Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. TOFARCO PROPERTY INVESTMENTS LTD, Αρ. Υπόθεσης: 2862/2017, 18/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2862/2017 Μεταξύ: Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας Κατηγορούσα Αρχή εναντίον TOFARCO PROPERTY INVESTMENTS LTD (H.E.39374) Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 18.1.2022 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Προδρόμου Για την Κατηγορούμενη: κ. Στ. Παπαθεοδώρου με κ. Χ. Χατζηγιάγκου ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνει 4 κατηγορίες οι οποίες εδράζονται σε κατ' ισχυρισμό παραβάσεις του περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμου 89(Ι)/1996 και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών. Η κατηγορούμενη αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράλειψης λήψης των αναγκαίων μέτρων ώστε ο εξοπλισμός εργασίας που τίθεται στη διάθεση των εργοδοτουμένων να είναι κατάλληλος για να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η υγεία τους κατά τη χρησιμοποίησή του κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 13, 38 και 53
(1)του ως άνω Νόμου και των Κανονισμών 2, 3 και 4 των περί Ελάχιστων Προδιαγραφών Ασφάλειας και Υγείας (Χρησιμοποίηση κατά την Εργασία Εξοπλισμού Εργασίας) Κανονισμών (Κ.Δ.Π. 444/2001). Η 2η κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράλειψης άμεσης πληροφόρησης με τον πιο γρήγορο και πρακτικό τρόπο σχετικά με το ατύχημα του αρμόδιου Επαρχιακού Γραφείου Επιθεώρησης Εργασίας της Επαρχίας όπου συνέβηκε το ατύχημα κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 38, 53
(1)και 53
(4)του ως άνω Νόμου και των Κανονισμών 2, 3(α) και 4
(1)(α) των περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία (Γνωστοποίηση Ατυχημάτων και Επικίνδυνων Συμβάντων) Κανονισμών του 2007 (Κ.Δ.Π. 531/2007). Η 3η κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράλειψης διασφάλισης από το υπεύθυνο πρόσωπο ότι δεν θα υπάρχει οποιαδήποτε αλλοίωση της σκηνής που συνέβη το ατύχημα κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 13, 38, 53
(1)και 53
(6)του ως άνω Νόμου και των Κανονισμών 2, 3 και 7
(1)των περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία (Γνωστοποίηση Ατυχημάτων και Επικίνδυνων Συμβάντων) Κανονισμών του 2007 (Κ.Δ.Π. 531/2007). Τέλος η 4η κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράλειψης εφαρμογής κατάλληλου συστήματος ασφάλειας ή συστήματος διαχείρισης των κινδύνων για τη βελτίωση των θεμάτων ασφάλειας, υγείας και ευημερίας των εργοδοτουμένων κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 13, 38 και 53
(1)του ως άνω Νόμου και των Κανονισμών 2, 3 και 5
(1)(α) των περί Διαχείρισης Θεμάτων Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Κανονισμών (Κ.Δ.Π. 173/2002). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι στις 17.2.2017, σε εργοτάξιο στην οδό XXXXX στον Στρόβολο, ενώ ήταν εργοδότης (υπεργολάβος συντήρησης και ελαιοχρωματισμών) παρέλειψε να παράσχει κατάλληλο εξοπλισμό εργασίας με αποτέλεσμα ο εργοδοτούμενός της XXXXX Αντωνίου κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης της εργασίας του ενώ βρισκόταν πάνω σε σκαλωσιά να πέσει στο δάπεδο από ύψος περίπου 1,8 μ. και να τραυματιστεί σε διάφορα μέρη του σώματός του. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία ενώ ήταν εργοδότης παρέλειψε να πληροφορήσει αμέσως με τον πιο γρήγορο και πρακτικό τρόπο το Επαρχιακό Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας Λευκωσίας σχετικά με ατύχημα που συνέβηκε στον εργοδοτούμενό της XXXXX Αντωνίου το οποίο τον κατέστησε ανίκανο για περισσότερες από 3 ημέρες εξαιρούμενης της ημέρας του ατυχήματος από του να εκτελεί τη συνηθισμένη του εργασία στην οποία εργοδοτείτο κατά τον χρόνο που αμέσως προηγήθηκε του εν λόγω ατυχήματος. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας η κατηγορούμενη κατηγορείται επίσης ότι από τις 17.2.2017 μέχρι τις 20.2.2017 στον ως άνω τόπο ενώ ήταν εργοδότης παρέλειψε να διασφαλίσει ότι δεν θα υπάρξει οποιαδήποτε αλλοίωση της σκηνής όπου συνέβη το ατύχημα κατά το οποίο ο εργοδοτούμενός της XXXXX Αντωνίου τραυματίστηκε μετά από πτώση στο δάπεδο ενώ βρισκόταν σε σκαλωσιά ύψους 1,8 μ. Σύμφωνα τέλος με τις λεπτομέρειες της 4ης κατηγορίας κατηγορείται ότι από άγνωστη ημερομηνία μέχρι τις 17.2.2017 στον ίδιο τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία ενώ ήταν εργοδότης παρέλειψε να εφαρμόσει κατάλληλο σύστημα ασφάλειας ή σύστημα διαχείρισης των κινδύνων στο οποίο να περιγράφονται μεταξύ άλλων οι διευθετήσεις για τον αποτελεσματικό προγραμματισμό, την οργάνωση, τον έλεγχο καθώς και την παρακολούθηση και την αναθεώρηση των προληπτικών και προστατευτικών μέτρων που πρέπει να λαμβάνονται για τις δραστηριότητες στον χώρο εργασίας που δημιουργούν κινδύνους με αποτέλεσμα εργοδοτούμενοί της καθώς και τρίτα πρόσωπα να εκτίθενται σε κίνδυνο. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της υπόθεσής της κάλεσε 2 μάρτυρες. Πριν την προσκόμιση μαρτυρίας από την κατηγορούσα αρχή δηλώθηκαν ως παραδεκτά μεταξύ των διαδίκων γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν ως τέτοια από το Δικαστήριο τα ακόλουθα: η κατηγορούμενη εταιρεία κατά τον επίδικο χρόνο ήταν και είναι νομότυπα εγγεγραμμένη, κατά τον επίδικο χρόνο ο κ. XXXXX Αντωνίου ήταν εργοδοτούμενός της και στις 17.2.2017 συνέβη εργατικό ατύχημα στον ως άνω εργοδοτούμενό της. Τα πιο πάνω αποτελούν πλέον και σχετικά ευρήματα του Δικαστηρίου. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Μαλεκίδης ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι εργάζεται ως Επιθεωρητής Εργασίας στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας από το έτος 2006 και ασχολείται με επιθεώρηση υποστατικών και διερεύνηση ατυχημάτων και επικίνδυνων συμβάντων. Κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν στο Επαρχιακό Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας Λευκωσίας. Για την παρούσα υπόθεση ετοίμασε Έκθεση Διερεύνησης Ατυχήματος η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 1 τις 5 φωτογραφίες τις οποίες ο ίδιος έλαβε κατά τη διερεύνηση του συμβάντος οι οποίες απεικονίζουν το εργοτάξιο στο οποίο συνέβηκε το επίδικο ατύχημα και τις πινακίδες των συντελεστών του έργου. Στην έκθεσή του γίνεται αναφορά στην πληροφόρηση που έλαβε για το επίδικο ατύχημα, για τον επίδικο χώρο και στα όσα συνέλεξε από τα πρόσωπα που ήταν σε θέση να του δώσουν πληροφορίες για αυτό. Σύμφωνα με αυτή στις 20.2.2017 η ώρα 09:00 ο διευθυντής της κατηγορούμενης κ. XXXXX Φιλίππου του ανέφερε τηλεφωνικώς ότι την Παρασκευή 17.2.2017 σε εργοτάξιο παρά το στάδιο Γ.Σ.Π. συνέβηκε εργατικό ατύχημα κατά το οποίο ο XXXXX Αντωνίου τραυματίστηκε όταν έπεσε από ικρίωμα κατά τις εργασίες σπατουλαρίσματος ταβανιού σε υπό κατασκευή κτίριο. Επισκέφθηκε αμέσως τον χώρο μαζί με την προϊστάμενη του Επαρχιακού Γραφείου Επιθεώρησης Εργασίας Λευκωσίας. Το ατύχημα συνέβηκε σε εργοτάξιο στην οδό XXXXX στον Στρόβολο και εκεί συνάντησε τον εργοδηγό κ. XXXXX Σπανό εργοδοτούμενο της εταιρείας ο οποίος του υπέδειξε τον χώρο όπου συνέβηκε το ατύχημα. Στον εν λόγω χώρο δεν υπήρχε κανένα ικρίωμα και η σκηνή του ατυχήματος είχε αλλοιωθεί. Στο σχέδιο Ασφάλειας και Υγείας δεν καθορίζονταν επαρκείς διαδικασίες για την πρόληψη και αντιμετώπιση του κινδύνου πτώσης από ύψος. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήρια 2 και 3 τις καταθέσεις που έλαβε από τον κ. XXXXX Σπανού και τον κ. XXXXX Αντωνίου, αντίστοιχα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το ατύχημα γνωστοποιήθηκε γραπτώς στην υπηρεσία του στις 23.2.2017 και κατέθεσε ως τεκμήριο 4 το έντυπο γνωστοποίησης ατυχήματος που απέστειλε η κατηγορούμενη προς το Επαρχιακό Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας Λευκωσίας ημερομηνίας 21.2.2017 στο οποίο αναφέρεται ότι το επίδικο ατύχημα συνέβηκε στις 17.2.2017 και ώρα 1:30 μ.μ. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 5 το αντίγραφο του πιστοποιητικού ασθενείας του κ. Αντωνίου ημερομηνίας 22.2.2017. Σε ερωτήσεις που του τέθηκαν στη συνέχεια κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχε προστατευτικό κιγκλίδωμα στη σκαλωσιά για να αποτρέψει την πτώση του εργοδοτούμενου και ότι σε περίπτωση ατυχήματος ένας εργοδότης οφείλει να ειδοποιήσει άμεσα το Επαρχιακό Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας της επαρχίας εντός της οποίας συνέβηκε το ατύχημα για το εν λόγω συμβάν ανεξαρτήτως εάν αυτό συνέβηκε σε μη εργάσιμες ημέρες ή ώρες. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η σκηνή ενός ατυχήματος επιτρέπεται να αλλοιωθεί εφόσον παρέλθουν 24 ώρες από την ειδοποίηση που δίδεται στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας ή μετά την επιθεώρησή της από τον αρμόδιο Επιθεωρητή. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στην επίδικη υπόθεση όπου το ατύχημα συνέβηκε ημέρα Παρασκευή ο κ. Σπανού του δήλωσε πως κάποιος χρειάστηκε τη σκαλωσιά το Σάββατο που ακολούθησε και για αυτό τη μετακίνησε. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι στο σχέδιο ασφάλειας και υγείας δεν υπήρχε οτιδήποτε γραπτό αναφορικά με την εκτίμηση των κινδύνων και τη λήψη των αναγκαίων προστατευτικών και προληπτικών μέτρων σε σχέση με τις δραστηριότητες του εργοδότη. Κατά την αντεξέτασή του από τον δικηγόρο της κατηγορούμενης ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι η γραπτή γνωστοποίηση του ατυχήματος δόθηκε εντός της προθεσμίας των 15 ημερών από την ημέρα του συμβάντος. Ισχυρίστηκε επίσης ότι τη Δευτέρα που ακολούθησε το ατύχημα και όχι την ημέρα του ατυχήματος ειδοποιήθηκε προφορικά από τον κ. Φιλίππου για αυτό και πως στη συνέχεια μετέβη εκεί. Ισχυρίστηκε επίσης ότι από τις πληροφορίες που συνέλεξε πληροφορήθηκε ότι στην επίδικη σκαλωσιά δεν είχε τοποθετηθεί προστατευτικό κιγκλίδωμα το οποίο θα απέτρεπε την πτώση από ύψος. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Αντωνίου ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι το έτος 2017 εργαζόταν ως ελαιοχρωματιστής στην κατηγορούμενη εταιρεία. Στις 17.2.2017 έλαβε οδηγίες από τον επιστάτη του να κάνει σπάτουλα ένα ταβάνι και ανέβηκε πάνω στη σκαλωσιά που υπήρχε εκεί για να δουλέψει. Έχασε την ισορροπία του και έπεσε κάτω με αποτέλεσμα να σπάσει 6 πλευρές, να υποστεί αιμάτωμα στο κεφάλι και διάφορους άλλους μικροτραυματισμούς οι οποίοι σε λίγες εβδομάδες θεραπεύθηκαν. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η επίδικη σκαλωσιά ήταν στημένη στον χώρο για καιρό και ότι τη χρησιμοποιούσε οποιοσδήποτε. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν έτυχε εκπαίδευσης από ειδικό σε θέματα ασφάλειας και υγείας για το στήσιμο μιας σκαλωσιάς. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η επίδικη σκαλωσιά στην οποία ανέβηκε για να εργαστεί δεν είχε κιγκλίδωμα ασφαλείας και όταν έχασε την ισορροπία του καθώς εργαζόταν προσπάθησε να κρατηθεί αλλά δεν τα κατάφερε και έπεσε. Ο Μ.Κ.2 κατά την αντεξέτασή του από τον δικηγόρο της κατηγορούμενης ισχυρίστηκε ότι χρησιμοποίησε την επίδικη σκαλωσιά όπως ήταν συναρμολογημένη στον επίδικο χώρο και δεν ζήτησε βοήθεια από οποιονδήποτε άλλο για να τη συναρμολογήσει. Ισχυρίστηκε επίσης ότι λόγω του τραυματισμού του νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο για περίοδο 5 ημερών. Ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούμενη από την ίδια ημέρα αντιλήφθηκε τη σοβαρότητα του τραυματισμού του αφού είχε αιμάτωμα στον εγκέφαλο και του έγιναν πολλές ακτινογραφίες και είχε σπάσει και 6 πλευρές. Η κατηγορούμενη εταιρεία μετά που το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της δεν παρουσίασε κανένα μάρτυρα και η υπόθεση στη συνέχεια ορίστηκε για αγορεύσεις. Ο κ. Προδρόμου ανέπτυξε προφορικά τις θέσεις και εισηγήσεις του ενώ ο κ. Παπαθεοδώρου παρέδωσε γραπτό κείμενο με τις δικές του. Ο κ. Προδρόμου εισηγήθηκε ότι η κατηγορούμενη εταιρεία παρέλειψε να θέσει στη διάθεση του εργοδοτούμενού της κατάλληλο εξοπλισμό για την ασφαλή εκτέλεση της εργασίας του καθώς επίσης ότι παρέλειψε να γνωστοποιήσει έγκαιρα το επίδικο ατύχημα και να διασφαλίσει ότι η σκηνή όπου αυτό συνέβηκε δεν είχε αλλοιωθεί και κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει ένοχη την κατηγορούμενη στις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. Ο κ. Παπαθεοδώρου εκ μέρους της κατηγορούμενης εισηγήθηκε πως η κατηγορούμενη εταιρεία είχε στη διάθεση του εργοδοτούμενού της όλο τον αναγκαίο εξοπλισμό για να στηθεί το ικρίωμα με κάγκελα και ότι εκείνος παρόλο που γνώριζε να στήνει ικριώματα δεν το έπραξε με αποτέλεσμα την πτώση του από ύψος. Εισηγήθηκε επίσης ότι κατά την ημέρα του επίδικου συμβάντος η κατηγορούμενη δεν μπορούσε να γνωρίζει κατά πόσο ο εργοδοτούμενός της θα απουσίαζε από την εργασία του για περίοδο πέραν των 3 ημερών και ότι λόγω τούτου δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι ήταν υποχρεωμένη να πληροφορήσει άμεσα το αρμόδιο Επαρχιακό Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας Λευκωσίας για το εν λόγω συμβάν. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ικανή να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών 3 και 4 και κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει την κατηγορούμενη σε όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. Έχω μελετήσει με προσοχή τις θέσεις και εισηγήσεις που τέθηκαν ενώπιόν μου, τις έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου είναι αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246 «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Σχετικός με την παρούσα υπόθεση είναι ο περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμος 89(Ι)/1996 και οι Κανονισμοί οι οποίοι εκδόθηκαν δυνάμει αυτού. Στο άρθρο 2 του ως άνω Νόμου δίδονται οι ακόλουθοι ορισμοί: «εργοδότης» σημαίνει κάθε πρόσωπο που έχει την ευθύνη για το χώρο εργασίας, το υποστατικό, την επιχείρηση ή/και την εγκατάσταση στο οποίο απασχολείται ή απασχολήθηκε ο εργοδοτούμενος: Νοείται ότι ο εργοδότης περιλαμβάνει και πρόσωπο που δεν έχει άλλα εργοδοτούμενα πρόσωπα, αλλά διεξάγει οικονομική δραστηριότητα ή διευθύνει την επιχείρησή του με σκοπό κερδοσκοπικό ή μη· «εργοδοτούμενος» σημαίνει πρόσωπο που εργάζεται ή εργάστηκε με σύμβαση απασχόλησης με σκοπό την εκτέλεση εργασίας ή ασκούμενο ή μαθητευόμενο πρόσωπο και περιλαμβάνει πρόσωπο .. και ο όρος «εργοδότηση» θα ερμηνεύεται ανάλογα· «σύμβαση απασχόλησης» σημαίνει σύμβαση είτε ρητή είτε εξυπακουόμενη και, εάν είναι ρητή, είτε προφορική είτε γραπτή και περιλαμβάνει σύμβαση μαθητείας «χώρος εργασίας» περιλαμβάνει οποιοδήποτε χώρο εναέριο, επίγειο, υπόγειο, επιθαλάσσιο, υποθαλάσσιο στον οποίο ευρίσκονται ή είναι δυνατό να ευρίσκονται σε οποιοδήποτε χρόνο πρόσωπα στην εργασία». Στο άρθρο 3 του Νόμου καθορίζεται ότι αυτός εφαρμόζεται μεταξύ άλλων: (α) σε χώρους εργασίας, υποστατικά, επιχειρήσεις, εγκαταστάσεις και σε όλους τους δημόσιους ή ιδιωτικούς τομείς δραστηριοτήτων, όπως βιομηχανικές, γεωργικές, εμπορικές, διοικητικές, εκπαιδευτικές, πολιτιστικές δραστηριότητες, δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών αναψυχής, (β) σε εγκαταστάσεις ανελκυστήρων και σε εγκαταστάσεις δοχείων πίεσης, (γ) σε οικιακά υποστατικά και οικιακές εγκαταστάσεις που βρίσκονται στη Δημοκρατία και σε oπoιαδήπoτε άλλη περίπτωση όπου διεξάγεται επιχείρηση ή άλλη δραστηριότητα για σκοπούς κέρδους. Στο άρθρο 13 ορίζεται ότι κάθε εργοδότης πρέπει vα διασφαλίζει τηv ασφάλεια, υγεία και ευημερία στηv εργασία όλωv τωv εργoδoτoυμέvωv τoυ καθώς και άλλων προσώπων που μπορεί να επηρεάζονται από τις δραστηριότητές του ή τον τρόπο που διευθύνει την επιχείρησή του και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας των υποχρεώσεών του που αναφέρονται στο εδάφιο
(1), στο εδάφιο
(2)αναφέρονται διάφορες πτυχές από τις εν λόγω υποχρεώσεις του ώστε vα περιλαμβάvoυv, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (α) τηv παροχή και διατήρηση εγκαταστάσεων, συστημάτων και μεθόδων εργασίας τα οποία vα είναι ασφαλή και χωρίς κιvδύvoυς για τηv υγεία, (β) τις διευθετήσεις πoυ διασφαλίζουν τηv ασφάλεια και τηv απoυσία κιvδύvωv για τηv υγεία σε σχέση με τη χρήση, χειρισμό, απoθήκευση και μεταφoρά αvτικειμέvωv και oυσιώv και (γ) τηv παρoχή, τέτoιωv πληρoφoριώv, oδηγιώv, εκπαίδευσης και επιτήρησης για τη διασφάλιση της ασφάλειας και υγείας τωv εργoδoτoυμέvωv τoυ. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του άρθρου 13
(1)του Νόμου ο εργοδότης απαλλάσσεται από την ευθύνη για συμβάντα οφειλόμενα σε ανώμαλες και/ή απρόβλεπτες συνθήκες που εκφεύγουν του ελέγχου του και/ή σε έκτακτα γεγονότα οι συνέπειες των οποίων δεν θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί παρ' όλη την επιδειχθείσα επιμέλεια. Το άρθρο 13
(12)ορίζει ότι «οι υποχρεώσεις των εργοδοτουμένων στον τομέα της ασφάλειας και της υγείας στην εργασία δεν θίγουν την αρχή της ευθύνης του εργοδότη». Το άρθρο 53
(1)του ως άνω νόμου έχει ως ακολούθως: «53.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, οποιοδήποτε πρόσωπο στο οποίο επιβάλλονται υποχρεώσεις με βάση τον παρόντα Νόμο ή τους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει αυτού παραλείπει να συμμορφωθεί με αυτές, είvαι έvoχo αδικήματoς και υπόκειται σε πρόστιμo πoυ δεv υπερβαίvει τις ογδόντα χιλιάδες ευρώ ή σε φυλάκιση πoυ δεv θα υπερβαίvει τα τέσσερα χρόνια ή και στις δύo αυτές πoιvές». Το άρθρο 54 του ως άνω Νόμου προνοεί ότι σε οποιεσδήποτε διαδικασίες για αδίκημα πoυ διαπράττεται κατά παράβαση οποιωνδήποτε διατάξεών τoυ τo οποίο συvίσταται σε παράλειψη προσώπου vα συμμορφωθεί με υποχρέωση ή με απαίτηση για εκτέλεση καθήκοντος, καθόσο η συμμόρφωση αυτή είναι πρακτικώς εφικτή ή είναι ευλόγως εφικτή, αποτελεί ευθύvη τoυ κατηγορούμενου vα αποδείξει ότι δεv ήταv πρακτικώς εφικτό ή δεv ήταv ευλόγως εφικτό vα πράξει περισσότερα από όσα έπραξε για εκπλήρωση της υποχρέωσης ή της απαίτησης πoυ τέθηκε σε αυτόv. Εν ολίγοις, το άρθρο 54 ορίζει ότι το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους του εργοδότη. Το μέτρο που εφαρμόζεται σε αυτή την περίπτωση είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (Λίγγης ν. Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 48/2011 και 49/2011, ημερομηνίας 30.9.2014). Ο Κανονισμός 4 των περί Ελάχιστων Προδιαγραφών Ασφάλειας και Υγείας (Χρησιμοποίηση κατά την Εργασία Εξοπλισμού Εργασίας) Κανονισμών (Κ.Δ.Π. 444/2001) ορίζει τα ακόλουθα:
(1)ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε ο εξοπλισμός εργασίας που τίθεται στη διάθεση των εργοδοτουμένων μέσα στην επιχείρηση ή/και στην εγκατάσταση, να είναι κατάλληλος για την προς εκτέλεση εργασία ή κατάλληλα προσαρμοσμένος προς τον σκοπό αυτό, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η υγεία των εργοδοτουμένων κατά τη χρησιμοποίησή του,
(2)κατά την επιλογή του εξοπλισμού εργασίας που πρόκειται να χρησιμοποιήσει, ο εργοδότης λαμβάνει υπόψη τις συνθήκες και τα ειδικά χαρακτηριστικά της εργασίας και τους κινδύνους που υπάρχουν στην επιχείρηση ή/και την εγκατάσταση, ιδίως στις θέσεις εργασίας, για την ασφάλεια και την υγεία των εργοδοτουμένων καθώς και τους κινδύνους που ενδέχεται να προστεθούν λόγω της χρησιμοποίησης του εν λόγω εξοπλισμού εργασίας,
(3)όταν δεν είναι δυνατό να εξασφαλιστεί πλήρως, κατά τον τρόπο αυτό, η ασφάλεια και η υγεία των εργοδοτουμένων κατά τη χρησιμοποίηση του εξοπλισμού εργασίας, ο εργοδότης λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα ώστε να περιορίσει τους κινδύνους στο ελάχιστο. Στους περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία (Γνωστοποίηση Ατυχημάτων και Επικίνδυνων Συμβάντων) Κανονισμούς του 2007 (Κ.Δ.Π. 531/2007) και συγκεκριμένα στους Κανονισμούς 2, 3 και 4 θεσπίζεται η υποχρέωση για άμεση πληροφόρηση ενός «ατυχήματος» με τον πιο γρήγορα πρακτικό τρόπο. «Ατύχημα» σύμφωνα με την ερμηνεία που δίδεται στον Κανονισμό 2 σημαίνει ασυνεχές συμβάν το οποίο προκαλεί σωματική ή διανοητική βλάβη ή απώλεια ζωής. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 4 όταν συμβεί οποιοδήποτε ατύχημα το οποίο προκαλεί απώλεια ζωής σε εργοδοτούμενο πρόσωπο ή βλάβη η οποία το καθιστά ανίκανο για περισσότερες από 3 ημερολογιακές ημέρες, εξαιρουμένης της ημέρας του ατυχήματος, από του να εκτελεί τη συνηθισμένη εργασία του το «υπεύθυνο πρόσωπο» πρέπει να πληροφορήσει αμέσως το αρμόδιο Επαρχιακό Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας της Επαρχίας που συνέβηκε το ατύχημα με τον πιο γρήγορο πρακτικό τρόπο. Την υποχρέωση γνωστοποίησης σύμφωνα με τον ως άνω Κανονισμό την έχει το «υπεύθυνο πρόσωπο» δηλαδή ο εργοδότης του εργοδοτούμενου. Ο Κανονισμός 7
(1)της Κ.Δ.Π. 531/2007 ορίζει ότι για οποιοδήποτε ατύχημα ή επικίνδυνο συμβάν το οποίο είναι γνωστοποιήσιμο το «υπεύθυνο πρόσωπο» πρέπει να διασφαλίζει ότι δεν θα υπάρχει οποιαδήποτε αλλοίωση της σκηνής όπου συνέβηκε το ατύχημα ή το επικίνδυνο συμβάν εκτός εάν (α) ο χώρος όπου συνέβηκε το ατύχημα ή το συμβάν έχει επιθεωρηθεί μετά το ατύχημα ή το συμβάν από τον Επιθεωρητή ή (β) έχουν παρέλθει 24 ώρες μετά την πρώτη προφορική ή γραπτή ενημέρωση του Επαρχιακού Γραφείου Επιθεώρησης Εργασίας της Επαρχίας όπου συνεβηκε το ατύχημα ή το συμβάν σύμφωνα με τις πρόνοιες των πιο πάνω Κανονισμών. Ο Κανονισμός 5
(1)(α) της Κ.Δ.Π. 173/2002 ορίζει ότι είναι υποχρέωση κάθε εργοδότη να εφαρμόζει κατάλληλο σύστημα ασφάλειας ή σύστημα διαχείρισης των κινδύνων προβαίνοντας σε τέτοιες διευθετήσεις, κατάλληλες για τη φύση των δραστηριοτήτων και το μέγεθος της επιχείρησης του, για τον αποτελεσματικό προγραμματισμό, την οργάνωση, τον έλεγχο, καθώς και την παρακολούθηση και αναθεώρηση των προληπτικών μέτρων που καθορίστηκαν με βάση την εκτίμηση που προνοεί ο Κανονισμός 4 των εν λόγω Κανονισμών. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Λατομεία Φαρμακάς Λτδ
(2004)2 Α.Α.Δ. 573, λέχθηκε πως «η ευθύνη για λήψη μέτρων συμμόρφωσης με τις επιταγές ενός Νόμου ο οποίος ρυθμίζει θέματα ασφάλειας στους τόπους εργασίας βαρύνει αποκλειστικά τους εργοδότες». Λέχθηκε επίσης ότι «σε μια εποχή που οι εργασίες διεξάγονται κυρίως με μηχανήματα με προφανή σκοπό την αύξηση της παραγωγικότητας προβάλλει πιο επιτακτική η υποχρέωση των εργοδοτών για διατήρηση συνθηκών πλήρους ασφάλειας στους τόπους εργασίας. Οι εργαζόμενοι δικαιούνται μετά τον κάματο της ημέρας να επιστρέφουν στις οικογένειες τους αρτιμελείς και υγιείς. Δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε χαλάρωση αυτής της υποχρέωσης των εργοδοτών». Στην υπόθεση Mass Pack Trading Ltd v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας Πάφου
(1996)2 Α.Α.Δ. 142, λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το καθήκον του εργοδότη να παρέχει ασφαλές σύστημα εργασίας: «Έχει λεχθεί ότι ακόμα και όταν οι εργαζόμενοι αφαιρούν μετά την τοποθέτησή τους τα προφυλακτικά μέτρα, η ευθύνη του εργοδότη δεν μειώνεται γιατί η συνεχής παροχή ασφαλούς συστήματος εργασίας αποτελεί αποκλειστικά δική του ευθύνη. Κάθε εργοδότης πρέπει να διατηρεί συνεχή έλεγχο και επιτήρηση της πιστής εφαρμογής των κανονισμών ασφαλείας. Το καθήκον συντήρησης των προστατευτικών μέτρων στις οικοδομικές εργασίες είναι απόλυτο. Η υποχρέωση για διατήρηση των μέτρων ασφάλειας και η συντήρησή τους δεν είναι μόνο απόλυτη αλλά και διαρκής (Εταιρεία Γενικών Κατασκευών Λτδ ν. Επαρχιακού Λειτουργού Λεμεσού
(1989)2 Α.Α.Δ. 51, Επαρχιακός Λειτουργός Εργασίας Πάφου ν. Κώστα Κυριάκου και Υιού Λτδ και Άλλου
(1995)2 Α.Α.Δ. 290). Η μέριμνα για διασφάλιση της συμμόρφωσης με τους κανονισμούς ασφαλείας αποτελεί αποκλειστική ευθύνη των εργοδοτών που είναι και οι μόνοι που έχουν τον έλεγχο των συνθηκών εργασίας. Η πιθανή συντρέχουσα αμέλεια του Μ.Κ.1 δυνατόν να σχετίζεται με τον καταμερισμό της ευθύνης σε πολιτική υπόθεση, δεν επηρεάζει όμως την ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων για την παράλειψή τους να φροντίσουν όπως ο συγκεκριμένος εργάτης απασχολείται σε δάπεδο εργασίας που διέθετε μέσα προστασίας». (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Πρέπει βεβαίως να λεχθεί ότι η ευθύνη του εργοδότη δεν είναι απόλυτη υπό την έννοια ότι παρέχεται σε αυτόν μέσα από τον Νόμο υπεράσπιση προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη. Σχετικές είναι οι πρόνοιες της επιφύλαξης του άρθρου 13
(1)του Νόμου οι οποίες αναφέρθηκαν πιο πάνω καθώς και του άρθρου 54. Στην υπόθεση Λίγγης ν. Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας (πιο πάνω) αποφασίστηκαν σχετικώς τα εξής: «Από τη στιγμή δε που θα δοθεί θετική απάντηση ως προς τούτο, ο εργοδότης, με βάση τις πρόνοιες του ιδίου άρθρου, έχει στη διάθεσή του συγκεκριμένη υπεράσπιση, ότι, από την πλευρά του, έχει πράξει ό,τι ήταν ευλόγως εφικτό, ώστε να έχει διασφαλίσει ότι, στα πλαίσια της διεξαγωγής της συγκεκριμένης εργασίας, δε θα εκτίθεντο σε κίνδυνο μη εργοδοτούμενα από αυτόν πρόσωπα. Σύμφωνα δε με το άρθρο 54, ο εργοδότης φέρει το βάρος για θεμελίωση της πιο πάνω υπεράσπισης, στη βάση, όμως, του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται σε τέτοιες περιπτώσεις. Η πιο πάνω υπεράσπιση αποτελεί, απλώς, επιβεβαίωση ότι η εν λόγω ευθύνη του εργοδότη δεν είναι απόλυτη και ότι αυτός μπορεί να απαλλαγεί από αυτήν, αν αποδείξει ότι έλαβε όλα τα ευλόγως εφικτά μέτρα για αποτροπή του κινδύνου. Η συμπερίληψή της, όμως, στο Νόμο δεν αναιρεί κατά το ελάχιστο τον, κατά τα άλλα, αποκλειστικό χαρακτήρα της ευθύνης του εργοδότη για λήψη τέτοιων μέτρων, όπως αυτή προκύπτει, σαφώς, από τη διατύπωση του άρθρου 13
(5), (βλ. Reg. v. British Steel Plc. (C.A.)
(1995)1 W.L.R. 1356). Επομένως, με δεδομένο ότι η εν λόγω ευθύνη τίθεται αποκλειστικά στον εργοδότη, δεν είναι επιτρεπτή η ανάθεσή της από αυτό σε άλλο πρόσωπο, όπως, για παράδειγμα, σε έναν ανεξάρτητο εργολάβο, οπότε θα καθίστατο η απόδοσή της σε έναν εκ των δύο θέμα διαπίστωσης της ύπαρξης ή μη εκ προστήσεως ευθύνης. Όπως εξηγείται στην υπόθεση R v Associated Octel Ltd, ανωτέρω, το δόγμα της εκ προστήσεως ευθύνης είναι αδιάφορο προς τις αυστηρές πρόνοιες της ανάλογης του άρθρου 13
(5)αγγλικής πρόνοιας, ανωτέρω. Το ίδιο, βέβαια, ισχύει και στην περίπτωση του άρθρου 13
(5). Η εκπλήρωση δε από τον εργοδότη της ευθύνης που του εναποθέτει το πιο πάνω άρθρο, λόγω της ανάθεσης από αυτόν της επί μέρους εργασίας σε ανεξάρτητο εργολάβο, ελέγχεται μέσα από τους όρους της σχετικής μεταξύ τους συμφωνίας. Αυτό είναι αναγκαίο, προκειμένου να διαπιστώνεται κατά πόσο είχε γίνει πρόνοια από τον εργοδότη, ώστε να λαμβάνονταν από τον εργολάβο ευλόγως εφικτά μέτρα, για να διασφαλιζόταν ότι δε θα εκτίθεντο σε κίνδυνο μη εργοδοτούμενα από τον εργοδότη πρόσωπα.». Ο όρος «πρακτικώς εφικτό» ερμηνεύθηκε στην υπόθεση Βαρνάβας Νικολάου & Υιοί Λτδ ν. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 261 ως ακολούθως: «Ο όρος σημαίνει εκείνο που μπορεί να γίνει στην πράξη ανεξάρτητα από το κατά πόσο αυτό είναι δύσκολο ή άβολο. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Παράγοντες όπως πιθανές δυσκολίες ή το ύψος της δαπάνης σε σύγκριση με το μέγεθος του κινδύνου που υπάρχει, οι οποίοι θ' αποκτούσαν σημασία αν το ζητούμενο ήταν τί είναι εύλογα πρακτικώς εφικτό που είναι όρος στενότερος, δεν διαδραματίζουν ρόλο. Όμως το πρακτικώς εφικτό δεν εξομοιώνεται με το φυσικώς αδύνατο. Το κατά πόσο κάποιο μέτρο είναι πρακτικώς εφικτό κρίνεται κάτω από το φως των σύγχρονων γνώσεων και εφευρέσεων. Έχει εξηγηθεί πως δεν μπορεί να θεωρηθεί πρακτικώς εφικτό να παίρνονται προφυλάξεις για αντιμετώπιση κινδύνων, η γνώση της ύπαρξης των οποίων είναι αδύνατη ή να υιοθετούνται μέτρα που δεν έχουν εφευρεθεί ακόμα και ότι η έννοια του όρου πρακτικώς εφικτό εμπεριέχει κάποιο βαθμό λογικής και κάποια σχέση με την πρακτική.... Είναι φανερό ότι η συνάρτηση αυτή περιορίζει το απόλυτο του καθήκοντος. Το τί είναι πρακτικώς εφικτό πρέπει να προσδιορίζεται όχι κατ' απομόνωση αλλά σε συσχετισμό και με την εργασία που γίνεται». Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204 λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Ο Μ.Κ.1 είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Στα πλαίσια των καθηκόντων του ετοίμασε την έκθεσή του στην οποία αναφέρεται στην πληροφόρηση που έλαβε για το επίδικο ατύχημα από τα πρόσωπα που ήταν σε θέση να του δώσουν πληροφορίες για αυτό και για τον επίδικο χώρο όπου συνέβηκε το ατύχημα. Κατέγραψε τις παρατηρήσεις του στην έκθεση την οποία ετοίμασε και η ορθή καταγραφή τους σε αυτή δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του. Κρίνω ότι ήταν ανεξάρτητος μάρτυρας και μετέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Η μαρτυρία του είχε λογική και συνοχή και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτή. Ο Μ.Κ.2 είναι το πρόσωπο το οποίο τραυματίστηκε κατά το επίδικο συμβάν. Είχε άμεση εμπλοκή σε αυτό και κρίνω ότι λόγω τούτου του γεγονότος ήταν σε πλεονεκτική θέση να θυμάται τα κρίσιμα για την παρούσα υπόθεση γεγονότα και να τα μεταφέρει στο Δικαστήριο. Οι ουσιώδεις για την παρούσα υπόθεση ισχυρισμοί του αναφορικά με το επίδικο περιστατικό και ιδίως ότι κατά τον επίδικο χρόνο ανέβηκε σε σκαλωσιά για να σπατουλάρει το ταβάνι το υπό κατασκευή κτιρίου δεν αμφισβητήθηκαν. Ομοίως δεν αμφισβητήθηκαν ούτε οι ισχυρισμοί του ότι η επίδικη σκαλωσιά δεν έφερε προστατευτικό κιγκλίδωμα που θα απέτρεπε την πτώση του από ύψος ούτε οι σωματικές βλάβες που υπέστη από τον εν λόγω τραυματισμό του ούτε και ότι έλαβε άδεια απουσίας από την εργασία του από τις 17.2.2017 έως τις 29.3.
- Η μαρτυρία του είχε λογική και συνοχή και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτή. Έχοντας υπόψη μου όσα δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα μεταξύ των διαδίκων, τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή καθώς επίσης και τη μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης: η κατηγορούμενη εταιρεία κατά τον επίδικο χρόνο ήταν και είναι νομότυπα εγγεγραμμένη. Στις 17.2.2017 και ώρα 1:30 μ.μ. συνέβη ατύχημα στον εργοδοτούμενο της κ. XXXXX Αντωνίου όταν αυτός ανέβηκε σε σκαλωσιά (ικρίωμα) για να σπατουλάρει το ταβάνι του υπό κατασκευή κτιρίου που βρισκόταν σε εργοτάξιο στην οδό XXXXX στον Στρόβολο. Ο κ. Αντωνίου όταν βρισκόταν στην ως άνω σκαλωσιά έκανε βήμα στο κενό, έχασε την ισορροπία του και έπεσε από ύψος επειδή στη σκαλωσιά στην οποία είχε ανέβει δεν είχε τοποθετηθεί κιγκλίδωμα το οποίο θα απέτρεπε την πτώση του. Ο κ. Αντωνίου λόγω της πτώσης του τραυματίστηκε στο κεφάλι και έσπασε και 6 πλευρές. Λόγω του τραυματισμού του νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο για 5 ημέρες και έλαβε άδεια απουσίας από την εργασία του για την περίοδο από τις 17.2.2017 έως τις 29.3.
- Ο επιστάτης κ. XXXXX Σπανού ήταν παρών στο εργοτάξιο αλλά παρέλειψε να αποκλείσει τη σκηνή ή να διαφυλάξει ότι αυτή δεν θα αλλοιωνόταν προτού ειδοποιηθεί το Επαρχιακό Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας Λευκωσίας ή προτού παρέλθουν 24 ώρες από την ειδοποίηση προς το Γραφείο με αποτέλεσμα στις 18.2.2017 η επίδικη σκαλωσιά να μετακινηθεί από το σημείο που ήταν τοποθετημένη όταν συνέβηκε το ως άνω ατύχημα. Στις 20.2.2017 ο διευθυντής της κατηγορούμενης κ. Φιλίππου ενημέρωσε τηλεφωνικά τον Μ.Κ.1 για το εν λόγω ατύχημα. Η κατηγορούμενη γνωστοποίησε γραπτώς το επίδικο ατύχημα στο Επαρχιακό Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας Λευκωσίας στις 23.2.
- Έχοντας υπόψη μου τα ως άνω ευρήματά μου κρίνω ότι η κατηγορούμενη παρέλειψε να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλιστεί ότι η σκαλωσιά την οποία χρησιμοποίησε ο εργοδοτούμενός της κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης της εργασίας του θα είχε προστατευτικό κιγκλίδωμα σε όλες τις πλευρές της το οποίο θα απέτρεπε την πτώση του στο έδαφος ενώ εργαζόταν σε ύψος. Αυτό ήταν πρακτικά εφικτό να είχε γίνει αφού στον χώρο του εργοταξίου υπήρχαν εκείνα τα κιγκλιδώματα τα οποία χρειάζονταν για τον ως άνω σκοπό και εκεί ήταν και ο επιστάτης της. Λόγω τούτου η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην 1η κατηγορία. Αναφορικά με την εισήγηση του κ. Παπαθεοδώρου ότι η κατηγορούμενη πληροφορήθηκε στις 20.2.2017 για το ότι η απουσία του εργοδοτούμενού της από την εργασία θα διαρκούσε πέραν των 3 εργάσιμων ημερών και συνεπώς δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει νωρίτερα ότι ήταν υποχρεωμένη να πληροφορούσε άμεσα για το εν λόγω συμβάν, με όλο τον σεβασμό προς αυτή την εισήγηση κρίνω ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η υποχρέωση για άμεση πληροφόρηση ενός ατυχήματος αφορά ένα «ατύχημα» ως αυτό ορίζεται στον Κανονισμό 2 της Κ.Δ.Π. 531/2007 (GEORGE ELIA-MOTOR ENGINEER LTD ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 207/2014 (Σχ. με Ποινική Έφεση Αρ. 208/2014) ημερομηνίας 20 Δεκεμβρίου 2016) και όχι ως εισηγήθηκε ο κ. Παπαθεοδώρου. Σε κάθε περίπτωση κρίνω ότι δεν θα ήταν λογικό ο νομοθέτης να επέβαλλε την υποχρέωση σε ένα εργοδότη να πληροφορήσει άμεσα το Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας για κάποιο ατύχημα και την ίδια ώρα να απαιτούσε από αυτόν να γνώριζε, ουσιαστικά εκ των προτέρων, και τη διάρκεια της απουσίας του εργοδοτούμενου από την εργασία του για να ενεργοποιηθεί η ως άνω υποχρέωσή του. Έχοντας υπόψη μου ότι η εν λόγω πληροφόρηση δόθηκε στις 20.2.2017 η ώρα 9:00 π.μ. παρόλο που το εν λόγω ατύχημα συνέβηκε στις 17.2.2017 και ώρα 1:30 μ.μ. δηλαδή σε εργάσιμη ημέρα και ώρα κρίνω ότι η κατηγορούμενη παρέλειψε να πληροφορήσει άμεσα με τον πιο γρήγορο και πρακτικό τρόπο το Επαρχιακό Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας Λευκωσίας για το επίδικο ατύχημα και ως εκ τούτου κρίνεται ένοχη στη 2η κατηγορία. Κρίνω επίσης ότι η κατηγορούμενη παρέλειψε να διασφαλίσει ότι δεν θα υπήρχε αλλοίωση της σκηνής όπου συνέβηκε το επίδικο ατύχημα αφού η επίδικη σκαλωσιά η οποία βρισκόταν στη σκηνή του ατυχήματος στις 17.2.2017 είχε μετακινηθεί από εκεί προτού αρμόδιος Επιθεωρητής του Γραφείου Επιθεώρησης Εργασίας επιθεωρήσει τη σκηνή και προτού παρέλθουν 24 ώρες μετά την πρώτη ενημέρωση του Γραφείου για το επίδικο συμβάν ως προνοεί ο σχετικός Κανονισμός. Ο επιστάτης κ. XXXXX Σπανού ήταν παρών στον χώρο που συνέβηκε το επίδικο ατύχημα και μπορούσε εύκολα να απέκλειε τη σκηνή και να ενημέρωνε όσους θα εργάζονταν εκεί τις επόμενες ημέρες ότι δεν θα μπορούσαν να μετακινήσουν τη σκαλωσιά από την οποία έπεσε ο κ. Αντωνίου. Αντί όμως να λάβει τα ως άνω μέτρα ουδέν έπραξε για να διασφαλίσει ότι αυτό δεν θα συνέβαινε με αποτέλεσμα η σκηνή να αλλοιωθεί στις 18.2.2017 αφού η σκαλωσιά από την οποία έπεσε ο εργοδοτούμενος μετακινήθηκε από εκεί. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι αποδείχθηκε και η 3η κατηγορία στην οποία η κατηγορούμενη επίσης κρίνεται ένοχη. Σε σχέση με την 4η κατηγορία κρίνω τέλος ότι η κατηγορούμενη παρέλειψε να εφαρμόσει κατάλληλο σύστημα ασφάλειας για τη βελτίωση των θεμάτων ασφάλειας, υγείας και ευημερίας των εργοδοτουμένων της αφού στο Σχέδιο Ασφάλειας και Υγείας το οποίο είχε εκπονήσει δεν καθορίζονταν επαρκείς διαδικασίες και μέθοδοι εργασίας για την πρόληψη και αντιμετώπιση του κινδύνου πτώσης από ύψος κατά τις εργασίες μπογιατίσματος ή σπατουλαρίσματος. Κατά λογική συνέπεια, λόγω της ως άνω παράλειψής της, προκύπτει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η κατηγορούμενη εκ των πραγμάτων δεν ήταν σε θέση να εφαρμόσει και τελικά δεν εφάρμοσε κατάλληλο σύστημα ασφάλειας ή σύστημα διαχείρισης των κινδύνων, στο οποίο να περιγράφονται μεταξύ άλλων οι διευθετήσεις για τον αποτελεσματικό προγραμματισμό, την οργάνωση, τον έλεγχο καθώς και την παρακολούθηση και την αναθεώρηση των προληπτικών και προστατευτικών μέτρων που έπρεπε να λαμβάνονταν για τις δραστηριότητες στον χώρο εργασίας της που ενέχουν κινδύνους. Λόγω των πιο πάνω η κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 1 έως
- (Υπ.) ............. Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο