← Κύπρος

M. ANTONIADES FARM LIMITED ν. MALI FARM LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1054/2018, 31/1/2022

M. ANTONIADES FARM LIMITED ν. MALI FARM LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1054/2018, 31/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1054/2018 Μεταξύ: M. ANTONIADES FARM LIMITED, από το Μένοικο Παραπονούμενη -ν-

  1. MALI FARM LIMITED, Δένεια
  2. XXXXX Παναγιώτου, Δένεια Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 31.1.2022 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Ηλιοφώτου Για τους Κατηγορούμενους: κ. Γ. Αδαμίδης Κατηγορούμενος 2: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνονται 2 κατηγορίες. Η 1η κατηγορούμενη κατηγορείται για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατά παράβαση των άρθρων 20 και 305Α

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και ο 2ος κατηγορούμενος επί τω ότι τη συνέδραμε στο να διαπράξει το αδίκημα το οποίο της καταλογίζεται. Επίδικη είναι η επιταγή με αριθμό XXXXX03 ποσού €8.500 που φέρεται να εκδόθηκε επί της Τράπεζας Κύπρου και ήταν πληρωτέα στις 15.5.
  1. Οι κατηγορούμενοι δεν παραδέχθηκαν τις επίδικες κατηγορίες και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Η παραπονούμενη προς απόδειξη της υπόθεσής της κάλεσε 2 μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Αντωνιάδης ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι είναι ο διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας η οποία ασχολείται με την εκτροφή γουρουνιών. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η παραπονούμενη προμήθευε την 1η κατηγορούμενη με γουρούνια και ότι ο 2ος κατηγορούμενος είναι ο διευθυντής της. Ισχυρίστηκε ότι την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό XXXXX03 ημερομηνίας 15.5.2018, η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο 1, την έλαβε από τον 2ο κατηγορούμενο για να καλυφθούν με αυτή προηγούμενες επιταγές της 1ης κατηγορούμενης οι οποίες δεν είχαν τιμηθεί με αποτέλεσμα η εταιρεία να καταχωρηθεί στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών (Κ.Α.Π.). Ισχυρίστηκε επίσης ότι η εν λόγω επιταγή κατά τον χρόνο που του παραδόθηκε ήταν συμπληρωμένη όπως ήταν όταν κατατέθηκε στο Δικαστήριο. Όταν η εν λόγω επιταγή κατατέθηκε στην Τράπεζα για πληρωμή δεν τιμήθηκε επειδή ο λογαριασμός του εκδότη της είχε κλείσει και προσπάθησε τηλεφωνικώς να ενημερώσει τον 2ο κατηγορούμενο. Όταν κάποια ημέρα συναντήθηκαν στο Δικαστήριο αυτός του είπε να κάνει υπομονή και θα τα πληρώσει σιγά - σιγά. Κατά την πολύ σύντομη αντεξέτασή του ο Μ.Κ.1 σε ερώτηση που του τέθηκε αναφορικά με το πότε του δόθηκε η επίδικη επιταγή απάντησε «τη μέρα που γράφει, έχει τόσα χρόνια, πού ξέρω». Στην αμέσως επόμενη ερώτηση εάν του δόθηκε στις 15.5.2018 απάντησε «Τη μέρα που γράφει πάνω, πρέπει. Έδωκέ μου τη λευκή να τη γράψω εγώ πάνω; Τη συμπλήρωσε και την έδωσε, απλώς δεν θυμούμαι αλλά πρέπει». Σε άλλη ερώτηση πότε προμήθευσε την 1η κατηγορούμενη για τελευταία φορά με γουρούνια απάντησε «Πρέπει να το ελέγξουμε, δεν θυμούμαι, δεν ήταν το 18 αν επιμένετε σε αυτό .». Στην ερώτηση κατά πόσο όταν του έδωσε την επιταγή ήταν γραμμένη πάνω η ημερομηνία 15.5.2018 απάντησε « Ε πρέπει, ήταν να την γράψω εγώ;». Τέλος σε υποβολή ότι η εν λόγω επιταγή του δόθηκε το 2010 απάντησε πως όταν του δόθηκε την κατέθεσε στην τράπεζα. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Στυλιανού ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου. Ισχυρίστηκε ότι ο λογαριασμός με αριθμό XXXXX0680 έκλεισε το έτος 2010 και ότι η σφραγίδα που τέθηκε επί της επιταγής τεκμήριο 1 με ημερομηνία 16.5.2018 υποδηλώνει ότι αυτή επεστράφη απλήρωτη επειδή ο ως άνω λογαριασμός επί του οποίου εκδόθηκε είχε κλείσει. Κατά την επίσης πολύ σύντομη αντεξέτασή του ο Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε ότι ο λογαριασμός που διατηρούσε η 1η κατηγορούμενη στην Τράπεζα Κύπρου έκλεισε στις 9.6.
  2. Ισχυρίστηκε επίσης ότι σύμφωνα με τη διαδικασία την οποία τηρεί η τράπεζα όταν τερματιστεί ένας τραπεζικός λογαριασμός ζητείται από τον πελάτη να σταματήσει την έκδοση επιταγών και να της επιστρέψει το βιβλιάριο επιταγών που κατέχει. Ισχυρίστηκε τέλος ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο στην παρούσα περίπτωση η 1η κατηγορούμενη επέστρεψε στην τράπεζα το βιβλιάριο επιταγών που κατείχε. Στη συνέχεια, αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση, ο 2ος κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία από το εδώλιο του εξεταζόμενου μάρτυρα. Κατά την κυρίως εξέτασή του ο 2ος κατηγορούμενος κατέθεσε γραπτή του δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Σε αυτή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: η 1η κατηγορούμενη εξέδωσε και παρέδωσε στην παραπονούμενη την επίδικη επιταγή για να του επιστρέψει 3 άλλες επιταγές οι οποίες είχαν επιστραφεί απλήρωτες για να τις προσκομίσει στην Κεντρική Τράπεζα για να εξέλθει από το Κ.Α.Π. Ο ίδιος υπέγραψε και συμπλήρωσε την επίδικη επιταγή το έτος 2010 και την παρέδωσε στον διευθυντή της παραπονούμενης χωρίς όμως να γράψει την ημερομηνία πληρωμής της. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η 1η κατηγορούμενη δεν κατάφερε να εξοφλήσει την παραπονούμενη. Κατά το έτος 2010 παρέδωσε στην Τράπεζα Κύπρου το βιβλιάριο επιταγών και έκτοτε δεν υπέγραψε οποιαδήποτε άλλη επιταγή. Ισχυρίστηκε τέλος ότι από το 2010 δεν είχε οποιαδήποτε συναλλαγή με τον διευθυντή της παραπονούμενης και όσα εκείνος ισχυρίστηκε είναι ψευδή για να δικαιολογήσει τη μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. Κατά τη σύντομη αντεξέτασή του ο 2ος κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι εξέδωσε την επίδικη επιταγή το έτος 2010 χωρίς να γράψει σε αυτή την ημερομηνία 15.5.2018 που φαίνεται σε αυτή. Στη συνέχεια αρνήθηκε υποβολή που του τέθηκε ότι παρέδωσε την επίδικη επιταγή στην παραπονούμενη το έτος
  3. Στη συνέχεια ως Μ.Υ.1 παρουσιάστηκε η κα XXXXX Λάντα η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στο Τμήμα Χρηματοοικονομικών Αγορών και Υποδομών της Κεντρικής Τράπεζας. Ισχυρίστηκε ότι η 1η κατηγορούμενη καταχωρήθηκε στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών (Κ.Α.Π.) για υπόθεση ακάλυπτων επιταγών στις 11.7.
  4. Δεν γνώριζε τον λόγο για την καταχώρησή της στο Κ.Α.Π. ισχυρίστηκε όμως ότι κάποιος καταχωρείται στο εν λόγω αρχείο όταν εκδώσει ακάλυπτη ή ακάλυπτες επιταγές ποσού πέραν των €2.
  5. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η 1η κατηγορούμενη διαγράφηκε από το εν λόγω αρχείο στις 15.10.
  6. Η Μ.Υ.1 δεν αντεξετάστηκε. Στη συνέχεια η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Η κα Ηλιοφώτου έθεσε προφορικά τις θέσεις και εισηγήσεις της και ο κ. Αδαμίδης ετοίμασε γραπτό κείμενο με τις δικές του θέσεις και εισηγήσεις το οποίο παρέδωσε στο Δικαστήριο. Η κα Ηλιοφώτου για την παραπονούμενη εισηγήθηκε ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία από τους κατηγορούμενους που να αποδεικνύει ότι η επίδικη επιταγή δεν τους παραδόθηκε το 2018 ως αναγράφεται στο σώμα της και ως είναι και ο ισχυρισμός του Μ.Κ.
  7. Εισηγήθηκε επίσης ότι αποδείχθηκαν όλα τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος και κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει τους κατηγορούμενους ένοχους στις επίδικες κατηγορίες. Ο κ. Αδαμίδης από την άλλη εισηγήθηκε ότι η παραπονούμενη εταιρεία δεν απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η επίδικη επιταγή της παραδόθηκε το έτος
  8. Εισηγήθηκε ότι η εν λόγω επιταγή της παραδόθηκε το έτος 2010 και πως σε αυτή την περίπτωση η επίδικη υπόθεση καταχωρήθηκε καταχρηστικά λόγω της πολυετούς αδράνειας της παραπονούμενης να ενεργήσει νωρίτερα. Έχω υπόψη μου τις εισηγήσεις τους και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου είναι αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246 «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Στην παρούσα υπόθεση η 1η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, το οποίο έχει ως ακολούθως: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.
(2)..
(3). Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του». Έχοντας υπόψη μου το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154 κρίνω πως από αυτό συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τα ακόλουθα: α) η έκδοση της επιταγής, β) η παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε, γ) η παρουσίαση της επιταγής να έγινε κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή ήταν πληρωτέα, δ) η μη εξόφληση της επιταγής να οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή στο ότι ο λογαριασμός του εκδότη της ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της επιταγής για πληρωμή και ε) η επιταγή να παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίασή της. Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(3)συνάγεται επίσης ότι το πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε μια απλήρωτη επιταγή οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή και τα πιο πάνω αποτελούν μαχητό τεκμήριο για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Η στοιχειοθέτηση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής προϋποθέτει, κατά πρώτον, την έγκυρη και κανονική έκδοση της επιταγής (L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, ημερομηνίας 30.1.2015). Η εξέταση της παραμέτρου αυτής γίνεται με οδηγό τον νομοθετικό ορισμό της επιταγής. Στο ερμηνευτικό άρθρο 4 του Κεφ. 154, δίδεται ο εξής ορισμός της επιταγής: «Επιταγή σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή». Συνεπώς, προϋπόθεση εγκυρότητας μίας συναλλαγματικής και κατ' επέκταση μιας επιταγής, είναι η υπογραφή της από τον εκδότη της (Poly G. Knitwear Ltd v. Εφόρου Εταιρειών κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 96). Επειδή η επιταγή αποτελεί είδος συναλλαγματικής ο διά του άρθρου 4 του Κεφ. 154 νομοθετικός ορισμός της πρέπει να αντιμετωπίζεται ως συγκλίνων με τις σχετικές διατάξεις του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262 (L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.ά., (ανωτέρω). Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κεφ. 262 «έκδοση» σημαίνει την πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής, συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχος. Το άρθρο 3
(1)και
(2)του Κεφ. 262 διαλαμβάνει επίσης τα εξής: «3. Ορισμός συναλλαγματικής
(1)Συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφάνισει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή.
(2)Έγγραφο το οποίο δεν πληροί τους όρους αυτούς, ή το οποίο διατάζει όπως γίνει οποιαδήποτε πράξη επιπρόσθετα προς την πληρωμή χρημάτων, δεν αποτελεί συναλλαγματική ...
(4)Συναλλαγματική δεν είναι άκυρη λόγω του ότι αυτή- (α) δεν είναι χρονολογημένη, (β) δεν καθορίζει την αξία που δόθηκε, ή ότι έχει δοθεί οποιαδήποτε αξία για αυτή, (γ) δεν ορίζει τον τόπο στον οποίο εκδόθηκε ή τον τόπο όπου είναι πληρωτέα». Στο άρθρο 20 του Κεφ. 262 ορίζονται τα ακόλουθα: 20.-
(1)Όταν απλή υπογραφή σε λευκό χαρτοσημασμένο χαρτί παραδίδεται από αυτόν που υπέγραψε ούτως ώστε να δύναται να μετατραπεί σε συναλλαγματική, ισχύει ως εκ πρώτης όψεως εξουσία προς συμπλήρωση αυτής ως πλήρης συναλλαγματικής για οποιοδήποτε ποσό που καλύπτεται από το χαρτόσημο, αφού χρησιμοποιηθεί γι' αυτό η υπογραφή του εκδότη, ή του αποδέκτη ή οπισθογράφου και κατά τον ίδιο τρόπο, όταν συναλλαγματική είναι ελλιπής ως προς ουσιώδη λεπτομέρεια το πρόσωπο που κατέχει αυτή έχει εκ πρώτης όψεως εξουσία προς συμπλήρωση της παράλειψης κατά οποιοδήποτε τρόπο κρίνει κατάλληλο.
(2)Για να δύναται οποιοδήποτε τέτοιο έγγραφο, όταν συμπληρωθεί να καταστεί εκτελεστό κατά οποιουδήποτε προσώπου το οποίο έγινε μέρος αυτού πρίν από τη συμπλήρωση του, πρέπει να συμπληρωθεί εντός ευλόγου χρόνου, και αυστηρά σύμφωνα με τη δοθείσα εξουσία. Εύλογος χρόνος για το σκοπό αυτό είναι θέμα πραγματικό: Νοείται ότι αν μετά τη συμπλήρωση του οποιοδήποτε τέτοιο έγγραφο μεταβιβασθεί σε κάτοχο κατά τον προσήκοντα τρόπο είναι έγκυρο και αποτελεσματικό για όλους τους σκοπούς που το κατέχει, και δύναται να εκτελέσει τούτο ωσάν να είχε συμπληρωθεί εντός ευλόγου χρόνου και αυστηρά σύμφωνα με τη δοθείσα εξουσία». Με βάση το άρθρο 73 του Κεφ. 262 «Επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει». Σύμφωνα δε με το άρθρο 3
(4)του ιδίου Νόμου, η επιταγή, όπως και η συναλλαγματική, «δεν είναι άκυρη λόγω του ότι αυτή δεν είναι χρονολογημένη». Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factrory Ltd
(2003)2 A.A.Δ. 261, αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη αλλά η αστική ευθύνη βαρύνει την εταιρεία που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν όπως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα ως αυτουργοί δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αποδειχθεί πρώτον η ένοχη πράξη (actus reus) από τον συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση (β) σε αδίκημα και δεύτερον η ένοχη διάνοια (mens rea), η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για τον συνεργό είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτείται πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Στην υπόθεση Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης ν. GASTOP BOUTIQUE LTD κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 161/2014, ημερομηνίας 30.6.2017 λέχθηκε ότι: «είναι θεμελιωμένο ότι ένας διευθυντής ή διευθύνων σύμβουλος μιας εταιρείας, ο οποίος υπογράφει επιταγή (της εταιρείας) άνευ αντικρίσματος, κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε, μπορεί να έχει ποινική ευθύνη δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως συνεργός, εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις (Δέστε: Ajini και Άλλη ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ, 319)». Περαιτέρω, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Παυλόπουλος (ανωτέρω) και στην υπόθεση Militos Trading Limited v. Μαλέκκου,
(2012)2 Α.Α.Δ. 609, η συνέργεια σε σχέση με το αδίκημα του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα επιτελείται κατά τον χρόνο της υπογραφής της επιταγής. Θα πρέπει, βεβαίως, να προστεθεί ότι η ένοχη διάνοια κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί, στις κατάλληλες περιπτώσεις, με περιστατική μαρτυρία (Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73 και Παντελή ν. Κωνσταντίνου
(2001)2 Α.Α.Δ. 708). Στην υπόθεση Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Ορφανίδη, Ποινικές Εφέσεις αρ. 102/14 και 115/14, ημερομηνίας 22.10.2015, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε ζήτημα γνώσης και ένοχης διάνοιας του υπογράφοντος επιταγή μιας εταιρείας και ανέφερε ότι το στοιχείο της γνώσης ανάγεται συνήθως στην πνευματική λειτουργία των κατηγορούμενων και η κατηγορούσα αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη γνώση. Στην υπόθεση Θεοχάρους (ανωτέρω) ο ένας εφεσίβλητος ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και εκτελεστικός σύμβουλος της εταιρείας και η άλλη εφεσίβλητη ήταν σύζυγος του πρώτου και εξουσιοδοτημένη να υπογράφει επιταγές της εταιρείας. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι και οι δύο εφεσίβλητοι γνώριζαν ή «όφειλαν να γνωρίζουν» ότι ο λογαριασμός της εταιρείας είχε παγοποιηθεί από προηγουμένως και ότι για την πληρωμή των επιταγών που εξέδωσαν θα έπρεπε να υπάρχει διαθέσιμο υπόλοιπο, που δεν υπήρχε, και αυτό παρά το ότι κατά τον ίδιο χρόνο είχαν τιμηθεί άλλες επιταγές της εταιρείας. Στην υπόθεση Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης ν. GASTOP BOUTIQUE LTD κ.ά., (πιο πάνω) λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα ακόλουθα: «Συμφωνούμε με την απόφαση Θεοχάρους (ανωτέρω) και θεωρούμε ότι ο όρος «γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν», που χρησιμοποιήθηκε σε εκείνη την απόφαση, δημιουργεί την υποχρέωση επίδειξης εύλογης επιμέλειας εκ μέρους των υπογραφόντων επιταγές εταιρειών και καθήκον να μην επιδεικνύουν αδιαφορία ή απερισκεψία (recklessness) αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδίδεται, παραδίδεται και παρουσιάζεται προς πληρωμή μια επιταγή. Το γεγονός ότι ένας διοικητικός σύμβουλος εταιρείας με δικαίωμα υπογραφής επιταγών της εταιρείας δεν έχει ενεργό ανάμειξη στις καθημερινές εργασίες της εταιρείας δεν τον απαλλάσσει από το καθήκον επιμέλειας αναφορικά με το κατά πόσον οι επιταγές που εκδίδονται με δική του υπογραφή συμπληρωμένες ή εν λευκώ θα τιμηθούν, κατά την παρουσίαση τους, ή όχι. Συναφώς παρατηρούμε ότι προηγούμενη υπεράσπιση που υπήρχε στο άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με την οποίαν κάποιος δεν θεωρείτο ένοχος αν μπορούσε να αποδείξει ότι κατά το χρόνο που εξέδωσε την επιταγή είχε εύλογη αιτία να πιστεύει ότι κατά την εμφάνιση της θα υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για την εξόφληση της, καταργήθηκε, όπως παρατήρησε το Εφετείο και στην Παυλόπουλος (ανωτέρω). Επομένως ούτε η μή ανάμειξη της εφεσίβλητης 2 στις καθημερινές οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας αλλά ούτε και η υπόσχεση, γενική και αόριστη, του συζύγου της, ότι θα κατέθετε τα λεφτά που θα εισέπραττε από μια δικαστική υπόθεση του, στο λογαριασμό της εταιρείας από τον οποίο εκδόθηκε η επιταγή, θα μπορούσαν να αποτελέσουν υπεράσπιση για την εφεσίβλητη 2 στο αδίκημα του άρθρου 20 (γ) του Ποινικού Κώδικα σε συνάρτηση με το άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα». Στην υπόθεση Κασάπη ν. Μενεξή, Ποινική Έφεση Αρ. 137/2020, ημερομηνίας 20.7.2021 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αυτό που προκύπτει από την Θεοχάρους, όπως εξηγείται στην Ιωαννίδης, είναι ότι εκείνος που υπογράφει επιταγή εκ μέρους εκδότριας εταιρείας, έχει υποχρέωση να επιδείξει εύλογη επιμέλεια, και καθήκον να μην επιδείξει αδιαφορία ή απερισκεψία, ότι η επιταγή που υπογράφει θα τιμηθεί όταν παρουσιαστεί για πληρωμή. Και τις υποχρεώσεις αυτές έχει ανεξάρτητα του κατά πόσο έχει ή δεν έχει ανάμιξη στις εργασίες της εταιρείας. Δηλαδή, οι υποχρεώσεις αυτές δεν γεννώνται συνεπεία γνώσης του για την κατάσταση της εταιρείας, αλλά τις επωμίζεται ως επακόλουθο του γεγονότος και μόνο ότι υπόγραψε την επιταγή. Επομένως, δεν είναι αναγκαίο αυτός που υπογράφει επιταγή εκ μέρους της εκδότριας εταιρείας να είναι διευθυντής ή άλλος αξιωματούχος της για να έχει τις πιο πάνω υποχρεώσεις. Η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών, στοιχειοθετεί την απαραίτητη ένοχη διάνοια και την ποινική του ευθύνη». Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Έχοντας υπόψη μου την προσκομισθείσα μαρτυρία η οποία δεν αμφισβητήθηκε κρίνω ότι το μόνο το οποίο αμφισβητείται από τους κατηγορούμενους είναι ο χρόνος παράδοσης της επίδικης επιταγής. Αναφέρω επί τούτου ότι οι κατηγορούμενοι δεν αμφισβήτησαν πως η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε για πληρωμή στην Τράπεζα Κύπρου επί της οποίας εκδόθηκε και ότι δεν τιμήθηκε και σφραγίστηκε με την ένδειξη «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΕΚΛΕΙΣΕ - ACCOUNT CLOSED». Κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.2 δεν αμφισβητήθηκε κανένας από τους ως άνω ισχυρισμούς του. Περαιτέρω η υπογραφή της επίδικης επιταγής από τον 2ο κατηγορούμενο είναι παραδεκτή από αυτόν αφού σχετική παραδοχή υπάρχει στην παράγραφο 4 της γραπτής του δήλωσης. Παραδεκτό επίσης είναι και το γεγονός της μέχρι σήμερα μη εξόφλησης της επίδικης επιταγής αφού και αυτό αναφέρεται στην παράγραφο 5 της γραπτής του δήλωσης. Κρίνω ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.1 στερείται θετικότητας και παρουσιάζει λογικά κενά όσον αφορά το θέμα του πότε του παραδόθηκε η επίδικη επιταγή. Σχετικές προς τούτο είναι οι απαντήσεις που έδωσε κατά την αντεξέτασή του τις οποίες κρίνω ότι δεν είναι αναγκαίο να επαναλάβω. Πέραν των πιο πάνω δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ότι η επίδικη επιταγή του δόθηκε το 2018 και για τον επιπλέον λόγο ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν είναι πειστικός. Παρόλο που ισχυρίστηκε ότι η επίδικη επιταγή του δόθηκε προς αντικατάσταση άλλων επιταγών της 1ης κατηγορούμενης οι οποίες δεν είχαν τιμηθεί δεν παρουσίασε κατά τη δίκη τις εν λόγω επιταγές ούτε οποιαδήποτε άλλα αποδεικτικά στοιχεία όπως για παράδειγμα τα σχετικά τιμολόγια τα οποία ένας εμπορευόμενος είναι λογικά αναμενόμενο ότι διατηρεί για τους σκοπούς της επιχείρησής του και λόγω τούτης της παράλειψης το Δικαστήριο δεν δύναται να διαπιστώσει θετικά τον χρόνο που οι συναλλαγές μεταξύ των διαδίκων έλαβαν χώρα και συνακόλουθα ούτε και το πότε αυτή του παραδόθηκε. Λόγω των πιο πάνω δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ότι η επίδικη επιταγή του παραδόθηκε το έτος
  1. Ο Μ.Κ.2 μου έχει κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρας και κρίνω ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας ο οποίος δεν είχε κανένα λόγο να βοηθήσει οποιοδήποτε από τους διαδίκους με τη μαρτυρία του. Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή δεν επαρκεί όμως για να διαφωτίσει το θέμα του πότε η επίδικη επιταγή παραδόθηκε στον Μ.Κ.
  2. Ο 2ος κατηγορούμενος μου έχει κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η μαρτυρία του είχε λογική και συνοχή, δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή του και ως εκ τούτου αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ότι περί το έτος 2010 παρέδωσε την επίδικη επιταγή στον Μ.Κ.1 αφού ο εν λόγω ισχυρισμός του δεν αντικρούεται από αντίθετη αξιόπιστη μαρτυρία. Η μαρτυρία της Μ.Υ.1 παρέμεινε αναντίλεκτη και ως εκ τούτου την αποδέχομαι. Κρίνω όμως ότι δεν μπορεί να είναι επιβοηθητική αναφορικά με το πότε η επίδικη επιταγή παραδόθηκε στον Μ.Κ.
  3. Στην υπόθεση Χατζησπύρου ν. Συμιλλίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 139/2015, ημερομηνίας 22.4.2016, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η συμπλήρωση των κενών της εκεί επίδικης επιταγής και συγκεκριμένα η χρονολόγησή της 4 χρόνια μετά την έκδοσή της δεν έγινε εντός ευλόγου χρόνου ούτε με τη συγκατάθεση του εκδότη της με αποτέλεσμα αυτή να είχε πάψει να είναι εκτελεστή για τους σκοπούς του Κεφ. 262 και του άρθρου 305Α του Κεφ.
  4. Στην παρούσα υπόθεση, τα γεγονότα της οποίας κρίνω ότι ομοιάζουν με αυτά της ως άνω υπόθεσης, ο Μ.Κ.1 έλαβε την επίδικη επιταγή το έτος 2010 η οποία τότε δεν ήταν χρονολογημένη. Εκείνον τον χρόνο είχε εκ πρώτης όψεως εξουσία να συμπληρώσει σε αυτή την ημερομηνία, νοουμένου ότι θα έπραττε τούτο εντός ευλόγου χρόνου και μετά που θα εξασφάλιζε τη σχετική εξουσιοδότηση από την 1η κατηγορούμενη ή τους αξιωματούχους της. Στην παρούσα υπόθεση ο Μ.Κ.1 ουδέποτε ειδοποίησε τους κατηγορούμενους ότι συμπλήρωσε στην επίδικη επιταγή την ημερομηνία 15.5.
  5. Με δεδομένο ότι από το 2010 έως τις 15.5.2018 μεσολάβησαν τουλάχιστον 8 χρόνια, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση από την παραπονούμενη γιατί αδράνησε να χρονολογήσει την επίδικη επιταγή νωρίτερα, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις ο εν λόγω χρόνος είναι μεγάλος και συνακόλουθα ότι η εξουσία του Μ.Κ.1 να θέσει σε αυτήν την ημερομηνία 15.5.2018 δεν ασκήθηκε εντός ευλόγου χρόνου. Κρίνω επίσης ότι έπραξε τούτο χωρίς να λάβει προηγουμένως και την αναγκαία προς τούτο εξουσιοδότηση της 1ης κατηγορούμενης. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι η συμπλήρωση της ημερομηνίας 15.5.2018 στην επίδικη επιταγή από τον Μ.Κ.1 έγινε χωρίς να ληφθεί προηγουμένως η σχετική και συνάμα απαραίτητη εξουσιοδότηση της 1ης κατηγορούμενης. Αυτό ήταν αναγκαίο να είχε προηγηθεί λόγω του γεγονότος ότι η επίδικη επιταγή είχε ήδη απωλέσει τη νομική υπόστασή της ως επιταγή λόγω της μεσολάβησης 8 ετών από την ημέρα της παράδοσής της παύοντας πλέον να είναι εκτελεστή για σκοπούς του Κεφ. 262 και συνακόλουθα και του άρθρου 305 Α του Κεφ.
  6. Λόγω των πιο πάνω και μετά την υποκειμενική αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας κρίνω ότι δεν αποδείχθηκε πως η επίδικη ήταν επιταγή εν τη ως άνω εννοία του νόμου και πως υπό τις περιστάσεις οι κατηγορούμενοι πρέπει να αθωωθούν στην κατηγορία την οποία καθένας τους αντιμετωπίζει. Εν κατακλείδι η 1η κατηγορούμενη αθωώνεται στην 1η κατηγορία και ο 2ος κατηγορούμενος στην 2η κατηγορία. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.