ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Νεοφύτου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17677/20, 23/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2022:2 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ. Χρ. Παρπόττα, Α.Ε.Δ. Α. Πανταζή-Λάμπρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17677/20 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. 1.XXXXX Ανδρέου 2.XXXXX Νεοφύτου Κατηγορούμενοι 23 Φεβρουαρίου,
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ.Βαρνάβα Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Δημητρίου Κατηγορούμενος 2 παρών. --------------------------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά την αναστολή της ποινικής δίωξης εναντίον του κατηγορούμενου 1, στο εδώλιο παραμένει ο κατηγορούμενος 2 αντιμέτωπος με τις ακόλουθες τέσσερις κατηγορίες: Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος (1η κατηγορία), εισαγωγή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β (2η κατηγορία), κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β (3η κατηγορία) και κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια (4η κατηγορία). Το ελεγχόμενο φάρμακο, συμφώνως του κατηγορητηρίου, είναι κάνναβης βάρους 1 κιλού και 998 γραμμαρίων. Ο κατηγορούμενος 2 αρνείται τις προαναφερθείσες κατηγορίες και η ακροαματική διαδικασία άρχισε στις 30.11.2021 με την κλήση του χειριστή τεκμηρίων, Αρχιαστυφύλακα XXXXX XXXXX Σώζου (ΜΚ1). Όταν ο εν λόγω μάρτυρας επιχείρησε να καταθέσει ως τεκμήριο, φάκελο εντός του οποίου υπήρχε μια αεροστεγώς κλειστή μεμβράνη που περιείχε ξηρή φυτική ύλη (τεκμήριο 1 επί του καταλόγου τεκμηρίων - τεκμήριο Α στο Δικαστήριο), ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης, κ. Δημητρίου υπέβαλε ένσταση. Για να γίνει κατανοητή η ένσταση, είναι αναγκαίο να διευκρινιστούν τα ακόλουθα γεγονότα, τα οποία προέκυψαν κατά την προηγηθείσα συζήτηση μεταξύ των παραγόντων της δίκης: Τα κατ' ισχυρισμό ναρκωτικά της υπόθεσης φέρονται να εισήχθησαν στην Κύπρο στις 19.11.
- Μετά την παράδοση τους στα γραφεία της εταιρείας ταχυμεταφορών (courier) στις 21.11.2020 (η Υπεράσπιση διατηρεί επιφυλάξεις για την ημερομηνία αυτή) που θα αναλάμβανε την παράδοση τους στον τελικό παραλήπτη, άντρες της ΥΚΑΝ - έχοντας από πριν πληροφορίες για την άφιξη των ναρκωτικών - παρέλαβαν τα ναρκωτικά από τα γραφεία της προαναφερθείσας εταιρείας, τα μετέφεραν στα γραφεία της ΥΚΑΝ όπου αντικαταστάθηκαν με ομοιώματα, με σκοπό να γίνει ελεγχόμενη παράδοση. Η ελεγχόμενη παράδοση έγινε στις 23.11.2020 στον χώρο εργασίας του κατηγορούμενου 2 που είναι συνάμα και τα γραφεία της εταιρείας του. Την ίδια ημέρα, αλλά σε χρόνο μεταγενέστερο της παράδοσης, άντρες της ΥΚΑΝ εισήλθαν στο εν λόγω γραφείο, χωρίς ένταλμα έρευνας, συνέλαβαν τον κατηγορούμενο 2 και παρέλαβαν, μεταξύ άλλων, τις συσκευασίες των ομοιωμάτων. Στο σημείο αυτό διευκρινίζεται ότι για σκοπούς της ένστασης, τα ομοιώματα λογίζονται ωσάν να είναι τα ίδια τα ναρκωτικά. Το νομότυπο της ελεγχόμενης παράδοσης - όπως θα διαφανεί από την συνακόλουθη παράθεση των παραδεκτών γεγονότων που έγιναν - δεν τελεί υπό αμφισβήτηση. Με αυτό το υπόβαθρο, ο κ. Δημητρίου υπέβαλε ένσταση για την κατάθεση του προαναφερθέντος εν δυνάμει τεκμηρίου - διευκρινίζοντας, ότι, η ένσταση είναι η ίδια για κάθε άλλο τεκμήριο που αναφέρεται στον κατάλογο τεκμηρίων (τεκμήριο Α) και το οποίο, θα επιχειρήσει η Κατηγορούσα Αρχή, να καταθέσει στη συνέχεια. Και τούτο, διότι και τα υπόλοιπα τεκμήρια είτε παραλήφθηκαν κατ' ανάλογο παράνομο τρόπο, είτε είναι το απότοκο/επακόλουθο αυτής της παρανομίας. Σύμφωνα με την ένσταση λοιπόν, η έρευνα που έγινε στις 23.11.2020, έγινε στα γραφείου της εταιρείας του κατηγορούμενου 2, όπου ο ίδιος έχει την επαγγελματική του στέγη, χωρίς να υπάρχει αιτιολογημένο ένταλμα έρευνας κατά παράβαση του Άρθρου 16 του Συντάγματος. Το Δικαστήριο, κρίνοντας ότι το ζήτημα άπτεται κατ' ισχυρισμό παρανόμως ληφθείσας μαρτυρίας στη βάση ενός αμφισβητούμενου πραγματικού υποβάθρου γεγονότων, διέταξε τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης, με μόνο και μοναδικό πλαίσιο εξέτασης την ένσταση όπως ακριβώς την έχουμε προσδιορίσει ανωτέρω. Στη δίκη εντός δίκης και αφού ο επίμαχος φάκελος σημειώθηκε ως τεκμήριο 1 προς αναγνώριση, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τέσσερις μάρτυρες. Τους Α/Αστ. XXXXX XXXXX Σώζου - Μ1(ΔΕΔ), Αστ. XXXXX XXXXX Χαραλάμπους - Μ2(ΔΕΔ), Αστ. XXXXX XXXXX Μιχαήλ - Μ3(ΔΕΔ) και Αστ. XXXXX XXXXX Χατζηχριστοφή - Μ4(ΔΕΔ). Από πλευράς Υπεράσπισης δεν κλήθηκε κανένας μάρτυρας. Περαιτέρω κατατέθηκαν γραπτώς (τεκμήριο Α) και εγκρίθηκαν τα εξής παραδεκτά γεγονότα: «Την 21/11/2020 έγινε διαδικασία ελεγχόμενης παράδοσης νομότυπα από την αστυνομία και σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου περί Καταστολής του Εγκλήματος (Ελεγχόμενη Παράδοση και Άλλες Ειδικές Διατάξεις) Νόμου του 1995 Ν.3(Ι)/
- Συγκεκριμένα, ο ΜΚ 5 Α/Αστ XXXXX XXXXX Σώζου, αντικατέστησε τις συσκευασίες κάνναβης τεκμήρια 1 και 2 στον κατάλογο Τεκμηρίων, (Τεκμήριο Α στη διαδικασία), που εντοπίστηκαν σε χάρτινο κιβώτιο (τεκμήριο 3 στον κατάλογο τεκμηρίων), με ομοιώματα, (τεκμήρια 4 και 5 στον κατάλογο τεκμηρίων). Την ίδια ημέρα, τα ομοιώματα (τεκμήρια 4 και 5 στον κατάλογο τεκμηρίων), τοποθετήθηκαν πίσω στο χάρτινο κιβώτιο που εντοπίστηκαν, (τεκμήριο 3 στον κατάλογο τεκμηρίων).Οι συσκευασίες κάνναβης (τεκμήρια 1 και 2 στον κατάλογο τεκμηρίων), δόθηκαν από τον ΜΚ5 Α/Αστ XXXXX XXXXX Σώζου, στον ΜΚ4 Αστ. XXXXX XXXXX Χ" Χριστοφή και την ίδια ημέρα μεταφέρθηκαν στην ΥΚΑΝ Λευκωσίας για την ασφαλή τους φύλαξη. Το πακέτο με τα ομοιώματα (τεκμήριο 3 στον κατάλογο τεκμηρίων) μεταφέρθηκε για ασφαλή φύλαξη από τον ΜΚ1 Λοχία XXXXX XXXXX Κρητικό στα γραφεία της ΥΚΑΝ. Στις 23/11/2020 και η ώρα 07:15 ο ΜΚ1, Λοχίας XXXXX XXXXX Κρητικός, παρέλαβε το πακέτο με τα ομοιώματα τεκμήριο 3 στον κατάλογο τεκμηρίων από την ΥΚΑΝ Λευκωσίας και τα παρέδωσε στο Διευθυντή της εταιρείας Γενική Ταχυδρομική ΜΚ12, XXXXX Νικολάου. Ο ΜΚ 12 Νικόλας Νικολάου στις 23/11/2020 παρέδωσε το πακέτο με τα πιο πάνω ομοιώματα στον ΜΚ 15 XXXXX Ανδρέου, οδηγό της εταιρείας Γενική Ταχυδρομική ο οποίος την ίδια μέρα παρέδωσε το πιο πάνω πακέτο σε υποστατικό στη διεύθυνση XXXXX 115Α στα Λατσιά, ιδιοκτησίας της εταιρείας XXXXX, της οποίας διευθυντής είναι ο κατηγορούμενος. Η κατοικία του κατηγορούμενου όπου έχει και την μόνιμη διαμονή του, βρίσκεται στην οδό XXXXX 6, Πολυκατοικία XXXXX, Διαμέρισμα XXXXX στο XXXXX.» Από την προσκομισθείσα μαρτυρία (η οποία για σκοπούς δίκης εντός δίκης δεν αμφισβητείται - βλ. σελ. 1 αγόρευσης του κ. Δημητρίου) και τα παραδεκτά γεγονότα που έγιναν, διαφάνηκε, ότι, το πραγματικό υπόβαθρο, τελικά, δεν είναι αμφισβητούμενο. Είναι η Συνταγματική/νομική θεώρηση του πράγματος όπου διαφωνούν οι δύο πλευρές. Προτού προχωρήσουμε στην εξέταση του ανακύπτοντος ζητήματος, θεωρούμε σημαντικό να καταγράψουμε μερικά σημεία από την προσκομισθείσα μαρτυρία, τα οποία συμπληρώνουν την εικόνα από πλευράς γεγονότων. Τούτο βέβαια με την ξεκάθαρη τοποθέτηση, ότι, το Δικαστήριο δεν αξιολογεί μαρτυρία ούτε και εξαγάγει τελικά συμπεράσματα. Αυτά είναι αξιώματα της κυρίως δίκης. Τα όσα καταγράφονται εδώ, καταγράφονται αποκλειστικά για σκοπούς της δίκης εντός δίκης και για να μπορέσει το Δικαστήριο να επιλύσει τη διαφορά που προκύπτει (βλ. Αστυνομία v. Ησαΐα άλλως Μπλάκκη
(1997)2 Α.Α.Δ.177). Ο Μ1 λοιπόν, έφτασε στον χώρο όπου έγινε η έρευνα και σύλληψη του κατηγορούμενου 2 λίγη ώρα μετά την επιχείρηση των συναδέλφων του της ΥΚΑΝ. Με τη μαρτυρία του επιβεβαίωσε ουσιαστικά, ότι, ο χώρος αυτός ήταν ο χώρος εργασίας του κατηγορούμενου 2, διευκρινίζοντας ότι επρόκειτο για τουριστικό γραφείο με την ονομασία «XXXXX». Βρίσκεται δε στην XXXXX 115Α στα Λατσιά. Εκεί, μεταξύ άλλων, εντόπισε και τα ομοιώματα των ναρκωτικών. Επιβεβαίωσε περαιτέρω ότι δεν είχε εκδοθεί ένταλμα έρευνας και ότι κατά τη δική του άφιξη, βρήκε σπασμένη την πόρτα της κυρίας εισόδου. Θεωρεί πάντως ότι διαπραττόταν εντός του χώρου αδίκημα και είχαν έτσι δικαίωμα εισόδου χωρίς ένταλμα. Πέραν τούτων, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην ακολουθητέα διαδικασία σε ότι αφορά την ελεγχόμενη παράδοση, καταθέτοντας συνάμα τις σχετικές εξουσιοδοτήσεις (τεκμήρια 1-3). Τέλος επέμενε ότι το πακέτο με τα ναρκωτικά έφτασε στα γραφεία της εταιρείας ταχυμεταφορών (ΓΕΝΙΚΗ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΗ) στη Λευκωσία στις 21.11.2020 και όχι στις 23.11.
- Ο Μ2 έλαβε μέρος στην επιχείρηση της ΥΚΑΝ. Ανέφερε ότι στις 23.11.2020 και περί ώρα 11:10 ενώ ο ίδιος βρισκόταν σε παραπλήσιο σημείο όπου θα διεξαγόταν η επιχείρηση, συνάδελφος του, τον ενημέρωσε μέσω ασυρμάτου, ότι, ο υπάλληλος της εταιρείας ταχυμεταφορών εισήλθε στον χώρο του ταξιδιωτικού γραφείου και παρέδωσε στον κατηγορούμενο 2 το πακέτο με τα ομοιώματα. Στη συνέχεια ακολούθησε τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος έφυγε οδικώς από το γραφείο περί ώρα 11:25 για να επιστρέψει γύρω στις 11:
- Περί ώρα 12:06 ενημερώθηκε ότι εισήλθε στο γραφείο και ο πρώην κατηγορούμενος
- Αμέσως μετά, ο κατηγορούμενος 2, έκλεισε την πόρτα και κατέβασε τα «shutters» της βιτρίνας. Ακολούθως, μαζί με άλλους συναδέλφους, προσέγγισαν το γραφείο και είδε εντός αυτού τα δύο προαναφερθέντα πρόσωπα. Τους φώναξαν «ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ» και τους προέτρεψαν να ανοίξουν την πόρτα η οποία ήταν κλειδωμένη. Δεν συμμορφώθηκαν και έτσι με τη βοήθεια σιδερένιου λοστού έσπασαν την πόρτα και εισήλθαν. Ο ίδιος πλησίασε, ακινητοποίησε και συνέλαβε τον πρώην κατηγορούμενο 1 για το αδίκημα της κατοχής ναρκωτικών ενώ εντός του γραφείου, είδε τα πακέτα με τα ομοιώματα, εκ των οποίων το ένα, ήταν ανοικτό και σχισμένο. Αντεξεταζόμενος δέχτηκε ότι το ταξιδιωτικό γραφείο στο οποίο εισήλθαν ήταν ο χώρος εργασίας του κατηγορούμενου
- Ο ίδιος όπως και οι συνάδελφοι της ΥΚΑΝ που εισήλθαν στον χώρο έφεραν πολιτική περιβολή αλλά από πάνω έβαλαν γιλέκο που έγραφε «Αστυνομία». Ο ΜΕ3 επίσης έλαβε μέρος στην επιχείρηση. Αναφέρθηκε και αυτός στα τεκταινόμενα κατά παρόμοιο τρόπο με τους λοιπούς μάρτυρες, χωρίς να προσθέσει οτιδήποτε το ουσιαστικό που να αφορά στα εδώ επίδικα θέματα. Επιβεβαίωσε απλώς ότι στην επιχείρηση εισόδου στο ταξιδιωτικό γραφείο έλαβαν μέρος περίπου 10 άντρες της ΥΚΑΝ και ότι ο ίδιος, εντός του γραφείου, συνέλαβε τον κατηγορούμενο
- Τις οδηγίες για είσοδο τις έδωσε ο υπεύθυνος τους. Ο Μ4, ανακριτής της υπόθεσης, επίσης έλαβε μέρος στην υπό συζήτηση επιχείρηση της ΥΚΑΝ. Θεωρεί ότι η είσοδος στο γραφείο χωρίς ένταλμα ήταν νόμιμη διότι εντός αυτού διαπραττόταν το αδίκημα της κατοχής ναρκωτικών που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 8 ετών. Κατά τον μάρτυρα, η ΥΚΑΝ δεν αποτάθηκε για την έκδοση εντάλματος έρευνας πριν ή μετά την είσοδο στο γραφείο, διότι δεν υπήρχε χρόνος. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, κύριοι Βαρνάβας και Δημητρίου ετοίμασαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους, τις οποίες έχουμε διεξέλθει με κάθε προσοχή. Αναφορά σε επιμέρους θέσεις και επιχειρήματα θα γίνει παράλληλα με τον δικό μας σχολιασμό και εξέταση του ανακύπτοντος ζητήματος που αμέσως, ακολουθεί. Ξεκινούμε, παραθέτοντας κάποιες αρχές που αφορούν τη δίκη εντός δίκης γενικά. Η αμφισβήτηση λοιπόν της νομιμότητας λήψης μιας μαρτυρίας - στην προκειμένη περίπτωση της παραλαβής των ομοιωμάτων των ναρκωτικών κατόπιν εισόδου στο ταξιδιωτικό γραφείο του κατηγορούμενου 2, χωρίς να προηγηθεί η έκδοση δικαστικού εντάλματος έρευνας - εναποθέτει στην Κατηγορούσα Αρχή το βάρος να αποδείξει θετικά και πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη νομιμότητα λήψης αυτής της μαρτυρίας (βλ. Λυσάνδρου v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 672). Είναι η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου Υπεράσπισης κ. Δημητρίου ότι η μαρτυρία λήφθηκε κατά παράβαση του Άρθρου 16 του Συντάγματος που διασφαλίζει το απαραβίαστο της κατοικίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις - παραβίασης Συνταγματικών ή ανθρωπίνων δικαιωμάτων δηλαδή - δεν τίθεται καν θέμα διακριτικής ευχέρειας. Όταν η Κατηγορούσα Αρχή αποτύχει να αποσείσει το βάρος, η μαρτυρία στην ολότητα της, απαρέγκλιτα αποκλείεται (βλ. Αστυνομία v. Γιάλλουρου
(1992)2 Α.Α.Δ. 147, Γενικός Εισαγγελέας v. Κουρέα
(2004)2 Α.Α.Δ. 378 και Michael v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2006)2 Α.Α.Δ. 411). Αφετηρία εξέτασης πέραν του Άρθρου 16 του Συντάγματος, αποτελεί και το άρθρο 25 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155. Παραθέτουμε και τα δύο αυτούσια για σκοπούς εύκολης αναφοράς. Το άρθρο 25 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, προβλέπει τα εξής: «25.
(1)Κάθε αστυνομικός δύναται, χωρίς ένταλμα- (α) να κατακρατήσει και ερευνήσει οποιοδήποτε τον οποίο αυτός εύλογα υποπτεύεται ότι φέρει, μεταφέρει ή αποκρύπτει αντικείμενο ή έγγραφο σε σχέση με το οποίο πρόκειται να διαπραχτεί ή διαπράττεται ή έχει πρόσφατα διαπραχτεί ποινικό αδίκημα (β) να εισέλθει και ερευνήσει οποιοδήποτε τόπο- (
- i)αν έχει λόγο να πιστεύει ότι σε αυτό πρόκειται να διαπραχτεί ή διαπράττεται, ή έχει πρόσφατα διαπραχτεί ποινικό αδίκημα που τιμωρείται με θανατική ποινή ή με φυλάκιση που υπερβαίνει τα δύο έτη ή ότι δύναται να βρεθεί σε αυτό οποιοδήποτε όργανο με το οποίο έχει πρόσφατα διαπραχτεί οποιοδήποτε τέτοιο ποινικό αδίκημα (
- ii)αν ο κάτοχος του τόπου ζητά τη βοήθεια της αστυνομίας (iii) αν οποιοσδήποτε στον τόπο αυτό ζητά τη βοήθεια της αστυνομίας και υπάρχει λόγος να πιστεύεται ότι διαπράττεται αδίκημα εντός αυτού (
- iv)σε οποιαδήποτε περίπτωση κατά την οποία δύναται να εισέλθει και ερευνήσει οποιοδήποτε τόπο χωρίς ένταλμα δυνάμει οποιουδήποτε νομοθετήματος που ισχύει εκάστοτε.
(2)Οτιδήποτε βρεθεί κατά τη διάρκεια έρευνας που διεξάγεται δυνάμει του εδαφίου
(1)του άρθρου αυτού το οποίο θα μπορούσε να κατασχεθεί αν η έρευνα διεξαγόταν δυνάμει εντάλματος, δύναται να κατασχεθεί και τύχει μεταχείρισης κατά τον ίδιο τρόπο ως αν αυτό ήταν πράγμα που κατασχέθηκε κατά τη διάρκεια έρευνας δυνάμει εντάλματος, εφαρμοζομένων των διατάξεων του άρθρου 32, με τις αναγκαίες προσαρμογές, σε οποιοδήποτε τέτοιο πράγμα.» Το Άρθρο 16 του Συντάγματος προβλέπει τα ακόλουθα: «
- Η κατοικία εκάστου είναι απαραβίαστος.
- Η είσοδος εις οιανδήποτε κατοικίαν ή οιαδήποτε έρευνα εντός αυτής δεν επιτρέπεται, ειμή ότε και όπως ο νόμος ορίζη και κατόπιν δικαστικού εντάλματος δεόντως ητιολογημένου ή οσάκις η είσοδος ενεργήται τη ρητή συναινέσει του ενοίκου ή προς τον σκοπόν διασώσεως θυμάτων οιουδήποτε αδικήματος βίας ή οιασδήποτε καταστροφής.» Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το προαναφερθέν άρθρο 25, αναφερόμενο αδιακρίτως σε «τόπο» που σύμφωνα με το άρθρο 2 του ιδίου Νόμου, περιλαμβάνει και την «οικία», θα πρέπει να διαβάζεται υπό το φως του Άρθρου 16 του Συντάγματος. Το άρθρο αυτό εξάλλου υιοθετήθηκε επί Αγγλοκρατίας, πριν δηλαδή τη θέσπιση του Συντάγματος του
- Το Σύνταγμα αποτελεί τον υπέρτατο ημεδαπό Νόμο (υπερτερεί βέβαια το Ευρωπαϊκό Ενωσιακό Δίκαιο πλέον) και τυχόν διατάξεις νομοθετημάτων που αντίκεινται, αντιβαίνουν ή είναι ασυμβίβαστες με Συνταγματικά δικαιώματα, υποχωρούν και προσαρμόζονται αναλόγως. Με δεδομένο λοιπόν ότι, Συνταγματικώς, η κατοικία είναι απαραβίαστη - παρά τη γενικότητα του άρθρου 25 του Κεφ.155 - γεννούνται στην προκείμενη περίπτωση τα εξής αλληλένδετα ερωτήματα: Πρώτον, τι συνιστά για σκοπούς του Άρθρου 16 «κατοικία»; Δεύτερον, τι συνιστά «επαγγελματική στέγη»; Τρίτον αν στον ορισμό της «κατοικίας», πάντα υπό την έννοια του Άρθρου 16, εμπίπτει και η «επαγγελματική στέγη»; Όπως σωστά έχει επισημανθεί από τον κ. Βαρνάβα, το Δικαστήριο δεν δύναται και δεν θα καταπιαστεί με τυχόν ερωτήματα που εκφεύγουν των παραμέτρων του Άρθρου 16 του Συντάγματος αφού αυτό το άρθρο καθορίστηκε και αποτελεί το πλαίσιο της δίκης εντός δίκης. Κατ' επέκταση το Άρθρο 15 που προστατεύει το δικαίωμα ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και το Άρθρο 8 της ΕΣΔΑ που κατά τρόπο ενιαίο, προστατεύει, την προσωπική, οικογενειακή ζωή, την κατοικία και την αλληλογραφία, ως αυθύπαρκτα και αυτοτελή άρθρα εκφεύγουν των παραμέτρων της παρούσας διαδικασίας. Στο δικό μας Σύνταγμα, τα εν λόγω δικαιώματα προστατεύονται από ξεχωριστά άρθρα. Το Άρθρο 15 όπως προαναφέραμε προστατεύει το δικαίωμα ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, το υπό εξέταση Άρθρο 16 το απαραβίαστο της κατοικίας και το Άρθρο 17 το απόρρητο της επικοινωνίας και της αλληλογραφίας. Αυτού λεχθέντος τα δικαιώματα αυτά είναι διαπεραστικά και αλληλοσυμπληρώνονται, στοιχείο το οποίο σαφώς και θα έχει υπόψη του το Δικαστήριο στη διαμόρφωση της τελικής του κρίσης. Πρόσφατα στη Γεωργίου κ.α. v Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 118/2019 (σχετιζόμενη με 118/19 και 119/19) ημερ. 25.6.2021, αφού επιβεβαιώθηκε για ακόμα μια φορά το απαραβίαστο της κατοικίας, επισημάνθηκε ότι τα δικαιώματα που κατοχυρώνουν τα Συντάγματος είναι «άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους». Στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, η λέξη κατοικία ερμηνεύεται ως ακολούθως: «Κατοικία» περιλαμβάνει οποιοδήποτε κτίριο ή οικοδομή ή μέρος αυτών, που χρησιμοποιείται κάθε φορά από τον ιδιοκτήτη ή τον κάτοχο της για τη δική του διαμονή σε αυτή, της οικογένειας ή των υπηρετών του ή κάποιου από αυτούς, ανεξάρτητα αν κάποτε παραμένει ακατοίκητη κτίριο ή οικοδομή που συνορεύει με την κατοικία ή που κατέχεται ή που οπωσδήποτε χρησιμοποιείται μαζί με την κατοικία θεωρείται μέρος της κατοικίας μόνο εφόσον υπάρχει επικοινωνία μεταξύ του κτιρίου ή της οικοδομής και της κατοικίας, είτε με άμεση είτε με καλυμμένη και κλειστή διάβαση που οδηγεί από το ένα μέρος στο άλλο». Στο Σύγγραμμα Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, του Γ. Πική, 2013, σελ. 58, αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: «Πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι το Σύνταγμα κάμνει πρόνοια για το απαραβίαστο κατοικίας, όχι οποιασδήποτε οικοδομής. Δεν έχει μέχρι σήμερα αυθεντικά αποφασιστεί κατά πόσο εμπορική οικοδομή εμπίπτει εντός του ορισμού κατοικίας. Στην Ελλάδα επικράτησε η άποψη ότι η σημασία του όρου αυτού είναι αρκετά ευρεία ώστε να περικλείει και εμπορικά κτήρια, θέση η οποία θεμελιώνεται σε αριθμό νομοθετημάτων. Η συνήθης έννοια του όρου "κατοικία" δεν περιλαμβάνει οποιοδήποτε κτήριο, άλλο από κτήριο το οποίο χρησιμοποιείται ως κατοικία. Η γραμματική ερμηνεία του όρου "κατοικία" περιορίζεται σε κτήριο το οποίο χρησιμοποιείται για τη διαμονή προσώπου ή προσώπων. Ανάλογη είναι και η ερμηνεία του όρου "dwelling" που απαντάται στο αγγλικό κείμενο του Συντάγματος. Πρέπει να σημειωθεί ότι έχει νομολογηθεί ότι επιχειρηματικά υποστατικά δεν συνιστούν πτυχή της ιδιωτικής ζωής. Από την άλλη, το ΕΔΑΔ έκρινε στη Niemietz v. Germany ότι τόποι εργασίας δεν μπορεί να αποκλειστούν ολότελα από τα όρια της ιδιωτικής ζωής.» Η έννοια του «dwelling» όπου συναντάται στο Αγγλικό Δίκαιο καλύπτει τον χώρο όπου το άτομο έχει φυσική παρουσία σε οικιακό περιβάλλον. Εκεί όπου κοιμάται είτε καθημερινά, είτε σε τακτά χρονικά διαστήματα είτε παροδικά. Χώροι που χρησιμοποιούνται για μη οικιστικούς σκοπούς, υπόκεινται σε είσοδο και έρευνα όπως ο Νόμος ορίζει και στην Αγγλία (βλ. R (on the application of Mohammed Ahmed) and York Magistrates Court City of York Council [2012] EWHC 3636 (Admin). Προσφάτως στην Ευθυμίου v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 55/2016, ημερ. 24.10.2019, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου που έκρινε ότι ένα ενιαίο υποστατικό, το οποίο λειτουργούσε στη μια μεριά ως περίπτερο και στην άλλη ως σουβλατζίδικο και τα οποία συγκοινωνούσαν μεταξύ τους, δεν ενέπιπτε στον ορισμό της «κατοικίας» υπό την έννοια του Άρθρου 16 του Συντάγματος ή του Άρθρου 8 της ΕΣΔΑ και τούτο, παρά το γεγονός ότι η οικία του εφεσείοντος βρισκόταν ακριβώς από πάνω αλλά σε ξεχωριστό όροφο από το εν λόγω, ισόγειο, υποστατικό. Κρίθηκε περαιτέρω ότι το υποστατικό δεν συνιστούσε καν την «επαγγελματική στέγη» του εφεσείοντα - υπό την έννοια υποστατικού το οποίο λειτουργούσε για την αποκλειστική χρήση φυσικού ή νομικού προσώπου - αφού αμφότερες οι πόρτες σουβλατζίδικου και περιπτέρου ήταν ανοικτές και το κοινό είχε ελεύθερη πρόσβαση. Ακόμα πιο πρόσφατα, ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ι. Ιωαννίδης στην πρωτόδικη απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση της χχχ Ζάρου για έκδοση εντάλματος Certiorari Πολ. Αίτηση 8/2021, ημερ. 29.1.2021 αναφέρει στις σελ.6-7 τα ακόλουθα: "Όταν, βεβαίως, το Σύνταγμα ομιλεί για κατοικία, δεν αναφέρεται στη νομική έννοια της κατοικίας («domicile»), αλλά στο κατάλυμα, δηλαδή στο όποιο μέρος, στο οποίο διαμένει κάποιος είτε μόνιμα είτε προσωρινά, και το οποίο δεν είναι προσιτό στον οποιονδήποτε. Η κατοικία υπό την πιο πάνω έννοια, αποτελεί τον πιο προσωπικό χώρο του ανθρώπου και συνιστά προέκταση της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία μετά τη ζωή είναι το πολυτιμότερο για τον άνθρωπο αγαθό. Η είσοδος εντός της κατοικίας κατά κανόνα απαγορεύεται. Επιτρέπεται μόνο για τους συγκεκριμένους λόγους που παρατίθενται στο εδάφιο 2 του Άρθρου 16 του Συντάγματος ή κατόπιν αιτιολογημένου εντάλματος που εκδίδουν μόνο οι φορείς της ανεξάρτητης δικαστικής εξουσίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Είναι αυτό το κατάλυμα που είχε κατά νου ο Λόρδος Chatham όταν το 1764, με τον γλαφυρό του λόγο, έλεγε στο Κοινοβούλιο ότι: «Ακόμη και ο πιο πτωχός άνθρωπος αποκρούει σ΄ αυτό το κατάλυμα του όλες τις δυνάμεις του Στέμματος. Η θέρμανση του είναι δυνατόν να είναι πολύ ασθενής, η στέγη του είναι δυνατόν να τρέμει, ο άνεμος είναι δυνατόν να φυσά μέσα από τις πόρτες και τα παράθυρα, η θύελλα είναι δυνατόν να εισέλθει εντός αυτού αλλά ο Βασιλιάς της Αγγλίας δεν μπορεί να εισέλθει.» Έχοντας λοιπόν υπόψη μας τις πιο πάνω αρχές καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι το Άρθρο 16 του Συντάγματος δεν δύναται να ερμηνευθεί κατά τρόπο ώστε να καλύπτει την «επαγγελματική στέγη». Είναι ξεκάθαρο ότι η Συνταγματική προστασία του «απαραβίαστου της κατοικίας» αφορά την κατοικία υπό την φυσική έννοια. Το κατάλυμα (dwelling) που συναντάται και στο Αγγλικό Δίκαιο και όχι την κατοικία υπό την νομική έννοια (domicile) που συναντάται συνήθως στο Ιδιωτικό και Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο. Ακόμα όμως και αν ήταν διαφορετική η κατάληξη μας, δεν θεωρούμε ότι το ταξιδιωτικό γραφείο του κατηγορούμενου 2, είτε ως χώρος εργασίας του ιδίου, είτε ως γραφείο της εταιρείας του, αποτελεί «επαγγελματική στέγη» υπό την έννοια της αποκλειστικότητας - καταφυγίου δηλαδή προσωπικού και ιδιωτικού ώστε να επιβάλλεται να παραμένει συνταγματικώς «απαραβίαστο». Ένα ταξιδιωτικό γραφείο γενικά, αλλά και το συγκεκριμένο ειδικά, σύμφωνα με τις περιγραφές των μαρτύρων, φαίνεται να ήταν ανοικτό και να απευθυνόταν στο ευρύ καταναλωτικό κοινό. Ήταν ένα κατάστημα δηλαδή στο οποίο οποιοσδήποτε θα μπορούσε να εισέλθει, να πάρει πληροφορίες και να κλείσει αεροπορικό εισιτήριο. Αυτό, φέρεται να ανέφερε και ο πρώην κατηγορούμενος 1 στον Μ2 κατά τη στιγμή της σύλληψης και επίστησης της προσοχής του στον Νόμο - «ήρτα να κόψω εισιτήριο της γεναίκας μου που εν να πάει ταξίδι». Αυτό βέβαια το αναφέρουμε για να επιβεβαιώσουμε την ελεύθερη προσβασιμότητα στον χώρο και όχι βεβαίως για να προσδώσουμε υπόσταση ή βαρύτητα στην κατ' ισχυρισμό αναφορά. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2, τρόπον τινά, έσπευσε να κλειδαμπαρώσει το γραφείο, δεν αλλοιώνει την εικόνα του πράγματος. Η κατάταξη ενός χώρου ως «επαγγελματική στέγη» υπό την πιο πάνω έννοια, εξαρτάται από τα εγγενή φυσικά και άλλα χαρακτηριστικά του χώρου και όχι από τις επιμέρους πράξεις και ενέργειες των παρόντων/κατόχων της τελευταίας στιγμής. Με την πιο πάνω κατάληξη μας δεν εισηγούμαστε βέβαια ότι η δράση της ΥΚΑΝ στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε υποδειγματική. Από τη μαρτυρία προκύπτει ότι η ΥΚΑΝ οργάνωσε και επόπτευε στενά την όλη διαδικασία της ελεγχόμενης παράδοσης. Θα μπορούσε συνεπώς να χειριζόταν το θέμα με περισσότερο σχεδιασμό, σύνεση και σωφροσύνη. Το ζητούμενο όμως δεν είναι η βαθμολόγηση της ΥΚΑΝ αλλά το αν λειτούργησε στα πλαίσια του Συντάγματος και του Νόμου. Από τη στιγμή επομένως που το εν λόγω ταξιδιωτικό γραφείο δεν είναι «κατοικία», υπό την έννοια του Συντάγματος, οι αστυνομικοί της ΥΚΑΝ είχαν το δικαίωμα εισόδου δυνάμει του άρθρου 25
(1)(β)(ι) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, νοουμένου βέβαια ότι πληρείτο κάποια ή κάποιες από τις προϋποθέσεις του άρθρου αυτού (βλ. Δημοκρατία v. Kirnouyan κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 126). Τα ομοιώματα όπως προαναφέραμε, για σκοπούς της δίκης εντός δίκης, υπέχουν θέσης ναρκωτικών. Έτσι, από τη στιγμή που οι άντρες της ΥΚΑΝ επόπτευαν την όλη διαδικασία της ελεγχόμενης παράδοσης, είδαν και γνώριζαν ότι τα ομοιώματα είχαν παραδοθεί στον κατηγορούμενο 2, ο οποίος βρισκόταν εντός του ταξιδιωτικού γραφείου, είχαν λόγο να πιστεύουν ότι σ' αυτό διαπραττόταν ποινικό αδίκημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης πέραν των δύο χρόνων (βλ. Al-Hamad κ.ά v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117). Δηλαδή της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι οκτώ χρόνια. Η συνύπαρξη αυτών των δεδομένων, τους παρείχε συνεπώς το νομοθετικό δικαίωμα να εισέλθουν στον χώρο, ακόμα και με τον βίαιο τρόπο που το έπραξαν, χωρίς την προηγούμενη έκδοση εντάλματος έρευνας. Το δικαίωμα αυτό νομιμοποιεί και τις εντός του γραφείου, μετέπειτα πράξεις τους, ήτοι της σύλληψης των παρευρισκόμενων και της κατάσχεσης σχετικών με την υπόθεση τεκμηρίων. Υπό μορφή παρένθεσης και εφόσον το ζήτημα τέθηκε από πλευράς Υπεράσπισης, να σημειώσουμε και τα εξής: Τα νομικά πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και οι εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, ασφαλώς και μπορεί να είναι φορείς ατομικών δικαιωμάτων - στο βαθμό βέβαια που μπορούν να ασκηθούν - όπως σωστά υπογράμμισε ο ευπαίδευτος συνήγορος, κ. Δημητρίου. Παράλληλα όμως, τα νομικά πρόσωπα είναι αυθύπαρκτες, χωριστές νομικές οντότητες, με διαφορετικά δικαιώματα, υποχρεώσεις και ευθύνη. Κατ' επέκταση τα ατομικά τους δικαιώματα, τα προβάλλουν και τα υπερασπίζονται σε βάθρο και διαδικασίες όπου έχουν ρόλο και λόγο (locus standi ουσιαστικά) τα ίδια τα νομικά πρόσωπα. Στην παρούσα υπόθεση, καμία εταιρεία δεν κατηγορείται για να τίθεται θέμα παραβίασης των ατομικών της δικαιωμάτων. Για τους πιο πάνω λόγους θεωρούμε ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποσείσει το βάρος το οποίο επωμιζόταν και η ένσταση συνακόλουθα απορρίπτεται. Το τεκμήριο 1 για αναγνώριση κατατίθεται και σημειώνεται ως τεκμήριο 1. (Υπ.) .............. Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Χρ. Παρπόττα, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Α. Πανταζή-Λάμπρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο