← Κύπρος

COSTAS CHRISTOUDIAS CLEARING CO. LTD ν. S.G. STAVRINOU TRADING LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 907/2018, 26/1/2022

COSTAS CHRISTOUDIAS CLEARING CO. LTD ν. S.G. STAVRINOU TRADING LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 907/2018, 26/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 907/2018 Μεταξύ: COSTAS CHRISTOUDIAS CLEARING CO. LTD Παραπονούμενοι εναντίον

  1. S.G. STAVRINOU TRADING LTD
  2. XXXXX ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 26.1.2022 Για τους Παραπονούμενους: κ. Σ. Κυριακίδης Για τους Κατηγορούμενους: κ. Σ. Χατζησέργης Κατηγορούμενος 2: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης το οποίο καταχωρήθηκε στις 11.1.2018 περιλαμβάνονται 4 κατηγορίες. Η 1η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 1 και 3 που αφορούν το αδίκημα της πρόκλησης μη εξαργύρωσης επιταγής κατά παράβαση των άρθρων 20, 29 και 305Α

(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και ο 2ος κατηγορούμενος τις κατηγορίες 2 και 4 επί τω ότι παρείχε συνδρομή προς την 1η κατηγορούμενη να διαπράξει τα αδικήματα τα οποία της καταλογίζονται. Οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν τις εν λόγω κατηγορίες και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Οι παραπονούμενοι προς απόδειξη της υπόθεσής τους κάλεσαν 1 μάρτυρα. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο διευθυντής τους κ. XXXXX Χριστούδιας ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή του δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε 8 τεκμήρια. Στη γραπτή του δήλωση περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: είναι ο μοναδικός διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας η οποία ασχολείται μεταξύ άλλων με την παροχή υπηρεσιών εκτελωνισμού. Η παραπονούμενη είχε επαγγελματική συνεργασία με την 1η κατηγορούμενη εταιρεία από το 2010 έως το 2016 και ο 2ος κατηγορούμενος ήταν ο διευθυντής της. Στις 6.7.2011 ο 2ος κατηγορούμενος στην παρουσία του ιδίου υπέγραψε και του παρέδωσε 2 επιταγές με αριθμό XXXXX85 και XXXXX86 οι οποίες εκδόθηκαν από τον λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης με αριθμό XXXXX017-6 στη Σ.Π.Ε. Καϊμακλίου. Οι εν λόγω επιταγές κατατέθηκαν ως τεκμήρια 4 και 5 αντίστοιχα. Οι επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες και πληρωτέες η μία στις 12.7.2011 και η άλλη στις 30.7.2011. Όταν η επιταγή ποσού €3.607,00 που ήταν πληρωτέα στις 12.7.2011 παρουσιάστηκε στην τράπεζα για πληρωμή επιστράφηκε πίσω απλήρωτη και σφραγίστηκε με την ένδειξη «Η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της - STOP PAYMENT». Η επιταγή ποσού €3.850,00 η οποία ήταν πληρωτέα στις 30.7.2011 παρουσιάστηκε την 1.8.2011 στην τράπεζα για πληρωμή, επιστράφηκε πίσω χωρίς να τιμηθεί και σφραγίστηκε με την ένδειξη «Οδηγίες να μην πληρώσουμε την επιταγή - Orders not to pay». Ισχυρίστηκε επίσης ότι η ανάκληση της πληρωμής των 2 επίδικων επιταγών έγινε από τον 2ο κατηγορούμενο χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε εύλογη αιτία για τούτο. Τα ποσά των εν λόγω επιταγών δεν έχουν καταβληθεί παρόλο που ο 2ος κατηγορούμενος τους διαβεβαίωνε ότι θα προχωρούσε στην πληρωμή τους. Επειδή η συνεργασία τους διήρκεσε μέχρι το 2016 έκρινε ορθότερο να μην προχωρούσε νωρίτερα στη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων εναντίον των κατηγορουμένων. Ο Μ.Κ.1 κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι το τελευταίο τιμολόγιο το οποίο η παραπονούμενη εξέδωσε προς την 1η κατηγορούμενη εκδόθηκε στις 21.2.2012 και αφορούσε χρέωση τόκου ποσού €1.861,33 επί του μέχρι τότε οφειλόμενου υπολοίπου του λογαριασμού της κατηγορούμενης. Στη συνέχεια το εν λόγω ποσό αφαιρέθηκε στις 15.10.2012 λόγω της υπόσχεσης του 2ου κατηγορούμενου ότι θα τους πλήρωνε. Μετά που το Δικαστήριο έκρινε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων ο 2ος κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία από το εδώλιο του εξεταζόμενου μάρτυρα. Ο 2ος κατηγορούμενος κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε γραπτή του δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Σε αυτή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: είναι ο διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης εταιρείας η οποία ασχολείτο με εμπόριο τροφίμων και είχε συνεργασία με την παραπονούμενη εταιρεία που ήταν οι εκτελωνιστές τους. Εξέδωσε και παρέδωσε προς την παραπονούμενη τις επίδικες επιταγές για την πληρωμή 2 τιμολογίων που η τελευταία είχε εκδώσει στα πλαίσια της συνεργασίας τους. Μετά από κάποιες μέρες αντιλήφθηκε ότι στα εν λόγω τιμολόγια υπήρχε χρέωση για τη μεταφορά των προϊόντων που αυτά αφορούσαν από την Ολλανδία προς την Κύπρο. Τέτοια χρέωση δεν έπρεπε να υπήρχε αφού θα την επιβαρυνόταν η προμηθεύτρια εταιρεία. Μίλησε με τον διευθυντή της παραπονούμενης, του ζήτησε εξηγήσεις για τις ως άνω χρεώσεις και του ανέφερε ότι λόγω των πιο πάνω θα σταματούσε την πληρωμή των επίδικων επιταγών. Στη συνέχεια συζήτησαν μερικές φορές για το εν λόγω θέμα αλλά επειδή δεν κατέληξαν σε συμφωνία έδωσε εντολή στην τράπεζά του που ήταν η Σ.Π.Ε. Καϊμακλίου να μην πληρώσει τις επίδικες επιταγές. Επειδή πλέον η ως άνω Σ.Π.Ε. Καϊμακλίου δεν υφίσταται αφού όλα τα Σ.Π.Ε. διαλύθηκαν και απορροφήθηκαν από την Ελληνική Τράπεζα και την Κ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ. αποτάθηκε σε αυτές για να εντοπίσει τα σχετικά έγγραφα με τον επίδικο λογαριασμό αλλά αυτό επέβη άκαρπο. Κατά την αντεξέτασή του ο 2ος κατηγορούμενος σε ερώτηση που του υποβλήθηκε κατά πόσο έστειλε οποιαδήποτε επιστολή προς την τράπεζά του για να ανακαλέσει την πληρωμή των επίδικων επιταγών απάντησε αρνητικά και ισχυρίστηκε ότι έκανε τηλεφωνικώς τις προσπάθειές του κατόπιν υπόδειξης του δικηγόρου του. Μετά που ολοκληρώθηκε η ακρόαση η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις και οι δικηγόροι των διαδίκων ετοίμασαν γραπτό κείμενο με τις θέσεις και εισηγήσεις τους. Ο κ. Κυριακίδης εκ μέρους της παραπονούμενης εισηγήθηκε αφενός ότι αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων και αφετέρου ότι οι κατηγορούμενοι δεν κατόρθωσαν να αποδείξουν την υπεράσπιση της ύπαρξης εύλογης αιτίας για την ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών και λόγω των πιο πάνω κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει τους κατηγορούμενους ένοχους στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Ο κ. Χατζησέργης από την άλλη εισηγήθηκε ότι αποδείχθηκε από τους κατηγορούμενους η υπεράσπιση ότι για εύλογη αιτία προχώρησαν στην ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών. Εισηγήθηκε επίσης ότι στην παρούσα υπόθεση υπήρξε υπερβολική καθυστέρηση στην καταχώρηση του κατηγορητηρίου με αποτέλεσμα αυτή να συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Έχω μελετήσει τις θέσεις και εισηγήσεις των δικηγόρων των διαδίκων, τις έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου κρίνω ότι είναι αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246) «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Όπως ήδη αναφέρθηκε η 1η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε τη μη εξόφληση των επίδικων επιταγών κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305Α
(2)όπως αναφέρθηκαν στις υποθέσεις Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29, TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου, Ποινική Έφεση Αρ. 96/2014, ημερομηνίας 15.4.2016 και Δαμιανού ν. Κανάρη, Ποινική Έφεση Αρ. 6/2018, ημερομηνίας 31.10.2018 είναι τα ακόλουθα: (α) η έκδοση της επιταγής και (β) η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Στην υπόθεση Philippa Estates Ltd v. Ρούσου (πιο πάνω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με το άρθρο 305Α
(2)του νόμου, η πράξη με την οποία προκαλείται η μη εξόφληση επιταγής αφορά σε επιταγή που εκδόθηκε «προ ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα». Ο χρόνος τέλεσης της ποινικά επιλήψιμης πράξης δεν συναρτάται με την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. Ο χρόνος κατά τον οποίο προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη η μη εξόφληση της επιταγής μπορεί να είναι προγενέστερος ή μεταγενέστερος της ημερομηνίας πληρωμής της επιταγής. Καθώς είναι αυτονόητο ο χρόνος τέλεσης της πράξης αποκτά σημασία μόνο σε περίπτωση που η επιταγή δεν έχει ακόμα εξοφληθεί. Το άρθρο 305Α
(2)αρχικά προοριζόταν να καλύψει και τη μεταχρονολογημένη επιταγή και γι' αυτό ακριβώς το λόγο, υιοθετήθηκε από το νομοθέτη η συγκεκριμένη λεκτική διατύπωση. Ακολούθησε η τροποποίηση του άρθρου 4 του Ποινικού Κώδικα με το νόμο 164
(1)/03 που τέθηκε σε ισχύ στις 24.10.2003 με την οποία προστέθηκε (στο άρθρο 4) ο ορισμός της «επιταγής» ο οποίος, για τους σκοπούς του άρθρου 305Α σημαίνει: «Γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή.» Στην Eurofreight Logistics Ltd v. Χριστάκη Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29 το Εφετείο, σχολιάζει την πιο πάνω τροποποιητική διάταξη ως εξής: «Είναι προφανές ότι πρόκειται για νόμο με τον οποίο εισήχθη στον Ποινικό Κώδικα, κατά τον ορθόδοξο τρόπο, ο ορισμός της «επιταγής». Καλύπτει σε όλες τώρα τις περιπτώσεις και τις μεταχρονολογημένες επιταγές. Το κατά πόσο αυτός ο ορισμός συνάδει ή όχι με την ως τότε νομολογιακή αντίληψη περί της έννοιας της επιταγής δεν έχει σημασία. Απόκειται στο νομοθέτη, οποτεδήποτε το θελήσει, να ορίσει και να μεταβάλει για το μέλλον το αντικείμενο της ποινικής απαγόρευσης.» Ο νόμος δεν θα ήταν λογικός και δεν θα εξυπηρετούσε το σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε αν ο εκδότης επιταγής απαλλασσόταν, χωρίς άλλο, της ποινικής ευθύνης σε περίπτωση που αυτός, με οποιαδήποτε πράξη του, τελούμενη μετά την ημερομηνία κατά την οποία η επιταγή κατέστη πληρωτέα, προκαλούσε τη μη εξόφλησή της». Εφόσον αποδειχθούν τα ως άνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος τότε το βάρος μετατίθεται στον κατηγορούμενο να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας για την ανάκληση της επιταγής (TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου και Δαμιανού ν. Κανάρη (πιο πάνω) και Χατζηαργυρού ν. Pamborides LLC, Ποινική Έφεση Αρ. 300/2018, ημερομηνίας 17.4.2019). Αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο το ότι η ανάκληση της επιταγής έγινε στη βάση «εύλογης αιτίας» (G.P. Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομία
(1997)2 Α.Α.Δ. 182 και N.C. Diamonds Co. Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763). Το τι συνιστά σε αυτό το πλαίσιο «εύλογη αιτία» ερμηνεύθηκε στην υπόθεση N.C. Diamonds Co. Ltd (ανωτέρω) στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην υπόθεση Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374, όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης. Έγινε συναφώς αναφορά στην αγγλική νομολογία σύμφωνα με την οποία η καλή πίστη (bona fide) συναρτάται με την έννοια της δίκαιης αιτίας και η έννοιά της θεωρείται ταυτόσημη με τη λέξη ειλικρινής (honestly). Ακολουθώντας αυτή την ερμηνευτική προσέγγιση το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστηρίου αναφορικά με την υπό συζήτηση υπεράσπιση ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος θα πρέπει να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και ότι επιπρόσθετα αυτό ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογο (αντικειμενικό κριτήριο) ήταν ορθή. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε εξάλλου ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει η επιφύλαξη του εδαφίου
(2)και δεν επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια για επίκληση της υπεράσπισης την οποία η εν λόγω επιφύλαξη προσφέρει. Στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v. Χρήστου, Ποινική Έφεση αρ. 18/2012, ημερ. 16.4.2014 έγινε επίσης αναφορά στο τι συνιστά «εύλογη αιτία»: «Εύλογη αιτία, με την έννοια της οποίας επίσης λανθασμένα δεν ασχολήθηκε το Δικαστήριο, αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 και R. v. Hall 7 Q.B.D. 575». Το βάρος απόδειξης της «εύλογης αιτίας» από τον κατηγορούμενο ως αναφέρθηκε και πιο πάνω είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Στην υπόθεση (TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου (πιο πάνω), λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με την απόδειξη της «εύλογης αιτίας»: «Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο εκδότης της επιταγής κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησής της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά ή περί την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή ο εκδότης της παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα τον λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύθηκε (βλ. Diamonds Co Ltd v. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ. 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής». (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Αναφορικά με το αδίκημα της συνδρομής το οποίο αντιμετωπίζει ο 2ος κατηγορούμενος αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή ότι ποινική ευθύνη διευθυντή νομικού προσώπου μπορεί να προκύψει μέσω του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Νίκος Ιωάννου ν. Nanaimo Ltd κ.ά.
(2005)2 Α.Α.Δ. 555, Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Χρ. Ορφανίδης, Ποινική Έφεση Αρ. 102/2014, ημερομηνίας 23.10.2015 και Terezian v. Θεοδώρου, Ποινική Έφεση Αρ. 198/2015, ημερομηνίας 2.12.2016. Επί του προκειμένου τονίζεται ότι η ιδιότητα του διευθυντή δεν επαρκεί από μόνη της για την καταδίκη του φερόμενου ως συνέργου (Ευρυβιάδης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 600). Είναι αναγκαίο να προσκομίζεται μαρτυρία με την οποία να στοιχειοθετείται η συνδρομή ή η συμμετοχή του ή συμπεριφορά του διευθυντή που θα ήταν δυνατό να θεμελιώσει καταδίκη του δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Η συνέργεια κατά το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα δεν είναι στατική. Καλύπτει όλο το χρονικό διάστημα της παροχής συνδρομής στη διάπραξη του αδικήματος ή της παράλειψης εκείνης που συνεισφέρει στη δημιουργία και τέλεση του ποινικού αδικήματος από την αρχή της παροχής της συνδρομής μέχρι και την τυχόν αναίρεση της συνδρομής αυτής (VRONDIS BUILDERS LTD v. Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ, Ποινικές Εφέσεις 297/2014 και 298/2014, ημερομηνίας 17.6.2016). Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στην μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Στην παρούσα υπόθεση δεν αμφισβητήθηκε η έκδοση των επίδικων επιταγών από τραπεζικό λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης ούτε ότι ο 2ος κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο το οποίο έδωσε οδηγίες προς τη Σ.Π.Ε. Καϊμακλίου να μην τις πληρώσει. Ομοίως δεν αμφισβητήθηκε ούτε ότι οι εν λόγω επιταγές όταν παρουσιάστηκαν για πληρωμή δεν τιμήθηκαν και σφραγίστηκαν με τη σχετική σφραγίδα που δεικνύει πως δόθηκαν οδηγίες για τη μη πληρωμή τους. Τα πιο πάνω όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 αλλά προκύπτουν επίσης και από τη γραπτή δήλωση του 2ου κατηγορούμενου ο οποίος ρητά τα παραδέχεται στις παραγράφους 5 και 10 της γραπτής του δήλωσης. Συνεπώς λόγω της απόδειξης των συστατικών στοιχείων του επίδικου αδικήματος κρίνω πως στη συνέχεια χρήζει απόφανσης το κατά πόσο έχει αποδειχθεί, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι υπήρχε «εύλογη αιτία» για την ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών. Η επίκληση της υπεράσπισης της ανάκλησης της πληρωμής μιας επιταγής για «εύλογη αιτία» προϋποθέτει όπως ο εκδότης της πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή παρουσιάζεται για πληρωμή να έχει παραθέσει γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου αυτή εκδόθηκε τον λόγο της ανάκλησής της (TTOZIOS MANAGEMENT LTD κ.ά. ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ (πιο πάνω). Το κατά πόσο ένας κατηγορούμενος είχε εύλογη αιτία να ανακαλέσει μια επιταγή εξετάζεται αποκλειστικά στη βάση του ευλόγου ή μη του λόγου που επικαλέστηκε στις γραπτές εντολές που παρέθεσε στο πιστωτικό ίδρυμα για τη μη πληρωμή της επιταγής. Αποτυχία απόδειξης τούτου εκθεμελιώνει την οποιαδήποτε δυνατότητα επίκλησης της υπεράσπισης της ύπαρξης «εύλογης αιτίας» σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου 2 του Άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα. Στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι όχι μόνο δεν παρουσίασαν τις εν λόγω γραπτές εντολές για τη μη πληρωμή των επίδικων επιταγών αλλά από την αντεξέταση του 2ου κατηγορούμενου προέκυψε ότι τέτοιες γραπτές οδηγίες ουδέποτε δόθηκαν. Όπως ειδικότερα ισχυρίστηκε περιορίστηκε μόνο στο να κάνει τηλεφωνικώς τις προσπάθειές του. Συνεπώς λόγω μη παρουσίασης οποιοδήποτε γραπτών οδηγιών για τη μη πληρωμή των επίδικων επιταγών είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο να θεωρηθεί πως οι κατηγορούμενοι απέσεισαν το βάρος απόδειξης της εν λόγω υπεράσπισης. Κρίνω επομένως ότι η «εύλογη αιτία» την οποία η πλευρά των κατηγορούμενων είχε το δικονομικό βάρος στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων να αποδείξει δεν έχει αποδειχθεί αφού για να μπορέσει να θεμελιωθεί η εν λόγω υπεράσπιση είναι αναγκαία η παρουσίαση στο Δικαστήριο των εν λόγω γραπτών οδηγιών (TTOZIOS MANAGEMENT LTD κ.ά. ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ (πιο πάνω). Κρίνω επίσης ότι η παραδοχή του 2ου κατηγορούμενου ότι εκείνος έδωσε τις οδηγίες για την ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών επαρκεί για να κριθεί ότι αποδείχθηκε η εκ μέρους του συνδρομή προς την 1η κατηγορούμενη, κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 20 του Κεφ. 154, στη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι η «εύλογη αιτία» την οποία η πλευρά των κατηγορουμένων είχε το δικονομικό βάρος στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων να αποδείξει δεν έχει αποδειχθεί. Παρά την ως άνω κρίση μου κρίνω περαιτέρω ότι η παρούσα υπόθεση δεν ολοκληρώνεται εδώ αφού πρέπει να εξεταστεί και η εισήγηση του κ. Χατζησέργη ότι υπήρξε κατάχρηση της διαδικασίας λόγω αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην καταχώρησή της. Το άρθρο 30.2 του Συντάγματος που είναι παρόμοιο με το άρθρο 6.1 της Ε.Σ.Δ.Α. προνοεί τα ακόλουθα: «Έκαστος, κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ' αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρεάστου, δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξαρτήτου, αμερολήπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυομένου διά νόμου». Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Καψού
(2004)2 Α.Α.Δ. 127 λέχθηκε ότι: «Τόσο η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων όσο και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου θεωρεί το δικαίωμα για δίκη εντός ευλόγου χρόνου ως εξαιρετικής σημασίας για την ορθή, αποτελεσματική και αξιόπιστη απονομή της Δικαιοσύνης. Ευθύνη προς τούτο φέρει το κράτος που είναι υπεύθυνο για την καλή οργάνωση του δικαστικού συστήματος ούτως ώστε να επιτυγχάνεται η εκδίκαση τόσο των πολιτικών υποθέσεων και ιδιαίτερα των ποινικών υποθέσεων μέσα σε εύλογο χρόνο. (Βλέπε: König v. Germany
(1978)2 E.H.R.R. 170 και Sussman v. Germany [1998] 25 E.H.R.R. 64). Εξάλλου με το Άρθρο 35 του Κυπριακού Συντάγματος επιβάλλεται υποχρέωση σε κάθε μια από τις τρεις εξουσίες, τη νομοθετική, την εκτελεστική και τη δικαστική όπως διασφαλίζουν την αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων του μέρους ΙΙ «Περί των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ελευθεριών». Στην υπόθεση Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, ο Δικαστής Πικής ως ήταν τότε, μετέπειτα Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, συνοψίζοντας τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τον καθορισμό του μέτρου για το εύλογο του χρόνου στη σελ. 222 ανέφερε τα εξής: «Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υποστηρίζει, όπως υποδεικνύεται, ότι στον καθορισμό του μέτρου για το εύλογο του χρόνου για την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας, με αφετηρία την ημέρα σύλληψης του κατηγορουμένου, λαμβάνονται υπόψη τα περιστατικά και το περίπλοκο της υπόθεσης, η συμπεριφορά των ανακριτικών και δικαστικών Αρχών, καθώς και εκείνη του κατηγορουμένου. Οι ίδιες αρχές υποστηρίζονται και από την απόφαση της δικαστικής επιτροπής του αγγλικού Ανακτοβουλίου (P.C.) στην υπόθεση Bell v. DPP of Jamaica [1985] 2 All E.R. 585, στην οποία ερμηνεύθηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 20
(1)του Συντάγματος της Ιαμαϊκής που αντιστοιχούν σε μεγάλο βαθμό με εκείνες που κατοχυρώνονται από το άρθρο 30.2 του Κυπριακού Συντάγματος. Άξιες μνείας είναι επίσης οι παρατηρήσεις του Δικαστηρίου στην υπόθεση εκείνη ότι και σύμφωνα με τις αρχές του κοινού Δικαίου τα δικαστήρια έχουν συμφυή δικαιοδοσία να παρεμποδίσουν καθυστερήσεις στην εκδίκαση υποθέσεων που οδηγούν σε καταπιεστική (oppressive) μεταχείριση του κατηγορουμένου». Στην υπόθεση Procurator Fiscal v. Watson
(2002)4 All E.R. 1 (απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής του Ανακτοβουλίου) αναφέρθηκε ότι η προσέγγιση από το Δικαστήριο ενδεχόμενης παραβίασης του δικαιώματος για δίκη εντός εύλογου χρόνου θα πρέπει να αφορά τρεις παράγοντες και οι οποίοι θα πρέπει να εξετάζονται: (α) η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, (β) η συμπεριφορά του κατηγορουμένου και (γ) ο τρόπος χειρισμού της υπόθεσης υπό τις διοικητικές και δικαστικές αρχές. Στις ποινικές υποθέσεις ο καθορισμός του εύλογου χρόνου αρχίζει από την ημερομηνία της διατύπωσης της κατηγορίας μέχρι την ημερομηνία της τελικής εκδίκασης της, περιλαμβανομένης και της εξάντλησης της διαδικασίας της Εφέσεως (Eckle v. Federal Republic of Germany 5 E.H.R.D. 1). Στην υπόθεση Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294 καθορίστηκε ότι η παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος καθιστά τη διαδικασία άκυρη στην ολότητά της. Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κώστα Μέλιου Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται και στην πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση Pedersen and Baadgaard v. Denmark (Application No. 49017/99), 19.6.2003. Στην πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου των Λόρδων: Attorney-General's Reference (No.2/2001), δημοσιευμένη στους Times Law Report, 11.12.2003, αποφασίστηκε πως ποινική διαδικασία δυνατό να ανασταλεί γιατί υπήρξε παραβίαση της αρχής πως η εκδίκαση της υπόθεσης θα έπρεπε να περατωθεί σε εύλογο χρονικό διάστημα σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά τούτο μπορεί να γίνει μόνο εφόσον δεν θα ήταν πλέον δυνατή η διεξαγωγή δίκαιης δίκης, ή για κάποιο πειστικό λόγο θα ήταν άδικο να προχωρήσει η δίκη εναντίον του κατηγορουμένου. Να θυμίσουμε επίσης πως η διακοπή της δίκης δεν είναι η μόνη και αποκλειστική θεραπεία που παρέχει το Δικαστήριο, όταν αποφανθεί πως η δίκη δεν περατώθηκε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Ανάλογα με την περίπτωση, τέτοια διαπίστωση μπορεί να οδηγήσει και σε άλλου είδους θεραπεία π.χ. κατά την επιμέτρηση της ποινής σε ποινική δίκη στη μείωση της. Τέτοια θεραπεία, καθώς καταδεικνύει η νομολογία μας δόθηκε πολλές φορές». Στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με τις συνέπειες της παραβίασης του δικαιώματος ενός κατηγορουμένου να εκδικαστεί η υπόθεσή του εντός ευλόγου χρόνου: «Από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην οποία στηρίζεται η δική μας επί του θέματος νομολογία, προκύπτει ότι η συνέπεια της παραβίασης του συνταγματικού δικαιώματος ενός κατηγορουμένου για εκδίκαση της υπόθεσης του μέσα σε εύλογο χρόνο δεν είναι τόσο αυστηρή όπως διατυπώθηκε στην Ευσταθίου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω) και υποθέσεις που ακολούθησαν την ίδια γραμμή. Προκύπτει ότι το θέμα πρέπει να εξετάζεται ανάλογα με την έκταση της παραβίασης και κατά πόσο ο κατηγορούμενος επηρεάστηκε στην υπεράσπιση του. Εκεί δε που διαπιστώνεται τέτοια παραβίαση αυτή λαμβάνεται υπόψη σοβαρά ως μετριαστικός παράγοντας. Αυτό προκύπτει μεταξύ άλλων και από την υπόθεση Beck v. Norway, Application No. 26390/95, ημερ. 26/9/01 (Final) στην οποία ο κατηγορούμενος αντιμετώπισε κατηγορίες για σοβαρά αδικήματα απάτης, παράνομη έκδοση επιταγών εκ μέρους αναξιόχρεης εταιρείας και κατηγορίες σχετικά με Φ.Π.Α. (V.A.T.)». Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ηλία Ευσταθίου
(2009)2 Α.Α.Δ. 376, τονίστηκε ότι η αργοπορία στην εκδίκαση, από μόνη της δεν οδηγεί αναπόφευκτα στην απαλλαγή ενός κατηγορουμένου. Η διαπίστωση της ενδεχόμενης παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος ενός κατηγορουμένου για δίκη εντός ευλόγου χρόνου δεν εξετάζεται in abstracto αλλά συνυπολογίζονται και οι υπόλοιπες παράμετροι που τείνουν να οδηγήσουν σε αναζήτηση του ενδεδειγμένου συμπεράσματος αν η δίκη ήταν μη δίκαιη. Στην υπόθεση Μ & Π ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΟ ΑΓΙΟΣ ΜΑΜΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 104/2019, ημερομηνίας 3.7.2020, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το ζήτημα θα κριθεί με αναφορά αποκλειστικά στην ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος και στην ημερομηνία καταχώρησης του κατηγορητηρίου, όταν δεν έχει προσφερθεί καμιά ή καμιά αποδεχτή εξήγηση για την καθυστέρηση. .. Όταν ζήτημα κατάχρησης εξετάζεται με αναφορά στη καθυστέρηση στη καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης, το υπόβαθρο για την εξέταση του είναι η διάσταση χρόνου μεταξύ της ημερομηνίας διάπραξης του αδικήματος της κατηγορίας, όπως αποκαλύπτεται από τις λεπτομέρειες του αδικήματος και η ημερομηνία της καταχώρησης του κατηγορητηρίου. Υπεισέρχονται στη συνέχεια και άλλες παράμετροι, όπως, για παράδειγμα, ο χρόνος εξιχνίασης, κατά πόσο ο κατηγορούμενος απουσίαζε στο εξωτερικό ή στη περίπτωση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης τυχόν αντικειμενική αδυναμία του παραπονούμενου να προωθήσει τη δίωξη. Ότι το αδίκημα της κατηγορίας δεν έχει παραγραφεί δεν αποτρέπει το Δικαστήριο από του να εξετάσει ζήτημα κατάχρησης. Αντίθετα, είναι με δεδομένο ότι το αδίκημα δεν παραγράφηκε που αποκτά σημασία η διαπίστωση κατάχρησης. Όπως αναφέρεται στη DOMIKI: «Η μη παραγραφή δεν εξισούται με ελευθερία άσκησης δίωξης οπότε το κρίνει πρόσφορο ο παραπονούμενος.». Στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αφετηρία για την εξέταση του ζητήματος της κατάχρησης της διαδικασίας με αναφορά στην καταχώρησή της είναι η ημερομηνία 1.8.2011 όταν η δεύτερη χρονικά επίδικη επιταγή, αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα για πληρωμή, δεν τιμήθηκε. Η παρούσα υπόθεση η οποία εκδικάζεται συνοπτικά και καταχωρήθηκε από την παραπονούμενη χωρίς να έχουν ληφθεί προηγουμένως οποιεσδήποτε καταθέσεις ή να μεσολαβήσει οποιαδήποτε περαιτέρω διερεύνηση για εξιχνίασή της αφορά 4 κατηγορίες οι λεπτομέρειες των οποίων αποκαλύπτουν ότι δεν είναι πολύπλοκες. Δεν υπήρξε αντικειμενική αδυναμία της παραπονούμενης να προωθήσει τη δίωξη νωρίτερα αφού η 1η κατηγορούμενη είναι ενεργή εταιρεία η οποία εμπορεύεται στον τομέα των τροφίμων και ανά πάσα στιγμή μπορούσε να εντοπιστεί για να της επιδοθεί το κατηγορητήριο όταν θα καταχωρείτο. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι η παρούσα δεν μπορεί να ενταχθεί στην κατηγορία των πολύπλοκων υποθέσεων, αντιθέτως, πρόκειται για μια απλή υπόθεση στην οποία δεν υπήρχε κάτι το ιδιαίτερο ή πολύπλοκο από απόψεως επίδικων θεμάτων και μαρτυρίας και ενώπιόν μου και από τις 2 διάδικες πλευρές κατέθεσαν μόνο 2 μάρτυρες. Ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε πως δεν προχώρησε νωρίτερα στη λήψη νομικών μέτρων εναντίον των κατηγορούμενων επειδή αφενός ο 2ος κατηγορούμενος τον διαβεβαίωνε πως θα προχωρούσε στην πληρωμή των επίδικων επιταγών και αφετέρου η συνεργασία τους συνεχίστηκε μέχρι τον Μάρτη του
  1. Η κατάσταση λογαριασμού την οποία ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως τεκμήριο 3 αποκαλύπτει ότι η τελευταία χρονικά χρέωση της παραπονούμενης προς την 1η κατηγορούμενη έγινε στις 21.2.2012 και αφορούσε χρέωση τόκων. Αποκαλύπτει επίσης ότι οι υπόλοιπες 4 καταχωρήσεις που είναι και οι τελευταίες μεταξύ τους έγιναν στις 7.9.2012, 15.10.2012, 24.1.2013 και 22.3.2016 αφορούσαν μόνο πιστώσεις και πληρωμές προς την παραπονούμενη. Στις 24.1.2013 καταβλήθηκαν €5.000 και στις 22.3.2016 ακόμα €150,
  2. Κρίνω ότι τα πιο πάνω φανερώνουν μια μονομερή και ετεροβαρή κατάσταση πραγμάτων αντί μια ενεργό συνεργασία με πράξεις δούναι και λαβείν και από τους 2 συναλλασσόμενους η οποία δεν μπορεί να υποστηρίξει τον ως άνω ισχυρισμό του Μ.Κ.1 ότι η συνεργασία τους διήρκεσε μέχρι τον Μάρτη του
  3. Ως εκ τούτου κρίνω ότι ο εν λόγω ισχυρισμός του Μ.Κ.1 δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, δεν είναι πειστικός, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός και δεν αποτελεί ικανό λόγο για να δικαιολογήσει την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης μετά την πάροδο 6 ½ περίπου χρόνων από τη μη πληρωμή των ως άνω επιταγών. Η αδράνεια της παραπονούμενης για την περίοδο από την 1.8.2011 μέχρι τις 11.1.2018 ήταν χωρίς αμφιβολία αδικαιολόγητη και παραβιάζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα των κατηγορουμένων να διαγνωστεί η ποινική τους ευθύνη εντός ευλόγου χρόνου. Λόγω των πιο πάνω και σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες κρίνω ότι η παραπονούμενη καθυστέρησε υπερβολικά να καταχωρήσει την παρούσα υπόθεση χωρίς να δώσει προς τούτο οποιαδήποτε ικανοποιητική εξήγηση σε σημείο που η περαιτέρω προώθησή της να καθίσταται καταχρηστική. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη ενδεδειγμένη θεραπεία κατά την επί του θέματος ενάσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας είναι ο τερματισμός της δίκης (Μ & Π ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΟ ΑΓΙΟΣ ΜΑΜΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ (πιο πάνω)). Συνακόλουθα η δίκη τερματίζεται και οι κατηγορούμενοι απαλλάσσονται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Αναφορικά με το θέμα των εξόδων κρίνω ότι υπό τις ως άνω περιστάσεις είναι δίκαιο όπως κάθε πλευρά επιβαρυνθεί τα δικά της έξοδα. (Υπ.) ............ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.