ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΟ RUDOLF, Αρ. Αίτησης: 10/2021, 14/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 10/2021 ΕΝΤΑΛΜΑ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΝΟΜΟΥ 133(Ι)/
- ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΟ XXXXX RUDOLF Ημερομηνία: 14.1.2022 Για την Κεντρική Αρχή: κα Θ. Παπακυριακού Για τον Εκζητούμενο: κ. Μ. Καούλλας Εκζητούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 18.11.2021 τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το υπό εξέταση Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (στη συνέχεια το Ε.Ε.Σ.), το οποίο αφορά τον XXXXX Rudolf (στη συνέχεια ο Εκζητούμενος). Την ίδια ημέρα ο Εκζητούμενος προσήχθη στο Δικαστήριο και διερευνήθηκε κατά πόσο πρόκειται για το πρόσωπο που αφορά το επίδικο Ε.Ε.Σ. Δεν αμφισβητήθηκε ότι πράγματι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο και στη συνέχεια ο Εκζητούμενος ενημερώθηκε για το περιεχόμενο του εντάλματος και του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του. Ο Εκζητούμενος δήλωσε ότι έχει ένσταση στην παράδοσή του και η υπόθεση στη συνέχεια ορίστηκε για ακρόαση. Για την Κεντρική Αρχή παρουσιάστηκαν 2 μάρτυρες. Ο Μ.1 ήταν ο Αρχιαστυφύλακας 2546 κ. Ιωάννης Λαζάρου ο οποίος ισχυρίστηκε ότι υπηρετεί στο Τ.Α.Ε. Λευκωσίας και πως στις 18.11.2021 η ώρα 09:00 στο Ε.Δ. Λευκωσίας συνέλαβε τον Εκζητούμενο. Κατέθεσε ως τεκμήριο 1 το επίδικο Ε.Ε.Σ. Ισχυρίστηκε επίσης ότι προσέφερε στον Εκζητούμενο σχετικό έντυπο με τα δικαιώματα κρατούμενου προσώπου στη Σλοβάκικη γλώσσα το οποίο αυτός αρνήθηκε να παραλάβει και δεν το υπέγραψε. Το εν λόγω έντυπο καταχωρήθηκε ως τεκμήριο
- Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.1 ισχυρίστηκε πως παρέλαβε το επίδικο Ε.Ε.Σ. στις 30.3.2021 με σχετική επιστολή της Ιντερπόλ Λευκωσίας ημερομηνίας 29.3.2021 και έλαβε οδηγίες για την εκτέλεσή του από το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Συμφώνησε με υποβολή του δικηγόρου του Εκζητούμενου ότι ο τελευταίος ήταν υπόδικος στα πλαίσια μιας ποινικής υπόθεσης και πως γνώριζε ότι αυτός βρισκόταν στις Κεντρικές Φυλακές. Ισχυρίστηκε ότι στις 18.11.2021 έλαβε οδηγίες από το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα να προχωρήσει στην εκτέλεση του Ε.Ε.Σ. και πως η ώρα 08:00 μετέβη στο Ε.Δ. Λευκωσίας και καταχώρησε 3 Ε.Ε.Σ. εναντίον του Εκζητούμενου. Στη συνέχεια εκδόθηκε διάταγμα προσαγωγής του Εκζητούμενου ενώπιον του Δικαστηρίου. Ακολούθως συμφώνησε και με άλλη υποβολή του δικηγόρου του Εκζητούμενου ότι στην περίπτωση που εκδίδεται μια Ερυθρά Αγγελία «Red Alert» για κάποιο πρόσωπο η Αστυνομία έχει πρόσβαση στα δεδομένα της εν λόγω αγγελίας και πως όταν εντοπιστεί το πρόσωπο το οποίο αφορά η εν λόγω ειδοποίηση ακολουθεί η σύλληψή του. Κατά την αντεξέτασή του κατατέθηκε ως τεκμήριο 3 αντίγραφο επιστολής της Αστυνομίας Κύπρου ημερομηνίας 19.10.2020 το 3ο φύλλο της οποίας αναγνώρισε πως αφορά την Ερυθρά Αγγελία που εκδόθηκε από την Ιντερπόλ σε σχέση με τον Εκζητούμενο και φέρει ημερομηνία 3.4.
- Ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν γνώριζε ότι τον Δεκέμβρη του 2018 ξεκίνησε η διερεύνηση μιας άλλης ποινικής υπόθεσης εναντίον του Εκζητούμενου ούτε ότι στα πλαίσια εκείνης της υπόθεσης ο τελευταίος ήταν υπόδικος από το έτος 2019 γεγονός το οποίο πληροφορήθηκε αργότερα όταν παρέλαβε το πρώτο Ε.Ε.Σ. που τον αφορούσε. Συμφώνησε επίσης με άλλη υποβολή του δικηγόρου του Εκζητούμενου πως στην Ερυθρά Αγγελία τεκμήριο 3 αναφέρονται τα Ε.Ε.Σ. που τον αφορούν συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου. Ισχυρίστηκε επίσης ότι μίλησε με την Ιντερπόλ για τα Ε.Ε.Σ που εκκρεμούν εναντίον του Εκζητούμενου και πληροφορήθηκε πως αυτά ήταν σε ισχύ και αφού ελέγχθηκαν από τη Νομική Υπηρεσία προχώρησε στην εκτέλεσή τους με τη σύλληψη του Εκζητούμενου. Ως Μ.2 παρουσιάστηκε ο Αστ. XXXXX κ. XXXXX Χίντικος ο οποίος υπηρετεί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και ανάμεσα στα καθήκοντά του είναι και ο χειρισμός των Ε.Ε.Σ. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι ένα Ε.Ε.Σ. δεν έχει χρόνο εκτέλεσης ασχέτως των ετών που μπορεί να παρέλθουν από την έκδοσή του και πως η ισχύς του παύει μεταξύ άλλων όταν η Δικαστική Αρχή Έκδοσής του ενημερώσει τη Δικαστική Αρχή Εκτέλεσής του πως δεν χρειάζεται πλέον η εκτέλεσή του. Ο μάρτυρας αναγνώρισε ότι το τεκμήριο 1 είναι το Ε.Ε.Σ. ημερομηνίας 22.12.2016 το οποίο εκδόθηκε από το Ε.Δ. του Trencin αναφορικά με τον Εκζητούμενο. Ισχυρίστηκε ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης πληροφορήθηκε για την ύπαρξη του εν λόγω Ε.Ε.Σ. με επιστολή του Αρχηγού Αστυνομίας ημερομηνίας 29.3.2021 στην οποία επισυνάφθηκε το μήνυμα της Ιντερπόλ Μπρατισλάβας ημερομηνίας 23.3.2021 και το Ε.Ε.Σ. ημερομηνίας 22.12.
- Αντίγραφο της ως άνω επιστολής κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 5 αντίγραφο της επιστολής των δικηγόρων του Εκζητούμενου ημερομηνίας 19.11.2021 με την οποία ζητούσαν να τους δοθούν τα αντίγραφα της αλληλογραφίας σχετικά με τον πελάτη τους και ως τεκμήριο 6 κατέθεσε το αντίγραφο του ηλεκτρονικού μηνύματος ημερομηνίας 22.11.2021 που το Υπουργείο Δικαιοσύνης τους απέστειλε μαζί με τα 3 Ε.Ε.Σ. που τον αφορούν. Στις 24.11.2021 το Υπουργείο απέστειλε επιστολή προς τη Δικαστική Αρχή Έκδοσης του Ε.Ε.Σ. με την οποία ενημέρωσε για την πορεία εκτέλεσής του και ζήτησε να αποσταλεί το Εθνικό Ένταλμα Σύλληψης στο οποίο βασίζεται η έκδοση του Ευρωπαϊκού. Το ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο αποστάλθηκε η ως άνω επιστολή κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Ισχυρίστηκε επίσης ότι στις 7.12.2021 αποστάλθηκε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου επιστολή προς τις Δικαστικές Αρχές Έκδοσης του επίδικου Ε.Ε.Σ. με την οποία ζητήθηκε και τελικά παραχωρήθηκε η εγγύηση ότι σε περίπτωση εκτέλεσης του εν λόγω Ε.Ε.Σ. και παράδοσης του Εκζητούμενου στη Σλοβακία και σε περίπτωση που του επιβληθεί ποινή φυλάκισης αυτός θα διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία ώστε να εκτίσει σε αυτή την ποινή του. Κατέθεσε ως τεκμήρια 9 και 10 αντίστοιχα την εν λόγω επιστολή ημερομηνίας 7.12.2021 και την ως άνω απόφαση του Ε.Δ. του Trencin με την οποία παραχωρήθηκε η ως άνω εγγύηση. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο Εκζητούμενος καταδικάσθηκε από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας στην υπόθεση 19517/2019 και στις 8.9.2021 του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 17 ετών. Εναντίον της ως άνω απόφασης ο Εκζητούμενος καταχώρησε την Ποινική Έφεση 155/
- Αντίγραφο της ως άνω απόφασης κατατέθηκε ως τεκμήριο 11 ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της. Ομοίως ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του κατατέθηκε ως τεκμήριο 12 αντίγραφο του Εντάλματος Σύλληψης ημερομηνίας 6.12.2018 το οποίο εκδόθηκε εναντίον του Εκζητούμενου από το Ε. Δ. Λευκωσίας. Κατά την αντεξέτασή του ο κ. Χίντικος ισχυρίστηκε ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης έλαβε γνώση για το επίδικο Ε.Ε.Σ. στις 29.3.2021 με σχετική επιστολή του Αρχηγού Αστυνομίας. Το εν λόγω Ε.Ε.Σ. λήφθηκε μέσω των καναλιών της Ιντερπόλ με μήνυμα της Ιντερπόλ Μπρατισλάβας ημερομηνίας 23.3.2021 και με την επιστολή του Αρχηγού Αστυνομίας ημερομηνίας 29.3.2021 διοχετεύθηκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 3 ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι το εν λόγω έγγραφο παραλήφθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης στις 21.10.2020 μαζί με την Ερυθρά Αγγελία ημερομηνίας 3.4.2019 στην οποία αναφέρονται όλα τα Ε.Ε.Σ που αφορούν τον Εκζητούμενο συμπεριλαμβανομένου του επίδικου. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στην εν λόγω Ερυθρά Αγγελία φαίνεται πως υπήρχε το επίδικο Ε.Ε.Σ. αυτό όμως περιήλθε στην κατοχή των Κυπριακών Αρχών στις 23.3.2021 όταν αποστάλθηκε από τις αρχές της Σλοβακίας. Στη συνέχεια συμφώνησε με υποβολή του δικηγόρου του Εκζητούμενου ότι η Ερυθρά Αγγελία αναφέρει και επιτάσσει οπουδήποτε εντοπιστεί το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται να συλληφθεί και να ξεκινήσει η διαδικασία έκδοσής του, ισχυρίστηκε όμως ότι από τη στιγμή που η Σλοβακία είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορεί να εκτελεστεί η Ερυθρά Αγγελία για την έκδοσή του αλλά εφαρμοστέες είναι οι πρόνοιες του Ν.133(Ι)/2004 αναφορικά με τη διαδικασία παράδοσής του. Ισχυρίστηκε επίσης ότι επειδή βρισκόταν σε εξέλιξη ποινική υπόθεση εναντίον του Εκζητούμενου θεωρήθηκε από τη Νομική Υπηρεσία ότι θα ήταν καλύτερο να ολοκληρωνόταν εκείνη η υπόθεση και μετά να προχωρούσαν στην εκτέλεση των Ε.Ε.Σ. που τον αφορούν. Στη συνέχεια της ακρόασης της υπόθεσης ο Εκζητούμενος παρουσίασε επίσης 2 μάρτυρες. Ως Μάρτυρας Εκζητούμενου 1 (Μ.Ε.1) παρουσιάστηκε ο δικηγόρος κ. XXXXX Πόντομπα (XXXXX Podobu) ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ασκεί τη δικηγορία στη Σλοβακία και πως ο Εκζητούμενος είναι πελάτης του. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο Εκζητούμενος συνελήφθη το 2013 αναφορικά με την Ποινική Δίωξη με αριθμό 6Τ/135/2013 του Ε.Δ. του Trencin, κρατήθηκε για κάποιο χρονικό διάστημα, τελικά όμως αφέθηκε ελεύθερος επειδή δεν προέκυψε οτιδήποτε εναντίον του. Στις 26.11.2021 ο Εκζητούμενος τον πληροφόρησε για το επίδικο Ε.Ε.Σ. και τον εξουσιοδότησε να ερευνήσει περαιτέρω το θέμα. Στις 22.12.2021 ο Εκζητούμενος υπέγραψε γραπτή κατάθεση στην οποία παραδέχεται την κατηγορία που αντιμετωπίζει στο ως άνω Δικαστήριο της Σλοβακίας και εξουσιοδοτεί τον δικηγόρο του να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια είναι αναγκαία. Το εν λόγω πληρεξούσιο και το έγγραφο παραδοχής στα σλοβάκικα με πιστή μετάφρασή τους στα ελληνικά κατατέθηκαν ως τεκμήρια 14 και 15 αντίστοιχα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο Εκζητούμενος τον εξουσιοδότησε γραπτώς να προχωρήσει η διαδικασία στην απουσία του και το εν λόγω έγγραφο με την πιστή μετάφρασή του στα ελληνικά κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Σε αυτά τα πλαίσια ισχυρίστηκε πως όταν θα επιστρέψει στη Σλοβακία θα προχωρήσει να ζητήσει την ακύρωση του Ε.Ε.Σ. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Ε.
- ισχυρίστηκε ότι επίδικο Ε.Ε.Σ. βρίσκεται σε ισχύ αλλά κατά την άποψή του αυτό δεν έπρεπε να συμβαίνει επειδή με τα έγγραφα που έχει στα χέρια του θα προχωρήσει στο Δικαστήριο του Trencin και θα ζητήσει την ακύρωσή του. Ως Μ.Ε.2 παρουσιάστηκε ο δικηγόρος κ. XXXXX Χατζηπέτρου ο οποίος ισχυρίστηκε ότι γνωρίζει τον Εκζητούμενο από το έτος 2014 όταν εκείνος εργαζόταν σε κάποιο κέντρο και στη συνέχεια ήταν προπονητής του στην πυγμαχία. Ισχυρίστηκε ότι ο Εκζητούμενος είναι νυμφευμένος και έχει ένα ανήλικο υιό ο οποίος φοιτά σε Δημοτικό Σχολείο στην περιοχή Λευκωσίας. Η οικογένειά του Εκζητούμενου διαμένει κοντά στο δικό του σπίτι. Κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε πως γνώριζε ότι ο Εκζητούμενος αντιμετώπιζε ποινική υπόθεση ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας και πως πληροφορήθηκε ότι είχε διαφύγει στις κατεχόμενες περιοχές και συνελήφθηκε παρά το οδόφραγμα του Αγίου Δομετίου. Όταν ολοκληρώθηκε η προσκόμιση μαρτυρίας οι δικηγόροι των διαδίκων παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτό κείμενο με τις θέσεις και εισηγήσεις τους. Η κα Παπακυριακού εισηγήθηκε ότι η σύλληψη του Εκζητούμενου ήταν καθόλα νόμιμη, δεν υφίσταται κατάχρηση της Δικαστικής διαδικασίας και συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να εκτελεστεί το επίδικο Ε.Ε.Σ. Υπέβαλε επίσης αίτημα όπως σε περίπτωση που ήθελε αποφασιστεί η εκτέλεση του Ε.Ε.Σ. να ανασταλεί η παράδοση του Εκζητούμενου σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρο 30
(1)του Ν.133(Ι)/2004 μέχρι την αποπεράτωση των διαδικασιών που αντιμετωπίζει στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ο κ. Καούλλας από την άλλη εισηγήθηκε ότι η ένσταση του Εκζητούμενου στην παράδοσή του στις αρχές της Σλοβακίας έχει τους 3 πιο κάτω πυλώνες: α) το Δικαστήριο οφείλει να διασφαλίσει την εφαρμογή των Δικαστικών εγγυήσεων/διαβεβαιώσεων που παραχωρήθηκαν δυνάμει των προνοιών του άρθρου 15
(2)του Ν.133(Ι)/2004 και της Απόφασης/Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ, β) όλη η διαδικασία είναι εξ υπαρχής παράνομη και μολυσμένη λόγω της παράνομης σύλληψης του Εκζητούμενου και της μη τήρησης των προνοιών του άρθρου 12 του Ν.133(Ι)/2004 και γ) η καθυστέρηση από πλευράς της Κεντρικής Αρχής και η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων εκ μέρους της αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας η οποία απολήγει σε παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του Εκζητούμενου. Εισηγήθηκε επίσης πως σε περίπτωση που ήθελε διαταχθεί η εκτέλεση του Ε.Ε.Σ., λόγω του γεγονότος ότι ο Εκζητούμενος κατοικεί στη Κυπριακή Δημοκρατία και των εγγυήσεων που δόθηκαν από τις αρχές της Σλοβακίας, η ενδεχόμενη εκτέλεση του Ε.Ε..Σ. μπορεί να εξαρτηθεί από την προυπόθεση ότι ο Εκζητούμενος μετά από ακρόασή του να διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία ώστε να εκτίσει σε αυτή ενδεχόμενη στερητική της ελευθερίας ποινή που ήθελε απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος ήτοι στη Σλοβακία. Ό,τι σε συντομία μπορεί να λεχθεί αναφορικά με τις νομικές αρχές που διέπουν τα ζητήματα που απασχολούν σε διαδικασίες όπως η παρούσα, είναι ότι ένα Ε.Ε.Σ. εξετάζεται από το Δικαστήριο σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου, ο οποίος ψηφίστηκε προς υλοποίηση και εναρμόνιση του Κυπριακού Δικαίου με την Απόφαση - Πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002 για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης Εκζητουμένων μεταξύ των κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται για μία ιδιότυπη (sui generis) διαδικασία που διεξάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο του Νόμου ώστε να αποφασιστεί από το Δικαστήριο αν θα εγκριθεί ένα αίτημα για εκτέλεση ενός Ε.Ε.Σ. (Hadwen James v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 184/2014, ημερομηνίας 17.7.2014). Στην υπόθεση Μεσαρίτη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 256/2017, ημερομηνίας 24.1.2017, συνοψίστηκαν οι βασικοί στόχοι και οι παράμετροι που διέπουν το Ε.Ε.Σ. Λέχθηκαν επί τούτου τα ακόλουθα: "Πρόσφατα το Ανώτατο Δικαστήριο, στην απόφαση Γεωργίου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2017:A245, ECLI:CY:AD:2017:A245, Π.Ε. 154/2017, ημερ. 6.7.2017 τόνισε τους βασικούς σκοπούς του Νόμου (Ν.133(Ι)/2004) και τους στόχους της όλης διαδικασίας που καλύπτει το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (ΕΕΣ). «Οι λόγοι που οδήγησαν στη θέσπιση του ΕΕΣ και η όλη φιλοσοφία που το διέπει, κινούνται γύρω από την ανάγκη παροχής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην έκδοση προσώπων που αναζητούνται με σκοπό τη δίωξή τους ή που έχουν ήδη νόμιμα και αρμοδίως καταδικαστεί σε ένα κράτος-μέλος, αλλά βρίσκονται σε άλλο κράτος-μέλος. Στόχος της όλης διαδικασίας είναι η παροχή δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών, ώστε να συλλαμβάνονται και να παραδίδονται οι εμπλεκόμενοι χωρίς ιδιαίτερες, περίπλοκες, διαδικασίες ή αχρείαστες καθυστερήσεις. Είναι για το λόγο αυτό που η όλη διαδικασία σύλληψης και παράδοσης είναι ιδιόμορφη και εστιάζει στην απλοποίηση της δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών και στη γρήγορη και αποτελεσματική διεκπεραίωσή της. Οι βασικές αυτές παράμετροι, σε συνδυασμό με την ανάγκη για διαφύλαξη των θεμελιωδών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του κάθε εκζητούμενου προσώπου, έχουν κατ΄ επανάληψη τεθεί και υιοθετηθεί από τη νομολογία μας (Hadjiametovic v. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 ΑΑΔ 473, Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 ΑΑΔ 519, Νικόλας Κυριάκου ν. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 196/13, ημερ. 19.7.13, Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 221/13, ημερ. 2.9.13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Miroslaw Mrukwa, ΠΕ 41/14, ημερ. 5.3.14, Leonid Ivanov Spiriev v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 100/14, ημερ. 13.5.14, Hadwen James v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 184/14, ημερ. 17.7.14, Constantinides v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 347/14, ημερ. 5.3.15). Ο όλος μηχανισμός που καλύπτει το ΕΕΣ βασίζεται σε υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών-μελών και - κατ΄ ακολουθία της αιτιολογικής σκέψης 10 που παρατίθεται στο προοίμιο της Απόφασης-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ - η εφαρμογή του εν λόγω μηχανισμού δύναται να ανασταλεί μόνο στην περίπτωση σοβαρής και διαρκούς παραβίασης από κράτος-μέλος των αρχών που διατυπώνονται στην πρώτη παράγραφο του Άρθρου 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ήτοι των αρχών της Ελευθερίας, της Δημοκρατίας, του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και του κράτους δικαίου, αρχές οι οποίες είναι κοινές στα κράτη-μέλη. Με αυτά ως δεδομένα τα δικαστήρια των κρατών-μελών θα πρέπει να είναι σε κάθε περίπτωση ιδιαίτερα ευαίσθητα στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους κατά την πορεία εξέτασης ΕΕΣ, έχοντας πάντα κατά νουν ότι κάθε τέτοιο ένταλμα εκτελείται βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της Απόφασης-πλαίσιο του Συμβουλίου 2002/584/ΔΕΥ, ημερομηνίας 13 Ιουνίου 2002, όπως τροποποιήθηκε από την Απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ, ημερομηνίας 26 Φεβρουαρίου 2009. Αποφάσεις που μεταφέρθηκαν στο κυπριακό δίκαιο με τον Νόμο 133(Ι)/2004.» Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Dumitry v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2021:A564, Πολιτική Έφεση 300/2021, ημερομηνίας 8.12.2021, αναφέρθηκε ότι: «Τους σκοπούς και στόχους του Νόμου, τους έχει αναπτύξει η νομολογία και μπορούν να συνοψιστούν στην ανάγκη παροχής δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών ώστε οι εμπλεκόμενοι να συλλαμβάνονται και να παραδίδονται χωρίς πολύπλοκες διαδικασίες ή αχρείαστες καθυστερήσεις σε συνδυασμό πάντα με την ανάγκη για διαφύλαξη των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. (Bλ. Mιχαηλίδης ν. Γεν. Εισαγγελέας
(2013)1 Β ΑΑΔ 1764, και Μεσαρίτη ν. Γεν. Εισαγγελέα Πολ. Εφ. 256/17, 24.10.17)». Το άρθρο 17(α) του επίδικου Ν.133(Ι)/2004προνοεί τα ακόλουθα: «Όταν ο εκζητούμενος συλλαμβάνεται βάσει του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, οδηγείται το συντομότερο δυνατόν και εν πάση περιπτώσει εντός 24 ωρών σε αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστή. Ο Επαρχιακός Δικαστής, αφού ικανοποιηθεί για την ταυτότητά του, τον ενημερώνει για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του εντάλματος, για το δικαίωμά του να προσφύγει στις υπηρεσίες δικηγόρου και διερμηνέα καθώς και για τη δυνατότητα που παρέχεται να συγκατατεθεί στην παράδοσή του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος». Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η διαδικασία αναφορικά με το Ε.Ε.Σ. ξεκινά με τη σύλληψη ενός εκζητούμενου προσώπου η οποία προηγείται χρονικά της παρουσίασής του ενώπιον Δικαστηρίου. Δεν ρυθμίζεται ρητά το θέμα του χρόνου καταχώρησης της υπόθεσης στο Δικαστήριο κατά λογική όμως σειρά η καταχώρηση πραγματοποιείται μετά τη σύλληψη του Εκζητούμενου. Αυτό το οποίο προέχει είναι η παρουσίαση του Εκζητούμενου το ταχύτερο δυνατό ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου. Στην παρούσα υπόθεση δεν αμφισβητήθηκε ότι η αίτηση καταχωρήθηκε στο Ε.Δ. Λευκωσίας στις 18.11.2021 η ώρα 08:00 και ότι ο Εκζητούμενος ο οποίος εκτίει ποινή φυλάκισης 17 ετών στις Κεντρικές Φυλακές συνελήφθηκε μια ώρα αργότερα και ακολούθως την ίδια ημέρα παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Ήταν η εισήγηση του κ. Καούλλα ότι η σύλληψη του Εκζητούμενου η οποία αντί να προηγηθεί χρονικά έλαβε χώρα μετά την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης στο Δικαστήριο συνιστά ανεπίτρεπτη συμπεριφορά της Αστυνομίας λόγω της οποίας μολύνθηκε όλη η διαδικασία και παραβιάστηκε το δικαίωμα του Εκζητούμενου να τύχει δίκαιης δίκης. Με όλο τον σεβασμό προς την ως άνω εισήγηση κρίνω ότι αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε συγκεκριμένη μαρτυρία ικανή να την υποστηρίξει. Το κατά πόσο υπήρξε παράβαση του δικαιώματος ενός προσώπου να τύχει δίκαιης δίκης δεν εξετάζεται αόριστα αλλά είναι αναγκαίο να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλες εκείνες οι παράμετροι οι οποίες το υποστηρίζουν. Στην παρούσα υπόθεση δεν προσκομίστηκε καμία τέτοια μαρτυρία και παρέμεινε αδιευκρίνιστο για ποιους λόγους παραβιάστηκε το δικαίωμα του Εκζητούμενου να τύχει δίκαιης δίκης επειδή η σύλληψή του έγινε μία ώρα μετά την καταχώρηση της υπόθεσης στο Δικαστήριο. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι η ως άνω εισήγηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Η άλλη εισήγηση του κ. Καούλλα ήταν ότι η Κεντρική Αρχή ενήργησε κακόπιστα και καταχρηστικά εις βάρος των δικαιωμάτων του Εκζητούμενου επειδή επέδειξε υπέρμετρη και υπερβολική καθυστέρηση στην εκτέλεση του επίδικου Ε.Ε.Σ. το οποίο ήταν εις γνώση της από τις 3.4.2019. Το θέμα της καθυστέρησης στην εκτέλεση ενός Ε.Ε.Σ. εξετάστηκε στην υπόθεση IORDACHE v. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ECLI:CY:AD:2020:A114, Πολιτική Έφεση Αρ. 430/2019, ημερομηνίας 7.4.2020, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι: «Η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι ορθή και δεν υπάρχει πεδίο παρέμβασής μας. Δεν τέθηκε από την εκζητούμενη οποιοδήποτε στοιχείο που να υποδηλοί ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση του εντάλματος, κάτω από τις δοσμένες περιστάσεις, θα είναι καταπιεστική. Ούτε υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια στο Ν.133(Ι)/2004για παραβίαση δικαιώματος δίκης εντός εύλογου χρόνου ή κάποια κύρωση ή συνέπεια σε περίπτωση καθυστέρησης προώθησης του αιτήματος ως προς αυτό το ζήτημα (βλ. Κυριάκου
(2013)1 ΑΑΔ 1546). Ο λόγος έφεσης απορρίπτεται». Αποτελεί αδιαμφησβήτητο γεγονός στην παρούσα υπόθεση ότι ο Εκζητούμενος από το έτος 2019 ήταν υπόδικος στην Ποινική Υπόθεση με αριθμό 19517/2019 ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας και ότι από τις 8.9.2021 εκτίει ποινή φυλάκισης 17 χρόνων που του επιβλήθηκε στην εν λόγω υπόθεση. Κατά της ως άνω απόφασης καταχώρισε την Ποινική Έφεση Αρ. 155/2021 που αφορά τόσο την καταδίκη του όσο και την ποινή που του επιβλήθηκε. Εάν κάποια ενέργεια των Κυπριακών Αρχών είχε ως αποτέλεσμα να επηρεαστούν αρνητικά τα δικαιώματα του Εκζητούμενου είναι κάτι που μπορεί να αποφασιστεί μόνο με συγκεκριμένη μαρτυρία η οποία να τεκμηριώνει ένα τέτοιο συμπέρασμα. Δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία γιατί παραβιάστηκαν τα δικαιώματα του Εκζητούμενου επειδή η Νομική Υπηρεσία επέλεξε να προωθήσει την εκτέλεση του επίδικου Ε.Ε.Σ. στις 18.11.2021 αντί προηγουμένως ούτε τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου οποιαδήποτε νομολογία η οποία να καθορίζει ότι υπό τις δοσμένες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης η καθυστέρηση στην εκτέλεση του Ε.Ε.Σ. είναι καταπιεστική για τον Εκζητούμενου ή παραβιάζει τα δικαιώματά του. Στην απουσία τέτοιας μαρτυρίας κρίνω ότι η ως άνω εισήγηση παρέμεινε τελικά ανυποστήρικτη και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Έχοντας επίσης υπόψη μου όσα λέχθηκαν στην υπόθεση IORDACHE v. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (πιο πάνω) σε σχέση με το θέμα της καθυστέρησης στην εκτέλεση του επίδικου Ε.Ε.Σ. και την απουσία πρόνοιας στον επίδικο Νόμο για ενδεχόμενες κυρώσεις σε περίπτωση καθυστέρησης προώθησης της εκτέλεσής του κρίνω πως η εν λόγω εισήγηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και για αυτόν τον επιπλέον λόγο. Στο άρθρο 12 του Ν.133(Ι)/2004 ορίζεται ότι: «12.
(1)Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 13 έως 15 του παρόντος Νόμου, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον: (α) Η πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, συνιστά έγκλημα το οποίο τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους που το εκδίδει και είναι αξιόποινη σύμφωνα και με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού. Στις περιπτώσεις που η αξιόποινη πράξη συνιστά έγκλημα περί φόρων, τελών, τελωνείων και συναλλάγματος δεν αποτελεί λόγο άρνησης εκτέλεσης του εντάλματος η διαπίστωση ότι το Κυπριακό κράτος δεν επιβάλλει ιδίου τύπου φόρους ή τέλη ή δεν προβλέπει ιδίου τύπου ρύθμιση περί φόρων, τελών, τελωνείων και συναλλάγματος με εκείνη του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος». Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει αμφισβητηθεί ότι το τεκμήριο 1 είναι το Ε.Ε.Σ. το οποίο εκδόθηκε από τις Δικαστικές Αρχές της Σλοβακίας και είναι διατυπωμένο στην αγγλική γλώσσα σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 4
(3)του επίδικου Νόμου. Διαπιστώνω πως ο τύπος και το περιεχόμενό του συνάδουν με το έντυπο που προνοεί ο επίδικος Νόμος στο Παράρτημα Α. Σύμφωνα με το εν λόγω τεκμήριο στο μέρος (e) ο εκζητούμενος φέρεται να έχει διαπράξει το αδίκημα της ληστείας (robbery) κατά παράβαση του section 188, subsection 1, του Ποινικού Κώδικα της Σλοβακίας για το οποίο το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται είναι ποινή φυλάκισης 3 έως 8 ετών. Η ίδια πράξη είναι αξιόποινη σύμφωνα και με τον Κυπριακό Ποινικό Νόμο και συγκεκριμένα προβλέπεται στο άρθρο 282 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 στο οποίο δίδεται ο ορισμός της ληστείας. Η προβλεπόμενη ποινή, ανάλογα με τις περιστάσεις διάπραξής της, είναι σύμφωνα με το άρθρο 283 είτε ποινή φυλάκισης διά βίου ή ποινή φυλάκισης 14 χρόνων. Κρίνω επίσης ότι στην παρούσα υπόθεση δεν θα απασχολήσουν τα άρθρα 13 και 14 του επίδικου Νόμου αφού ο Εκζητούμενος δεν ήγειρε οποιοδήποτε ζήτημα σε σχέση με αυτά. Στο άρθρο 15
(2)του επίδικου Νόμου ορίζεται ότι «Αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της δίωξης, είναι ημεδαπός ή κατοικεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από την αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι ο εκζητούμενος, μετά από ακρόαση του, θα διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, ώστε να εκτίσει σ΄ αυτό την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος». Στην παρούσα υπόθεση δεν αμφισβητήθηκαν οι ισχυρισμοί του Μ.Ε.2 κ. Χατζηπέτρου ότι ο Εκζητούμενος διαμένει μαζί με τη σύζυγό και τον 9 χρονών υιό τους στην Κύπρο από το έτος 2014. Δόθηκε επίσης από τις αρχές της Σλοβακίας η εγγύηση ότι σε περίπτωση που αποφασιστεί όπως ο Εκζητούμενος παραδοθεί στην εν λόγω χώρα και σε περίπτωση που μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσής του ήθελε επιβληθεί σε αυτόν ποινή στερητική της ελευθερίας να διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία για να εκτίσει σε αυτήν την οποιαδήποτε τέτοια ποινή. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για να εκτελεστεί το επίδικο Ε.Ε.Σ. και ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος περί του αντιθέτου. Κρίνω επίσης ότι δικαιολογείται η εκτέλεσή του να εξαρτηθεί από την προυπόθεση ότι ο Εκζητούμενος μετά την ακρόασή του στη Σλοβακία θα διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία ώστε να εκτίσει σε αυτή τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας ήθελε απαγγελθεί εναντίον του. Με δεδομένο ότι ο Εκζητούμενος εκτίει ποινή φυλάκισης 17 χρόνων που του επιβλήθηκε με απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας στην υπόθεση αρ. 19517/2019 εναντίον της οποίας καταχώρισε την Ποινική Έφεση Αρ. 155/2021 απομένει να εξεταστεί το θέμα της αναβολής της παράδοσής του ή της παράδοσής του υπό όρους. Σχετικό με το θέμα είναι το άρθρο 30 του επίδικου Νόμου που προνοεί τα ακόλουθα: 30.
(1)Η αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί, αφού αποφασίσει την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, να αναβάλει την παράδοση του εκζητουμένου, ώστε να διωχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία ή, αν έχει ήδη καταδικασθεί, να εκτίσει στη Κυπριακή Δημοκρατία καταγνωσθείσα ποινή για έγκλημα διαφορετικό από εκείνο για το οποίο εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.
(2)Η δικαστική αρχή που αποφασίζει την εκτέλεση του εντάλματος, μπορεί, αντί να αναβάλει την παράδοση, να παραδώσει προσωρινά τον εκζητούμενο στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος υπό όρους που συμφωνούνται με τη δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος και διατυπώνονται εγγράφως. Στο άρθρο 30 του επίδικου Νόμου δεν υπεισέρχονται άλλα θέματα προς εξέταση, όπως για παράδειγμα ποιος είναι ο μέγιστος χρόνος για τον οποίο θα μπορούσε να αναβληθεί η παράδοση ενός εκζητούμενου, πέραν των όσων εκεί ρητά αναφέρονται. Έχοντας υπόψη μου ότι ο Εκζητούμενος καταδικάστηκε σε 17 χρόνια φυλάκιση από Δικαστήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας κρίνω ότι είναι κατάλληλες οι συνθήκες για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και να διαταχθεί η αναβολή της παράδοσής του μέχρι να εκτίσει την ως άνω ποινή που του επιβλήθηκε. Σε περίπτωση που η καταδίκη του ακυρωθεί ή η ποινή μειωθεί η αναβολή στην παράδοσή του να ισχύει μέχρι τότε ανάλογα με το αποτέλεσμα της ως άνω Ποινικής Έφεσης με Αρ. 155/2021 την οποία ο Εκζητούμενος καταχώρησε στο Ανώτατο Δικαστήριο. Οποτεδήποτε συμβεί κάποιο από τα πιο πάνω ο Εκζητούμενος να παραδοθεί το αργότερο εντός 10 ημερών σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 29
(1)του Ν.133(Ι)/2004. Ο αρμόδιος Πρωτοκολλητής να κοινοποιήσει την παρούσα απόφαση του Δικαστηρίου στις Δικαστικές Αρχές της Σλοβακίας. (Υπ.) .......... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο