THE FALCON CULTURAL ENTERPIRSES LIMITED ν. ΠΕΤΑΣΗ, Αρ. Υπόθεσης:826/2019, 26/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B10 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:826/2019 THE FALCON CULTURAL ENTERPIRSES LIMITED Παραπονούμενη ν. XXXXX ΠΕΤΑΣΗ Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 26 Ιανουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενη: κ. Καντούνας Κατηγορούμενη εμφανίζεται αυτοπροσώπως ΠΟΙΝΗ (Δοθείσα αυθημερόν, μετά από διάλειμμα) Η Κατηγορούμενη βρίσκεται ένοχη, κατόπιν δικής της παραδοχής, στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση, οι οποίες αφορούν την διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης δύο επιταγών χωρίς αντίκρισμα, κατά παράβαση των άρθρων 305 Α
(1)και
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως έχει τροποποιηθεί. Ως προκύπτει από τις λεπτομέρειες αδικήματος, η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει τις υπό κρίση κατηγορίες ως ο εκδότης δύο επιταγών της Τράπεζας Κύπρου με αριθμούς XXXXX07 και XXXXX09, ύψους €7.000 και €7.751 (αντίστοιχα), που εκδόθηκαν με δικαιούχο την Παραπονούμενη και ήταν πληρωτέες στις 15/07/2016 και 03/08/2016 (αντίστοιχα). Προκύπτει, επίσης, ότι όταν οι εν λόγω επιταγές παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου, μετά την ημερομηνία που ήταν πληρωτέες, δεν εξοφλήθηκαν, η μεν πρώτη επιταγή λόγω μη επαρκών υπολοίπων (1η κατηγορία) και παγοποίησης του λογαριασμού (2η κατηγορία) ενώ η δεύτερη λόγω ανάκλησης της πληρωμής της (3η κατηγορία) και παγοποίησης του λογαριασμού (4η κατηγορία), και, αμφότερες, παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο 15 ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως τους. Στο στάδιο της έκθεσης γεγονότων, ο συνήγορος της Παραπονούμενης, πέραν των πιο πάνω γεγονότων, ανέφερε πως, μέχρι σήμερα δεν έχει καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό έναντι του χρέους των επιταγών, σε σχέση με το οποίο αιτήθηκε την έκδοση διατάγματος είσπραξης. Το Δικαστήριο ζήτησε και έλαβε από την αρμόδια Υπηρεσία, Έκθεση (η Έκθεση) όπου αναφέρονται τα Κοινωνικοοικονομικά της δεδομένα. Σύμφωνα με αυτήν, η Κατηγορούμενη είναι σήμερα ηλικίας 56 ετών, διαζευγμένη και μητέρα δύο ενήλικων τέκνων, τα οποία απέκτησε από τον πρώτο της γάμο καθώς και ενός ανήλικου τέκνου (ηλικίας 17 ετών), το οποίο απέκτησε από τον δεύτερο της γάμο και το οποίο διαμένει σήμερα μαζί της σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα. Εργάζεται ως τραπεζική υπάλληλος με μηνιαίο μισθό €2.400, λαμβάνει μηνιαίο επίδομα μονογονιού ύψους €160 ενώ καταβάλλει κάθε μήνα €650 ως ενοίκιο και διατηρεί οφειλές σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ύψους €250.000 (όπως το ζήτημα αυτό διευκρινίστηκε από την Κατηγορούμενη σήμερα, στο στάδιο του μετριασμού), για κάποιες από τις οποίες καταβάλλει μηνιαία δόση αποπληρωμής ύψους €800. Στερείται οποιασδήποτε κινητής ή ακίνητης περιουσίας και αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας (διαβήτη, υπερλιπιδαιμία, θρομβοφιλία κ.α.) ενώ παρουσιάζει κατάθλιψη για την οποία αρνείται να λάβει φαρμακευτική αγωγή, όπως της συνέστησε ο ψυχίατρος της. Η Κατηγορούμενη, η οποία εμφανίζεται αυτοπροσώπως, υιοθέτησε κατά τον μετριασμό το περιεχόμενο της Έκθεσης σε σχέση με τις προσωπικές και οικογενειακές της περιστάσεις, αναφέροντας επίσης, για σκοπούς μετριασμού, ότι η έκδοση των επιταγών, τις οποίες παραδέχεται, ήταν ένα λάθος της και πρόθεση της είναι να συμμορφωθεί πλήρως με το χρέος που τις αφορά. Όσα αναφέρθηκαν από πλευράς Κατηγορουμένης καθώς και το περιεχόμενο της Έκθεσης έχουν μελετηθεί με την επιβαλλόμενη προσοχή, λαμβάνονται υπόψη και δεν χρειάζεται να γίνει οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά σε αυτά στο πλαίσιο της παρούσας απόφασης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα είναι σοβαρό. Αυτό διαφαίνεται τόσο από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται στο Νόμο (ποινή φυλάκισης μέχρι 3 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €10.000 ή και με τις αυτές δύο αυτές ποινές) όσο και από το ότι το εν λόγω αδίκημα πλήττει καίρια σημαντικό έννομο αγαθό, αυτό της ασφάλειας και της εμπιστοσύνης των συναλλαγών, η προστασία των οποίων είναι πρωταρχικής σημασίας για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς (βλ. Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Χρίστου Ορφανίδη κ.α., ECLI:CY:AD:2016:B120, Ποιν. Εφέσεις 102/2014 και 115/2014, ημ. 25/2/2016). Υποσκάπτει την εμπιστοσύνη που θα πρέπει να υπάρχει στις εμπορικές σχέσεις και ιδιαίτερα στις συναλλαγές με την έκδοση επιταγών, στο πλαίσιο των οποίων όσοι συναλλάσσονται με επιταγές θα πρέπει να έχουν την απαραίτητη εμπιστοσύνη ότι οι επιταγές, όταν θα καταστούν πληρωτέες και θα παρουσιαστούν, θα τιμηθούν (βλ. Γρηγορίου ν. Φλωρεντίνου Ποιν. Έφεση 34/2019 ημ. 8/7/2020, Κασάπη ν. Μενεξή, Ποιν. Έφεση 137/2020 ημ. 18/10/2021 και Νίκος Γλυκύς G.N.S. TelemaN Ltd v. Λαρτίδη, Ποιν. Έφεση 85/19 ημ. 11/11/2021). Περαιτέρω, το αδίκημα στο οποίο κρίθηκε ένοχη η Κατηγορούμενη βρίσκεται σε ανησυχητική έξαρση στη χώρα μας, κάτι που προκύπτει και από τις υποθέσεις που επιλαμβάνεται καθημερινά το Δικαστήριο, μεγάλο ποσοστό των οποίων αφορά τη διάπραξη αδικημάτων όπως αυτό της παρούσας υπόθεσης. Επομένως, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη πιο αυστηρών ποινών προς αποτροπή (βλ. Iulian Cotorceanu κ.α. v. Αστυνομίας Ποιν. Εφέσεις 84/20 και 87/20 ημ. 17/2/2021). Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνεται αναγκαίο όπως επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές για τη διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα (βλ. και την Ισιδώρου v. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ. 60). Η συνήθης ποινή για την διάπραξη αυτού του αδικήματος είναι αυτή της άμεσης φυλάκισης. Ωστόσο το σύνηθες δεν αποτελεί ταυτόχρονα και άκαμπτο κανόνα αφού κατά πάγια νομολογιακή αρχή κάθε περίπτωση αντιμετωπίζεται στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της (βλ. Θεοχάρους & Υιός Λτδ ανωτέρω). Γι' αυτό και το Δικαστήριο έχει πάντοτε την υποχρέωση για εξατομίκευση της ποινής που θα επιβάλει λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί για σκοπούς εξισορρόπησης της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη, όμως, η εξατομίκευση αυτή, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος και του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (Γενικός Εισαγγελέας v. Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85). Στο πλαίσιο προσδιορισμού και εξατομίκευσης της ποινής, λαμβάνω υπόψη μου ως επιβαρυντικούς παράγοντες τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία κρίθηκε ένοχη η Κατηγορούμενη, την έξαρση που παρατηρείται για χρόνια τώρα στη διάπραξή τους καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, υπό το φως της προαναφερθείσας νομολογίας. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου, ως επιβαρυντικό παράγοντα, το ύψος του ποσού της κάθε επιταγής και ότι μέχρι σήμερα δεν έχει πληρωθεί οποιοδήποτε ποσό, αν και δόθηκαν προς τούτο οι ευκαιρίες και ο χρόνος. Προς όφελος της Κατηγορούμενης λαμβάνω υπόψη μου την άμεση παραδοχή της στις κατηγορίες που κρίθηκε ένοχη καθώς και το ότι αυτή δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Λεωνίδα Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ.), εφόσον δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε ως προς προηγούμενες καταδίκες της (NIKIFOROS TECHNOLOGIES LTD v. Στυλιανού Γ. Χρήστου, Ποιν. Έφεση 18/2012, ημ. 24/6/2014). Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου, για σκοπούς μετριασμού, τις προσωπικές, οικονομικές και οικογενειακές περιστάσεις της Κατηγορούμενης, ως αυτές προκύπτουν από το περιεχόμενο της Έκθεσης, οι οποίες, ωστόσο, είναι ήσσονος σημασίας σε αδικήματα σοβαρά (όπως αυτά της υπό κρίση περίπτωσης), όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής, και δεν μπορούν να εξουδετερώσουν την σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, ούτε είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής (βλ. G v. Yiannacos Procopiou Mavrokefalos
(1966)2 CLR 93, The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer and Another
(1967)2 CLR 20, Tibor Domotov κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Χαραλαμπου Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου Ποιν. Έφεση 276/2015, ημ. 18/09/2017, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 2/19 ημ. 25/2/2021 και Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2021:B88, Ποιν. Εφέσεις 127/2019 και 130/2019 ημ. 10/03/2021). Τέλος, λαμβάνω υπόψη για μετριασμό της ποινής της Κατηγορούμενης την καθυστέρηση που υπήρξε από τη διάπραξη των αδικημάτων στα οποία κρίθηκε ένοχη, μέχρι σήμερα. Το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή για αδικήματα που διαπράχθηκαν εντός Αυγούστου 2016, δηλαδή πριν από σχεδόν 5 ½ χρόνια. Ωστόσο, ούτε ο παράγοντας αυτός είναι σε θέση να επηρεάσει το είδος της ποινής αλλά μόνο το ύψος της (βλ. ΣΠΕ Λακατάμιας - Δευτεράς Λτδ ν. Κυριάκου Ανδρέου ECLI:CY:AD:2016:B64, Ποιν. Έφεση 84/2015 ημ. 3/2/2016, Φλωρεντίνου (ανωτέρω), Μενεξή (ανωτέρω) και Λαρτίδη (ανωτέρω)). Ούτε μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα για τον καθορισμό του είδους της ποινής στην πρόθεση που, μόνο λεκτικά και όχι έμπρακτα, εκφράστηκε από πλευράς Κατηγορούμενης για συμμόρφωση της με τις κατηγορίες, δια της αποπληρωμής του χρέους των επιταγών. Όπως προκύπτει από την Φλωρεντίνου (ανωτέρω) και Μενεξή (ανωτέρω), σε αδικήματα όπως αυτό της παρούσας υπόθεσης, η έμπρακτη μεταμέλεια του κατηγορούμενου (η οποία αποτελεί παράμετρος που πολλές φορές επενεργεί ώστε να αποφευχθεί το έσχατο μέτρο τιμωρίας) αναφύεται μέσα από την αποζημίωση του παραπονούμενου, δικαιούχου της επιταγής, με την πλήρη εξόφληση του χρέους που αυτή αφορά και όχι η απλή διάθεση ή προσπάθεια προς εξόφληση. Στην προκείμενη περίπτωση, γεγονός παραμένει ότι, παρά το χρόνο που διέρρευσε από τότε που η Κατηγορούμενη παραδέχθηκε τις κατηγορίες (19/06/2019), ζητώντας επανειλημμένα χρόνο για συμμόρφωση, ουδέν ποσό καταβλήθηκε έναντι του χρέους των επιταγών, το οποίο δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητο και το οποίο εξακολουθεί να οφείλεται. Συνεκτιμώντας, λοιπόν, όλα τα πιο πάνω δεδομένα και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες ποινές, την συχνότητα διάπραξης τους και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής και από την άλλη όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη το ύψος του ποσού για το οποίο εκδόθηκε η κάθε επιταγή και το γεγονός ότι δεν έχει επέλθει η πλήρης αποζημίωση της Παραπονούμενης, παράμετρο καθοριστική στην επιλογή του είδους της ποινής για τέτοιου είδους αδικήματα (βλ. Φλωρεντίνου (ανωτέρω) και Μενεξή (ανωτέρω)), καταλήγω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στην Κατηγορούμενη είναι αναπόφευκτα αυτή της ποινής φυλάκισης. Οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω είναι ικανοί να μειώσουν μόνο το εύρος της ποινής, όχι όμως το είδος της. Η επιβολή οιασδήποτε άλλης μορφής ποινής στην Κατηγορούμενη θα οδηγούσε στην ακόμα μεγαλύτερη έξαρση των αδικημάτων αυτής της φύσης και θα έδιδε, περαιτέρω, λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες, καταστρατηγώντας κάθε έννοια και σημασία της αποτρεπτικότητας. Συνακόλουθα, και σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, επιβάλλεται στην Κατηγορούμενη ποινή φυλάκισης για περίοδο δύο
(2)μηνών στην 1η κατηγορία και ποινή φυλάκισης δύο
(2)μηνών στην 3η κατηγορία. Ωστόσο, δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή στις κατηγορίες 2 και 4 εφόσον αυτές στηρίζονται στις ίδιες επιταγές που αφορούν οι κατηγορίες 1 και 3, για τις οποίες ήδη επιβλήθηκε ποινή στην Κατηγορούμενη. Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν, εφόσον πρόκειται για αδικήματα ίδιας φύσεως που διαπράχθηκαν στο πλαίσιο ενιαίας συμπεριφοράς. Παρά το ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε σχετική εισήγηση από πλευράς Κατηγορούμενης, έχω εξετάσει κατά πόσο θα ήταν υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης ορθό και δίκαιο να ασκήσω τη διακριτική ευχέρεια που μου παρέχει ο περί Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (ως έχει τροποποιηθεί) και να αναστείλω την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης, υπό το φως και της σχετικής νομολογίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, L.C.A. DOMIKI LTD v. R.K.A. KIKKOS DEVELOPERS LTD κ.α., Ποιν. Έφεση 116/2011 ημ. 17/2/2015, Αστυνομία ν. Μιλτιάδους, Ποιν. Έφεση 277/2018, ημ. 10/5/2018, Διεθνές Κέντρο Ολιστικής Ιατρικής Βιόραμα Λτδ ν. Καρβέλλα κ.α. ECLI:CY:AD:2019:B82, Ποιν. Έφεση 288/18, 289/18 ημ. 12/3/2019, Φλωρεντίνου (ανωτέρω) Μενεξή (ανωτέρω) και Λαρτίδη (ανωτέρω)). Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών συνθηκών της Κατηγορούμενης κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Οι περιστάσεις της υπόθεσης αλλά και οι προσωπικές περιστάσεις της Κατηγορούμενης (περιλαμβανομένων των προβλημάτων υγείας που αναφέρονται στην Έκθεση ότι αντιμετωπίζει, σε σχέση με τα οποία, ειρήσθω εν παρόδω, δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό και για τα οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν διαπιστώνω, βάσει των όσων αναφέρονται στην Έκθεση, ότι είναι τέτοιας φύσης που να αποκλείουν την έκτιση ποινής φυλάκισης ούτε προκύπτει ότι οποιαδήποτε θεραπεία χρειαστεί είναι δύσκολο ή αδύνατο να προσφερθεί εντός των Κεντρικών Φυλακών[1]) όπως και όλοι οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες που προαναφέρθηκαν, έχουν επαρκώς ληφθεί υπόψη προς όφελος της κατά την επιμέτρηση της ποινής, σε βαθμό που αν αναστέλλονταν η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης, αυτή δεν θα αντικατόπτριζε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, ιδιαίτερα τη στιγμή που, παρά το χρόνο που διέρρευσε μέχρι σήμερα, δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό έναντι του χρέους των επιταγών. Περαιτέρω, σε περίπτωση αναστολής εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, αυτή δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής για τα αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως, τα οποία είναι πολύ σοβαρά δεδομένης και της έξαρσης στην οποία βρίσκονται, και θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα τόσο στην Κατηγορούμενη όσο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες τέτοιων αδικημάτων σε ότι αφορά τις συνέπειες διάπραξής τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σπύρου Σπύρου (ανωτέρω)). Συνεπώς, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στην Κατηγορούμενη είναι άμεση. Η έκτισή της να αρχίζει από σήμερα. Δεν θα προχωρήσω στην έκδοση διατάγματος αποζημίωσης, ικανοποιώντας το αίτημα του συνηγόρου της Παραπονούμενης, εφόσον το ύψους του ποσού της κάθε επιταγής που παραμένει εκφεύγει του πλαισίου που καθορίζεται στο άρθρο 24
(1)του Ν.14/1960. Δεδομένης της ποινής που επιβλήθηκε στην Κατηγορούμενη, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα μεταξύ των διαδίκων (Άρθρο 168 Κεφ. 155, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η αναθεωρημένη έκδοση του Criminal Procedure In Cyprus
(1975)Γ. Πική, σελ.366-367, και ΣΠΕ Λακατάμιας - Δευτεράς Λτδ ν. Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2016:B64, Ποιν. Έφεση 84/2015 ημ. 3/2/2016), κάτι που, άλλωστε, δεν έχει ζητηθεί στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. (Υπ) .................................. Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. την Halman v. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2019:B290, Ποιν. Εφεση 57/2019 ημ. 9/7/2019, στην οποία αναφέρθηκε ότι: «Εν κατακλείδι επιθυμούμε να τονίσουμε ότι οι Αρχές των φυλακών έχουν υποχρέωση να παρέχουν στον εφεσείοντα κάθε δυνατή ιατρική φροντίδα ούτως ώστε να διαφυλαχθεί η υγεία και το δικαίωμα του βεβαίως στη ζωή. Εάν ο εφεσείων έχει ιδιαίτερα ιατρικά προβλήματα, όπως φαίνεται να έχει, και όπως ο ίδιος υπέδειξε, οι Αρχές των φυλακών έχουν την υποχρέωση να λάβουν τα ενδεδειγμένα μέτρα για αντιμετώπιση τους.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο