← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Nikiforidis, Αρ. Υπόθεσης: 11672/2020, 21/1/2022

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Nikiforidis, Αρ. Υπόθεσης: 11672/2020, 21/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11672/2020 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. XXXXX Nikiforidis Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 21.01.2022 Για κατηγορούσα αρχή: κος Τσαγγαρίδης, για να ακούσει απόφαση η κα. Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: κα Προδρόμου Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει επτά κατηγορίες στις οποίες καταχώρησε μη παραδοχή, με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Οι κατηγορίες 1, 2, 3 και 4, αφορούν παράλειψη οδηγού μηχανοκίνητου οχήματος να συμμορφωθεί σε σήμα τροχαίας (άρθρο 58

(2)(δ) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84). Πιο συγκεκριμένα, οι πρώτες τρεις κατηγορίες αφορούν παράβαση ένδειξης κόκκινου φανού σε σηματοδότες για οχήματα και η τέταρτη κατηγορία, οδήγηση στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Η Κατηγορία 5 αφορά χρήση μηχανοκίνητου οχήματος, με διακριτικά σημεία ταυτότητας, των οποίων η διακρίβωση δεν ήταν ευχερής (άρθρο 16
(1)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84). Η Κατηγορία 6 αφορά παράλειψη συμμόρφωσης σε λογικό σήμα μέλους της Αστυνομίας, που καλούσε τον Κατηγορούμενο να σταματήσει το όχημα που οδηγούσε (άρθρο 28
(1)
(3)του περί Αστυνομίας Νόμου 73(Ι)/2004). Η Κατηγορία 7, αφορά αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση. (άρθρο 7 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84). Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, η συνήγορος του Κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα έπρεπε να διακόψει τη διαδικασία λόγω κατάχρησης της διαδικασίας και να απαλλάξει τον Κατηγορούμενο από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Στήριξε το αίτημα της στο γεγονός ότι, από τα ίδια γεγονότα η Κατηγορούσα Αρχή καταχώρησε δύο ξεχωριστές υποθέσεις εναντίον του Κατηγορουμένου, την παρούσα, και μια άλλη ενώπιον άλλου Δικαστηρίου, η οποία αφορούσε παραβίαση των διαταγμάτων που βρίσκονταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο σε ισχύ, με βάση τον περί Λοιμοκάθαρσης Νόμο (Κεφ. 260). Αφού άκουσα τις δύο πλευρές, και έλαβα υπόψη το τι είχε λεχθεί, τα γεγονότα που βρίσκονταν ενώπιον μου κατά το συγκεκριμένο στάδιο της διαδικασίας και τα εγειρόμενα θέματα, έκρινα ότι ήταν ορθότερο να προχωρήσει η διαδικασία της ακρόασης, και το θέμα που ηγέρθη προδικαστικά να εξεταστεί μεταγενέστερα. Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή, κάλεσε δύο Μάρτυρες Κατηγορίας, τον Αρχιαστυφύλακα XXXXX, XXXXX Αλεξάνδρου (στο εξής ΜΚ 1) και τον αστυφύλακα XXXXX, XXXXX Ορφανίδη (στο εξής ΜΚ 2). ΜΚ1 Ο ΜΚ 1, κατάθεσε ως Τεκμήριο 1 γραπτή κατάθεση που ετοίμασε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, την οποία αναγνώρισε ενώπιον του Δικαστηρίου και αφού υιοθέτησε το περιεχόμενό της, την ανέγνωσε καθιστώντας την μέρος της κυρίως εξέτασής του. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, ο ΜΚ 1 υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λευκωσίας και είναι τοποθετημένος στον Ουλαμό Πρόληψης Εγκλημάτων (ΟΠΕ). Στις 25/03/2020 και ώρα 19:00, βρισκόταν σε περιπολία μαζί με άλλο συνάδελφο του, με αστυνομικό όχημα που δεν έφερε διακριτικά. Κατά τις 20:10, βρίσκονταν στη Λεωφόρο Προδρόμου, με κατεύθυνση προς Λεωφόρο Γρίβα Διγενή, με πρόθεση να κινηθούν δεξιά. Μόλις πλησίασαν στη διασταύρωση, τους προσπέρασε από αριστερά με ευθεία κατεύθυνση ένα όχημα κατασκευής BMW, χρώματος ασημί και μοντέλο Ε
  1. Είχε προσέξει τις πινακίδες εγγραφής του οχήματος να είναι καλυμμένες με μαύρη κολλητική ταινία («τέλλα»). Αμέσως έθεσαν σε λειτουργία κινητό φάρο και ακολούθησαν τον οδηγό του εν λόγω οχήματος προβαίνοντας σε σήμα, καλώντας τον να σταματήσει μέσω σειρήνας. Μόλις ο οδηγός του εν λόγω οχήματος αντιλήφθηκε το σήμα τους, ανέπτυξε ταχύτητα. Πλησιάζοντας τη διασταύρωση των οδών Προδρόμου και Μετοχίου - ενώ στον φωτεινό σηματοδότη ήταν αναμμένο κόκκινο φως ως προς την πορεία του - ο εν λόγω οδηγός, πέρασε με μεγάλη ταχύτητα και κατευθύνθηκε δεξιά, αποκόπτοντας την πορεία άλλου οχήματος που ερχόταν από αριστερά, του οποίου ο οδηγός κατάφερε να σταματήσει και να αποφύγει τη σύγκρουση. Στη συνέχεια, κατευθύνθηκε προς τα φώτα τροχαίας που βρίσκονται στη συμβολή των οδών Μετοχίου - Λουκή Ακρίτα, όπου έστριψε αριστερά με κατεύθυνση τον Άγιο Δομέτιο. Συνέχισε την πορεία του, οδηγώντας επικίνδυνα και στις δύο λωρίδες του δρόμου φτάνοντας στη Λεωφόρο Δημοκρατίας. Στη διασταύρωση, έστριψε αριστερά προς Λεωφόρο Κυριάκου Μάτση, ενώ στον φωτεινό σηματοδότη ήταν αναμμένο κόκκινο φως. Στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς τον κυκλικό κόμβο Κολοκασίδη και συνέχισε στην οδό Ηρώων. Συνέχισε να οδηγεί επικίνδυνα, χρησιμοποιώντας και τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας, δηλαδή ζιγκ ζαγκ. Φτάνοντας στον κυκλικό κόμβο Ανθούπολης, εισήλθε στον κυκλικό κόμβο από δεξιά, δηλαδή αντίθετα με την κανονική κυκλοφορία του κόμβου, και στη συνέχεια πήρε την κατεύθυνση προς Παλαιχώρι, οδηγώντας στην αντίθετη κατεύθυνση. Στο συγκεκριμένο σημείο, ο δρόμος χωρίζεται με κτιστή νησίδα. Ο ΜΚ 1 μαζί με τον συνάδελφό του, ακολουθούσαν τον εν λόγω οδηγό συνεχώς από απόσταση ασφαλείας. Ο οδηγός συνέχισε να οδηγεί επικίνδυνα και με ιλιγγιώδη ταχύτητα μέχρι το Παλαιχώρι, φτάνοντας σε ταχύτητες πέραν των 130 ΧΑΩ. Σε κάποιο σημείο, μετά το γήπεδο του Παλαιχωρίου, σε αριστερή στροφή, ο εν λόγω οδηγός έχασε τον έλεγχο του οχήματός του, το οποίο αφού στριφογύρισε με το πίσω μέρος, προς τα δεξιά σύμφωνα με την πορεία του, ακινητοποιήθηκε στο δεξιό έρεισμα («παγκέτο») του δρόμου. Ο ΜΚ 1 πλησίασε τον εν λόγω οδηγό, υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα, τον ενημέρωσε για την ιδιότητά του ως αστυνομικός, τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπραξε και επέστησε την προσοχή του στον νόμο, όπου ο τελευταίος του απάντησε «έχεις δίκαιο». Ακολούθως, στις 20:45, τον συνέλαβε για όλα τα προαναφερόμενα αδικήματα. Αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψής του, ο οδηγός του απάντησε «καλά να μου κάνετε έκανα λάθος». Ο οδηγός του ως άνω οχήματος ήταν ο Κατηγορούμενος και οι αριθμοί του οχήματος ήταν XXXXX
  2. Ακολούθως την υπόθεση ανέλαβε ο Αστυφύλακας XXXXX XXXXX Ορφανίδης. Στη συνέχεια, κατά την κυρίως εξέτασή του ο μάρτυρας ανέφερε ότι η μαύρη κολλητική ταινία, ήταν κολλημένη στις μπροστά και πίσω πινακίδες εγγραφής, με τρόπο ώστε να μην φαίνονταν καθόλου οι αριθμοί εγγραφής του οχήματος. Στο όχημα της Αστυνομίας με το οποίο καταδίωξαν τον Κατηγορούμενο, υπήρχαν ενσωματωμένοι κρυφοί φάροι στις γρίλιες και σειρήνα της Αστυνομίας, τα οποία χρησιμοποίησαν για να προβούν σε σήμα στον Κατηγορούμενο για να σταματήσει. Ο Κατηγορούμενος μόλις τους αντιλήφθηκε ανέπτυξε ταχύτητα για να διαφύγει. Τέλος, αναγνώρισε ενώπιον του Δικαστηρίου τον Κατηγορούμενο ως τον οδηγό που ανέφερε νωρίτερα. Κατά την αντεξέταση, ο ΜΚ 1 ανέφερε ότι δεν γνώριζε κατά πόσον σε σχέση με τα πιο πάνω γεγονότα είχε καταχωρηθεί και άλλη υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου. Σ' αυτό το σημείο δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, ότι πράγματι είχε καταχωρηθεί και άλλη υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου, σε σχέση με τα πιο πάνω γεγονότα, στην οποία ο Κατηγορούμενος είχε καταδικαστεί μετά από παραδοχή του. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε για αδίκημα που αφορούσε παραβίαση διατάγματος που εκδόθηκε με βάση τον περί Λοιμοκάθαρσης Νόμο (ΚΕΦ.260), καθώς μετακινείτο αχρείαστα στη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή. ΜΚ2 Ο ΜΚ2 δήλωσε ότι ήταν ο ανακριτής της παρούσας υπόθεσης και κατάθεσε τα πιο κάτω Τεκμήρια: · Τεκμήριο 2, συνοπτική αναφορά εγκλήματος. · Τεκμήριο 3, έντυπο που εκτυπώθηκε από ηλεκτρονικό αρχείο της Αστυνομίας, όπου αναφέρονται τα στοιχεία του Κατηγορούμενου και οι άδειες οδηγού που κατέχει στην Κυπριακή Δημοκρατία. · Τεκμήριο 4, έντυπο που εκτυπώθηκε από ηλεκτρονικό αρχείο της Αστυνομίας, που περιλαμβάνει τα στοιχεία του ιδιοκτήτη του οχήματος, με αριθμούς εγγραφής KHC538, καθώς επίσης και άλλες λεπτομέρειες της εγγραφής του οχήματος. · Τεκμήριο 5, βεβαίωση πληροφόρησης και παραλαβής εγγράφου δικαιωμάτων υπόπτου/κατηγορούμενου. · Τεκμήριο 6, έντυπο ημερομηνίας 25/3/2020, με το οποίο ο Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς του Κατηγορούμενου και απάντησε «παραδέχομαι και απολογούμαι». · Τεκμήριο 7, γραπτή κατάθεση του ΜΚ2, την οποία αναγνώρισε ενώπιον του Δικαστηρίου και αφού την ανέγνωσε την κατέστησε μέρος της κυρίως εξέτασής του. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 7, όταν ο ΜΚ2 κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει, ο τελευταίος απάντησε «παραδέχομαι και απολογούμαι». Κατά την αντεξέταση, η συνήγορος Υπεράσπισης υπέβαλε στον μάρτυρα ότι δεν υπήρχε λόγος να καταχωρηθούν δύο ξεχωριστές υποθέσεις εναντίον του Κατηγορούμενου σε σχέση με τα αδικήματα που αντιμετώπιζε. Ο ΜΚ2 απάντησε ότι, τα αδικήματα που αφορούσαν τροχαία αδικήματα διαχωρίστηκαν από τα αδικήματα που αφορούσαν παραβίαση των διαταγμάτων που είχαν εκδοθεί με βάση τον Περί Λοιμοκάθαρσης Νόμο, καθώς για τα αδικήματα που προκύπταν με βάση τον περί Λοιμοκαθάρσεως νόμο προβλεπόταν έκδοση εξωδίκου. Γι' αυτό επέλεξαν να εκδώσουν εξώδικο, δίδοντας την ευκαιρία στον Κατηγορούμενο να ρυθμίσει εξωδίκως το συγκεκριμένο αδίκημα. Γραπτή Κατάθεση Κατηγορουμένου (Τεκμήριο 6) Αφού ολοκλήρωσε την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή, το Δικαστήριο βρήκε τον Κατηγορούμενο εκ πρώτης όψεως ένοχο και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, κλήθηκε σε απολογία και επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής, ως είχε δικαίωμα να πράξει, και το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξαγάγει οποιοδήποτε εύρημα ενοχής από την επιλογή του αυτή. Κατά το στάδιο της διερεύνησης της υπόθεσης όμως, ο Κατηγορούμενος έδωσε ανακριτική κατάθεση στην αστυνομία κατά την οποία, αφού κατηγορήθηκε για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει απάντησε «παραδέχομαι και απολογούμαι». Έχουμε δηλαδή, ομολογία από πλευράς Κατηγορουμένου αναφορικά με τα αδικήματα που αναφέρονται στο Τεκμήριο 6, η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί από την πλευρά της υπεράσπισης. Οι θέσεις των μερών Με την ολοκλήρωση της υπόθεσης ο κ. Τσαγγαρίδης εκ μέρους της Κατηγορούσας αρχής ανέφερε ότι με την μαρτυρία που προσφέρθηκε έχουν αποδειχτεί όλες οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος με την παρούσα υπόθεση. Ισχυρίστηκε περαιτέρω, ότι δεν υφίσταται θέμα κατάχρησης διαδικασίας από πλευράς των διωκτικών αρχών. Η συνήγορος του Κατηγορουμένου, εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απαλλάξει τον Κατηγορούμενο, καθώς υπήρξε από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής κατάχρηση της διαδικασίας. Υποστήριξε ότι, η Κατηγορούσα Αρχή, όφειλε να συμπεριλάβει όλα τα γεγονότα σε ένα κατηγορητήριο και όχι σε δύο, όπως έπραξε. Ισχυρίστηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή είχε στη διάθεση της όλη τη μαρτυρία πριν την καταχώρηση της παρούσας, αλλά και της άλλης υπόθεσης που αφορούσε παράβαση διατάγματος που εκδόθηκε με βάση το Κεφ. 260, και δεν υπήρχε λόγος κατακερματισμού της υπόθεσης και διπλής δίωξης του Κατηγορουμένου. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω και να ακούσω με προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Έχοντας διεξέλθει της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στη βάση του συνόλου της και όχι αποσπασματικά, θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της αντλώντας καθοδήγηση από τις αρχές που τίθενται από την σχετική νομολογία, λαμβάνοντας μεταξύ άλλων παραγόντων υπόψη μου, τη φυσικότητα, ευθύτητα, αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων, τυχόν ύπαρξη υπερβολών, ουσιωδών αντιφάσεων, προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν αλλά και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (βλ. μεταξύ άλλων, Στυλιανίδη v Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97, Αυξεντίου v. Δίγκλη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1 A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173 κ.α.) Ο ΜΚ1 μου άφησε θετική εντύπωση και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Απαντούσε με σαφήνεια, αμεσότητα και φυσικότητα, και έχοντας ακούσει τη μαρτυρία του στο σύνολό της, δεν έχω αμφιβολία ότι τα όσα ανέφερε είναι αληθή, ορθά και ανταποκρίνονται στα πραγματικά γεγονότα. Ο ΜΚ2 επίσης μου άφησε καλή εντύπωση και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Και αυτός ήταν σαφής και απαντούσε με τρόπο άμεσο και φυσικό. Χωρίς δισταγμό, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως αληθή και αντικατοπτρίζουσα τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Εξάλλου, δέον να σημειωθεί ότι η Υπεράσπιση, δεν αμφισβήτησε τη μαρτυρία των δύο μαρτύρων κατηγορίας, επί των ουσιαστικών γεγονότων της υπόθεσης. Η αντεξέταση της υπεράσπισης, επικεντρώθηκε στην προσπάθεια ανάδειξης των γεγονότων που συνιστούν την ισχυριζόμενη κατάχρηση διαδικασίας από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής. Ευρήματα Σύμφωνα με την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας που έχει προσφερθεί στο Δικαστήριο καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 25/03/2020 και ώρα 20:10, ο ΜΚ1 βρισκόταν σε περιπολία, στη Λεωφόρο Προδρόμου στη Λευκωσία, μαζί με άλλο συνάδελφο του, με αστυνομικό όχημα χωρίς διακριτικά,. Κινούνταν προς Λεωφόρο Γρίβα Διγενή, με σκοπό να στρίψουν δεξιά. Μόλις πλησίασαν στη διασταύρωση, τους προσπέρασε από αριστερά με ευθεία κατεύθυνση, ένα όχημα μάρκας BMW, χρώματος ασημί, μοντέλο Ε46, το οποίο είχε τις πινακίδες εγγραφής του οχήματος καλυμμένες με μαύρη κολλητική ταινία. Αμέσως οι δύο αστυφύλακες έθεσαν σε λειτουργία κινητό φάρο, και ακολούθησαν τον οδηγό του εν λόγω οχήματος προβαίνοντας σε σήμα, καλώντας τον να σταματήσει μέσω της σειρήνας. Μόλις ο οδηγός του εν λόγω οχήματος αντιλήφθηκε το σήμα, ανέπτυξε ταχύτητα. Πλησιάζοντας τη διασταύρωση των οδών Προδρόμου και Μετοχίου - ενώ στον φωτεινό σηματοδότη ήταν αναμμένο κόκκινο φως ως προς την πορεία του - ο Κατηγορούμενος πέρασε με μεγάλη ταχύτητα και κατευθύνθηκε δεξιά, αποκόπτοντας την πορεία οχήματος που ερχόταν από αριστερά. Στη συνέχεια, κατευθύνθηκε προς τα φώτα τροχαίας που βρίσκονται στη συμβολή των οδών Μετοχίου - Λουκή Ακρίτα, όπου έστριψε αριστερά με κατεύθυνση προς τον Άγιο Δομέτιο. Συνέχισε την πορεία του οδηγώντας επικίνδυνα και στις δύο λωρίδες του δρόμου φτάνοντας στη Λεωφόρο Δημοκρατίας. Στη διασταύρωση, έστριψε αριστερά προς Λεωφόρο Κυριάκου Μάτση, ενώ στον φωτεινό σηματοδότη ήταν αναμμένο κόκκινο φως. Στη συνέχεια, κατευθύνθηκε προς τον κυκλικό κόμβο Κολοκασίδη και συνέχισε στην οδό Ηρώων. Συνέχισε να οδηγεί επικίνδυνα, χρησιμοποιώντας και τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας, δηλαδή ζιγκ ζαγκ. Φτάνοντας στον κυκλικό κόμβο Ανθούπολης εισήλθε στον κόμβο από δεξιά, δηλαδή αντίθετα με την κανονική κυκλοφορία του κόμβου, και στη συνέχεια πήρε την κατεύθυνση προς Παλαιχώρι, οδηγώντας στην αντίθετη κατεύθυνση κυκλοφορίας. Στο σημείο, ο δρόμος χωρίζεται με κτιστή νησίδα. Ο Κατηγορούμενος, συνέχισε να οδηγεί επικίνδυνα και με ιλιγγιώδη ταχύτητα μέχρι το Παλαιχώρι, φτάνοντας σε ταχύτητες πέραν των 130 ΧΑΩ. Σε κάποιο σημείο, μετά το γήπεδο του Παλαιχωρίου, σε αριστερή στροφή, ο Κατηγορούμενος έχασε τον έλεγχο του οχήματός του, το οποίο αφού στριφογύρισε με το πίσω μέρος, προς τα δεξιά σύμφωνα με την πορεία του, ακινητοποιήθηκε στο δεξιό έρεισμα του δρόμου. Πέραν των ανωτέρω, αποτελεί παραδεκτό γεγονός είχε καταχωρηθεί και άλλο κατηγορητήριο εναντίον του Κατηγορούμενου, σε σχέση με τα πιο πάνω γεγονότα, στο οποίο ο Κατηγορούμενος είχε καταδικαστεί μετά από παραδοχή του. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε για αδίκημα που αφορούσε παραβίαση διατάγματος, που εκδόθηκε με βάση τον περί Λοιμοκάθαρσης Νόμο (ΚΕΦ.260), καθώς μετακινείτο αχρείαστα στη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή κατά τον ίδιο χρόνο που διαπράχθηκαν τα πιο πάνω αδικήματα. Νομική Πτυχή Αδικημάτων Στις ποινικές υποθέσεις αποτελεί πάγια αρχή ότι το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων της κάθε κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα αρχή και η ενοχή πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Woolmington v D.P.P. 25 Cr. App. R. 72, Charitonos and Others v. The Republic
(1971)2 CLR 40). Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη, αλλά και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας (Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110). Νομική Πτυχή αναφορικά με τις Κατηγορίες 1, 2, 3 και 4 Σύμφωνα με το άρθρο 58
(2)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 66/1984: «Κάθε πρόσωπο που οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος, έχει τα πιο κάτω καθήκοντα και υποχρεώσεις: ... (δ) να συμμορφώνεται προς όλα τα σήματα τροχαίας, συμπεριλαμβανομένων πινακίδων, που τοποθετούνται ή χαράσσονται πάνω ή κοντά σε οποιοδήποτε δρόμο με ή κατ' εντολή της Αστυνομίας ή αρχής τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλης αρχής, στην οποία έχει ανατεθεί δυνάμει οποιασδήποτε νομοθετικής διάταξης ο έλεγχος ή η ρύθμιση της τροχαίας κυκλοφορίας» Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 2 των πιο πάνω κανονισμών: «σήμα τροχαίας» ορίζεται ως «οιονδήποτε αντικείμενον ή μέσον (μονίμως τοποθετημένο ή κινητόν), ή οιονδήποτε σημείον, σήμανσιν, σύμβολον ή γραμμήν προς μετάδοσις εις την τροχαίαν κίνησιν εν γένει ή εις ορισμένην κατηγορίαν ταύτης, προειδοποιήσεων, πληροφοριών, κανόνων, περιορισμών ή απαγορεύσεων οιασδήποτε φύσεως, καθώς και οιονδήποτε σημείον, σήμανσιν, σύμβολον ή γραμμήν επί ή πλησίον οιασδήποτε οδού ή κεχαραγμένων επί του καταστρώματος οιασδήποτε οδού, προς μετάδοσιν τοιούτων προειδοποιήσεων, πληροφοριών, κανόνων, περιορισμών ή απαγορεύσεων.» Επιπρόσθετα, το άρθρο 71 των Κανονισμών διαλαμβάνει τα εξής: «Ως σήματα τροχαίας καθορίζονται τα σήματα τα οποία εκτίθενται εις τον Οδικόν Κώδικα τον εκδιδόμενον από καιρού εις καιρόν υπό του Εφόρου και δημοσιευμένου κατά τοιούτον τρόπον ως ο Έφορος ήθελε ορίσει, τα σήματα τα οποία ορίζονται υπό δημοτικού συμβουλίου ή υφ' οιασδήποτε άλλης αρχής εμπεπιστευμένης τον έλεγχον και την ρύθμισιν της τροχαίας, και τα σήματα τα οποία ορίζονται δυνάμει οιουδήποτε νόμου ή κανονισμού ή οιασδήποτε διεθνούς Συμβάσεως εις την οποίαν προσεχώρησε και η Δημοκρατία.» Στον κώδικα οδικής κυκλοφορίας όπως δημοσιεύεται από τον Έφορο, οι φωτεινοί σηματοδότες τροχαίας περιλαμβάνονται στην ενότητα με τον τίτλο «Σήματα» όπου αναφέρεται ότι οι οδηγοί είναι υποχρεωμένοι να υπακούουν σε όλες τις ενδείξεις των φωτεινών σηματοδοτών τροχαίας. Επικουρικά, το άρθρο 72 της ΚΔΠ 66/1984, προνοούσε κατά την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος ότι ο παραβάτης οποιασδήποτε διάταξης των Κανονισμών, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους ή σε χρηματική ποινή μέχρι €1.708,00 ή και στις δύο αυτές ποινές. Περαιτέρω, στον Κανονισμό 66Β
(1)(α)(i) της ΚΔΠ 66/84 αναφέρεται ότι η ένδειξη του κόκκινου φανού σημαίνει απαγόρευση για κάθε όχημα που βρίσκεται στο δρόμο να προχωρήσει πέραν της γραμμής στάσης, της άσπρης δηλαδή γραμμής που είναι χαραγμένη εγκάρσια, ή πέραν του σημείου από το οποίο ο οδηγός μπορεί να βλέπει το φωτεινό σηματοδότη που βρίσκεται στην αριστερή πλευρά του σε περίπτωση που η γραμμή στάσης δεν είναι ευκρινώς ορατή ή δεν υπάρχει χαραγμένη στο δρόμο. Στη συνέχεια στον Κανονισμό 66Β
(2)αναφέρεται ότι παράβαση συμμόρφωσης με τις ενδείξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, συνιστά αδίκημα. Κατηγορία 5 Σύμφωνα με τον κανονισμό 16
(1)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 66/1984: «Τα διακριτικά σημεία ταυτότητος του μηχανοκίνητου οχήματος θέλουν τοποθετηθεί επ' αυτού, συμφώνως προς τους παρόντας Κανονισμούς, κατά τρόπον ώστε να είναι κατά πάντα χρόνον ευχερής η διακρίβωσης των.» Κατηγορία 6 Σχετικό με την Κατηγορία 6 είναι το άρθρο 28 του περί Αστυνομίας Νόμο του 2004 (73(I)/2004): 28.-
(1)Οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομίας- (α) δύναται να ανακόπτει, κατακρατά και ερευνά οποιοδήποτε πρόσωπο για το οποίο έχει εύλογη υποψία ότι ενέχεται στη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος, κατά παράβαση οποιουδήποτε νόμου και ιδιαίτερα όταν- (
  1. i)το βλέπει να προβαίνει σε οποιαδήποτε παράνομη πράξη ή ενέργεια ή (
  2. ii)εύλογα υποψιάζεται ότι αυτό προβαίνει ή προτίθεται να προβεί σε οποιαδήποτε παράνομη πράξη ή ενέργεια ή ότι έχει παράνομα στην κατοχή του οποιοδήποτε αντικείμενο ή (iii) το βλέπει να έχει παράνομα στην κατοχή του οποιοδήποτε αντικείμενο για το οποίο απαιτείται άδεια βάσει των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου την οποία και δύναται να απαιτήσει να του παρουσιάσει, ή (β) δύναται να ανακόπτει και ερευνά οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο για το οποίο έχει εύλογη υποψία ότι χρησιμοποιείται ή εμπλέκεται στη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος κατά παράβαση οποιουδήποτε νόμου.
(2)Πρόσωπο που παραλείπει να παρουσιάσει άδεια που ζητείται ή παραλείπει να συμμορφωθεί προς οποιοδήποτε λογικό σήμα μέλους της Αστυνομίας δύναται να συλληφθεί χωρίς ένταλμα, εκτός αν δώσει το όνομα και τη διεύθυνσή του και διαφορετικά ικανοποιήσει το μέλος της Αστυνομίας ότι θα ανταποκριθεί δεόντως σε οποιαδήποτε κλήση ή άλλη διαδικασία η οποία δυνατό να εγερθεί εναντίον του.
(3)Πρόσωπο που παραλείπει να συμμορφωθεί προς οποιοδήποτε λογικό σήμα μέλους της Αστυνομίας, που τον καλεί να σταματήσει οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο βάσει των διατάξεων του εδαφίου
(1)του άρθρου αυτού, ή το οποίο παρεμποδίζει οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομίας κατά την εκτέλεση του καθήκοντός του που ασκείται βάσει των διατάξεων του εδαφίου αυτού, είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα μήνα ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις εκατό πενήντα λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές και οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομίας δύναται να συλλάβει οποιοδήποτε τέτοιο πρόσωπο χωρίς ένταλμα και δύναται να φροντίσει όπως οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο που βρέθηκε από αυτόν ότι χρησιμοποιήθηκε για τη διάπραξη αδικήματος κατά παράβαση οποιουδήποτε νόμου μεταφερθεί στον πλησιέστερο αστυνομικό σταθμό ή σε οποιοδήποτε άλλο κατάλληλο μέρος και να κρατηθεί εκεί, μέχρις ότου αφεθεί ελεύθερο από τον υπεύθυνο του αστυνομικού αυτού σταθμού: Νοείται ότι καμιά τέτοια σύλληψη δεν ενεργείται, αν το πρόσωπο αυτό δώσει το όνομα και διεύθυνσή του και ικανοποιήσει το μέλος αυτό της Αστυνομίας, όπως προβλέπεται στο εδάφιο
(2)του άρθρου αυτού». Κατηγορία 7 Σύμφωνα με το Άρθρο 7
(1)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972 (86/1972) (ως ίσχυε κατά την 16/9/2018): «7.-
(1)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινός οδού αλογίστως, απερισκέπτως ή επικινδύνως διά το κοινόν, λαμβανομένων υπ' όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένον χρόνον ή ήτις ευλόγως θα ανεμένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον τα δύο έτη ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1500 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.». Προκύπτει από το πιο πάνω λεκτικό ότι η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει αλόγιστη ή απερίσκεπτη ή επικίνδυνη οδήγηση. Τα πιο πάνω θα κριθούν λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις και ειδικότερα τη φύση, την κατάσταση και χρήση της οδού, του όγκου της τροχαίας που υπάρχει κατά τον δεδομένο χρόνο ή η οποία εύλογα αναμένεται να υπάρχει κατά τον χρόνο αυτό επί της συγκεκριμένης οδού. Στην υπόθεση Πέτρου v Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233 έχουν ερμηνευτεί οι όροι «επικίνδυνη» και «απερίσκεπτη» οδήγηση. Παρατίθεται πιο κάτω σχετικό απόσπασμα: Σε σχέση με επικίνδυνη οδήγηση, σύμφωνα με τη νομολογία, απαιτείται τουλάχιστο απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού. Στην Αγγλική υπόθεση R. v. Gosney [1971] 55 Cr. App.R. 502 σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: "fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards or driving ... Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of the driving and to the relevant circumstances of the case." 'Οσον αφορά την έννοια της απερίσκεπτης (reckless) οδήγησης σχετική είναι η απόφαση R. v. Lawrence [1981] 1 All Ε.R. 974, όπου αποφασίστηκε ότι ένα στοιχείο του αδικήματος της απερίσκεπτης οδήγησης είναι η πρόθεση (mens rea) με την έννοια ότι τέτοια πρόθεση είναι εκείνη σύμφωνα με την οποία ένας οδηγός ο οποίος πριν αρχίσει να οδηγά με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς παραλείπει να λάβει υπόψη μιά τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. (Δέστε και R. v. Caldwell [1981] 1 All E.R. 961). Όπως αναφέρθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζού
(2001)2 ΑΑΔ 18, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού (βλ. R. v. Gosney [1971] 55 Cr. App. R. 502, Πέτρου ν. Αστυνομίας, πιο πάνω). Στην υπόθεση Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115 λέχθηκαν σε σχέση με τον όρο «επικίνδυνη οδήγηση» τα ακόλουθα: «Εν πρώτοις, δεν μπορούμε να συμμεριστούμε την αντίληψη πως στην R. v. Gosney, η επικίνδυνη οδήγηση εξομοιώθηκε προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα. Ούτε και νομίζουμε πως η διαφορά μεταξύ των δυο αφορά στο βαθμό του σφάλματος για την ορισμένη συμπεριφορά ή κατάσταση. Περαιτέρω δεν δικαιολογείται η κατάταξη μιας πράξης ή συμπεριφοράς ως εκ προοιμίου συνιστώσας το ένα κατ΄αποκλεισμό του άλλου. Στη μια περίπτωση αναζητούμε αν το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από το μέσο συνετό οδηγό. Στην άλλη, αν η ορισμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Στην R. v. Gosney η οδηγός κατηύθυνε το αυτοκίνητό της στο λανθασμένο ρεύμα κυκλοφορίας και το ερώτημα ήταν αν αυτή η εξ αντικειμένου επικίνδυνη ενέργεια μπορούσε να εξουδετερωθεί ως παράγων, από μαρτυρία που θα έδειχνε πως δεν έφταιε γι΄αυτό. Η θέση που ήθελε να προωθήσει ήταν πως παραπλανήθηκε από τη διαμόρφωση του δρόμου και την έλλειψη κατάλληλων οδικών σημάτων. Αποφασίστηκε πως ήταν λανθασμένος ο αποκλεισμός αυτής της μαρτυρίας. Το αδίκημα δεν ήταν απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα, όπως και στην περίπτωση της οδήγησης χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα και είναι από αυτή την άποψη, όπως εξηγείται, που δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ εκείνου του αδικήματος και της επικίνδυνης οδήγησης. Ως προς δε την έννοια του σφάλματος που αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα
  1. "Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of the driving and to the relevant circumstances of the case. A fault in that sense, even though it might be slight, even though it be a momentary lapse, even though normally no danger would have arisen from it, is sufficient. The fault need not be the sole cause of the dangerous situation. it is enough if it is, looked at sensibly, a cause. Σε μετάφραση: "Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία· πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντάς το λογικά, αποτελεί μια αιτία.". Οι πιο πάνω αρχές επιβεβαιώθηκαν στην πρόσφατη απόφαση Κωνσταντίνου v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 221/2018, ημερομηνίας 26.3.
  2. Σύμφωνα με την Ζυπίτης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 220, ενέργεια που εκφεύγει της κοινής λογικής συνιστά αλόγιστη (μη λελογισμένη) συμπεριφορά. Στην απόφαση Φερεκύδου v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 184/2016 ημερ. 11.10.2018, 974, αναφέρθηκε ότι το αδίκημα στοιχειοθετείται όχι μόνο από την ύπαρξη οδικής συμπεριφοράς που είναι έξω από το εύλογο υπό τις περιστάσεις και συνθήκες που επικρατούν τη δεδομένη στιγμή, αλλά και από έκπτωση από το αναμενόμενο επίπεδο φροντίδας, προσοχής και δεξιότητας του μέσου κοινού έμπειρου οδηγού (με αναφορά στις Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 115, Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 223, Ζυπίτης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 220, και R. v. Lawerence
(1981)All E.R.). Κατάχρηση Διαδικασίας Ο Κατηγορούμενος στήριξε την υπεράσπιση του στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει αποκλειστικά στο θέμα της κατάχρησης της διαδικασίας και δεν έχει αμφισβητήσει τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης. Είναι γεγονός ότι ως γενική αρχή, θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στο ίδιο κατηγορητήριο όλα τα αδικήματα τα οποία προκύπτουν από το ίδιο ή ουσιαστικά το ίδιο πλαίσιο γεγονότων (βλ. Connelly v. DPP [1964] AC 1254). Στην υπόθεση Ποιν. Έφεση. 348/18 Δημοκρατίας v Ηλιάδη, ημερ. 31.5.2019, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση κατά την οποία κρίθηκε ότι υπήρξε κατάχρηση διαδικασίας με την προώθηση και καταχώρηση τριών χωριστών υποθέσεων, ενώ το αντικείμενό τους ήταν ουσιωδώς το ίδιο. Στην Διευθυντής Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, αναφέρθηκαν σχετικά με το θέμα τα ακόλουθα: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Στην Ποιν. Έφεση. 348/18 Δημοκρατίας v Ηλιάδη, ημερ. 31.5.2019 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αποτελεί αξίωμα του Δικαίου ότι υπέρτατο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η προώθηση της Δικαιοσύνης και η παρεμπόδιση πρόκλησης αδικίας. Στο πλαίσιο του προαναφερθέντος καθήκοντος έχει αναγνωριστεί, με πάγια νομολογία, ότι το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία αναστολής ή απόρριψης υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας όταν αυτή απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Υπό την προϋπόθεση όμως ότι, επειδή η υπό αναφορά εξουσία συνιστά κατ΄ εξαίρεση δικαιοδοσία, η άσκηση της πρέπει να γίνεται με περίσκεψη και φειδώ και μόνο στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της διαδικασίας θα προκαλέσει έκδηλη αδικία στο πρόσωπο που επικαλείται την κατάχρηση, το οποίο έχει και το βάρος απόδειξης της κατάχρησης βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου.) Η κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές και δεν υπάρχουν εκ προοιμίου συμπεριφορές που μπορούν να καταταχθούν ως καταχρηστικές. Το όλο ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των συγκεκριμένων γεγονότων (βλ. Εμπεδοκλής (Αρ. 3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529). Στην Spiriev v. Γενικός Εισαγγελέας ECLI:CY:AD:2014:A313, Π.Ε. 100/14, ημερ. 13/5/2014, αναφέρθηκε ότι το Δικαστήριο έχει σύμφυτη (inherent) εξουσία να ελέγχει την ενώπιόν του διαδικασία και να ενεργεί ώστε να εμποδίζει και τερματίζει την όποια κατάχρησή της. Η εξουσία αυτή είναι απαραίτητη για τη διαφύλαξη της αξιοπιστίας και του κύρους, τόσο της δικαστικής διαδικασίας, όσο και του κράτους δικαίου. Σε κάθε περίπτωση, το τι συνιστά κατάχρηση διαδικασίας είναι ζήτημα πραγματικό και εξαρτάται από το κατά πόσον τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης συνθέτουν συμπεριφορά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ως καταχρηστική ώστε να περιβάλλεται με εξουσία, αλλά και καθήκον να παρέμβει. Στην παρούσα υπόθεση αποτελεί παραδεχτό γεγονός ότι, με σειρά πράξεων του Κατηγορουμένου που έγιναν κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, προέκυψαν όλα τα αδικήματα που περιλαμβάνονται στο παρών κατηγορητήριο, καθώς επίσης και ένα αδίκημα παραβίασης περιοριστικών μέτρων που υπήρχαν σε ισχύ κατά τον ουσιώδη χρόνο με βάση διατάγματα που εκδόθηκαν δυνάμει του ΚΕΦ.260. Στο συγκεκριμένο αδίκημα, ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε άλλο Δικαστήριο μετά από παραδοχή του. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι θα ήταν επιθυμητό η Κατηγορούσα Αρχή να είχε συμπεριλάβει όλα τα αδικήματα σε ένα κατηγορητήριο. Το κρίσιμο ερώτημα το οποίο καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσον, στην παρούσα υπόθεση, έχει αποδειχτεί ότι η συμπεριφορά της Κατηγορούσας Αρχής, συνιστά κατάχρηση διαδικασίας. Η πλευρά της υπεράσπισης, πέραν του να στηριχτεί στο γεγονός (και μόνο) της καταχώρησης δύο ξεχωριστών κατηγορητηρίων, για σειρά γεγονότων που έλαβαν χώρα κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, απέτυχε να καταδείξει δυσμενή επηρεασμό του Κατηγορουμένου από το πιο πάνω γεγονός. Κατάληξη ως προς το θέμα της κατάχρησης διαδικασίας Με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, και υπό το φως των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, δεν διαπιστώνω ότι η παράλληλη καταχώρηση δύο ξεχωριστών υποθέσεων εναντίον του Κατηγορουμένου, προκάλεσε έκδηλη αδικία στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, έτσι ώστε να αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Εφαρμογή Ευρημάτων - Νομικών Αρχών Αδικημάτων Αναφορικά με την πρώτη κατηγορία, ο ΜΚ1 δεν έχει αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος είχε παραβιάσει τον κόκκινο φωτεινό σηματοδότη στη διασταύρωση της Λεωφ. Γρίβα Διγενή με οδό Μετοχίου. Είναι πιθανόν ο ΜΚ1 να εννοούσε αυτή τη διασταύρωση αναφέροντας τη διασταύρωση των οδών Προδρόμου και Μετοχίου, πλην όμως, ως έχει προαναφερθεί σε ποινική διαδικασία, υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων δεν επιτρέπονται. Σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία, παρόλο που ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος είχε περάσει από την συμβολή των οδών Μετοχίου και Λουκή Ακρίτα, εντούτοις δεν έχει αναφέρει ρητά παραβίαση κόκκινου φωτεινού σηματοδότη. Ως εκ των ανωτέρω, η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την ενοχή του Κατηγορουμένου στις δύο πρώτες κατηγορίες. Ως προς την τρίτη κατηγορία, με βάση τα πιο πάνω ευρήματα, η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει στην απόδειξη όλων των συστατικών στοιχείων που συνιστούν το αδίκημα. Τούτο προκύπτει από το εύρημα ότι, ο Κατηγορούμενος παραβίασε τον κόκκινο φανό στους φωτεινούς σηματοδότες τροχαίας, που βρίσκονται στη διασταύρωση των Λεωφόρων Δημοκρατίας και Κυριάκου Μάτση στη Λευκωσία. Σημειώνω ότι, δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση, η ύπαρξη ή η νομιμότητα των συγκεκριμένων φωτεινών σηματοδοτών, ούτε ότι τοποθετήθηκαν από αρμόδια αρχή. Επομένως εν προκειμένω επενεργεί το τεκμήριο της κανονικότητας γνωστό και ως omnia preasumuntur rite esse acta (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v Φλωρίδης
(1999)2ΑΑΔ 95 και Γεωργαλίδης v Δήμου Λάρνακος
(2001)2ΑΑΔ 789.) Προχωρώντας στην τέταρτη κατηγορία, από τα πιο πάνω ευρήματα, δεν έχει αποδειχτεί η ύπαρξη οποιουδήποτε σήματος τροχαίας που έδειχνε την υποχρεωτική πορεία που όφειλε να ακολουθήσει ο Κατηγορούμενος στον Κυκλικό Κόμβο Ανθούπολης. Ενδεχομένως εκ παραδρομής να παρέλειψε να το αναφέρει ο ΜΚ1, πλην όμως, ως έχει προαναφερθεί, υποθέσεις γεγονότων, όσο εύλογες και να είναι, δεν χωρούν σε ποινική διαδικασία. Το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι παραβίαση σήματος τροχαίας και δεν έχει αποδειχτεί η ύπαρξη τέτοιου σήματος. Συνεπώς, δεν έχει αποδειχτεί η ποινική ευθύνη του Κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας για το αδίκημα που επέλεξε η Κατηγορούσα Αρχή να προσάψει στον Κατηγορούμενο με την Κατηγορία
  1. Προχωρώ στην Κατηγορία 5, με βάση τα ως άνω μου ευρήματα, τα διακριτικά σημεία ταυτότητας του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος είχαν καλυφτεί με κολλητική ταινία, με τρόπο που καθιστούσε τη διακρίβωση τους μη ευκρινή. Δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε επεξήγηση από τον Κατηγορούμενο για το γεγονός αυτό, η οποία να αποτελεί αποδεχτή υπεράσπιση. Συνεπώς, η κατηγορία αυτή έχει αποδειχτεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η έκτη κατηγορία έχει επίσης αποδειχτεί, αφού από τα ως άνω μου ευρήματα είναι σαφές ότι ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να συμμορφωθεί σε λογικό σήμα μέλους της Αστυνομίας, που τον καλούσε να σταματήσει το όχημα που οδηγούσε κατά τον χρόνο που αναφέρεται στο κατηγορητήριο. Αναφορικά με την έβδομη και τελευταία κατηγορία, καταλήγω ότι η οδήγηση του Κατηγορουμένου κατά τον χρόνο που αναφέρεται στο κατηγορητήριο, συνολικά ορώμενη ως περιγράφεται στα ευρήματα μου ανωτέρω, ήτοι δηλαδή - παραβίαση κόκκινου φανού, οδήγηση με μεγάλη ταχύτητα εντός κατοικημένης περιοχής, οδήγηση ζιγκ - ζαγκ, ανακοπή ελεύθερης πορείας άλλου οχήματος με κίνδυνο πρόκλησης σύγκρουσης και οδήγηση στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας - συνιστά αλόγιστη, απερίσκεπτη και επικίνδυνη οδήγηση. Κατάληξη Ενόψει των ανωτέρω, προκύπτει ότι η Κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την ενοχή του Κατηγορουμένου στις κατηγορίες 3, 5, 6 και 7 πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ενώ απέτυχε να αποδείξει την ενοχή του στις κατηγορίες 1, 2 και
  2. Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 3, 5, 6 και 7 και αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 1, 2 και
  3. [Υπ.] .............. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.