικαστήριο, στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, ως εξ υπαρχής άκυρη (ωσάν δηλαδή να μην υπήρξε ποτέ), λόγω του ότι δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε εξουσιοδότηση του Εφόρου για την υπογραφή και καταχώριση του εκεί κατηγορητηρίου. Σχετικά επί του προκειμένου είναι τα όσα αποφασίστηκαν στην Γενικός Εισαγγελέας (Αρ.7) 1993 1 Α.Α.Δ. 793, τα οποία υιοθετήθηκαν στην μεταγενέστερη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2002)1 Α.Α.Δ. 2085, η οποία μνημονεύεται στην Κονέ (ανωτέρω): «Ήταν πάντα ο Νόμος πως για να τίθεται ζήτημα κινδύνου καταδίκης εκ δευτέρου θα πρέπει η πρώτη δίκη να ήταν έγκυρη. Αν ήταν άκυρη, αν δηλαδή θεωρείται πως ουδέποτε διεξάχθηκε ή, όπως τέθηκε διαφορετικά, αν υπήρξε κακοδικία (mistrial), δεν ήταν νομικά υπαρκτός ο κίνδυνος καταδίκης. Αυτό ισχύει όταν ο εκ δευτέρου κίνδυνος καταδίκης για το ίδιο αδίκημα συζητείται στο πλαίσιο είτε της θεμελίωσης των ειδικών απαντήσεων autrefois acquit ή autrefois convict είτε της δικαιοδοσίας για έκδοση εντάλματος certiorari. (Βλ. μεταξύ άλλων R. v. Marsham, Ex. P. Pethick Laurence 1911 - 13 All ER Rep. 639, R. v. West [1962] 2 All E.R. 624, R. v. Middlesex Justices, Ex.p. DPP, (ανωτέρω) Harrington v. Roots (ανωτέρω).» Ομοίως, δεν τίθεται, εν προκειμένω, ζήτημα εφαρμογής του δόγματος του δεδικασμένου ούτε λόγω της ποινικής δίωξης που προηγήθηκε στις υποθέσεις XXXXX/12, XXXXX/12 και XXXXX/16 του Ε.Δ. Λευκωσίας. Παρόλο που οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν πλέον οι Κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση αφορούν τα ίδια αδικήματα και βασίζονται στο ίδιο πλαίσιο γεγονότων με κατηγορίες που αποτέλεσαν αντικείμενο στις ποινικές υποθέσεις XXXXX/12, XXXXX/12 και XXXXX/16 του Ε.Δ. Λευκωσίας και παρόλο που οι Κατηγορούμενοι είχαν τότε απαντήσει στις ρηθείσες υποθέσεις, δηλώνοντας παραδοχή στην XXXXX/12 και μη παραδοχή στις υπόλοιπες δύο (ΧΧΧΧΧ/12 και ΧΧΧΧΧ/16), ό,τι επί του προκειμένου έχει σημασία είναι πως αυτοί δεν είχαν καταδικαστεί ή απαλλαγεί σε οποιαδήποτε από τις εν λόγω, προηγουμένως καταχωρηθείσες, υποθέσεις επειδή η ποινική δίωξη σε αυτές αναστάληκε (nolle prosequi) από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, στο πλαίσιο της άσκησης των ανέλεγκτων εξουσιών του δυνάμει του άρθρου 113
(2)του Συντάγματος (βλ. Ονουφρίου ν. Τρυφωνίδη κ.α. ECLI:CY:AD:2016:B30, Ποιν. Έφεση 68/2014 ημ. 25/01/2016). Όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, ο προσωρινός τερματισμός ποινικής διαδικασίας λόγω αναστολής ποινικής δίωξης (nolle prosequi), δεν κωλύει την Κατηγορούσα Αρχή να καταχωρίσει εκ νέου τις ίδιες κατηγορίες εναντίον του ίδιου κατηγορουμένου αφού τούτος δεν έχει αθωωθεί ή απαλλαχθεί (βλ. DPP v. Jarman
(2013)EWHC Admin 4391 και Κονέ (ανωτέρω). Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Ποινική Δικονομία, 2η Αναθεωρημένη Έκδοση, του Γ. Πική σελ. 160 αναφέρεται πως: «Το Άρθρο 154
(3)του Κεφ.155 προβλέπει ότι η αναστολή ποινικής δίωξης (nolle prosequi) από τον Γενικό Εισαγγελέα δεν παρεμβάλλει κώλυμα για την επαναδίωξη του κατηγορουμένου για το ίδιο αδίκημα. Στην Araouzos & Son v. Police
(1980)2 CLR 131 κρίθηκε ότι η διάταξη αυτή δεν συγκρούεται με τις πρόνοιες του Άρθρου 12.2 του Συντάγματος. Ο όρος «απαλλαγείς» στο Άρθρο αυτό του Συντάγματος υποδηλώνει απαλλαγή κατ' ουσίαν και όχι ως αποτέλεσμα αναστολής ή διακοπής προηγούμενης δίωξης.» Επιπλέον, όπως προκύπτει από το άρθρο 154
(1)του Κεφ. 155, η καταχώριση αναστολής ποινικής δίωξης από τον Γενικό Εισαγγελέα μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο μίας ποινικής διαδικασίας, πριν από την απόφαση. Κάτω, λοιπόν, από τις δοσμένες περιστάσεις, η περίπτωση στην Κονέ (ανωτέρω), στην οποία αποσπασματικά αναφέρθηκαν οι δικηγόροι των Κατηγορουμένων, δεν βοηθά την επιχειρηματολογία τους για την υποστήριξη της εισήγησης τους περί εφαρμογής του δόγματος του δεδικασμένου με αναφορά στις προηγουμένως καταχωρηθείσες υποθέσεις υπ' αριθμό ΧΧΧΧΧ/12, ΧΧΧΧΧ/12 και ΧΧΧΧΧ/16 του Ε.Δ. Λευκωσίας. Στην Κονέ (ανωτέρω) το εγειρόμενο ζήτημα εξετάστηκε σε συνάρτηση με την προβολή ειδικής απάντησης autrefois acquit σε διαδικασία που εγέρθηκε μετά την απόσυρση υπόθεσης, της οποίας η ακρόαση δεν είχε ξεκινήσει και στην οποία οι εκεί κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν κατηγορίες για τα ίδια αδικήματα, στα οποία αθωώθηκαν και απαλλάχθηκαν. Στην παρούσα υπόθεση δεν πρόκειται για περίπτωση όπου οι Κατηγορούμενοι έχουν ήδη καταδικαστεί ή απαλλαγεί εν τη εννοία του άρθρου 12
(2)του Συντάγματος αφού η δίωξη στις προηγουμένως καταχωρηθείσες υποθέσεις υπ' αριθμό ΧΧΧΧΧ/12, ΧΧΧΧΧ/12 και ΧΧΧΧΧ/16 του Ε.Δ. Λευκωσίας διακόπηκε (nolle prosequi) από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, πριν από την απόφαση του Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα να μην τίθεται οποιοδήποτε κώλυμα στην Κατηγορούσα Αρχή για επαναδίωξη των Κατηγορουμένων για τα ίδια αδικήματα που αφορούσαν οι προαναφερόμενες ποινικές υποθέσεις[5]. Όσον αφορά το δεύτερο εγειρόμενο ζήτημα περί κατάχρησης της διαδικασίας, το οποίο η πλευρά των Κατηγορούμενων 2 - 6, ευκαιριακά μεν αλλά δικαιωματικά[6], επέλεξε να εγείρει μέσω των αγορεύσεων της σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας, έχει νομολογηθεί[7] ότι αποτελεί ζήτημα που εξετάζεται υπό το φως των συγκεκριμένων πραγματικών γεγονότων, ως αυτά έχουν συμφωνηθεί ή γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο[8] και ο διάδικος που εγείρει ζήτημα κατάχρησης μιας δικαστικής διαδικασίας φέρει το βάρος να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή της διαδικασίας (βλ. Ex parte Thomas [1992] Crim L.R.116), αποδεικνύοντας όχι μόνο ότι υπήρξε κατάχρηση αλλά και ότι επηρεάστηκε δυσμενώς συνεπεία αυτής (βλ. Attorney Generals Reference (No.2 of 2001) [2004] 2 A.C. 72 HL). Περαιτέρω, ως έχει νομολογηθεί, τα Δικαστήρια έχουν διακριτική ευχέρεια να αναστείλουν ή να απορρίψουν μια υπόθεση όταν αυτή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, η οποία όμως πρέπει να ασκείται με φειδώ και σε εξαιρετικές περιπτώσεις (βλ. Sidorov v. Khovrin κ.α., Ποιν. Έφεση 26/2019 ημ. 09/03/2020). Συνεπώς, το τί συνιστά κατάχρηση διαδικασίας είναι ζήτημα πραγματικό και εξαρτάται από το κατά πόσο τα γεγονότα της υπόθεσης συνθέτουν συμπεριφορά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ως καταχρηστική ώστε να περιβάλλεται με εξουσία, αλλά και καθήκον να παρέμβει (βλ. Spiriev v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφεση 100/2014, ημ. 13/05/2014). Όπως επίσης αναγνωρίζεται από την νομολογία, η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές. Τέτοια κατάχρηση υπάρχει συνήθως όταν η διαδικασία καταστρατηγεί την καλή πίστη, είναι άσχετη, εκδικητική ή καταπιεστική (David Scattergood v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2005)1 Α.Α.Δ 142 και Σπύρος Σπύρου v. Βαρνάβας Α. Ξενή, Ποινική Έφεση 223/2014, ημερομηνίας 11.11.15) ή όταν επιδιώκεται ο ίδιος σκοπός με διαφορετικά ένδικα μέσα (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska DD
(1996), 1 Α.Α.Δ και Sidorov ανωτέρω) αλλά ακόμα και εκεί όπου η ποινική διαδικασία ασκείται χωρίς επαρκή επεξήγηση της καθυστέρησης στην προώθηση της δίωξης συνοπτικά εκδικαζόμενων αδικημάτων. Όσον αφορά την τελευταία αυτή περίπτωση, αναφέρεται στην Μ & Π Αρτοποιείο Άγιος Μάμας Λίμιτεδ ν. Αθανασίου, ECLI:CY:AD:2020:B216, Ποιν. Έφεση 104/2019 ημ. 03/07/2020 ότι: «Όταν ζήτημα κατάχρησης εξετάζεται με αναφορά στη καθυστέρηση στη καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης, το υπόβαθρο για την εξέταση του είναι η διάσταση χρόνου μεταξύ της ημερομηνίας διάπραξης του αδικήματος της κατηγορίας, όπως αποκαλύπτεται από τις λεπτομέρειες του αδικήματος και η ημερομηνία της καταχώρησης του κατηγορητηρίου. Υπεισέρχονται στη συνέχεια και άλλες παράμετροι, όπως, για παράδειγμα, ο χρόνος εξιχνίασης, κατά πόσο ο κατηγορούμενος απουσίαζε στο εξωτερικό ή στη περίπτωση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης τυχόν αντικειμενική αδυναμία του παραπονούμενου να προωθήσει τη δίωξη. Ότι το αδίκημα της κατηγορίας δεν έχει παραγραφεί δεν αποτρέπει το Δικαστήριο από του να εξετάσει ζήτημα κατάχρησης. Αντίθετα, είναι με δεδομένο ότι το αδίκημα δεν παραγράφηκε που αποκτά σημασία η διαπίστωση κατάχρησης. Όπως αναφέρεται στη DOMIKI: «Η μη παραγραφή δεν εξισούται με ελευθερία άσκησης δίωξης οπότε το κρίνει πρόσφορο ο παραπονούμενος.» Στα πλαίσια της φυσικής δικαιοσύνης ο κατήγορος έχει το δικαίωμα να ακουστεί και να προβάλει γεγονότα που μπορεί να ανατρέπουν την εκ πρώτης εντύπωση για κατάχρηση λόγω καθυστέρησης, όπως μπορεί να αναδύεται από την αντικειμενική διάσταση χρόνου μεταξύ της κατ' ισχυρισμό διάπραξης του αδικήματος και της καταχώρησης του κατηγορητηρίου. Εάν τα γεγονότα αυτά αμφισβητούνται και δεν κρίνεται ευχερές να διαπιστωθούν έξω από το πλαίσιο της εκδίκασης της υπόθεσης δεν θα μπορεί να διαπιστωθεί κατάχρηση σε εκείνο το στάδιο και μπορεί να επανεξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο όταν θα καταστεί πρόσφορο ή στο τέλος. Το ζήτημα θα κριθεί με αναφορά αποκλειστικά στην ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος και στην ημερομηνία καταχώρησης του κατηγορητηρίου, όταν δεν έχει προσφερθεί καμιά ή καμιά αποδεχτή εξήγηση για την καθυστέρηση.» Στην προκείμενη περίπτωση, τα δεδομένα που την περιβάλλουν, όπως αυτά προκύπτουν από τα όσα, ενδιαμέσως, έχουν τεθεί ή βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν διαπιστώνω σε αυτό το στάδιο ότι στοιχειοθετούν κατάχρηση της διαδικασίας ώστε να δικαιολογείται ο τερματισμός της, ως ήταν η εισήγηση της πλευράς των Κατηγορουμένων 2 -
  1. Η εκ πρώτης όψεως εντύπωση περί κατάχρησης λόγω καθυστέρησης, όπως αυτή αναδύεται από την αντικειμενική διάσταση χρόνου μεταξύ της ισχυριζόμενης διάπραξης των αδικημάτων (ως αυτή αποκαλύπτεται από τις λεπτομέρειες των κατηγοριών) και της ημερομηνίας καταχώρησης του κατηγορητηρίου της παρούσας υπόθεσης (12/10/2020), δεν μπορεί να αποκρυσταλλωθεί ως τελική θεώρηση του Δικαστηρίου ενόψει των δεδομένων που τέθηκαν σε σχέση με τις δικαστικές διαδικασίες που προηγήθηκαν για τα ίδια επίδικα αδικήματα και την εξέλιξη που αυτές είχαν. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, η δίωξη στις υποθέσεις ΧΧΧΧΧ/12, ΧΧΧΧΧ/12 και ΧΧΧΧΧ/16, αναστάληκε από τον Γενικό Εισαγγελέα, στο πλαίσιο της άσκησης των εξουσιών του, με τις τελευταίες δύο χρονικά υποθέσεις (ΧΧΧΧΧ/12 και ΧΧΧΧΧ/16), οι οποίες αφορούσαν τα ίδια με την παρούσα ποινικά αδικήματα, να είχαν ανασταλεί στις 05/11/2018 έπειτα από πλάνο ληξιπρόθεσμων οφειλών που κατάρτισε η Κατηγορούμενη 1 σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.4(Ι)/
  2. Προκύπτει, περαιτέρω, ότι το κατηγορητήριο της υπόθεσης ΧΧΧΧΧ/12 (στο οποίο αντιστοιχούν οι κατηγορίες 6 και 16 του υπό κρίση κατηγορητηρίου) καταχωρήθηκε στις 22/08/2012 αναφορικά με αδικήματα της φορολογικής περιόδου 01/02/2012 - 30/04/2012, ενώ το κατηγορητήριο στην υπόθεση 5161/16 (στο οποίο αντιστοιχούν οι υπόλοιπες κατηγορίες του υπό κρίση κατηγορητηρίου) καταχωρήθηκε στις 21/10/2016, τέσσερις δηλαδή μήνες μετά την απόφαση που εκδόθηκε στο πλαίσιο της ΧΧΧΧΧ/12, και περιλάμβανε την πλειονότητα των κατηγοριών που ήταν αντικείμενο στις υποθέσεις ΧΧΧΧΧ/12 και ΧΧΧΧΧ/12, οι οποίες είχαν καταχωρηθεί στις 11/05/2012 και 22/08/2012, αντίστοιχα, σε χρόνο δηλαδή όχι απομακρυσμένο της φερόμενης διάπραξης των αδικημάτων. Υπό τις δοσμένες περιστάσεις και με δεδομένο ότι η απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα για αναστολή ποινικής διώξεως δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο αλλά θεωρείται ότι ασκείται προς το δημόσιο συμφέρον[9], δεν διαπιστώνω ότι η παρούσα διαδικασία είναι καταχρηστική ως εκ της εγειρόμενης καθυστέρησης με αναφορά απλώς και μόνο στο χρόνο που παρήλθε μεταξύ της φερόμενης διάπραξης των αδικημάτων και της καταχώρισης της παρούσας υπόθεσης. Ούτε, από την άλλη, έχει τεκμηριωθεί από πλευράς Κατηγορουμένων ότι η παρούσα διαδικασία καταστρατηγεί την καλή πίστη, είναι άσχετη, εκδικητική ή καταπιεστική ή ότι, εν πάση περιπτώσει, υπάρχει κατάχρηση και ότι επηρεάστηκαν δυσμενώς συνεπεία αυτής, ώστε να δικαιολογείται ο τερματισμός της. Η δε περίπτωση στην Κάζανου (ανωτέρω), την οποία επικαλέστηκε η πλευρά των Κατηγορουμένων 2 - 6, αποφασίστηκε στην βάση των δικών της δεδομένων, τα οποία δεν εντοπίζονται στην παρούσα όπου, επί παραδείγματι, ο χρόνος που μεσολάβησε μέχρι σήμερα από την ημερομηνία διατύπωσης των υπό κρίση κατηγοριών (12/10/2020) δεν αντιστοιχεί στο χρόνο που, κατά κύριο λόγο, απασχόλησε, έπειτα από ακροαματική διαδικασία, στην προαναφερόμενη υπόθεση. Εν προκειμένω, χωρίς να παραβλέπονται τα όσα προηγήθηκαν της δίωξης στην παρούσα υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, και έχοντας, περαιτέρω, υπόψη την επί του προκειμένου σχετική νομολογία[10], το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει ότι ο χρόνος που παρήλθε από την ημερομηνία καταχώρισης του κατηγορητηρίου της παρούσας υπόθεσης μέχρι σήμερα είναι τέτοιος ώστε να τίθεται, άνευ ετέρου, ζήτημα παραβίασης του δικαιώματος των Κατηγορουμένων για διάγνωση της ποινικής τους ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου, ως η περίπτωση στην Κάζανου (ανωτέρω). Περαιτέρω, δεν αποδέχομαι τη θέση του συνηγόρου των Κατηγορουμένων 4 και 5 ότι η αναστολή των προηγούμενων ποινικών διώξεων σε συνδυασμό με το χρόνο που παρήλθε μέχρι την δίωξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης δημιούργησε στους Κατηγορούμενους την πεποίθηση ότι δεν θα υπήρχε συνέχεια στην δίωξη τους. Αφενός, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ο προσωρινός τερματισμός ποινικής διαδικασίας (nolle prosequi), δεν δημιουργεί κώλυμα επανακαταχώρισης της εναντίον των ίδιων κατηγορουμένων. Αφετέρου, ό,τι περαιτέρω προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα είναι ότι οι ποινικές διώξεις των υποθέσεων ΧΧΧΧΧ/12 και ΧΧΧΧΧ/16, οι οποίες αφορούσαν τα ίδια με την παρούσα ποινικά αδικήματα εναντίον των ίδιων Κατηγορουμένων, αναστάληκαν από τον Γενικό Εισαγγελέα στις 05/11/2018, δηλαδή δύο σχεδόν χρόνια πριν από την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης. Έπεται, συναφώς, ότι η πιο πάνω θέση της πλευράς των Κατηγορουμένων 4 και 5 δεν βρίσκει έρεισμα στα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα και, συναφώς, απορρίπτεται. Ούτε διαπιστώνω πως η παρούσα διαδικασία κατέστη καταχρηστική ενόψει της αναστολής που καταχωρήθηκε στην ποινική δίωξη της Κατηγορούμενης 1 όσον αφορά τις κατηγορίες 1 - 5 και 13 - 15, ως ήταν η θέση του συνηγόρου των Κατηγορουμένων 4 και
  3. Η απουσία δυνατότητας έκδοσης διατάγματος καταβολής του οφειλόμενου με βάση τις εν λόγω κατηγορίες ποσού δεν αναιρεί τον πρωταρχικό σκοπό της παρούσας διαδικασίας, που δεν είναι άλλος από την διαπίστωση τυχόν ποινικής ευθύνης των Κατηγορουμένων που συνεχίζουν να διώκονται με αυτές, ζήτημα το οποίο, σε περίπτωση άρνησης των κατηγοριών, πρόκειται να εξεταστεί στο στάδιο της δίκης και όχι πριν ή έξω από αυτήν. Ως εκ των ανωτέρω, η εισήγηση της πλευράς των Κατηγορουμένων ότι εφαρμόζεται εν προκειμένω το δόγμα του δεδικασμένου ή ότι η παρούσα διαδικασία είναι καταχρηστική δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Συναφώς, οι Κατηγορούμενοι καλούνται να απαντήσουν στις κατηγορίες που ο καθένας τους αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση. (Υπ.)......... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Το άρθρο 46
(9)του Νόμου προβλέπει ότι: «Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να καταβάλει το Φ.Π.Α. που εμφαίνεται σε φορολογική δήλωσή του ως καταβλητέος σε σχέση με οποιαδήποτε περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες €8.543,01 ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.» [2] Το άρθρο 46 (10 Α) του Νόμου προβλέπει ότι: «Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου ποσού» [3] Το Έγγραφο Α1 αφορά το κατηγορητήριο της υπόθεσης 7568/12 του Ε.Δ. Λευκωσίας, το Έγγραφο Α2 αφορά την απόφαση του Ε.Δ. Λευκωσίας στην υπόθεση XXXXX/12, το Έγγραφο Α3 αφορά το κατηγορητήριο της υπόθεσης XXXXX/12 του Ε.Δ. Λευκωσίας, το Έγγραφο Α4 αφορά το κατηγορητήριο της υπόθεσης XXXXX/12 του Ε.Δ. Λευκωσίας και το Έγγραφο Α5 αφορά το κατηγορητήριο της υπόθεσης 5161/16 του Ε.Δ. Λευκωσίας. [4] Σημειώνεται ότι, κατά την ημερομηνία ακρόασης του εγειρόμενου ζητήματος του δεδικασμένου, η πλευρά της Κατηγορούμενης 1, η οποία εκπροσωπείται στη διαδικασία από τον παραλήπτη/διαχειριστή της, ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί επί του εγειρόμενου αυτού ζητήματος εφόσον τα περιστατικά που το περιβάλλουν ανατρέχουν σε χρόνο προγενέστερο του διορισμού του παραλήπτη/διαχειριστή, δηλώνοντας έτσι ότι δεν εγείρεται από πλευράς της ζήτημα δεδικασμένου. [5] Βλ. επίσης και την Alexander Rubtsov v. Dimitri Ivantchenko, Yπόμνημα Αρ. 370, ημ. 28.2.2018, στην οποία αναφέρθηκαν επίσης τα ακόλουθα: «Η ίδια προσέγγιση ακολουθήθηκε και προσφάτως στην υπόθεση Κονέ ν. Φλουρή κ.ά. Ποινική έφ.209/13, 5.3.2015, όπου επίσης αναλύονται οι έννοιες «απαλλαγή» και «αθώωση». Στη δε μεταγενέστερη απόφαση Αναφορικά με την αίτηση του Αντώνη Ιωάννου, ECLI:CY:AD:2016:D355, πολιτική εφ. 132/15, 13.7.2016 αναφέρθηκε ότι η κρίση επί της ουσίας δεν εξυπακούει ακρόαση με μάρτυρες. Γίνεται δε παραπομπή στην έννοια της απαλλαγής σε συνάρτηση με το ΄Αρθρο 12
(2)του Συντάγματος και αναφέρονται τα εξής σχετικά: «Ο όρος «acquittal» κατά το Jowitt's Dictionary of English Law, 2nd Ed. Vol. 1, περιλαμβάνει όχι μόνο την ετυμηγορία της αθώωσης επί της ουσίας από την κατηγορία, αλλά και την επιτυχή προβολή των ειδικών απαντήσεων της απονομής χάριτος ή του autrefoisacquit ή του autrefois convict. Ο ίδιος ορισμός δίδεται και στο Osborn's Concise Law Dictionary 12th Ed. Σε αντιδιαστολή, η απαλλαγή ως αποτέλεσμα καταχώρισης ποινικής δίωξης (nolle prosequi), δεν αποτελεί «απαλλαγή» εν τη εννοία του Άρθρου 12.2 (G. Araouzos and Son v. The Police
(1980)2 CLR 131)». [6] Βλ. την Μ & Π Αρτοποιείο Άγιος Μάμας Λίμιτεδ ν. Αθανασίου, ECLI:CY:AD:2020:B216, Ποιν. Έφεση 104/2019 ημ. 03/07/
  1. [7] Βλ. Δημοκρατία ν. Ηλιάδης κ.α., ECLI:CY:AD:2019:B207, Ποιν. Έφεση 348/2018 ημ. 31/5/
  2. [8] Βλ. και την Evand Promotions Ltd κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 1175, στην οποία αναφέρθηκε ότι «ο κρίσιμος χρόνος για εξέταση του ζητήματος κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας είναι ο χρόνος ακρόασης της σχετικής διαδικασίας.» [9] Βλ. Kaya Meryem
(2010)1 Α.Α.Δ. 1887. [10] Βλ., μεταξύ άλλων, τις Χριστόπουλος v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 100, Γαβριηλίδης ν. Αστυνομίας 2003 2 Α.Α.Δ. 405, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, Γενικός Εισαγγελέας v. Βάσου κ.α.
(2005)2 Α.Α.Δ. 653, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γαβριήλ κ.α.
(2005)2 Α.Α.Δ. 10, Πουμπούρης v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 1, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου
(2009)2 Α.Α.Δ. 376, Σκορδέλη κ.ά. ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2016:B267, Ποιν. Έφεση 101/13 ημ. 6/6/2016, Μιλτιάδους v. Αστυνομίας Ποινική ΄Εφεση αρ. 290/2014 ημ. 14/11/2016, Λάμπη κ.α. ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 111/2019 ημ. 03/02/2019, . Μηνά ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2020:B102, Ποιν. Έφεση 228/18 ημ. 16/3/2020, Κάζανου (ανωτέρω) και ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ν. ΚΟΥΤΟΥΡΗΣ ECLI:CY:AD:2021:B235, Ποιν. Έφεση 169/2020 ημ. 09/06/2021. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.