ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ ν. ΦΙΛΙΠΠΟΥ, Αρ. Υπόθεσης:1246/2017, 13/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B2 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:1246/2017 XXXXX ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ Παραπονούμενος ν. XXXXX ΦΙΛΙΠΠΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 13 Ιανουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενο: κ. Μάμαντος Κατηγορούμενος εμφανίζεται αυτοπροσώπως ΠΟΙΝΗ (Δοθείσα αυθημερόν, μετά από διάλειμμα) Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, στην κατηγορία της διάπραξης του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως έχει τροποποιηθεί. Τα γεγονότα που οδήγησαν στην καταδικαστική απόφαση καταγράφονται εκτενώς στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 30/11/2021 και δεν χρειάζεται να επαναληφθούν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Ό,τι συνοπτικά μπορεί να λεχθεί είναι ότι ο Κατηγορούμενος εξέδωσε στις 13/03/2017 την επίδικη Επιταγή της Τράπεζας Κύπρου, ύψους €18.000, με δικαιούχο τον Παραπονούμενο, για την εξόφληση αντίστοιχου χρέους που ο Κατηγορούμενος όφειλε στον Παραπονούμενο με βάση χρήματα που ο τελευταίος είχε δανείσει στον Κατηγορούμενο στο παρελθόν, στο πλαίσιο προφορικών μεταξύ τους συμφωνιών. Η επίδικη Επιταγή ήταν πληρωτέα στις 13/03/2017 και όταν παρουσιάστηκε εκείνη την ημέρα για πληρωμή στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε (δηλαδή στην Τράπεζα Κύπρου) δεν τιμήθηκε λόγω του ότι ο λογαριασμός του Κατηγορούμενου ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσιάσεως της και δεν εξοφλήθηκε εντός 15 ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως της. Μετά την καταδίκη του Κατηγορούμενου, το Δικαστήριο ζήτησε και έλαβε από την αρμόδια Υπηρεσία, Έκθεση (η Έκθεση) όπου αναφέρονται τα Κοινωνικοοικονομικά του δεδομένα. Σύμφωνα με αυτήν, ο Κατηγορούμενος είναι σήμερα ηλικίας 52 ετών, από τον Νοέμβριο του 2020 βρίσκεται σε διάσταση με την σύζυγο του με την οποία απέκτησε ένα παιδί, το οποίο είναι σήμερα ηλικίας 13 ετών και το οποίο διαμένει με την εν διαστάσει σύζυγό του. Ο ίδιος διαμένει μόνος του σε μία ενοικιαζόμενη οικία, καταβάλλοντας μηνιαίως ενοίκιο ύψους €380,00, και από τον Ιούνιο του 2021 εργοδοτείται σε λογιστικό γραφείο, λαμβάνοντας μηνιαίως μισθό ύψους €1.068. Στερείται οποιασδήποτε κινητής περιουσίας, είναι δικαιούχος ½ μεριδίου ενός διαμερίσματος το οποίο είναι υποθηκευμένο και στο οποίο διαμένει η εν διαστάσει σύζυγός του μαζί με το παιδί τους, και διατηρεί χρέη σε πιστωτικά ιδρύματα ύψους €500.000, έναντι των οποίων καταβάλλει μηνιαία δόση ύψους €1.500, με βοήθεια που λαμβάνει από την μητέρα του. Αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και, συγκεκριμένα, αντιμετωπίζει καρδιολογικά προβλήματα για τα οποία λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Κατά την διαδικασία που προηγήθηκε νωρίτερα σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου για σκοπούς επιβολής ποινής, ο συνήγορος του Παραπονούμενου, ανέφερε πως μέχρι σήμερα ουδέν ποσό καταβλήθηκε έναντι του χρέους της επίδικης Επιταγής. Ο Κατηγορούμενος, ο οποίος εμφανίζεται αυτοπροσώπως, υιοθέτησε κατά τον μετριασμό το περιεχόμενο της Έκθεσης και ανέφερε επίσης, για σκοπούς μετριασμού, στο ότι είναι ηλικίας 51 ετών, είναι λευκού ποινικού μητρώου, ουδέποτε στο παρελθόν είχε οποιαδήποτε καταδίκη, ακόμη και για ήσσονος σημασίας αδικήματα, και από την ημερομηνία καταχώρισης της παρούσας υπόθεσης δεν έχει διαπράξει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Ανέφερε, επίσης, ότι ο Παραπονούμενος ουδεμία ζημιά υπέστη όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, προσθέτοντας ότι, παρόλο που ζήτησε αρκετές φορές από την πλευρά του Παραπονούμενου να εξευρεθεί ένας τρόπος αποπληρωμής του πραγματικά οφειλόμενου ποσού, αυτή επέλεξε να προωθήσει την παρούσα υπόθεση εναντίον του, εκτιμώντας ότι μπορεί να εισπράξει περισσότερα. Όσα αναφέρθηκαν από πλευράς Κατηγορούμενου καθώς και το περιεχόμενο της Έκθεσης έχουν μελετηθεί με την επιβαλλόμενη προσοχή, λαμβάνονται υπόψη και δεν χρειάζεται να γίνει οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά σε αυτά στο πλαίσιο της παρούσας απόφασης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα είναι σοβαρό. Αυτό διαφαίνεται τόσο από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται στο Νόμο (ποινή φυλάκισης μέχρι 3 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €10.000 ή και με τις αυτές δύο αυτές ποινές) όσο και από το ότι το εν λόγω αδίκημα πλήττει καίρια σημαντικό έννομο αγαθό, αυτό της ασφάλειας και της εμπιστοσύνης των συναλλαγών, η προστασία των οποίων είναι πρωταρχικής σημασίας για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς (βλ. Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Χρίστου Ορφανίδη κ.α., ECLI:CY:AD:2016:B120, Ποιν. Εφέσεις 102/2014 και 115/2014, ημ. 25/2/2016). Υποσκάπτει την εμπιστοσύνη που θα πρέπει να υπάρχει στις εμπορικές σχέσεις και ιδιαίτερα στις συναλλαγές με την έκδοση επιταγών, στο πλαίσιο των οποίων όσοι συναλλάσσονται με επιταγές θα πρέπει να έχουν την απαραίτητη εμπιστοσύνη ότι οι επιταγές, όταν θα καταστούν πληρωτέες και θα παρουσιαστούν, θα τιμηθούν (βλ. Γρηγορίου ν. Φλωρεντίνου Ποιν. Έφεση 34/2019 ημ. 8/7/2020, Κασάπη ν. Μενεξή, Ποιν. Έφεση 137/2020 ημ. 18/10/2021 και Νίκος Γλυκύς G.N.S. TelemaN Ltd v. Λαρτίδη, Ποιν. Έφεση 85/19 ημ. 11/11/2021). Περαιτέρω, το αδίκημα στο οποίο κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος βρίσκεται σε ανησυχητική έξαρση στη χώρα μας, κάτι που προκύπτει και από τις υποθέσεις που επιλαμβάνεται καθημερινά το Δικαστήριο, μεγάλο ποσοστό των οποίων αφορά τη διάπραξη αδικημάτων όπως αυτό της παρούσας υπόθεσης. Επομένως, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη πιο αυστηρών ποινών προς αποτροπή (βλ. Iulian Cotorceanu κ.α. v. Αστυνομίας Ποιν. Εφέσεις 84/20 και 87/20 ημ. 17/2/2021). Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνεται αναγκαίο όπως επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές για τη διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα (βλ. και την Ισιδώρου v. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ. 60). Η συνήθης ποινή για την διάπραξη αυτού του αδικήματος είναι αυτή της άμεσης φυλάκισης. Ωστόσο το σύνηθες δεν αποτελεί ταυτόχρονα και άκαμπτο κανόνα αφού κατά πάγια νομολογιακή αρχή κάθε περίπτωση αντιμετωπίζεται στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της. (βλ. Θεοχάρους & Υιός Λτδ ανωτέρω). Γι' αυτό και το Δικαστήριο έχει πάντοτε την υποχρέωση για εξατομίκευση της ποινής που θα επιβάλει λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί για σκοπούς εξισορρόπησης της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη, όμως, η εξατομίκευση αυτή, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος και του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (Γενικός Εισαγγελέας v. Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85). Στο πλαίσιο προσδιορισμού και εξατομίκευσης της ποινής, λαμβάνω υπόψη μου ως επιβαρυντικούς παράγοντες τη σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος, την έξαρση που παρατηρείται για χρόνια τώρα στη διάπραξή του καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, υπό το φως της προαναφερθείσας νομολογίας. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου, ως επιβαρυντικό παράγοντα, το ύψος του ποσού της Επιταγής και ότι μέχρι σήμερα δεν έχει πληρωθεί οποιοδήποτε ποσό αν και υπήρχε προς τούτο ευκαιρία ενόψει του χρονικού διαστήματος που διέρρευσε από την ημερομηνία της καταδικαστικής απόφασης. Προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου ότι αυτός δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Λεωνίδα Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ.) εφόσον δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε ως προς προηγούμενες καταδίκες του (NIKIFOROS TECHNOLOGIES LTD v. Στυλιανού Γ. Χρήστου, Ποιν. Έφεση 18/2012, ημ. 24/6/2014). Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου, για σκοπούς μετριασμού, τις προσωπικές, οικονομικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, ως αυτές προκύπτουν από το περιεχόμενο της Έκθεσης, οι οποίες, ωστόσο, είναι ήσσονος σημασίας σε αδικήματα σοβαρά (όπως αυτό της υπό κρίση περίπτωσης), όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής, και δεν μπορούν να εξουδετερώσουν την σοβαρότητα του αδικήματος που έχει διαπραχθεί και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, ούτε είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής (βλ. G v. Yiannacos Procopiou Mavrokefalos
(1966)2 CLR 93, The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer and Another
(1967)2 CLR 20, Tibor Domotov κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Χαραλαμπου Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου Ποιν. Έφεση 276/2015, ημ. 18/09/2017, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 2/19 ημ. 25/2/2021 και Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2021:B88, Ποιν. Εφέσεις 127/2019 και 130/2019 ημ. 10/03/2021). Τέλος, λαμβάνω υπόψη για μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου την καθυστέρηση που υπήρξε από τη διάπραξη του αδικήματος στο οποίο κρίθηκε ένοχος, μέχρι σήμερα. Το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή για αδίκημα που διαπράχθηκε εντός Μαρτίου 2017, δηλαδή πριν από σχεδόν τέσσερα χρόνια. Ωστόσο, ούτε ο παράγοντας αυτός είναι σε θέση να επηρεάσει το είδος της ποινής αλλά μόνο το ύψος της (βλ. ΣΠΕ Λακατάμιας - Δευτεράς Λτδ ν. Κυριάκου Ανδρέου ECLI:CY:AD:2016:B64, Ποιν. Έφεση 84/2015 ημ. 3/2/2016, Φλωρεντίνου (ανωτέρω), Μενεξή (ανωτέρω) και Λαρτίδη (ανωτέρω)). Δεν αποδέχομαι, όμως, ως μετριαστικούς παράγοντες, τα όσα άλλα αναφέρθηκαν από πλευράς Κατηγορούμενου κατά τον μετριασμό της ποινής του. Αφενός, ουδεμία βαρύτητα μπορεί να αποδοθεί στις προσπάθειες που ανέφερε ο Κατηγορούμενος ότι έκανε με την πλευρά του Παραπονούμενου για την αποπληρωμή της οφειλής του. Όπως προκύπτει από την Φλωρεντίνου (ανωτέρω) και Μενεξή (ανωτέρω), σε αδικήματα όπως αυτό της παρούσας υπόθεσης, η απλή διάθεση ή προσπάθεια προς εξόφληση του ποσού που αυτό αφορά δεν είναι παράμετρος που επενεργεί ώστε να αποφευχθεί το έσχατο μέτρο τιμωρίας. Στην προκείμενη περίπτωση, γεγονός παραμένει ότι, παρά το χρόνο που διέρρευσε από την ημερομηνία έκδοσης της καταδικαστικής απόφασης, ουδέν ποσό καταβλήθηκε έναντι του χρέους της Επιταγής, το οποίο εξακολουθεί να οφείλεται. Αφετέρου, ούτε η επιλογή του Παραπονούμενου να προωθήσει την παρούσα ποινική δίωξη, την οποία είχε, άλλωστε, δικαίωμα να ασκήσει (βλ. την Ttofinis v. Theocharides
(1983)2 C.L.R. 363, Δημοσθένους ν. Τύχωνος
(2013)2 Α.Α.Δ. 22 και Παναγιώτου ν. Ευαγγέλου
(2014)2 Α.Α.Δ. 846), είναι παράγοντας σχετικός που μπορεί να επηρεάσει είτε το ύψος είτε το είδος της ποινής που θα πρέπει να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, ιδιαιτέρως αφού η ενοχή του κρίθηκε στο πλαίσιο ακροαματικής διαδικασίας, με την έκδοση καταδικαστικής απόφασης, από την οποία δεν προκύπτουν οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα του Παραπονούμενου στην άσκηση της παρούσας ποινικής δίωξης. Συνεκτιμώντας, λοιπόν, όλα τα πιο πάνω δεδομένα και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες ποινές, την συχνότητα διάπραξης του και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής και από την άλλη όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη το ύψος του ποσού για το οποίο εκδόθηκε η επίδικη Επιταγή και το γεγονός ότι δεν έχει επέλθει η πλήρης αποζημίωση του Παραπονούμενου, παράμετρο καθοριστική στην επιλογή του είδους της ποινής για τέτοιου είδους αδικήματα (βλ. Φλωρεντίνου (ανωτέρω) και Μενεξή (ανωτέρω)), καταλήγω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο είναι αναπόφευκτα αυτή της ποινής φυλάκισης. Οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω σε σχέση με τον Κατηγορούμενο είναι ικανοί να μειώσουν μόνο το εύρος της ποινής, όχι όμως το είδος της. Η επιβολή οιασδήποτε άλλης μορφής ποινής στον Κατηγορούμενο θα οδηγούσε στην ακόμα μεγαλύτερη έξαρση των αδικημάτων αυτής της φύσης και θα έδιδε, περαιτέρω, λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες, καταστρατηγώντας κάθε έννοια και σημασία της αποτρεπτικότητας. Συνακόλουθα, και σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης για περίοδο τεσσάρων
(4)μηνών. Παρά το ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε σχετική εισήγηση από πλευράς Κατηγορούμενου, έχω εξετάσει κατά πόσο θα ήταν υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης ορθό και δίκαιο να ασκήσω τη διακριτική ευχέρεια που μου παρέχει ο περί Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (ως έχει τροποποιηθεί) και να αναστείλω την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης, υπό το φως και της σχετικής νομολογίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, L.C.A. DOMIKI LTD v. R.K.A. KIKKOS DEVELOPERS LTD κ.α., Ποιν. Έφεση 116/2011 ημ. 17/2/2015, Αστυνομία ν. Μιλτιάδους, Ποιν. Έφεση 277/2018, ημ. 10/5/2018, Διεθνές Κέντρο Ολιστικής Ιατρικής Βιόραμα Λτδ ν. Καρβέλλα κ.α. ECLI:CY:AD:2019:B82, Ποιν. Έφεση 288/18, 289/18 ημ. 12/3/2019, Φλωρεντίνου (ανωτέρω) Μενεξή (ανωτέρω) και Λαρτίδη (ανωτέρω)). Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών συνθηκών του Κατηγορούμενου κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Οι περιστάσεις της υπόθεσης αλλά και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου (περιλαμβανομένων των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει, σε σχέση με τα οποία, ειρήσθω εν παρόδω, δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό και για τα οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν διαπιστώνω, βάσει των όσων αναφέρονται στην Έκθεση, ότι είναι τέτοιας φύσης που να αποκλείουν την έκτιση ποινής φυλάκισης ούτε προκύπτει ότι οποιαδήποτε θεραπεία χρειαστεί είναι δύσκολο ή αδύνατο να προσφερθεί εντός των Κεντρικών Φυλακών[1]) όπως και όλοι οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες που προαναφέρθηκαν, έχουν επαρκώς ληφθεί υπόψη προς όφελος του κατά την επιμέτρηση της ποινής, σε βαθμό που αν αναστέλλονταν η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης, αυτή δεν θα αντικατόπτριζε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξε, ιδιαίτερα τη στιγμή που, παρά το χρόνο που διέρρευσε μέχρι σήμερα, δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό έναντι του χρέους της επίδικης Επιταγής. Περαιτέρω, σε περίπτωση αναστολής εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, αυτή δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής για το αδίκημα της εξεταζόμενης φύσεως, το οποίο είναι πολύ σοβαρό δεδομένης και της έξαρσης στην οποία βρίσκεται, και θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα τόσο στον Κατηγορούμενο όσο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες τέτοιων αδικημάτων σε ότι αφορά τις συνέπειες διάπραξής τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σπύρου Σπύρου (ανωτέρω)). Συνεπώς, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο είναι άμεση. Η έκτισή της να αρχίζει από σήμερα. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, αυτά επιδικάζονται υπέρ του Παραπονούμενου και εναντίον του Κατηγορούμενου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) .................................. Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. την Halman v. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2019:B290, Ποιν. Εφεση 57/2019 ημ. 9/7/2019, στην οποία αναφέρθηκε ότι: «Εν κατακλείδι επιθυμούμε να τονίσουμε ότι οι Αρχές των φυλακών έχουν υποχρέωση να παρέχουν στον εφεσείοντα κάθε δυνατή ιατρική φροντίδα ούτως ώστε να διαφυλαχθεί η υγεία και το δικαίωμα του βεβαίως στη ζωή. Εάν ο εφεσείων έχει ιδιαίτερα ιατρικά προβλήματα, όπως φαίνεται να έχει, και όπως ο ίδιος υπέδειξε, οι Αρχές των φυλακών έχουν την υποχρέωση να λάβουν τα ενδεδειγμένα μέτρα για αντιμετώπιση τους.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο