ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΟ RUDOLF, Αρ. Αίτησης:12/21, 14/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B3 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης:12/21 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΝΟΜΟ 133 (Ι)/2004 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΟ XXXXX RUDOLF Ημερομηνία: 14 Ιανουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Κεντρική Αρχή: κα. Θ. Παπακυριακού Για τον Εκζητούμενο: κ. Μ. Καούλλας Εκζητούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 22/06/2017 το Nove Mesto nad Vahom District Court της Δημοκρατίας της Σλοβακίας εξέδωσε Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (εφεξής το ΕΕΣ) αναφορικά με τον εκζητούμενο, XXXXX Rudolf (εφεξής ο Εκζητούμενος) με σκοπό τη σύλληψη και παράδοση του στη Σλοβακία για την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του αναφορικά με τα ακόλουθα αδικήματα, ως αυτά περιγράφονται στο ΕΕΣ (Τεκμήριο 1): (
- i)ψευδής κατηγορία (false accusation) σύμφωνα με το άρθρο 345
(1)του Ποινικού Κώδικα της Σλοβακίας (προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης 1 έτος μέχρι 5 έτη), (ii) παρακώλυση της δικαιοσύνης (obstruction of justice) σύμφωνα με το άρθρο 344
(1)(d) του Ποινικού Κώδικα της Σλοβακίας (προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης 1 έτος μέχρι 6 έτη), και (iii) εκβιασμός (extortion) σύμφωνα με το άρθρο 189
(1)του Ποινικού Κώδικα της Σλοβακίας (προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης 2 έτη μέχρι 6 έτη), αδικήματα που αναφέρεται στο ΕΕΣ ότι διαπράχθηκαν σε διάφορες ημερομηνίες εντός του έτους 2011. Ο Εκζητούμενος συνελήφθη δυνάμει του ΕΕΣ στις 18/11/2021 και, αυθημερόν, οδηγήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Όταν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο, βάσει των προνοιών του Νόμου 133(Ι)/2004 (εφεξής ο Νόμος), βεβαιώθηκε για την ταυτότητα του, ότι δηλαδή είναι το πρόσωπο που αναφέρεται στο ΕΕΣ, κάτι που ο ίδιος δεν αμφισβήτησε. Περαιτέρω, το Δικαστήριο ενημέρωσε τον Εκζητούμενο για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του ΕΕΣ ως επίσης και για τα δικαιώματα του, μεταξύ των οποίων του δικαιώματος του να προσφύγει σε υπηρεσίες δικηγόρου τόσο στην Κύπρο όσο και στη Σλοβακία καθώς και του δικαιώματος του να λάβει αντίγραφα των σχετικών εγγράφων της διαδικασίας, δικαιώματα τα οποία έχει ασκήσει. Ο Εκζητούμενος δεν συγκατατέθηκε στην παράδοση του στο κράτος έκδοσης του ΕΕΣ (Σλοβακία), με αποτέλεσμα η υπόθεση να προχωρήσει σε ακρόαση, κατά την εξέλιξη της οποίας κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τέσσερα πρόσωπα. Συγκεκριμένα, εκ μέρους της Κεντρικής Αρχής μαρτυρία δόθηκε από τον Αρχιαστυφύλακα XXXXX, XXXXX Λαζάρου, και τον Αστυφύλακα XXXXX, XXXXX Χίντικο, και, εκ μέρους του Εκζητούμενου, μαρτύρησαν ο δικηγόρος του στη Σλοβακία, XXXXX Podoba, και ο δικηγόρος XXXXX Χ''Πέτρου. Κατατέθηκαν, επίσης, συνολικά 16 έγγραφα ως Τεκμήρια, στα οποία αναφορά στη συνέχεια θα γίνει στο βαθμό και εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο. Ο Λαζάρου ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του ότι υπηρετεί στο ΤΑΕ Λευκωσίας και ότι στις 18/11/2021 και ώρα 09:21 συνέλαβε τον Εκζητούμενο στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δυνάμει του ΕΕΣ. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 το ΕΕΣ και κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 2 έντυπο με τα δικαιώματα του Εκζητούμενου στη Σλοβάκικη γλώσσα, το οποίο, όπως είπε, του παρέδωσε αλλά αυτός αρνήθηκε να το παραλάβει και να το υπογράψει. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι το ΕΕΣ του παραδόθηκε από το ΤΑΕ Λευκωσίας στις 19/04/2021, ημερομηνία κατά την οποία περιήλθε σε γνώση του το ρηθέν ΕΕΣ, δεν γνώριζε όμως από πότε αυτό βρισκόταν υπόψη της Αστυνομίας. Μαρτύρησε επίσης ότι το υπό κρίση αίτημα για εκτέλεση του ΕΕΣ καταχωρήθηκε από τον ίδιο στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 18/11/2021 και περί ώρα 8:00, δηλαδή πριν από τη σύλληψη του Εκζητούμενου διότι ο Εκζητούμενος εκτίει ποινή φυλάκισης στις Κεντρικές Φυλακές και επειδή, όπως εξήγησε, η διαδικασία μεταφοράς του από τις Κεντρικές Φυλακές στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας μπορούσε να γίνει με διάταγμα προσαγωγής. Για το λόγο αυτό και ενόψει της πανδημίας του Κορωνοϊού λόγω της οποίας, όπως είπε, δεν ήταν εφικτό να μεταβεί κάποιος στις φυλακές για τη σύλληψη ενός προσώπου και τη μεταφορά του την ίδια ημέρα στο Δικαστήριο, καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση στις 18/11/2021 ώστε να εκδοθεί διάταγμα προσαγωγής του Εκζητούμενου από τις Κεντρικές Φυλακές στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, όπως και έγινε, και όταν ο Εκζητούμενος μεταφέρθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας προέβη στη σύλληψη του δυνάμει του ΕΕΣ. Ο Χίντικος ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του ότι εργάζεται εδώ και οκτώ χρόνια στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης και ότι ανάμεσα στα καθήκοντα του είναι ο χειρισμός των ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης βάσει του άρθρου 5 του Νόμου. Μαρτύρησε πως το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης έλαβε στις 16/04/2021 επιστολή από τον Αρχηγό Αστυνομίας ημερομηνίας 14/04/2021 (Τεκμήριο 3), στην οποία επισυνάπτεται ένα μήνυμα από τις αρχές της Σλοβακίας, ημερομηνίας 12/04/2021, με το οποίο εφοδίασαν την Αστυνομία με το ΕΕΣ και τη μετάφρασή του στην Αγγλική γλώσσα. Ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι προς ικανοποίηση σχετικού αιτήματος της πλευράς του Εκζητούμενου, το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, με επιστολή του ημερομηνίας 24/11/2021 (Τεκμήριο 6), ζήτησε από τις αρχές της Σλοβακίας το εθνικό ένταλμα σύλληψης, ημερομηνίας 16/11/2015, βάσει του οποίου εκδόθηκε το ΕΕΣ, το οποίο εξασφάλισε αρχικά στην Σλοβάκικη γλώσσα στις 26/11/2021 (Τεκμήριο 7) και, ακολούθως, μεταφρασμένο στην Αγγλική γλώσσα στις 29/11/2021 (Τεκμήριο 8). Στη συνέχεια αναφέρθηκε στην αλληλογραφία που μεσολάβησε μεταξύ του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης με τις αρμόδιες αρχές της Σλοβακίας (Τεκμήρια 9 και 10) για την παροχή σχετικών εγγυήσεων από τις εν λόγω αρχές δυνάμει του άρθρου 15
(2)του Νόμου, ότι δηλαδή, σε περίπτωση καταδίκης του Εκζητούμενου στην Σλοβακία για τα αδικήματα που αφορά το υπό κρίση ΕΕΣ, ο Εκζητούμενος θα διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία για να εκτίσει οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης του επιβληθεί από το Δικαστήριο της Σλοβακίας, δεδομένου ότι αυτός κατοικεί στην Κύπρο από το 2013[1]. Ακολούθως, ο Χίντικος ανέφερε ότι ο Εκζητούμενος βρίσκεται σήμερα κατάδικος στις Κεντρικές Φυλακές, εκτίοντας ποινή φυλάκισης 17 ετών που του επιβλήθηκε από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας στις 08/09/2021, στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης 19517/19 (Τεκμήριο 11), προσθέτοντας ότι εναντίον της απόφασης που εκδόθηκε στην εν λόγω υπόθεση εκκρεμεί η έφεση υπ' αριθμό 155/21 στο Ανώτατο Δικαστήριο (Τεκμήριο 13). Διευκρίνισε επίσης ότι, εξ όσων ενημερώθηκε από την Αστυνομία, η διερεύνηση της προαναφερόμενης ποινικής υπόθεσης ξεκίνησε από τις 26/11/
- Αντεξεταζόμενος, ο Χίντικος ανέφερε ότι αναφορικά με τον Εκζητούμενο εκδόθηκε στις 03/04/2019 και η ερυθρά αγγελία (red notice) με αριθμό Α3814/4-2019 (μέρος του Τεκμηρίου 12) η οποία, όπως είπε, αποτελεί διαφορετικό έντυπο από το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Εξήγησε ότι μία ερυθρά αγγελία εκδίδεται από την γενική γραμματεία της Interpol, κατόπιν αιτήματος της χώρας, με την οποία ενημερώνει όλα τα κράτη μέλη της Interpol για τη διεθνή αναζήτηση, τον εντοπισμό και τη σύλληψη ενός προσώπου και σε αυτή τη βάση δεδομένων δόθηκε πρόσβαση σε ορισμένα τμήματα της Αστυνομίας της Κύπρου, περιλαμβανομένου του εθνικού γραφείου της Interpol. Συμφώνησε ότι από τη στιγμή που μία ερυθρά αγγελία δημοσιεύεται σε αυτή την βάση δεδομένων, η Αστυνομία Κύπρου μπορούσε να γνωρίζει ότι ο Εκζητούμενος, εναντίον του οποίου διερευνόταν η προαναφερόμενη ποινική υπόθεση, καταζητούνταν για ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης που εκκρεμούσαν εναντίον του, εξήγησε όμως ότι το επίδικο ΕΕΣ λήφθηκε στις 12/04/2021 μέσω του καναλιού της Interpol Μπρατισλάβας και δεν εκτελέστηκε άμεσα λόγω του ότι, με οδηγίες της Νομικής Υπηρεσίας, ανέμεναν την ολοκλήρωση των ποινικών διαδικασιών που εκκρεμούσαν εναντίον του Εκζητούμενου ενώπιον του Κακουργιοδικείου, μεταξύ των οποίων και της ποινικής υπόθεσης 239/
- Διευκρίνισε, επίσης, ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, το οποίο δεν έχει πρόσβαση στα κανάλια δεδομένων της Interpol, δεν γνώριζε ως προς τις ποινικές υποθέσεις του Εκζητούμενου, παρά μόνο ενημερώθηκε για αυτές μετά την παραλαβή των ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης από τις Κυπριακές Αρχές και, ως εκ τούτου, δεν γνώριζε αν υπήρξε οποιαδήποτε σχετική αλληλογραφία μεταξύ των Κυπριακών αρχών με τις αρχές της Σλοβακίας, ενημερώνοντας την από το 2019 για τον εντοπισμό του Εκζητούμενου. Περαιτέρω, ανέφερε ότι παρόλο που από τις 21/10/2020 είχε κοινοποιηθεί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης η προαναφερόμενη ερυθρά αγγελία αναφορικά με τον Εκζητούμενο (ως η επιστολή ημερομηνίας 19/10/2020, μέρος του Τεκμηρίου 12) και παρόλο που σε αυτήν γίνεται αναφορά στα ευρωπαϊκά εντάλματα που εκκρεμούσαν εναντίον του, μεταξύ των οποίων και στο επίδικο, το Υπουργείο δεν ενημέρωσε από τότε τη Σλοβακία ότι ο Εκζητούμενος εντοπίστηκε από το 2019 διότι, όπως είπε, δεν εμπίπτει στα καθήκοντα του Υπουργείου να ενημερώνει ένα άλλο κράτος μέλος ότι για έναν εκζητούμενο εκκρεμεί εναντίον του ποινική υπόθεση στην Κύπρο, ούτε θεωρήθηκε ότι υπήρχε λόγος να ενημερωθούν εν προκειμένω οι αρχές της Σλοβακίας από το Υπουργείο για κάτι τέτοιο, αναφέροντας επίσης ότι, πριν την εκτέλεση του ΕΕΣ, οι αρχές της Σλοβακίας είχαν ενημερωθεί από άλλα κανάλια της Κυπριακής Δημοκρατίας ότι εκκρεμούσαν εναντίον του Εκζητούμενου ποινικές υποθέσεις στην Κύπρο. Ο Podoba ανέφερε ότι κατάγεται από την Σλοβακία, γνωρίζει τον Εκζητούμενο ως πελάτη του περί τα 12 - 13 χρόνια και από το έτος 2019 είναι ο δικηγόρος του στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης στην Σλοβακία με αριθμό φακέλου 2Τ/124/2012 που αφορά τα ποινικά αδικήματα για τα οποία ζητείται η παράδοση του με βάση το υπό κρίση ΕΕΣ. Αναφέρθηκε στις ενέργειες που προέβη στη Σλοβακία, κατόπιν οδηγιών του Εκζητούμενου, σε σχέση με την προαναφερόμενη ποινική υπόθεση, καταθέτοντας το Τεκμήριο 16, σύμφωνα με το οποίο ο Εκζητούμενος αιτήθηκε αρχικά (01/06/2020) από το Δικαστήριο του Nove Mesto nad Vahom τη διενέργεια τηλεδιάσκεψης για σκοπούς επίσπευσης και ολοκλήρωσης της προαναφερόμενης ποινικής υπόθεσης και στη συνέχεια (08/09/2020 και 18/09/2020) αιτήθηκε όπως η ακροαματική διαδικασία στην εν λόγω υπόθεση προχωρήσει στην απουσία του, υποβάλλοντας ταυτόχρονα δήλωση του προς το Δικαστήριο του Nove Mesto nad Vahom ότι παραδέχεται ενοχή στις κατηγορίες που του αποδίδονται στην πιο πάνω ποινική υπόθεση και ότι μετανιώνει για τις πράξεις του. Ανέφερε επίσης ότι στις 06/12/2021 υπέβαλε αίτημα στο Δικαστήριο του Nove Mesto nad Vahom για ακύρωση του ΕΕΣ όμως, μέχρι στιγμής, δεν έχει λάβει οποιαδήποτε απάντηση. Αντεξεταζόμενος, είπε πως ορισμένα αδικήματα από εκείνα που αναφέρονται στο ΕΕΣ έχουν παραγραφεί και αρνήθηκε την υποβολή που του έγινε ότι τα όσα ανέφερε κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο δεν αφορούν την παρούσα διαδικασία. Ο Χ''Πέτρου ανέφερε ότι ο Εκζητούμενος είναι επαγγελματίας προπονητής πυγμαχίας και τον γνωρίζει από το 2014, περίοδος κατά την οποία ξεκίνησε κοντά του μαθήματα πυγμαχίας. Λόγω της φιλικής σχέσης που ανέπτυξαν, ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι ο Εκζητούμενος από το 2014 μέχρι το 2018 διέμενε στην Επαρχία Λευκωσίας, σε περιοχή κοντά στο σπίτι του, μαζί με την σύζυγο του και το τέκνο τους. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι γνώριζε πως ο Εκζητούμενος αντιμετώπιζε κάποιες υποθέσεις, είχε πληροφορηθεί από τις ειδήσεις ότι κατά τη διερεύνηση μίας εκ των εν λόγω υποθέσεων είχε διαφύγει σε μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και γνωρίζει ότι σήμερα είναι κρατούμενος για τις εν λόγω υποθέσεις, δεν γνώριζε όμως σε ποιο στάδιο αυτές βρίσκονται σήμερα. Αυτή είναι, συνοπτικά, η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία, την οποία έχω εξετάσει και αξιολογήσει στην ολότητα της, υπό το φως του περιορισμένου εύρους και σκοπού της παρούσας διαδικασίας, που δεν είναι άλλος από του να υποβοηθηθεί το Δικαστήριο όταν εξετάζει κατά πόσο πληρούνται οι τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις του Νόμου ώστε να αποφασιστεί, με βάση και τις αρχές που έχουν καθοριστεί από την σχετική νομολογία, αν θα επιτραπεί η ικανοποίηση αιτήματος για εκτέλεση ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Ό,τι σε συντομία μπορεί να λεχθεί όσον αφορά τις νομικές αρχές που διέπουν τα ζητήματα που απασχολούν σε διαδικασίες όπως η παρούσα, είναι ότι ένα ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εξετάζεται από το Δικαστήριο σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου, ο οποίος ψηφίστηκε προς υλοποίηση και εναρμόνιση του Κυπριακού Δικαίου με την Απόφαση - Πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002 για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών. Πρόκειται για μία ιδιότυπη (sui generis) διαδικασία που διεξάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο του Νόμου ώστε να αποφασιστεί από το Δικαστήριο αν θα εγκριθεί ένα αίτημα για εκτέλεση ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (Hadwen James v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφεση 184/2014 ημ. 17/07/2014). Οι βασικοί στόχοι του Νόμου και οι παράμετροι που διέπουν ένα ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης συνοψίζονται σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Μιχαηλίδης ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Πολ. Έφεση 221/13 ημ. 2/9/2013, Μεσαρίτη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Πολ. Έφεση 256/2017 ημ. 24/10/2017, Iordache v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2020:A114, Πολ. Έφεση 430/2019 ημ. 7/4/2020) με πιο πρόσφατη την Dumitry v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2021:A564, Πολ. Έφεση 300/2021 ημ. 08/12/2021, στην οποία αναφέρθηκε ότι: «Τους σκοπούς και στόχους του Νόμου, τους έχει αναπτύξει η νομολογία και μπορούν να συνοψιστούν στην ανάγκη παροχής δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών ώστε οι εμπλεκόμενοι να συλλαμβάνονται και να παραδίδονται χωρίς πολύπλοκες διαδικασίες ή αχρείαστες καθυστερήσεις σε συνδυασμό πάντα με την ανάγκη για διαφύλαξη των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. (Bλ. Mιχαηλίδης ν. Γεν. Εισαγγελέας
(2013)1 Β ΑΑΔ 1764, και Μεσαρίτη ν. Γεν. Εισαγγελέα πολ.εφ.256/17, 24.10.17).» Εν προκειμένω, το πραγματικό υπόβαθρο που περιβάλλει το ΕΕΣ είναι, ουσιαστικά, κοινώς αποδεκτό και η μαρτυρία που παρουσιάστηκε, στο βαθμό που ενδιαφέρει στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, δεν αποκαλύπτει διάσταση αναφορικά με τα γεγονότα που αφορούν την εκτέλεση του. Προκύπτει, λοιπόν, μέσα από την μαρτυρία της Κεντρικής Αρχής, η οποία, επί της ουσίας δεν αμφισβητήθηκε, και την οποία, συναφώς, αποδέχομαι στην ολότητα της εφόσον δεν έχω διαπιστώσει οποιοδήποτε λόγο για το αντίθετο, ότι το ΕΕΣ (Τεκμήριο 1) εκδόθηκε από δικαστική αρχή κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ήτοι από το Δικαστήριο του Nove Mesto nad Vahom, με σκοπό τη σύλληψη και παράδοση του Εκζητούμενου για την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του (ως οι πρόνοιες του άρθρου 3 (α) του Νόμου) αναφορικά με τα πιο πάνω αναφερόμενα τρία αδικήματα, είναι διατυπωμένο στην αγγλική γλώσσα και ο τύπος και το περιεχόμενο του συνάδουν με όλα τα προαπαιτούμενα του άρθρου 4 του Νόμου. Ομοίως, προκύπτει μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία, ότι πληρούνται εν προκειμένω οι προϋποθέσεις για εκτέλεση του ΕΕΣ που περιέχονται στο άρθρο 12 (α) του Νόμου[2] εφόσον όλες οι πράξεις για τις οποίες έχει εκδοθεί το ΕΕΣ συνιστούν εγκλήματα τα οποία τιμωρούνται στη Σλοβακία με ποινή φυλάκισης[3] και είναι αξιόποινες σύμφωνα με τους Κυπριακούς Ποινικούς Νόμους[4], παρόλο που, εν πάση περιπτώσει, η εκτέλεση του ΕΕΣ σε σχέση με το αδίκημα του εκβιασμού (extortion), για το οποίο προβλέπεται στο κράτος έκδοσης (Σλοβακία) ποινή φυλάκισης ανώτατης διάρκειας μέχρι 6 έτη, επιτρέπεται χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου (βλ. άρθρο 12
(2)(κα) του Νόμου). Συνεπώς, διαπιστώνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται με βάση τα άρθρα 3, 4 και 12 του Νόμου για την εκτέλεση του ΕΕΣ. Στο άρθρο 13 του Νόμου καθορίζονται συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο υποχρεούται να απορρίψει αίτημα για εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και στο άρθρο 14
(1)του Νόμου καθορίζονται συγκεκριμένοι λόγοι προαιρετικής μη εκτέλεσης ενός τέτοιου αιτήματος[5]. Εξετάζοντας όλα τα ενώπιον μου στοιχεία, καταλήγω πως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν συντρέχει (ούτε άλλωστε έχει προβληθεί από πλευράς Εκζητούμενου) οποιοσδήποτε λόγος είτε υποχρεωτικής είτε προαιρετικής μη εκτέλεσης του ΕΕΣ δυνάμει των άρθρων 13 και 14
(1)του Νόμου. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις πρόνοιες του άρθρου 15
(2)του Νόμου[6], το οποίο αντιστοιχεί με το άρθρο 5
(3)της Απόφασης - Πλαίσιο, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να εξαρτήσει την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος με προϋπόθεση εκτέλεσης στην Κύπρο ποινής στερητικής της ελευθερίας που ενδεχομένως να επιβληθεί σε εκζητούμενο πρόσωπο. Επιπρόσθετα, όπως αναφέρθηκε στην Hadwen James (ανωτέρω), σε περίπτωση που το Δικαστήριο προτίθεται να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς αυτή την κατεύθυνση είναι ορθό να αναζητήσει προηγουμένως τις θέσεις του εκζητούμενου προσώπου ή του δικηγόρου του. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την μαρτυρία του Χ''Πέτρου, την οποία αποδέχομαι εφόσον αυτή δεν έχει αμφισβητηθεί και συνάδει τόσο με τις προσωπικές περιστάσεις του Εκζητούμενου, ως αυτές παρατέθηκαν ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης 19517/19[7], όσο και με την θέση της Κεντρικής Αρχής, ως αυτή διατυπώθηκε με την επιστολή της ημερομηνίας 07/12/2021 (Τεκμήριο 9), ο Εκζητούμενος έχει εγκατασταθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, κατοικώντας στην επικράτεια της μαζί με την σύζυγο του και τον υιό τους, τουλάχιστον από το έτος 2014. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 15, δόθηκε από τις αρχές της Σλοβακίας η σχετική εγγύηση που προνοείται στο άρθρο 15
(2)του Νόμου και ο Εκζητούμενος, δια του δικηγόρου του[8], συμφωνεί όπως, σε περίπτωση εκτέλεσης του ΕΕΣ, αυτό να γίνει υπό την προϋπόθεση που προβλέπεται στο άρθρο 15
(2)του Νόμου. Συναφώς, διαπιστώνω ότι συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 15
(2)του Νόμου, ούτως ώστε να παρέχεται η σχετική διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο και, περαιτέρω, δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις η άσκηση της, ως οι πρόνοιες του εν λόγω άρθρου ορίζουν, σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος εκτέλεσης του ΕΕΣ για την παράδοση του Εκζητούμενου. Όπως με επιμέλεια αναπτύσσεται στην γραπτή αγόρευση της πλευράς του Εκζητούμενου, η ένσταση στην εκτέλεση του ΕΕΣ εδράζεται σε τέσσερις ουσιαστικά λόγους, για τον καθένα από τους οποίους εισηγήθηκε ότι το αίτημα για εκτέλεση του ΕΕΣ θα πρέπει να απορριφθεί. Αυτοί, μπορούν να συνοψισθούν στους ακόλουθους: (α) το Δικαστήριο οφείλει να διασφαλίσει την εφαρμογή της εγγύησης/διαβεβαίωσης που παραχωρήθηκε δυνάμει του άρθρου 15
(2)του Νόμου και του άρθρου 5
(3)της Απόφασης - Πλαίσιο, (β) όλη η διαδικασία είναι εξ υπαρχής παράνομη και μολυσμένη λόγω της παράνομης σύλληψης του Εκζητούμενου και της μη τήρησης των προνοιών του άρθρου 12 του Νόμου, (γ) η καθυστέρηση της Κεντρικής Αρχής και η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας από πλευράς της που απολήγει σε παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του Εκζητούμενου και (δ) τα αδικήματα για τα οποία ζητείται η παράδοση του Εκζητούμενου έχουν παραγραφεί ως προκύπτει από το ΕΕΣ. Διαμετρικά αντίθετη ήταν η θέση της πλευράς της Κεντρικής Αρχής, η οποία, στην εμπεριστατωμένη γραπτή της αγόρευση και με αναφορά σε σχετική νομολογία, εισηγήθηκε πως ικανοποιούνται εν προκειμένω όλες οι προϋποθέσεις για την εκτέλεση του ΕΕΣ και ότι κανένας από τους πιο πάνω λόγους ένστασης δεν συντρέχει ούτε μπορεί να οδηγήσει σε άρνηση εκτέλεσης του ΕΕΣ. Περαιτέρω, στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων, η πλευρά της Κεντρικής Αρχής αιτήθηκε όπως, σε περίπτωση έγκρισης του υπό κρίση αιτήματος, η εκτέλεση του ΕΕΣ και η παράδοση του Εκζητούμενου στις αρχές της Σλοβακίας να ανασταλεί δυνάμει των προνοιών του άρθρου 30
(1)του Νόμου μέχρι την αποπεράτωση της υπόθεσης στην ποινική έφεση 155/21 ή μέχρι την έκτιση στην Κυπριακή Δημοκρατία οποιασδήποτε ποινής από τον Εκζητούμενο σχετικής με την εν λόγω υπόθεση. Ακολουθεί η εξέταση των τελευταίων τριών λόγων ένστασης της πλευράς του Εκζητούμενου, αφού ό,τι εγείρεται με τον πρώτο λόγο έχει ήδη απασχολήσει το Δικαστήριο κατά την εξέταση του πλαισίου εφαρμογής του άρθρου 15
(2)του Νόμου (ανωτέρω), με αποτέλεσμα να καθίσταται αχρείαστη οποιαδήποτε περαιτέρω ενασχόληση του Δικαστηρίου με το ζήτημα αυτό. Στο επίκεντρο της επιχειρηματολογίας του δεύτερου λόγου ένστασης βρίσκεται ο τρόπος με τον οποίο συνελήφθη ο Εκζητούμενος δυνάμει του ΕΕΣ, ο οποίος έπεται χρονικά της καταχώρισης του υπό κρίση αιτήματος στο Δικαστήριο. Εν προκειμένω, ως η αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του Λαζάρου, η αίτηση για εκτέλεση του ΕΕΣ καταχωρήθηκε από τον ίδιο στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 18/11/2021 και περί ώρα 08:00, εκδόθηκε στη συνέχεια διάταγμα προσαγωγής του Εκζητούμενου από τις Κεντρικές Φυλακές στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας όπου και συνελήφθη στις 9:21 της ίδιας ημέρας από τον Λαζάρου δυνάμει του ΕΕΣ, για να οδηγηθεί αργότερα εκείνη την ημέρα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Υπό αυτές τις περιστάσεις, εισηγείται η πλευρά του Εκζητούμενου ότι το αίτημα για εκτέλεση του ΕΕΣ θα πρέπει να απορριφθεί επειδή η σύλληψη του έγινε παράνομα, κατά παράβαση του άρθρου 17
(1)(α) του Νόμου, καθιστώντας εξ υπαρχής άκυρη ολόκληρη τη διαδικασία που ακολούθησε και παραβιάζοντας το θεμελιακό δικαίωμα του Εκζητούμενου να τύχει δίκαιης δίκης. Η πιο πάνω εισήγηση είναι ολωσδιόλου αβάσιμη. Αφενός, το άρθρο 17
(1)(α) του Νόμου[9] δεν καθορίζει το χρόνο που θα πρέπει να καταχωρείται ένα αίτημα στο Δικαστήριο για εκτέλεση ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αν και, στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, τέτοια καταχώριση, κατά λογική προέκταση, έπεται της σύλληψης ενός προσώπου που αναζητείται δυνάμει του ρηθέντος εντάλματος. Ούτε ορίζει πως, σε περίπτωση σύλληψης του εκζητούμενου σε χρόνο μεταγενέστερο της καταχώρισης του αιτήματος εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, η διαδικασία που ακολουθεί καθίσταται εξ ολοκλήρου άκυρη ώστε να δικαιολογείται η άρνηση εκτέλεσης του. Ό,τι διασφαλίζεται με το άρθρο 17
(1)(α) του Νόμου είναι η συμμόρφωση με τη συνταγματική επιταγή του άρθρου 11
(5)του Συντάγματος, δηλαδή της προσαγωγής ενός συλληφθέντος προσώπου ενώπιον αρμοδίου Δικαστηρίου το συντομότερο δυνατόν και, εν πάση περιπτώσει εντός 24 ωρών, κάτι που, αναμφίβολα, έγινε στην υπό κρίση περίπτωση όπου ο Εκζητούμενος, αφότου συνελήφθη στις 18/11/2021 και ώρα 09:21, οδηγήθηκε αμέσως μετά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Αφετέρου, το ζήτημα που εγείρεται με τον δεύτερο λόγο ένστασης δεν εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις του Νόμου, κάτω από τις οποίες το Δικαστήριο πρέπει ή δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Όπως ενδεικτικά αναφέρθηκε στην Hadwen James (ανωτέρω), τα άρθρα 13 και 14 του Νόμου απαριθμούν τις περιπτώσεις στις οποίες η δικαστική αρχή που αποφασίζει την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης υποχρεούται (άρθρο 13) ή έχει διακριτική ευχέρεια (άρθρο 14) να αρνηθεί την εκτέλεσή του και τα κριτήρια που θέτουν τα εν λόγω άρθρα πρέπει να εφαρμόζονται αυστηρά. Σημειώθηκε επίσης ότι: «ούτε στα άρθρα 3 και 4 της Απόφασης-Πλαίσιο, ούτε στα άρθρα 13 και 14 του Νόμου 133(Ι)/2004 γίνεται οποιαδήποτε ρητή αναφορά ότι ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελούν λόγο άρνησης. Αυτό όμως είναι κατά την άποψή μας εύλογο, εφόσον ο νομοθέτης λαμβάνοντας υπόψη τα ανθρώπινα δικαιώματα των εκζητουμένων από τη μια και τις ανάγκες για δημιουργία ενός «απλουστευμένου συστήματος» παράδοσης εκζητουμένων προσώπων από την άλλη και εφαρμόζοντας την αρχή της αναλογικότητας, διαφύλαξε με τις πρόνοιες των άρθρων 3 και 4, καθώς και των άρθρων 9-25 της Απόφασης-Πλαίσιο εκείνα από τα βασικά δικαιώματα που θεώρησε ότι ήταν απολύτως αναγκαία να διαφυλαχθούν σ' εκείνο το στάδιο της διαδικασίας, π.χ. οι σχετικές εγγυήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 5 της Απόφασης-Πλαίσιο. Ο κίνδυνος να τεθούν, είτε υπό τον μανδύα της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, είτε άλλως πως, πρόσθετα κριτήρια σ' αυτά που ο νομοθέτης ενσωμάτωσε στην Απόφαση-Πλαίσιο και στο Νόμο, θα έχει ως αποτέλεσμα να υπονομευθεί ο απλουστευμένος μηχανισμός παράδοσης εκζητουμένων προσώπων που εισήχθη με την πιο πάνω Απόφαση-Πλαίσιο.» Εν πάση περιπτώσει, δεν είναι χωρίς σημασία ο λόγος και οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες η Αστυνομία ακολούθησε την πιο πάνω διαδικασία σύλληψης του Εκζητούμενου δυνάμει του ΕΕΣ, όπως αυτή επεξηγήθηκε, κατά τρόπο πειστικό, από τον Λαζάρου. Εν προκειμένω, ο Εκζητούμενος, κατά το χρόνο της σύλληψης του, δεν επρόκειτο για πρόσωπο που αναζητείτο από τις αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας με σκοπό την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης έτσι ώστε, σε τέτοια περίπτωση, η σύλληψη του, κατά τη συνήθη και λογική πορεία των πραγμάτων, να μπορούσε να προηγηθεί χρονικά της καταχώρισης στο Δικαστήριο του σχετικού αιτήματος. Ο Εκζητούμενος πρόκειται για πρόσωπο που από τις 08/09/2021 εκτίει ποινή φυλάκισης στις Κεντρικές Φυλακές (Τεκμήριο 11) και, όπως με σαφήνεια εξηγήθηκε από τον Λαζάρου, για την προσαγωγή του από εκεί ενώπιον του Δικαστηρίου με σκοπό την έναρξη της παρούσας διαδικασίας εκτέλεσης του ΕΕΣ θα έπρεπε, διαδικαστικά, αλλά και λόγω των μέτρων που ισχύουν ενόψει της πανδημίας του Κορωνοϊού, να εκδοθεί διάταγμα προσαγωγής του, στο πλαίσιο ήδη καταχωρηθέντος στο Δικαστήριο σχετικού αιτήματος. Στο πλαίσιο αυτό, η ακολουθητέα υπό τις περιστάσεις διαδικασία σύλληψης και προσαγωγής του Εκζητούμενου ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, δεν έχει τεκμηριωθεί από τον ίδιο πώς στην πραγματικότητα επηρέασε το δικαίωμα του για δίκαιη δίκη. Στην Εστιατόριο Χρύσανθος Παφίτης Λτδ ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ECLI:CY:AD:2016:D249, Ποιν. Έφεση 184/2013, ημ. 24/05/2016, αναφέρθηκε ότι η δικαιότητα μίας δίκης δεν κρίνεται αφηρημένα ούτε αποσπασματικά αλλά πρέπει να καταδειχθεί ότι πράγματι ένα πρόσωπο έχει επηρεαστεί δυσμενώς. Στην μεταγενέστερη Μακρίδης ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2020:B312, Ποιν. Έφεση 181/2019, ημ. 07/09/2020, αναφέρθηκαν, αντιστοίχως, τα ακόλουθα: «Συνιστά πάγια γραμμή της νομολογίας μας πως το ερώτημα κατά πόσο μια δίκη είναι δίκαιη, απαντάται με βάση την αξιολόγησή της στο σύνολο. Η όλη δικαστική διαδικασία αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης προς διαπίστωση, έχοντας πλέον ολοκληρωμένη εικόνα το Δικαστήριο, αν η δίκη υπήρξε δίκαιη. Στην πορεία αυτή, ισχυρισμοί που προβάλλονται για παραβίαση του δικαιώματος της δίκαιης δίκης, δεν εξετάζονται μεμονωμένα ή αποσπασματικά, ούτε κατ΄ αφηρημένο τρόπο (in abstracto), αλλά συγκεκριμένα και υπό το φως της κάθε δεδομένης υπόθεσης (in concreto) (Παπανδρέα Αθανάση (ανωτέρω))». Εν προκειμένω, ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε από πλευράς Εκζητούμενου που να καταδεικνύει ότι επηρεάστηκε δυσμενώς, και πώς ακριβώς, το δικαίωμα του να τύχει δίκαιης δίκης. Οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες διενεργήθηκε η σύλληψη του Εκζητούμενου βάσει του ΕΕΣ προδήλως δεν υποδεικνύουν κάτι τέτοιο, ούτε η προβαλλόμενη παραβίαση των προνοιών του άρθρου 17
(1)(α) του Νόμου τεκμηριώνει, άνευ ετέρου, δυσμενή επηρεασμό του, καθιστώντας τη δίκη που ακολούθησε μη δίκαιη. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω, κρίνω ότι ο δεύτερος λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και, ως εκ τούτου, απορρίπτεται. Στο πλαίσιο του τρίτου λόγου ένστασης εγείρεται από πλευράς Εκζητούμενου ότι η Κεντρική Αρχή ενήργησε κακόπιστα και καταχρηστικά, σε βάρος των δικαιωμάτων του Εκζητούμενου κατά τρόπο που δεν του επιτρέπει να τύχει δίκαιης δίκης. Προς υποστήριξη του λόγου αυτού, προέβαλε ότι η Κεντρική Αρχή επέδειξε υπέρμετρη και υπερβολική καθυστέρηση στην εκτέλεση του ΕΕΣ, παρά το ότι αυτό, βάσει του Τεκμηρίου 12, ήταν σε γνώση της από τον Απρίλιο του 2019, δεν ενημέρωσε τις αρμόδιες αρχές της Σλοβακίας ότι ο Εκζητούμενος τελούσε υπό κράτηση από το 2019 στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης 19517/19 και προωθεί το υπό κρίση ΕΕΣ παρά το ότι, εν τω μεταξύ, έχουν μεταβληθεί τα γεγονότα που το διέπουν, ως η μαρτυρία του Podoba. Στην Δημοκρατία v. Ηλιάδης κ.α., Ποιν. Έφεση 348/18, ημ. 31/05/19, αναφέρθηκε ότι η κατάχρηση είναι ζήτημα που εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των συγκεκριμένων πραγματικών γεγονότων, ως αυτά έχουν συμφωνηθεί ή γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο και o διάδικος που εγείρει ζήτημα κατάχρησης μιας δικαστικής διαδικασίας, εν προκειμένω ο Εκζητούμενος, φέρει το βάρος να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή της διαδικασίας (Ex parte Thomas [1992] Crim. L.R.116). Συνεπώς, το τί συνιστά κατάχρηση διαδικασίας είναι ζήτημα πραγματικό και εξαρτάται από το κατά πόσο τα γεγονότα της υπόθεσης συνθέτουν συμπεριφορά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ως καταχρηστική ώστε να περιβάλλεται με εξουσία, αλλά και καθήκον να παρέμβει (Spiriev v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2014:A313, Πολ. Έφεση 100/2014, ημ. 13/05/2014). Όπως επίσης αναγνωρίζεται από την νομολογία, η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές. Τέτοια κατάχρηση υπάρχει συνήθως όταν η διαδικασία καταστρατηγεί την καλή πίστη, είναι άσχετη, εκδικητική ή καταπιεστική (David Scattergood v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2005)1 Α.Α.Δ 142). Στην υπό κρίση περίπτωση, τα γεγονότα που την περιβάλλουν δεν στοιχειοθετούν κακοπιστία από πλευράς Κεντρικής Αρχής ή κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας ούτε απολήγουν σε δυσμενή επηρεασμό οποιωνδήποτε δικαιωμάτων του Εκζητούμενου. Κατ' αρχάς, όπως προκύπτει από την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του Χίντικου, το ΕΕΣ διαβιβάστηκε από το αιτούν κράτος (Σλοβακία) στις Κυπριακές Αρχές για εκτέλεση στις 12/04/2021 και παραλήφθηκε από την Κεντρική Αρχή στις 16/04/2021 (Τεκμήριο 3). Προκύπτει, επιπλέον, από την ίδια τη μαρτυρία που παρουσίασε η πλευρά του Εκζητούμενου, ότι ο τελευταίος, αφενός, εξουσιοδότησε δικηγόρο (τον Podoba) από το έτος 2019 για να τον εκπροσωπήσει στη Σλοβακία όσον αφορά τα αδικήματα για τα οποία εκδόθηκε το ΕΕΣ και ότι, αφετέρου, οι αρχές της Σλοβακίας ενημερώθηκαν από τον Podoba, τουλάχιστον από τον Ιούνιο του 2020, πως ο Εκζητούμενος βρισκόταν υπό κράτηση στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας (βλ. Τεκμήριο 16). Ωστόσο, το ΕΕΣ διαβιβάστηκε μέσω του καναλιού της Interpol Μπρατισλάβας στις Κυπριακές Αρχές για σκοπούς εκτέλεσης στις 12/04/2021 (Τεκμήριο 3). Κάτω από αυτές τις περιστάσεις, το παράπονο της πλευράς του Εκζητούμενου ότι οι αρχές της Σλοβακίας δεν ενημερώθηκαν προηγουμένως για την κράτηση του Εκζητούμενου στην Κύπρο δεν έχει έρεισμα και, εν πάση περιπτώσει, δεν έχει τεκμηριωθεί από πλευράς Εκζητούμενου συμπεριφορά τέτοια η οποία να επιμαρτυρεί είτε ανυπαρξία καλής πίστης ή εκδικητική ή καταπιεστική συμπεριφορά εκ μέρους των Κυπριακών Αρχών, στις οποίες το ΕΕΣ διαβιβάστηκε για σκοπούς εκτέλεσης στις 12/04/2021 και όχι ενωρίτερα, παρά το ότι, ως συνάγεται από την μαρτυρία του Podoba αλλά και ως η θέση που εκφράστηκε από τον Χίντικο, η χώρα έκδοσης του είχε υπόψη της ότι ο Εκζητούμενος τελούσε υπό κράτηση στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αναφορικά με το ζήτημα του χρόνου στην υποβολή του υπό κρίση αιτήματος, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Mrukwa, Πολ. Έφεση 41/14 ημ. 5/2/2014[10], ιδιαιτέρως αφού, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 8, ο λόγος για τον οποίο εκδόθηκε το εθνικό ένταλμα σύλληψης του Δικαστηρίου της Σλοβακίας, ημερομηνίας 16/11/2015, βάσει του οποίου στη συνέχεια εκδόθηκε το υπό κρίση ΕΕΣ, ήταν επειδή ο Εκζητούμενος, γνωρίζοντας για την εναντίον του ποινική δίωξη αναφορικά με τα αδικήματα που αναφέρονται στο ΕΕΣ, ενήργησε κατά τρόπο ώστε να αποφύγει τη δίωξη, διαμένοντας σε άγνωστο για το ρηθέν Δικαστήριο μέρος. Συναφώς, ο Εκζητούμενος εμποδίζεται να επικαλείται τώρα, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για παράδοση του όταν, ενώ γνωρίζε πως υπήρχε εναντίον του ποινική υπόθεση στην αιτήτρια χώρα αναφορικά με τα αδικήματα που αφορούν το υπό κρίση ΕΕΣ, τράπηκε σε φυγή από την δικαιοδοσία της, και όταν, αφότου τελικά εντοπίστηκε στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας το 2019, κρατήθηκε στο πλαίσιο διερεύνησης ή εκδίκασης των αδικημάτων της ποινικής υπόθεσης 19517/19, στην οποία τελικά καταδικάστηκε και στην οποία του επιβλήθηκε στις 08/09/2021 ποινή φυλακίσεως 17 ετών. Όσον αφορά το ζήτημα της προβαλλόμενης υπέρμετρης καθυστέρησης στην προώθηση από την Κεντρική Αρχή του υπό κρίση ΕΕΣ, απολύτως διαφωτιστικά είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην Iordache v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2020:A114, Πολ. Έφεση 430/2019 ημ. 07/04/2020, τα δεδομένα της οποίας προσομοιάζουν με την παρούσα. Σε εκείνη την υπόθεση, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης διαβιβάστηκε στις Κυπριακές Αρχές στις 11/5/2016 και η εκζητούμενη συνελήφθη τελικά στις 17/9/2019. Σύμφωνα με τις εξηγήσεις που δόθηκαν κατά την ακρόαση της εν λόγω υπόθεσης, ο λόγος που δεν προωθήθηκε νωρίτερα από την Κεντρική Αρχή η εκτέλεση του ρηθέντος ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ήταν διότι ανέμενε την συμπλήρωση εκκρεμούσας ποινικής διαδικασίας, στην οποία η εκζητούμενη ήταν κατηγορούμενη και στην οποία κρίθηκε τελικά ένοχη από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας με την επιβολή σε αυτήν ποινής φυλάκισης, την οποία εξέτιε κατά το χρόνο εκδίκασης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας σχετική εισήγηση από πλευράς εκζητούμενης περί παραβίασης των άρθρων 6.1. της ΕΣΔΑ και 30
(2)του Συντάγματος, επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση, αναφέροντας συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο, εξετάζοντας την ισχυριζόμενη παραβίαση, ανέφερε τα ακόλουθα: "Είναι κοινώς αποδεχτό ότι το ΕΕΣ διαβιβάστηκε στην Κύπρο στις 11.5.2016 και ότι προωθήθηκε για εκτέλεση με την παρούσα διαδικασία τον Σεπτέμβριο 2019. Ο κ. Πρ. Χίντικος εξήγησε τους λόγους για τους οποίους λήφθηκε αυτή η απόφαση, τους οποίους το παρόν Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να ελέγξει. Δεν έχω διαπιστώσει νομολογία που να εισηγείται ότι καθυστέρηση στην προώθηση της εκτέλεσης ενός ΕΕΣ υπό περιστάσεις όπως της παρούσας υπόθεσης συνιστούν λόγο ικανό να αρνηθεί το Δικαστήριο την εκτέλεση του. Εάν οποιαδήποτε ενέργεια, των Κυπριακών αρχών ή των αρχών στη Ρουμανία, είχε ως αποτέλεσμα «κατάφορη παρανομία και καταπάτηση των δικαιωμάτων» εκζητούμενου προσώπου, είναι κάτι που μπορεί να αποφασιστεί μόνο με συγκεκριμένη μαρτυρία η οποία να οδηγεί και να τεκμηριώνει εάν τέτοιο συμπέρασμα. Μαρτυρία αυτής της φύσης δεν έχει παρουσιαστεί. Συνεπώς δεν μπορώ να αποδεχτώ τη συγκεκριμένη θέση." Η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι ορθή και δεν υπάρχει πεδίο παρέμβασής μας. Δεν τέθηκε από την εκζητούμενη οποιοδήποτε στοιχείο που να υποδηλοί ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση του εντάλματος, κάτω από τις δοσμένες περιστάσεις, θα είναι καταπιεστική. Ούτε υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια στο Ν.133(Ι)/2004 για παραβίαση δικαιώματος δίκης εντός εύλογου χρόνου ή κάποια κύρωση ή συνέπεια σε περίπτωση καθυστέρησης προώθησης του αιτήματος ως προς αυτό το ζήτημα (βλ. Κυριάκου
(2013)1 ΑΑΔ 1546).» Έτσι και εδώ, ουδεμία μαρτυρία ή στοιχείο τέθηκε από πλευράς Εκζητούμενου που να καταδεικνύει ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση του ΕΕΣ, κάτω από τις δοσμένες περιστάσεις, θα είναι καταπιεστική ή καταχρηστική. Το γεγονός ότι η Κεντρική Αρχή ανέμενε, έπειτα από οδηγίες της Νομικής Υπηρεσίας, την συμπλήρωση της ποινικής υπόθεσης 239/20 που εκκρεμούσε εναντίον του Εκζητούμενου προτού προχωρήσει στην προώθηση του υπό κρίση αιτήματος, το οποίο της είχε διαβιβαστεί 7 μήνες προηγουμένως (στις 16/04/2021), δεν υποδηλοί από μόνο του, ή σε συνδυασμό με τα όσα άλλα προβλήθηκαν στο πλαίσιο του τρίτου λόγου ένστασης, κακόπιστη και καταχρηστική συμπεριφορά της Κεντρικής Αρχής στην εκτέλεση του ΕΕΣ, ούτε συνιστά παραβίαση του δικαιώματος του Εκζητούμενου να τύχει δίκαιης δίκης. Ούτε η ισχυριζόμενη μεταβολή των γεγονότων που διέπουν το ΕΕΣ αποτελεί λόγο που, με βάση τις πρόνοιες του Νόμου, μπορεί να οδηγήσει σε άρνηση εκτέλεσης του. Εξάλλου, η πλειονότητα των ενεργειών που αναφέρθηκαν από τον Podoba ότι έγιναν εκ μέρους του Εκζητούμενου στη Σλοβακία αναφορικά με τα αδικήματα του υπό κρίση ΕΕΣ ανατρέχουν εντός του έτους 2020, ενώ το ρηθέν ΕΕΣ διαβιβάστηκε στις Κυπριακές Αρχές για σκοπούς εκτέλεσης τον Απρίλιο του 2021 και ουδεμία μαρτυρία υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου που να υποδεικνύει ότι το ΕΕΣ έχει ακυρωθεί ή έχει ανακληθεί η ισχύς του από την χώρα έκδοσης του. Αντιθέτως, η μη διαφοροποίηση των δεδομένων που διέπουν το ΕΕΣ επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 15, σύμφωνα με το οποίο η αρμόδια δικαστική αρχή της Σλοβακίας που εξέδωσε το ΕΕΣ (το Δικαστήριο του Nove Mesto nad Vahom) παραχώρησε στις 20/12/2021 τη νομική εγγύηση που της ζητήθηκε από την Κεντρική Αρχή δυνάμει του άρθρου 15
(2)του Νόμου για την εκτέλεση του ΕΕΣ. Συναφώς, και έχοντας υπόψη την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης που διαπνέει ολόκληρη την Απόφαση - Πλαίσιο (βλ. Hadwen James (ανωτέρω)), εξακολουθούσε κατά το χρόνο καταχώρισης του υπό κρίση αιτήματος και συνεχίζει να υφίσταται η υποχρέωση της Κυπριακής Δημοκρατίας να προχωρήσει στη διαδικασία εκτέλεσης του ΕΕΣ, η οποία ορθά προωθήθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, παρά τις αναφερόμενες από τον Podoba ενέργειες του στην Σλοβακία. Ως εκ των ανωτέρω, κρίνω ότι ούτε ο τρίτος λόγος ένστασης ευσταθεί και, επομένως, απορρίπτεται. Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο ένστασης εγείρεται ζήτημα παραγραφής των αδικημάτων για τα οποία εκδόθηκε το ΕΕΣ. Όπως προκύπτει από τις υποθέσεις Μιχαηλίδης (ανωτέρω) και Spiriev (ανωτέρω), η εξέταση ουσιαστικών και δικονομικών κανόνων αλλοδαπού δικαίου αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της χώρας που επιδιώκει την έκδοση[11]. Συνεπώς, το κατά πόσο υφίσταται ζήτημα παραγραφής οποιουδήποτε από τα αδικήματα του υπό κρίση ΕΕΣ είναι κάτι που εκφεύγει των πλαισίων και του σκοπού της παρούσας διαδικασίας αφού αποτελεί θέμα για την εξέταση του οποίου μόνες αρμόδιες είναι οι δικαστικές αρχές της Σλοβακίας βάσει των ουσιαστικών και δικονομικών της κανόνων δικαίου, καθιστώντας έτσι άσχετη την επί του προκειμένου μαρτυρία του Podoba αναφορικά με το θέμα αυτό, η οποία, ως εκ του λόγου αυτού, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Επομένως, δεν υπάρχει έρεισμα ούτε για τον τέταρτο λόγο ένστασης, ο οποίος και απορρίπτεται. Με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, ο Εκζητούμενος εκτίει σήμερα ποινή φυλάκισης 17 ετών που του επιβλήθηκε από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας στις 08/09/2021, στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης 19517/19 (Τεκμήριο 11), εναντίον της οποίας εκκρεμεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου η Ποινική Έφεση 155/2021 (Τεκμήριο 13). Είναι κάτω από αυτές τις περιστάσεις που η πλευρά της Κεντρικής Αρχής αιτήθηκε την αναβολή της παράδοσης του Εκζητούμενου στις αρμόδιες αρχές της Σλοβακίας. Για την εξέταση του εν λόγω αιτήματος σχετικές είναι οι πρόνοιες του άρθρου 30
(1)του Νόμου[12], οι οποίες παρέχουν διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αναβάλει την παράδοση ενός εκζητούμενου προσώπου σε περιπτώσεις, όπως η παρούσα. Συνεπώς, το πιο πάνω αίτημα της Κεντρικής Αρχής είναι, υπό τις δοσμένες περιστάσεις, δικαιολογημένο και κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως εγκριθεί. Κατ' ακολουθία των όσων έχουν αναφερθεί, κρίνω ότι πληρούνται εν προκειμένω όλες οι προϋποθέσεις για την εκτέλεση του ΕΕΣ και την παράδοση του Εκζητούμενου στις αρμόδιες αρχές της Σλοβακίας, ενώ ουδείς εκ των προβαλλόμενων λόγων συντρέχει που να δικαιολογεί αντίθετη κατάληξη. Ως εκ των ανωτέρω, διατάσσεται η εκτέλεση του ΕΕΣ και η παράδοση του Εκζητουμένου στις αρμόδιες αρχές της Σλοβακίας, υπό την προϋπόθεση ότι, σε περίπτωση καταδίκης του και επιβολή ποινής φυλάκισης, ο Εκζητούμενος θα διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία ώστε να εκτίσει εδώ την όποια τυχόν στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθέριας μέτρο ασφάλειας του επιβληθεί από το αρμόδιο Δικαστήριο της Σλοβακίας. Η πιο πάνω αναφερόμενη παράδοση του Εκζητούμενου στις αρμόδιες αρχές της Σλοβακίας αναβάλλεται μέχρις ότου: (α) ο Εκζητούμενος εκτίσει την ποινή που του έχει επιβληθεί από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας στην ποινική υπόθεση 19517/19 ή οποιαδήποτε άλλης διάρκειας ποινή ήθελε τυχόν επιβληθεί σε αυτόν από το Ανώτατο Δικαστήριο στο πλαίσιο της Ποινικής Έφεσης 155/2021, είτε (β) η καταδίκη του Εκζητούμενου ακυρωθεί στο πλαίσιο της Ποινικής Έφεσης 155/2021. Όταν επισυμβεί οποιοδήποτε από τα πιο πάνω, ο Εκζητούμενος να παραδοθεί στις αρμόδιες αρχές της Σλοβακίας, εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 29
(1)του Νόμου, το αργότερο εντός 10 ημερών. Ο Εκζητούμενος στο μεταξύ να παραμείνει υπό κράτηση. Η απόφαση του Δικαστηρίου να κοινοποιηθεί από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, δια της Κεντρικής Αρχής της Δημοκρατίας, στη Δικαστική Αρχή έκδοσης του ΕΕΣ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Νόμου. (Υπ) ......... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σημειώνεται ότι, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 15, το οποίο κατατέθηκε εκ συμφώνου στη διαδικασία για την αλήθεια του περιεχομένου του, η αρμόδια δικαστική αρχή της Σλοβακίας που εξέδωσε το ΕΕΣ, παραχώρησε στις 20/12/2021 τη σχετική εγγύηση προς τις αρμόδιες δικαστικές αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, ότι δηλαδή, σε περίπτωση καταδίκης του Εκζητούμενου για τα αδικήματα που αφορά το υπό κρίση ΕΕΣ, οι Σλοβάκικες Αρχές θα επιτρέψουν όπως ο Εκζητούμενος εκτίσει στην Κυπριακή Δημοκρατία οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης ήθελε επιβληθεί σε αυτόν από το Nove Mesto nad Vahom District Court. [2] Το άρθρο 12 (α) του Νόμου προβλέπει ότι: «Η πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, συνιστά έγκλημα το οποίο τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους που το εκδίδει και είναι αξιόποινη σύμφωνα με τους Κυπριακούς Ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού [.]» [3] Βλ. Τεκμήριο 1 μέρος (c) και (e). [4] Όσον αφορά το αδίκημα της ψευδής κατηγορίας (false accusation), αντίστοιχη πράξη καθίσταται αξιόποινη βάσει του άρθρου 115 του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154), όσον αφορά το αδίκημα της παρακώλυσης της δικαιοσύνης (obstruction of justice), αντίστοιχη πράξη καθίσταται αξιόποινη βάσει του άρθρου 122 του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154) και όσον αφορά το αδίκημα του εκβιασμού (extortion), αντίστοιχη πράξη καθίσταται αξιόποινη βάσει του άρθρου 290 Α του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154). [5] Σημειώνεται σε σχέση με το άρθρο 14 του Νόμου ότι η υπό κρίση περίπτωση δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις των εδαφίων
(2)-
(4)του ρηθέντος άρθρου εφόσον αυτά ρυθμίζουν το ζήτημα της εκτέλεσης ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης όταν αυτό εκδόθηκε με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή μέτρου ασφαλείας στερητικού της ελευθερίας και όχι με σκοπό την άσκηση ποινικής δίωξης, όπως είναι η περίπτωση που εδώ ενδιαφέρει. [6] Το άρθρο 15
(2)του Νόμου προβλέπει ότι: «Αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της δίωξης, είναι ημεδαπός ή κατοικεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από την αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι ο εκζητούμενος, μετά από ακρόαση του, θα διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, ώστε να εκτίσει σ΄ αυτό την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος.» [7] Βλ. σελ. 2 Τεκμηρίου 11. [8] Βλ. σελ. 5 - 8 των αγορεύσεων της πλευράς του Εκζητούμενου. [9] Στο άρθρο 17
(1)(α) του Νόμου προβλέπεται ότι: «Όταν ο εκζητούμενος συλλαμβάνεται βάσει του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, οδηγείται το συντομότερο δυνατόν και εν πάση περιπτώσει εντός 24 ωρών σε αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστή. Ο Επαρχιακός Δικαστής, αφού ικανοποιηθεί για την ταυτότητά του, τον ενημερώνει για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του εντάλματος, για το δικαίωμά του να προσφύγει στις υπηρεσίες δικηγόρου και διερμηνέα καθώς και για τη δυνατότητα που παρέχεται να συγκατατεθεί στην παράδοσή του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος.» [10] Στην Mrukwa (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι: «Η Ευρωπαϊκή Ένωση όμως, όπως τονίστηκε και στην υπόθεση Κυριάκου (ανωτέρω), βασίζεται «. στην αμοιβαία εμπιστοσύνη (confidence and trust) η οποία είναι απαραίτητο να υπάρχει μεταξύ των κρατών-μελών, δεδομένου του κοινού νομικού πολιτισμού των κρατών - μελών αλλά και της τήρησης των ελαχίστων ευρωπαϊκών επιπέδων που ισχύουν σε όλα τα κράτη μέλη στα ζητήματα απονομής της δικαιοσύνης». Θεωρούμε, επομένως, δεδομένο ότι οι δικαστικές αρχές της Πολωνίας θα διασφαλίσουν κατά την δίκη τον πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων του Εκζητούμενου, στο πλαίσιο της οποίας μπορεί να εγείρει προς εξέταση ζήτημα καθυστέρησης είτε στην έκδοση του ΕΕΣ είτε στη διαβίβαση του για εκτέλεση. Εξαιρετικά χρήσιμες και διαφωτιστικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις του ΕWHC, στις οποίες μας παρέπεμψε ο κ. Αριστείδης και τις οποίες αναφέρουμε πιο πάνω. Επιγραμματικά, όπως προκύπτει μεταξύ άλλων από τις εν λόγω αυθεντίες, (α) θεωρείται δεδομένο ότι όλες οι χώρες - μέλη της ΕΕ διασφαλίζουν δίκαιη δίκη, (β) ένας εκζητούμενος εμποδίζεται να επικαλείται καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για παράδοση του, όταν ενώ γνωρίζει πως του επιβλήθηκε ποινή την οποία θα καλείτο να εκτίσει, ή ενώ γνώριζε πως υπάρχει εναντίον του ποινική δίωξη, τρέπεται σε φυγή από τη δικαιοδοσία της αιτήτριας χώρας, (γ) η καθυστέρηση και η εξ αυτής μεταβολή των προσωπικών συνθηκών ενός εκζητούμενου αφ΄ εαυτών δεν είναι αρκετό να δικαιολογήσουν άδικη και καταπιεστική μεταχείριση, (δ) το Δικαστήριο έχει την ευθύνη να σταθμίσει τα δικαιώματα εκζητούμενου όπως διασφαλίζονται από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, σε συνάρτηση με το δημόσιο συμφέρον που επιβάλλει ότι κάθε παραβάτης πρέπει να οδηγείται ενώπιον της δικαιοσύνης και, (ε) τα Δικαστήρια της χώρας έκδοσης οφείλουν να επιδεικνύουν σεβασμό στις υποχρεώσεις της χώρας τους έναντι της αιτήτριας χώρας και να συνεκτιμούν και την ανάγκη αποτροπής άλλων επίδοξων φυγοδίκων από το να βρουν καταφύγιο στην χώρα τους.» [11] Βλ. επίσης την Αναφορικά με την Susan Ayre, ECLI:CY:AD:2017:A5, Πολ. Έφεση 416/2016 ημ. 16/01/2017 όπου αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, ότι: «Η διαδικασία δεν στοχεύει στη θεμελίωση τυχόν ποινικών ευθυνών του εκζητούμενου, ούτε αποτελεί ή ισοδυναμεί με ποινική δίωξη. Μόνο οι δικαστικές αρχές της χώρας που εξέδωσαν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι υπεύθυνες για την εξέταση και διαπίστωση ποινικών ευθυνών.». [12] Το άρθρο 30
(1)του Νόμου προβλέπει ότι: «Η αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί, αφού αποφασίσει την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, να αναβάλει την παράδοση του εκζητουμένου, ώστε να διωχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία ή, αν έχει ήδη καταδικασθεί, να εκτίσει στη Κυπριακή Δημοκρατία καταγνωσθείσα ποινή για έγκλημα διαφορετικό από εκείνο για το οποίο εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο