Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χρίστου, Αρ. Υπόθεσης: 10655/2020, 25/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α.Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10655/2020 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. XXXXX Χρίστου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 25/1/2022 Για κατηγορούσα αρχή: Κα. Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: Προσωπικά Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία για υπέρβαση ορίου ταχύτητας, κατά παράβαση του εδαφίου 3 του άρθρου 6 του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο Κατηγορούμενος, στις 23/2/2020, στη Λεωφόρο Λεμεσού στον Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX08, με ταχύτητα μεγαλύτερη του ορίου ταχύτητας, δηλαδή με ταχύτητα 76 αντί 50 ΧΑΩ. Ο Κατηγορούμενος, καταχώρησε απάντηση μη παραδοχής, με αποτέλεσμα η υπόθεση να οριστεί για ακρόαση. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή, κάλεσε ένα μάρτυρα, τον αστυφύλακα 929 Γεώργιο Γεωργίου (στο εξής «ΜΚ1»). Μαρτυρία Ο ΜΚ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο, ως Τεκμήριο 1, ανακριτικό φάκελο που είχε συμπληρώσει στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, ως Τεκμήριο 2, γραπτή κατάθεση που ετοίμασε στα πλαίσια διερεύνησης του αδικήματος, ως Τεκμήριο 3, αντίγραφο του εξώδικου προστίμου που εξέδωσε και επέδωσε στον Κατηγορούμενο για το αδίκημα που αντιμετωπίζει και ως Τεκμήριο 4, έντυπο του Τμήματος Οδικών Μεταφορών, στο οποίο αναγράφονται τα στοιχεία του ιδιοκτήτη του οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXXXX
- Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, στις 23/2/2020 και περί ώρα 8:07 το πρωί, στη Λεωφόρο Λεμεσού, στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού-Λευκωσίας, κατήγγειλε τον οδηγό του οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXXXX08 για το αδίκημα υπέρβασης του ανωτάτου επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας, ήτοι για οδήγηση με ταχύτητα 76 ΧΑΩ αντί 50 ΧΑΩ. Αφού πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο ότι θα καταγγελθεί και επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο, ο Κατηγορούμενος απάντησε «έχει Θεό». Φεύγοντας ο Κατηγορούμενος ανέφερε στον ΜΚ1: «Θα τα πούμε σύντομα εμείς οι δύο και θα με μάθεις καλά». Ακολούθως ο ΜΚ1 εξέδωσε εξώδικο πρόστιμο για €78 πλέον 3 βαθμούς ποινής, το οποίο ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να πληρώσει εντός της καθορισμένης από το νόμο προθεσμίας. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 2, στο σημείο όπου καταγγέλθηκε ο Κατηγορούμενος το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν 50 ΧΑΩ. Σήμα για όριο ταχύτητας υπήρχε και ήταν εμφανές. Για να καταμετρήσει την ταχύτητα του Κατηγορουμένου, ο ΜΚ1 χρησιμοποίησε το ταχύμετρο υπ' αριθμό Τ
- Η απόσταση από την οποία διαπιστώθηκε η ταχύτητα του Κατηγορουμένου ήταν στα 160 μέτρα. Το ταχύμετρο ελέγχθηκε τόσο πριν, όσο και μετά την καταγγελία και λειτουργούσε ορθά. Ο Κατηγορούμενος οδηγούσε από τα «φώτα ΡΙΚ» προς Λευκωσία. Στη συνέχεια, κατά την κυρίως εξέτασή του, ο ΜΚ 1 ανέφερε ότι, πριν να ξεκινήσει ελέγχους ταχύτητας τη συγκεκριμένη μέρα, προέβηκε σε όλους του απαραίτητους ελέγχους της συσκευής του ταχυμέτρου για να βεβαιωθεί ότι λειτουργεί σωστά. Πριν από το σημείο που ο Κατηγορούμενος είχε εντοπιστεί με το ταχύμετρο να οδηγεί με ταχύτητα 76 ΧΑΩ, συγκεκριμένα στα «φώτα του ΡΙΚ», υπήρχε εμφανής πινακίδα στην οποία αναγραφόταν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, το οποίο ήταν 50 ΧΑΩ. Τη δεδομένη στιγμή, που εντόπισε μέσω του ταχυμέτρου τον Κατηγορούμενο να οδηγεί με 76 ΧΑΩ αντί 50 ΧΑΩ, δεν υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα στον δρόμο. Το Τεκμήριο 3 που είναι το εξώδικο που είχε εκδώσει, το εκτύπωσε ο ίδιος και το επέδωσε στον Κατηγορούμενο επί τόπου. Αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου, ως τον οδηγό του οχήματος που κατήγγειλε για το πιο πάνω αναφερόμενο αδίκημα. Κατά την αντεξέταση, αρνήθηκε ότι δεν φορούσε φωσφορίζον γιλέκο όταν έκανε σήμα στον Κατηγορούμενο για να σταματήσει. Αρνήθηκε επίσης ότι είχε σταθμεύσει το υπηρεσιακό αυτοκίνητο, παράνομα πλησίον του σημείου της καταγγελίας, αναφέροντας ότι στο μέρος είχε μεταβεί με μοτοσικλέτα. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι κατά τη στρατιωτική του θητεία υπηρέτησε στο τάγμα 211, στον Λόχο Στρατηγείου. Αρνήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος ήταν λοχαγός του. Επέμεινε στη θέση του ότι την ώρα που έκανε χρήση της συσκευής ταχυμέτρου για καταμέτρηση της ταχύτητας του Κατηγορουμένου, δεν υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα στον δρόμο και ότι ήταν βέβαιος ότι το όχημα που καταμέτρησε με το ταχύμετρο να οδηγεί με 76 ΧΑΩ αντί 50 ΧΑΩ ήταν αυτό του Κατηγορουμένου. Κατά την επανεξέταση, ανέφερε ότι όταν η συγκεκριμένη συσκευή - ταχύμετρο που χρησιμοποίησε στοχεύει συγκεκριμένο αυτοκίνητο, φαίνεται καθαρά ποιο όχημα στοχεύει μέσω μιας μικρής οθόνης. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του ΜΚ1, ο Κατηγορούμενος συμφώνησε να δηλωθεί ως παραδεκτό γεγονός, ότι το συγκεκριμένο ταχύμετρο που χρησιμοποίησε ο ΜΚ 1, λειτουργούσε ορθά κατά τον ουσιώδη χρόνο της καταγγελίας. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας αρχής, το Δικαστήριο βρήκε τον Κατηγορούμενο εκ πρώτης όψεως ένοχο στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Κατόπιν τούτου, αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, κλήθηκε σε απολογία και επέλεξε να παραθέσει τη μαρτυρία του ενόρκως. Κατηγορούμενος Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι μετά την καταγγελία του από τον ΜΚ1, κατέβηκε και φωτογράφησε τη σκηνή. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 5, επιστολή της Αστυνομίας Κύπρου προς τον Κατηγορούμενο εις απάντηση σχετικού παραπόνου του εναντίον του ΜΚ1 και ως Τεκμήρια 6, 7 και 8 φωτογραφίες περιπολικού της αστυνομίας, στις οποίες σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο εικονίζεται το όχημα με το οποίο ο ΜΚ1 είχε μεταβεί στο σημείο πριν την καταγγελία. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 9, γραπτή δήλωση που ετοίμασε καθιστώντας την μέρος της κυρίως εξέτασης του και ως Τεκμήριο 10, επιστολή παράπονο που απέστειλε στον προϊστάμενο της Τροχαίας Αρχηγείου Αστυνομίας για να καταγγείλει τον Κατηγορούμενο. Το Τεκμήριο 9 αποτελείται από 4 σελίδες και μεγάλο μέρος του είναι άσχετο με τα επίδικα θέματα. Για ότι αφορά την παρούσα υπόθεση, στο Τεκμήριο 9 αναφέρεται ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX08, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, επί της Λεωφόρου Λεμεσού, με κατεύθυνση από Λεμεσό προς Λευκωσία. Δεν βιαζόταν να φτάσει στον προορισμό του. Περί τα 300 μέτρα πριν το σημείο ανακοπής του από τον ΜΚ1, είχε μπροστά του σε απόσταση περίπου 50 μέτρων δύο άλλα οχήματα, ένα στη δεξιά και ένα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Σε απόσταση περίπου 170 μέτρων πριν από το σημείο ανακοπής του από τον ΜΚ1, το όχημα που κινείτο μπροστά του μετακινήθηκε από την αριστερή στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Σε αυτό το σημείο ο Κατηγορούμενος, αντιλήφθηκε μπροστά του μια μαύρη φιγούρα με χέρι υψωμένο. Ο Κατηγορούμενος, πίστεψε ότι η φιγούρα αυτή ήταν στρατονόμος, έτσι σταμάτησε για να του κάνει παρατήρηση γιατί δεν εκτέλεσε το καθήκον του σύμφωνα με τις διαταγές της υπηρεσίας. Στη συνέχεια ο ΜΚ1 τον κατήγγειλε για το αδίκημα που αντιμετωπίζει. Ήταν η θέση του Κατηγορουμένου ότι, δεν ήταν δυνατό να πήρε με βεβαιότητα τη μέτρηση του ο ΜΚ1, καθώς στον δρόμο, υπήρχαν άλλα δύο αυτοκίνητα πριν από το δικό του, τα οποία οδηγούσαν με μεγαλύτερη ταχύτητα. Όταν διαμαρτυρήθηκε στον ΜΚ1, ο τελευταίος του ανέφερε «και εσύ όταν τιμωράς τα στρατιωτούθκια έννεν δίκαιο». Αναφορικά με το αδίκημα ανέφερε πως δεν έτρεχε καθώς πάντοτε οδηγεί με σύνεση. Στην συνέχεια κατά την αντεξέταση του παραδέχτηκε ότι δεν γνωρίζει με ποια ταχύτητα κινείτο το όχημα του πριν την καταγγελία, καθώς δεν είχε ελέγξει το ταχύμετρο. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω και να ακούσω με προσοχή και υπομονή τόσο τον ΜΚ1 όσο και τον Κατηγορούμενο. Έχοντας διεξέλθει της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στη βάση του συνόλου της και όχι αποσπασματικά, θα προχωρήσω στην αξιολόγησή της, αντλώντας καθοδήγηση από τις αρχές που τίθενται από τη σχετική νομολογία, λαμβάνοντας μεταξύ άλλων παραγόντων υπόψη μου, τη φυσικότητα, ευθύτητα, αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων, τυχόν ύπαρξη υπερβολών, ουσιωδών αντιφάσεων, προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν αλλά και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (βλ. μεταξύ άλλων, Στυλιανίδη v Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97, Αυξεντίου v. Δίγκλη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1 A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173 κ.α.) Ο ΜΚ1 μου άφησε θετική εντύπωση και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Απαντούσε με σαφήνεια, αμεσότητα και φυσικότητα και έχοντας ακούσει τη μαρτυρία του στο σύνολό της, δεν έχω αμφιβολία ότι τα όσα ανέφερε είναι αληθή, ορθά και ανταποκρίνονται στα πραγματικά γεγονότα. Ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να πλήξει την αξιοπιστία του ΜΚ1, προσφέροντας μαρτυρία σε θέματα άσχετα με τα επίδικα, όπως το πού ήταν σταθμευμένο το υπηρεσιακό όχημα της αστυνομίας και το κατά πόσον ο ΜΚ1 φορούσε ή όχι φωσφορίζων γιλέκο, κατά τον ουσιώδη χρόνο. Σύμφωνα με τη νομολογία η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιλαμβάνει κάθε πτυχή της μαρτυρίας, αλλά εκείνη που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα (Βλ., Al Ittihad Al Watani κ.α. ν. Παπαδόπουλου
(2000)1Γ ΑΑΔ 1924, 1937, Σωτηρίου κ.α. ν. Stelios Stylianides (Holdings) Ltd κ.α., Πολιτική ΄Εφεση 9820/22.3.2000, Hellenic Bank Public Cο Ltd v Χριστοδουλίδη, ECLI:CY:AD:2016:A119, Πολιτική Έφεση Αρ. 82/2011, 24/2/2016). Συνεπώς, κρίνω άσκοπο να επεκταθώ περαιτέρω, ενόψει του ότι τα πιο πάνω δεν σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Ο Κατηγορούμενος δεν μου άφησε καλή εντύπωση. Κατά το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του, ήταν εκνευρισμένος και ήταν έκδηλη η δυσαρέσκεια του για το γεγονός ότι είχε καταγγελθεί από τον ΜΚ1 τη συγκεκριμένη ημέρα. Ασφαλώς, το γεγονός αυτό από μόνο του, δεν αποτελεί λόγο για να κριθεί κάποιο πρόσωπο αναξιόπιστο. Με βάση όμως τη συνολική εικόνα του από το εδώλιο του μάρτυρα, δεν έχω αμφιβολία ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια, αλλά για να δώσει τη μαρτυρία που βόλευε την υπεράσπιση του. Ενδεικτικά, παραθέτω στη συνέχεια, σημεία της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου, τα οποία σε συνδυασμό με την εικόνα του ως μάρτυρα, με οδήγησαν στο πιο πάνω συμπέρασμα. Ενώ ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι δεν γνώριζε με ποια ταχύτητα κινείτο το όχημα του τη δεδομένη στιγμή της καταγγελίας, ταυτόχρονα παρουσιάστηκε απόλυτα βέβαιος ότι δεν είχε υπερβεί το όριο ταχύτητας. Επιπρόσθετα, στο Τεκμήριο 10, o Κατηγορούμενος αναφέρει ότι όταν του είχε κάνει σήμα ο ΜΚ1 για να σταματήσει, υπέθεσε ότι επρόκειτο για αστυνομικό. Στο Τεκμήριο 9, αναφέρει διαφορετική εκδοχή, ήτοι δηλαδή, ότι θεώρησε ότι ο ΜΚ1 ήταν στρατονόμος και σταμάτησε για να του κάνει παρατήρηση, για πλημμελή εκτέλεση καθηκόντων. Περαιτέρω, δεν κατέστη δυνατή η κατανόηση των πραγματικών θέσεων του Κατηγορουμένου, αφού προωθούσε παράλληλα διαζευκτικούς ισχυρισμούς. Από τη μια ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν βέβαιο ότι ο ΜΚ1 είχε καταμετρήσει την ταχύτητα του δικού του οχήματος, καθώς τη δεδομένη στιγμή υπήρχαν άλλα δύο αυτοκίνητα σε κοντινή απόσταση μπροστά του. Ταυτόχρονα, ισχυρίστηκε ότι ο ΜΚ1, δόλια προέβη σε επαναφορά παλαιότερων μετρήσεων, προηγούμενων οχημάτων, για να καταγγείλει κακόβουλα τον Κατηγορούμενο. Όλα αυτά τη στιγμή που ο ίδιος παραδέχτηκε ότι δεν γνωρίζει με ποια ταχύτητα κινείτο το όχημα του, αφού δεν είχε ελέγξει την ένδειξη του ταχυμέτρου ενώσω οδηγούσε. Σύμφωνα με τη νομολογία ένα Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει τη μαρτυρία στην ολότητα της και να την αξιολογεί με λογική προσέγγιση και στα πλαίσια της κοινής ανθρώπινης εμπειρίας. Δεν είναι υποχρεωμένο να εξετάζει, πόσον μάλλον να αξιολογεί, διαζευκτικές εκδοχές, πιθανότητες ή θεωρίες που όχι μόνο δεν στοιχειοθετούνται, αλλά που ούτε καν μπορούν να αναδυθούν σε μια ενδεχόμενη κατάσταση πραγμάτων, στην απουσία μαρτυρικού υλικού, ως αναγκαίου βεβαίως υπαρκτού υπόβαθρου, πάνω στο οποίο να κτίζεται η διαφορετική αυτή συλλογιστική. (βλ. Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, Φανιέρος ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 104, Abe v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 211 και Σταυρινού ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 706). Νομική Πτυχή Στις ποινικές υποθέσεις αποτελεί πάγια αρχή ότι το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων της κάθε κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα αρχή και η ενοχή πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Woolmington v D.P.P. 25 Cr. App. R. 72, Charitonos and Others v. The Republic
(1971)2 CLR 40). Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη, αλλά και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας (Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110). Πρώτη Κατηγορία: Σε σχέση με την πρώτη (και μοναδική κατηγορία) που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, τα εδάφια
(2)και
(3)του άρθρου
(6)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 προνοούν τα ακόλουθα: «
(2)Τη συναινέση του Αρχηγού της Αστυνομίας, η αρμοδία αρχή δύναται να ορίση, αναφορικώς προς οιανδήποτε οδόν, ανώτατον ή κατώτατον όριον ταχύτητος, όπερ, καθ' όσον αφορά εις οδόν κειμένην εν τη κατωκημένη περιοχή οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου, δεν δύναται να υπερβαίνη τα τεσσαράκοντα μίλια την ώραν το ούτω καθοριζόμενον όριον ταχύτητος θέλει αναγραφή επί πινακίδων τοποθετουμένων επί των οδών κατά τοιούτον τρόπον ώστε ευχερώς να διακρίνωσι ταύτας οι χρησιμοποιούντες τας τοιαύτας οδούς οδηγοί η αρμοδία αρχή δύναται, ωσαύτως τη συναινέσει του Αρχηγού της Αστυνομίας, να μεταβάλη παν ούτω ορισθέν όριον ταχύτητος: Νοείται ότι μέχρις ου η αρμοδία αρχή προβή εις τον ορισμόν τοιούτου ορίου ταχύτητος, τούτο δεν δύναται να υπερβαίνη, εντός των κατωκημένων περιοχών οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου, το όριον των τριάκοντα μιλίων την ώραν.
(3)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού με ταχύτητα μεγαλυτέραν του ανωτάτου ή μικροτέραν του κατωτάτου ορίου ταχύτητος όπερ έχει ορισθή υπό της αρμοδίας αρχής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)ή της επιφυλάξεως αυτού είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης, εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τις τέσσερις χιλιάδες ευρώ (€4.000) ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Συνεπώς, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, τα οποία θα πρέπει να αποδείξει η Κατηγορούσα Αρχή για να στοιχειοθετήσει την πιο πάνω κατηγορία, είναι τα ακόλουθα: Α) την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος από τον Κατηγορούμενο, Β) σε οδό, Γ) ότι στην οδό αυτή η αρμόδια αρχή είχε θέσει ως ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας τα 50 ΧΑΩ Δ) ότι στην συγκεκριμένη οδό είχε τοποθετηθεί πινακίδα που αναγράφει ότι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν τα 50 ΧΑΩ Ε) ότι ο Κατηγορούμενος υπερέβηκε το όριο ως αναγράφεται στο Κατηγορητήριο. Ευρήματα και εφαρμογή νομικών αρχών Στην παρούσα υπόθεση, ο Κατηγορούμενος δεν έχει αμφισβητήσει ότι η Λεωφόρος Λεμεσού στον Στρόβολο αποτελεί οδό, ούτε ότι το ανώτατο όριο ταχύτητας που είχε τεθεί από αρμόδια αρχή στο συγκεκριμένο σημείο ήταν 50 ΧΑΩ. Εξάλλου, ως προς τα πιο πάνω το Δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί και στο τεκμήριο της κανονικότητας (omnia preasumuntur rite esse acta) και να κρίνει ότι η συγκεκριμένη λεωφόρος αποτελεί οδό στην οποία το όριο έχει οριστεί από αρμόδια αρχή στα 50 ΧΑΩ. (Γενικός Εισαγγελέας v Φλωρίδης
(1999)2ΑΑΔ 95 και Γεωργαλίδης v Δήμου Λάρνακος
(2001)2ΑΑΔ 789. Κάνω αποδεκτή τη μαρτυρία του ΜΚ1, σε σχέση με την ύπαρξη πινακίδων ορίου ταχύτητας, πριν από το σημείο καταγγελίας του Κατηγορουμένου, γεγονός που επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση. Είναι επίσης αποδεκτό από τον Κατηγορούμενο ότι η συσκευή - ταχύμετρο, που χρησιμοποίησε ο ΜΚ1, λειτουργούσε ορθά. Το τι αμφισβητήθηκε, ήταν ότι η καταγραφή ταχύτητας 76 ΧΑΩ αφορούσε το όχημα του Κατηγορουμένου. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, κάνω αποδεκτή τη μαρτυρία του ΜΚ1, ότι η καταγραφή των 76 ΧΑΩ αφορούσε το όχημα του Κατηγορουμένου και συνεπώς ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο, το όχημα με αριθμούς εγγραφής LAX508, με ταχύτητα 76 ΧΑΩ αντί 50 ΧΑΩ. Αποδέχομαι επίσης ότι, ο Κατηγορούμενος δεν έχει καταβάλει το ποσό του εξώδικου προστίμου που είχε εκδοθεί, ενώ έχει παρέλθει η προθεσμία που προβλέπει ο νόμος πριν από την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. Κατάληξη Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα καταλήγω ότι η Κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του Κατηγορούμενου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην πρώτη κατηγορία. [Υπ.] .............. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο