← Κύπρος

ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ ν. ΚΥΝΟΛΟΓΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης:833/2020, 8/2/2022

ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ ν. ΚΥΝΟΛΟΓΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης:833/2020, 8/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B14 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:833/2020 XXXXX ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ Παραπονούμενος ν. ΚΥΝΟΛΟΓΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΚΥΠΡΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 08 Φεβρουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενο: κ. Π. Μιχαήλ Για Κατηγορούμενο: κ. Χ. Νεοφύτου Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή Με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της διάπραξης του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, κατά παράβαση του άρθρου 305 Α

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως έχει τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την πιο πάνω κατηγορία ως ο εκδότης μίας επιταγής της Alpha Bank Cyprus Ltd με αριθμό XXXXX37, ύψους €25.000, η οποία αναφέρεται ότι εκδόθηκε προς όφελος του Παραπονούμενου κατά ή περί την 02/03/2018 (στο εξής η Επιταγή) και η οποία, αφού παρουσιάστηκε στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε κατά ή και μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, δεν εξοφλήθηκε λόγω παγοποίησης του λογαριασμού και επιστράφηκε με την ένδειξη «Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ», παραμένοντας απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την εν λόγω παρουσίαση. Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στην πιο πάνω κατηγορία, με αποτέλεσμα η παρούσα υπόθεση να προχωρήσει σε ακρόαση. Β. Βάρος Απόδειξης και συστατικά στοιχεία αδικήματος Όπως σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, έτσι και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της κατηγορίας που προσάπτεται εναντίον του κατηγορούμενου βρίσκεται επί των ώμων της κατηγορούσας αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει σωρευτικά την στοιχειοθέτησή τους με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482 και Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποιν. Έφεση 97/2017, ημ. 19/7/2019). Εναπόκειται, επίσης, στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Αν στο τέλος της υπόθεσης παραμείνει στο μυαλό του Δικαστηρίου έστω και η παραμικρή αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορούμενου, τότε αυτός θα πρέπει να απαλλαχθεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει (Ιωάννου Σάββας Πλαστήρα κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Ως προαναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος που προνοείται στο Άρθρο 305 (Α)
(1)του Κεφ. 154[1], για τη στοιχειοθέτηση του οποίου χρειάζεται να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία, τα οποία προκύπτουν από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου και επιβεβαιώνονται από τη σχετική νομολογία (βλ. Γεώργιος Κλεόπας και Yϊοι Ltd v. Vrontis Builders Ltd κ.α., Ποιν. Έφεση 90/14, ημ. 20/10/2016):
  1. η έκδοση επιταγής,
  2. η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε,
  3. η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα,
  4. η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλετο, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
  5. η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι το αντάλλαγμα μίας επιταγής δεν συνιστά συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(1)Κεφ. 154[2], όμως, όπως, ενδεικτικά, αναφέρθηκε στην Δρούγκα ν. Μάριου, Ποιν. Έφεση 248/2018, ημ. 31/10/2019, ECLI:CY:AD:2019:B454: «το αντάλλαγμα έκδοσης μιας επιταγής δεν συνιστά συστατικό στοιχείο του αδικήματος, πλην όμως η έλλειψη αντιπαροχής συνιστά υπεράσπιση εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου το τεκμήριο ύπαρξης αντιπαροχής δεν είναι απόλυτο αλλά μαχητό. Εξ αυτού συνάγεται ότι το βάρος απόδειξης ανυπαρξίας αντιπαροχής είναι επί των ώμων του εκδότη της επιταγής, αλλά αφ΄ ης στιγμής ο αποδέκτης της επιταγής - εδώ ο εφεσείων - επιλέγει με τη μαρτυρία του να καταστήσει το ζήτημα της αντιπαροχής επίδικο, δεν μπορεί να παραπονείται ότι η επί τούτου μαρτυρία του κρίθηκε αναξιόπιστη ή ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αντέστρεψε το βάρος απόδειξης του υπό αναφορά ζητήματος.» Γ. Προσαχθείσα μαρτυρία και αξιολόγηση Για να αποδείξει την πιο πάνω κατηγορία, η πλευρά του Παραπονούμενου κάλεσε στο Δικαστήριο συνολικά τρείς μάρτυρες. Ο πρώτος ήταν ο XXXXX Κουτσούδης (Μ.Κ.1), δεύτερη ήταν η XXXXX Χαμπουλλά (Μ.Κ.2) και τρίτος ήταν ο ίδιος ο Παραπονούμενος (Μ.Κ.3), κατά την μαρτυρία των οποίων κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 1 - 17, μεταξύ των οποίων και η Επιταγή (Τεκμήριο 3). Με το πέρας της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας και αφού το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση για την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, κλήθηκαν προς υπεράσπιση του Κατηγορούμενου έξι συνολικά μάρτυρες. Πρώτη ήταν η XXXXX Φρίξου (Μ.Υ.1), δεύτερη η XXXXX Ζαννούπα (Μ.Υ.2), τρίτος ο XXXXX Πασχόπουλος (Μ.Υ.3), τέταρτος ο XXXXX Σιαπάνης (Μ.Υ.4), πέμπτος ο XXXXX Χριστοδούλου (Μ.Υ.5) και έκτος ο XXXXX Σάββα (Μ.Υ.6). Περαιτέρω, κατά την μαρτυρία των μαρτύρων υπεράσπισης, κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 18 - 34. Παρά την έκταση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε, τα επίδικα θέματα της υπόθεσης στην πραγματικότητα δεν είναι και τόσο περίπλοκα. Θα αναφερθώ, ωστόσο, σε ορισμένα σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα έτσι ώστε μετέπειτα πτυχές της παρούσας απόφασης να είναι πιο κατανοητές, επισημαίνοντας ταυτόχρονα το αυτονόητο, ότι το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, προφορικής και γραπτής, παρά την απουσία οποιασδήποτε εκτενούς ή ειδικής αναφοράς, το έχω διεξέλθει με τη δέουσα προσοχή και ενδελέχεια (βλ. Al Watani κ.α. v. Παπαδόπουλου
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1924, 1937, Γενικός Εισαγγελέας ν. Α. Ηρακλέους
(2005)2 Α.Α.Δ. 1). Ο Μ.Κ.1 εργάζεται στην Alpha Bank και από το 2016 είναι διευθυντής του κεντρικού καταστήματος της εν λόγω Τράπεζας στην Λεμεσό. Παράλληλα με την εργασία του στην Τράπεζα, υπήρξε στο παρελθόν και μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Κατηγορούμενου, γι' αυτό και ήταν σε θέση, όπως είπε, να αναγνωρίσει τις υπογραφές των προσώπων που υπογράφουν εκ μέρους του στην Επιταγή (όπως και έπραξε), την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  1. Αυτά, σύμφωνα με τον Μ.Κ.1, ήταν ο XXXXX Βασιλείου (στο εξής ο Βασιλείου) και ο Δημήτρης Τιμοθέου (στο εξής ο Τιμοθέου), τις υπογραφές των οποίων είδε αρκετές φορές, σαν μέλος που ήταν στο διοικητικό συμβούλιο του Κατηγορούμενου αλλά και ως τραπεζικός υπάλληλος, αναγνωρίζοντας επίσης την υπογραφή τους και στα έγγραφα που κατέθεσε ως Τεκμήρια 1 και
  2. Ανέφερε, επίσης, ότι ο λογαριασμός XXXXX149-2, ο οποίος σχετίζεται με την Επιταγή (στο εξής ο Λογαριασμός), είναι τρεχούμενος λογαριασμός του Κατηγορούμενου που ανοίχθηκε στην Τράπεζα στις 06/05/2006, ως τα έγγραφα ανοίγματος λογαριασμού που κατέθεσε ως Τεκμήριο
  3. Κατέθεσε επίσης, ως Τεκμήριο 2, έγγραφο από το οποίο, όπως είπε, προκύπτει ότι από τις 21/04/2016 το πρόσωπο που ήταν εξουσιοδοτημένο να υπογράφει εκ μέρους του Κατηγορούμενου όσον αφορά τον Λογαριασμό ήταν ο Βασιλείου όμως, εξ όσων θυμόταν, πριν την εν λόγω ημερομηνία υπογράφοντες του Λογαριασμού ήταν δύο πρόσωπα μαζί, ο Βασιλείου με τον Τιμοθέου. Αναφερόμενος στη συνέχεια στις σφραγίδες που εμφαίνονται στην Επιταγή, είπε πως, με βάση το αρχείο της Τράπεζας, στο οποίο έχει πρόσβαση, ο Λογαριασμός τέθηκε από τις 17/07/2012 (και εξακολουθεί να είναι), στο ΚΑΠ, γι' αυτό και υπάρχει στην Επιταγή η ανάλογη ένδειξη («Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ»), δεν γνώριζε όμως για ποιο λόγο τέθηκε στην Επιταγή και η σφραγίδα «Η υπογραφή του εκδότη της επιταγής διαφέρει από το δείγμα στην κατοχή μας», εφόσον, όπως είπε, τη δεδομένη χρονική στιγμή τον Λογαριασμό χειριζόταν διαφορετικό κατάστημα της Τράπεζας (κατάστημα Κολονακίου) στο οποίο υπεύθυνος διευθυντής ήταν τότε η Μ.Κ.2, η οποία τώρα είναι διευθύντρια του καταστήματος Μέσα Γειτονιάς στη Λεμεσό. Ωστόσο, από την εμπειρία του, υπολόγισε ότι αυτό ενδεχομένως να έγινε επειδή κατά το χρόνο που τέθηκε η εν λόγω σφραγίδα (15/03/2018) εξουσιοδοτημένος να υπογράφει για τον Λογαριασμό ήταν ένα πρόσωπο ενώ στην Επιταγή υπάρχουν δύο υπογραφές. Ανέφερε επίσης ότι, σύμφωνα με την σφραγίδα που φαίνεται στην Επιταγή, αυτή παρουσιάστηκε για εξαργύρωση στο κατάστημα της Alpha Bank στη Μέσα Γειτονιά, Λεμεσός, στις 15/03/
  4. Τέλος, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει να υπήρξε οποιαδήποτε αντίδραση του Κατηγορούμενου όσον αφορά την υπογραφή της Επιταγής ούτε εντόπισε στο αρχείο της Τράπεζας οποιοδήποτε παράπονο του Κατηγορούμενου περί ελλιπούς ενημέρωσης του για την κίνηση του Λογαριασμού. Αντεξεταζόμενος ανέφερε επίσης ότι περί το έτος 2008 είχε εκλεγεί μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Κατηγορούμενου, κατέχοντας για σύντομο χρονικό διάστημα την ιδιότητα του ταμία, αλλά εδώ και πέραν των 10 ετών έχει υποβάλει την παραίτηση του, αποχωρώντας από το διοικητικό του συμβούλιο. Κατόπιν έρευνας που διενήργησε στο φάκελο του Κατηγορούμενου που τηρείται στην Τράπεζα, εντόπισε και κατέθεσε κατά την αντεξέταση του τα Τεκμήρια 4 και 5, αναφέροντας ότι, από την ημερομηνία ανοίγματος του Λογαριασμού (06/05/2008) μέχρι τις 20/12/2010 εξουσιοδοτημένα πρόσωπα να υπογράφουν στο Λογαριασμό (ως το Τεκμήριο 1) ήταν ο ίδιος και ο XXXXX Νεοφύτου (στο εξής ο Νεοφύτου), ακολούθως, από τις 20/12/2010 μέχρι τις 09/09/2011 εξουσιοδοτημένοι υπογράφοντες του Λογαριασμού ήταν ο Βασιλείου και ο Τιμοθέου (Τεκμήρια 4 και 5) και από τις 09/09/2011 εκείνος που ήταν εξουσιοδοτημένος να υπογράφει στον Λογαριασμό ήταν μόνο ο Βασιλείου (Τεκμήριο 5). Ανέφερε επίσης ότι το Τεκμήριο 2 αποτελεί έγγραφο επικύρωσης του Λογαριασμού, το οποίο ζητήθηκε από την Μ.Κ.2 το 2016, βάσει του οποίου επιβεβαιώνεται ότι κατά το 2016 συνέχιζε να ήταν μόνος υπογράφων του Λογαριασμού ο Βασιλείου. Η Μ.Κ.2 εργάζεται εδώ και 25 έτη στην Alpha Bank στη Λεμεσό και τώρα είναι διευθύντρια σε κατάστημα της εν λόγω Τράπεζας στην Μέσα Γειτονιά ενώ, προηγουμένως, εργαζόταν σε κατάστημα της στην Κολονακίου. Ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος είναι πελάτης της Τράπεζας και είναι ο κάτοχος του Λογαριασμού, από τον οποίο μπορούσε να έχει βιβλιάρια επιταγών. Ως Τεκμήριο 9 κατέθεσε τις καταστάσεις του Λογαριασμού και ως Τεκμήρια 13 και 14 κατέθεσε (αντιστοίχως) τις καταστάσεις των υπόλοιπων δύο λογαριασμών που ο Κατηγορούμενος διατηρούσε στην Alpha Bank, στις οποίες αναφέρθηκε, επεξηγώντας το λόγο που τα τρία πρώτα ψηφία των εν λόγω καταστάσεων διαφέρουν κατά περιόδους, ο οποίος σχετίζεται με τον αριθμό αναφοράς του κάθε καταστήματος της Alpha Bank που είχε, κατά την αντίστοιχη χρονική περίοδο, τον χειρισμό τους. Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήρια 10, 11 και 12 πιστά αντίγραφα των εξουσιοδοτήσεων που έχει η Τράπεζα όσον αφορά τα πρόσωπα που κατά καιρούς είχαν δικαίωμα να υπογράφουν σε σχέση με τον Λογαριασμό, διευκρινίζοντας ότι αρχικά (από 06/05/2008 - 20/12/2010) εξουσιοδοτημένοι υπογράφοντες του Λογαριασμού ήταν ο Νεοφύτου και ο Μ.Κ.1, ακολούθως (από 20/12/2010 - 09/09/2011) ήταν ο Βασιλείου και ο Τιμοθέου και στη συνέχεια (από 09/09/2011) είναι μόνο ο Βασιλείου. Με αναφορά στα Τεκμήρια 9, 13 και 14, ανέφερε επίσης ότι στις 02/03/2018 τόσο ο Λογαριασμός (Τεκμήριο 9) όσο και ο δεύτερος λογαριασμός του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 13) είχαν κατά το κλείσιμο της ημέρας μηδενικό υπόλοιπο, ο δε τρίτος λογαριασμός του (Τεκμήριο 14) είχε στο κλείσιμο της ημέρας υπόλοιπο €9,
  5. Τέλος, ανέφερε ότι, ο Κατηγορούμενος ενημερωνόταν για την πορεία και τις συναλλαγές που αφορούσαν τους πιο πάνω λογαριασμούς του από τις μηνιαίες καταστάσεις που παρουσίασε, οι οποίες, ως η πρακτική της Τράπεζας, του αποστέλλονταν μηνιαίως, χωρίς, εξ' όσων γνωρίζει, να είχε υποβάλει οποιοδήποτε παράπονο προς την Τράπεζα για μη ενημέρωση ή αποστολή καταστάσεων αναφορικά με την κίνηση των λογαριασμών του. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι κατά το χρόνο κατάρτισης του Τεκμηρίου 12 (09/09/2011) δεν ήταν στο κατάστημα της Τράπεζας που είχε τον χειρισμό του Λογαριασμού και δεν είχε εντοπίσει ούτε θυμόταν αν υπάρχουν στον φάκελο του Κατηγορούμενου τα έγγραφα που αναφέρονται στο Τεκμήριο 12 (πιστοποιημένο αντίγραφο του καταστατικού του Σωματείου, πιστοποιημένο αντίγραφο του πιστοποιητικού εγγραφής του Σωματείου και πιστοποιημένο κατάλογο των ονομάτων των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου). Όσον αφορά το Τεκμήριο 2 ανέφερε ότι αυτό έγινε προς επικύρωση της απόφασης του Κατηγορούμενου αναφορικά με το πρόσωπο που ήταν εξουσιοδοτημένο να υπογράφει σε σχέση με τους λογαριασμούς του, διότι είχε τότε ζητηθεί από πλευράς του διαδικτυακή πρόσβαση σε αυτούς (internet banking) και, έτσι, δόθηκαν κωδικοί στον Βασιλείου για να βλέπει διαδικτυακά τα υπόλοιπα των λογαριασμών του Κατηγορούμενου. Ούτε ζήτησε τα τελευταία χρόνια που ήταν η ίδια να λάβει πιστοποιητικό των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του Κατηγορούμενου. Ανέφερε, επίσης, ότι οι λόγοι για τους οποίους δεν πληρώθηκε η Επιταγή ήταν δύο. Ο πρώτος διότι ο Λογαριασμός από τον οποίο εκδόθηκε ήταν παγοποιημένος - ΚΑΠ και ο δεύτερος επειδή το άτομο της Τράπεζας που την σφράγισε θεώρησε ότι η υπογραφή του εκδότη της Επιταγής διαφέρει από το δείγμα που έχει η Τράπεζα στην κατοχή της, δηλαδή ότι κάποια από τις δύο υπογραφές της Επιταγής διαφέρει από την υπογραφή που υπήρχε στο σύστημα της Τράπεζας. Ο Μ.Κ.3, αφού αναγνώρισε την Επιταγή, αναφέρθηκε κατά την μαρτυρία του σε ζητήματα που αφορούν το αντάλλαγμα αυτής καθώς και την στοιχειοθέτηση των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της υπό κρίση κατηγορίας. Όσον αφορά το αντάλλαγμα της Επιταγής, ανέφερε ότι αυτή του δόθηκε έναντι αντίστοιχου ποσού χρημάτων που είπε ότι δάνεισε στον Κατηγορούμενο περί τις αρχές Μαρτίου 2012, μέσω ενός πάρα πολύ καλού του φίλου, του XXXXX Δημητρίου (στο εξής ο Δημητρίου), ο οποίος ήταν τότε κριτής σκύλων στον Κατηγορούμενο και ο οποίος του είχε ζητήσει, και ο ίδιος συμφώνησε, να δανείσει αυτά τα χρήματα στον Κατηγορούμενο διότι τα χρειαζόταν για την κάλυψη κάποιων αναγκών του αναφορικά με κάποιες επιδείξεις σκύλων (shows), αναφέροντάς του ότι τα χρήματα αυτά θα του επιστρέφονταν τους επόμενους 1 - 2 μήνες. Ο ίδιος πείστηκε, όπως είπε, να το πράξει, ζητώντας και λαμβάνοντας από τον Δημητρίου περί τις αρχές Μαρτίου 2012 την Επιταγή έναντι του ποσού των €25.000 που είχε δανείσει στον Κατηγορούμενο, η οποία, όταν του παραδόθηκε ήταν υπογραμμένη και σε αυτήν ήταν συμπληρωμένο αριθμητικά μόνο το ποσό των €25.000, διότι, όπως του είχε τότε αναφέρει ο Δημητρίου, δεν θα χρειαζόταν να την καταθέσει αφού τα χρήματα του θα του επιστρέφονταν σύντομα σε μετρητά. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δάνεισε στον Κατηγορούμενο το ποσό των €25.000 στο πλαίσιο προφορικής συμφωνίας που έκανε περί τις αρχές Μαρτίου 2012 με τον Κατηγορούμενο, μέσω του τότε Προέδρου του (Νεοφύτου) και του Δημητρίου, σε αντίκρισμα του οποίου έλαβε από τον Δημητρίου την Επιταγή του Κατηγορούμενου που του έδωσε ο Νεοφύτου και υπό την προϋπόθεση ότι το εν λόγω ποσό θα του επιστρέφονταν εντός δύο μηνών από τις εισπράξεις που θα είχε ο Κατηγορούμενος στο πλαίσιο κάποιων επιδείξεων (shows) που έκανε εκείνες τις ημέρες, με τα έσοδα των οποίων, όπως του είχαν αναφέρει, θα πληρωνόταν το ποσό δανεισμού. Επίσης, κατά την αντεξέταση του, αναγνώρισε την φωτογραφία, Τεκμήριο 16, ως την Επιταγή που είπε ότι του παραδόθηκε τότε, χωρίς συμπληρωμένα όλα της τα στοιχεία και αρνήθηκε ότι η εν λόγω Επιταγή δόθηκε για λόγο άλλο από εκείνον που προανέφερε ή ότι δεν υπήρξε νόμιμη συναλλαγή με τον Κατηγορούμενο και ότι η Επιταγή είναι προϊόν δόλου και απάτης. Όσον αφορά τα υπόλοιπα στοιχεία της Επιταγής (όνομα δικαιούχου, χρηματικό ποσό ολογράφως και ημερομηνία), ο Μ.Κ.3 ισχυρίστηκε ότι αυτά συμπληρώθηκαν από τον Δημητρίου στις 02/03/2018, κατόπιν άδειας που ο τελευταίος έλαβε εκείνη την ημέρα από τον Βασιλείου, στο πλαίσιο μεταξύ τους τηλεφωνικής επικοινωνίας που είπε ότι είχαν τότε στην παρουσία του. Ανέφερε επίσης ότι, αφότου παρέλαβε εκείνη την ημέρα από τον Δημητρίου πλήρως συμπληρωμένη πλέον την Επιταγή και αφού περί τα μέσα Μαρτίου 2018 παρευρέθηκε σε μία Γενική Συνέλευση του Κατηγορούμενου, στην οποία είπε ότι κλήθηκε από τον τότε Πρόεδρο του ομίλου (Νεοφύτου) να παρουσιαστεί για να εξηγήσει στα μέλη κάτω από ποιες συνθήκες έδωσε τα χρήματα στον Κατηγορούμενο και έλαβε την Επιταγή, προχώρησε στις 15/03/2018 στην κατάθεσή της στην Alpha Bank της Μέσα Γειτονιάς προς εξαργύρωση. Εντούτοις, η Επιταγή του επιστράφηκε απλήρωτη για τους λόγους που αναφέρονται στις σφραγίδες που τοποθετήθηκαν σε αυτήν από την Τράπεζα, τους οποίους δεν είχε μέχρι τότε υπόψη του εφόσον ούτε μέλος του Κατηγορούμενου ήταν και ουδέποτε είχε οποιαδήποτε εμπλοκή σε αυτόν. Μετά την εξέλιξη αυτή, ανέφερε ότι επικοινώνησε μέσω του Δημητρίου με τον Νεοφύτου, ο οποίος του είπε ότι θα διευθετούσαν το χρέος της Επιταγής, όμως αυτό ουδέποτε έγινε, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του, με αποτέλεσμα η Επιταγή να παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη και, για το χρέος που την αφορά, είπε ότι έχει καταχωρίσει σχετική αγωγή. Ο Μ.Κ.3 σημείωσε, επίσης, ότι ούτε πριν την συμπλήρωση των στοιχείων της Επιταγής ούτε κατά την διάρκεια της πιο πάνω Γενικής Συνέλευσης (στην οποία, όπως είπε, παρών ήταν και ο νύν Πρόεδρος, τότε μέλος του Κατηγορούμενου, XXXXX Χ''Σάββας καθώς και ο Τιμοθέου ως τότε Αντιπρόεδρος του Κατηγορούμενου) αλλά ούτε και μετά τις 06/12/2018 που εκλέγηκε το νέο Διοικητικό Συμβούλιο του Κατηγορούμενου (με νέο Πρόεδρο τον Χ''Σάββα και τότε αντιπρόεδρο τον Δημητρίου) προβλήθηκε από πλευράς του οποιαδήποτε αμφισβήτηση αναφορικά με το χρέος ή την ύπαρξη της Επιταγής. Αντιθέτως, όπως διευκρίνισε κατά την αντεξέταση του, κάποια από τα μέλη του Κατηγορούμενου που ήταν παρόντες στην Γενική Συνέλευση (μεταξύ των οποίων και ο Χ''Σάββας), γνωρίζοντας για την ύπαρξη του χρέους και της Επιταγής, τον πλησίασαν για να τον ρωτήσουν κάτω από ποιες συνθήκες έδωσε τα χρήματα στον Κατηγορούμενο. Έγινε, όπως είπε, μία καταγγελία στην Αστυνομία από τον Τιμοθέου σε σχέση με την υπογραφή της Επιταγής, η οποία, ως η πληροφόρηση που έλαβε από το ΤΑΕ Λεμεσού, αποσύρθηκε στη συνέχεια λόγω του ότι ο Τιμοθέου παρουσιάστηκε στην Αστυνομία και αναγνώρισε την υπογραφή του στην Επιταγή, οπότε και του επιστράφηκε από την Αστυνομία η Επιταγή (Τεκμήριο 3). Ο Μ.Κ.3 αναφέρθηκε, επίσης, στο λόγο που ανέμενε από τότε που είπε ότι έλαβε για πρώτη φορά την Επιταγή (αρχές Μαρτίου 2012) μέχρι την ημερομηνία που την έλαβε πλήρως συμπληρωμένη (02/03/2018) για να προχωρήσει σε περαιτέρω ενέργειες σε σχέση με αυτήν. Ισχυρίστηκε ότι, επειδή γνώριζε πως ο Δημητρίου είχε οικονομικό όφελος (εισοδήματα) από τις κριτικές που έκανε σε εθνικό και διεθνές επίπεδο υπό την ιδιότητα του ως κριτής στον Κατηγορούμενο και επειδή, όπως είπε, τα εισοδήματα αυτά για τον Δημητρίου ήταν πολύ σημαντικά για την επιβίωση του ιδίου και της οικογένειας του, ο λόγος που ανέμενε όλο αυτό το χρονικό διάστημα, χωρίς να κάνει οποιαδήποτε κίνηση προηγουμένως, ήταν για να μην δημιουργήσει πρόβλημα στον Δημητρίου. «μήπως τον σταματήσουν, να μην τον αφήσουν να πηγαίνει σε show, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να έχει έσοδα για να ταΐσει την οικογένεια του τζαί τον ίδιο». Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο οι κριτές σε τέτοιες επιδείξεις δικαιούνται μόνο τα πραγματικά τους έξοδα και όχι οτιδήποτε άλλο, όπως του υποβλήθηκε, αναφέροντας ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τι πραγματικά δικαιούνται να πληρώνονται, εφόσον ουδέποτε υπήρξε μέλος του Κατηγορούμενου ούτε ασχολούνταν με τέτοια πράγματα. Όσον αφορά την έκδοση και το αντάλλαγμα της Επιταγής, ο Μ.Κ.3 κατέθεσε ως Τεκμήριο 15 μία υπεύθυνη δήλωση του Νεοφύτου, ημερομηνίας 13/02/
  6. Σε αυτήν αναφέρεται ότι από τον Ιούλιο του 2011 μέχρι τον Ιούνιο του 2012 ο Νεοφύτου ως Πρόεδρος του Κατηγορούμενου είχε δανειστεί από τον Δημητρίου και τον Μ.Κ.3 κατά διαστήματα το συνολικό ποσό των €64.000 και ότι έδωσε σε αυτούς δύο επιταγές του Κατηγορούμενου, εκ των οποίων η μία είναι η επίδικη Επιταγή, η οποία ήταν υπογραμμένη από τους Τιμοθέου και Βασιλείου που κατείχαν, αντιστοίχως, θέσεις Αντιπροέδρου και Ταμία στον Κατηγορούμενο. Αναφέρεται, επίσης, στο Τεκμήριο 15, ότι τα ποσά τα είχε χρησιμοποιήσει ο Νεοφύτου για πληρωμή διαφόρων υποχρεώσεων και εξόδων του Κατηγορούμενου, όπως φαίνεται και στον Λογαριασμό του Κατηγορούμενου στον οποίο μετέφερε τα χρήματα από τους προσωπικούς του λογαριασμούς. Περαιτέρω, αναφέρεται στο Τεκμήριο 15 ότι οι επιταγές αυτές (μεταξύ των οποίων και η επίδικη) δεν έχουν εξοφληθεί. Όσον αφορά το Τεκμήριο 15, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι το είχε ζητήσει ο ίδιος για να εξαλειφθούν κάποιες σκιές που άρχισαν να διαδίδονται σε σχέση με την Επιταγή και το λόγο που αυτή βρέθηκε στην κατοχή του, σημειώνοντας ότι το εν λόγω έγγραφο (Τεκμήριο 15) έγινε από τον Νεοφύτου, ο οποίος, εξ όσων γνωρίζει, δεν ήταν τότε (13/02/2019) Πρόεδρος του Κατηγορούμενου, με πρωτοβουλία του Τιμοθέου, ο οποίος υπογράφει ως μάρτυρας, και του παραδόθηκε αυθημερόν από τον Δημητρίου. Διευκρίνισε, επίσης ότι, όσον αφορά το ποσό των €25.000, εξ όσων του ανέφερε ο Δημητρίου, δόθηκε εφάπαξ στον Κατηγορούμενο. Όταν δε του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση του ότι ο Νεοφύτου είπε στο ΤΑΕ (κατά την διερεύνηση της καταγγελίας Τιμοθέου) ότι την ύπαρξη της Επιταγής την έμαθε το 2018, απάντησε πως ο Νεοφύτου είπε ψέματα στην Αστυνομία και όταν στη συνέχεια του αναφέρθηκε ότι ο Δημητρίου δήλωσε στην Αστυνομία ότι ήταν εκείνος που δάνεισε στον Κατηγορούμενο €60.000 με την προϋπόθεση αυτά να επιστραφούν στον ίδιο, απάντησε ότι δεν γνωρίζει τί είπε ο Δημητρίου στην Αστυνομία και ότι εκείνο που γνωρίζει είναι πως έδωσε €25.000 του Κατηγορούμενου και δεν του τις έδωσε πίσω. Η Μ.Υ.1 υπηρετεί στο ΤΑΕ Λεμεσού και ανέφερε ότι ήταν ο ανακριτής της υπόθεσης που αφορούσε τη διερεύνηση που έγινε από πλευράς Αστυνομίας όσον αφορά την καταγγελία που είπε ότι έκανε ο Τιμοθέου στις 18/04/2018 αναφορικά με την Επιταγή. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 18, 20, 23, 24 και 25 τις ανακριτικές καταθέσεις που λήφθηκαν, αντιστοίχως, από τους Τιμοθέου, Νεοφύτου, Βασιλείου, Δημητρίου και Μ.Κ.3 κατά την διερεύνηση της καταγγελίας Τιμοθέου, αναφέροντας επίσης ότι οι εν λόγω καταθέσεις λήφθηκαν από την ίδια, με εξαίρεση εκείνην του Μ.Κ.3, η οποία λήφθηκε από τον Λοχία
  7. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι, μετά την λήψη των εν λόγω καταθέσεων, η διερεύνηση της καταγγελίας δεν προχώρησε και δεν έγινε γραφολογικός έλεγχος του γνησίου των υπογραφών της Επιταγής εφόσον ο Τιμοθέου προσήλθε ξανά στο ΤΑΕ Λεμεσού αποσύροντας το παράπονο του (ως το Τεκμήριο 26) με αποτέλεσμα η υπόθεση για την Αστυνομία να έχει ολοκληρωθεί. Η Μ.Υ.2 εργάζεται στο Τμήμα Υποδομών Χρηματοοικονομικών Αγορών και Πληρωμών στην Υπηρεσία Κεντρικού Αρχείου Πληροφοριών της Κεντρικής Τράπεζα της Κύπρου από τον Σεπτέμβριο του
  8. Κατά την μαρτυρία της κατέθεσε μία επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας προς το δικηγορικό γραφείο Νεοφύτου & Νεοφύτου Δ.Ε.Π.Ε., ημερομηνίας 15/09/2020 (Τεκμήριο 29) και περιορίστηκε να αναφέρει ότι οποιαδήποτε στοιχεία ή πληροφορίες αφορούν τον Λογαριασμό, περιλαμβανομένου του ονόματος του κατόχου του εν λόγω Λογαριασμού, μπορούν να δοθούν από την Alpha Bank, στην οποία αυτός έχει ανοιχθεί. Ο Μ.Υ.3 ανέφερε ότι ήταν κριτής μορφολογίας σκύλων από το 2008 ενώ υπήρξε και μέλος του Κατηγορούμενου, χωρίς όμως να είχε οποιαδήποτε εμπλοκή είτε στο διοικητικό συμβούλιο του Κατηγορούμενου είτε στη διοίκηση και διαχείριση του. Ανέφερε, επίσης, ότι ήταν παρών κατά Γενική Συνέλευση ημερομηνίας 09/03/2018, τα πρακτικά της οποίας κατέθεσε ως Τεκμήριο 30, προσθέτοντας ότι κατά την διάρκεια της εν λόγω συνέλευσης υπήρξαν πολλές τοποθετήσεις, έγιναν διάφορες εικασίες, προβλήθηκαν διάφοροι ισχυρισμοί και λήφθηκαν συγκεκριμένες αποφάσεις, μεταξύ των οποίων και ο διορισμός μίας πενταμελούς επιτροπής, στην οποία ο ίδιος διορίστηκε ως ένας εκ των μελών της, που σκοπό είχε την διενέργεια μίας άτυπης διερεύνησης της οικονομικής κατάστασης του Κατηγορούμενου και των υποχρεώσεων του προς τρίτους με την περισυλλογή όσο περισσότερων στοιχείων αναφορικά με τις οφειλές του. Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήριο 31 τα πρακτικά της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης του Κατηγορούμενου ημερομηνίας 02/07/2018, στα οποία περιλαμβάνονται ενδεικτικά κάποιες μη δεσμευτικές και ανεπίσημες πληροφορίες που περισυνέλλεξε η επιτροπή σε σχέση με την οικονομική κατάσταση του Κατηγορούμενου, χωρίς όμως αυτές να υποστηρίζονται από οποιεσδήποτε αποδείξεις αφού, όπως είπε, δεν είχαν πρόσβαση είτε σε τραπεζικούς λογαριασμούς είτε στα λογιστικά βιβλία του Κατηγορούμενου, ξεκαθαρίζοντας πως ούτε τότε αλλά ούτε και τώρα γνωρίζει αν υπήρξαν οποιεσδήποτε δοσοληψίες αναφορικά με την Επιταγή διότι η επιτροπή δεν είχε την τεχνογνωσία ούτε ασχολήθηκε να διερευνήσει τους λόγους που αυτή εκδόθηκε εφόσον δεν είχε τέτοια εντολή από την Γενική Συνέλευση. Σε σχέση με τον Μ.Κ.3 ανέφερε ότι δεν θυμόταν σε ποια ή ποιες από τις δύο Γενικές Συνελεύσεις παρουσιάστηκε, χαρακτήρισε, ωστόσο, την παρουσία του στην Γενική Συνέλευση ως ήπια και όχι έντονη, αναφέροντας ότι για εκείνον ο Μ.Κ.3 ήταν ένας άγνωστος άνθρωπος ο οποίος, εξ όσων θυμόταν, παρευρέθηκε σε μία Γενική Συνέλευση ισχυριζόμενος την ύπαρξη της επιταγής και ότι δάνεισε κάποια χρήματα. Όσον αφορά την αμοιβή των κριτών σκύλων ανέφερε ότι, σύμφωνα με την παγκόσμια ομοσπονδία, καθορίζεται ημερήσια αμοιβή ύψους €50, όμως, όπως είπε, οι Κύπριοι κριτές επιτελούν το έργο τους αφιλοκερδώς. Περαιτέρω, σε σχέση με τις αμοιβές των κριτών, αναγνώρισε κατά την αντεξέταση του τους σχετικούς Κανονισμούς, οι οποίοι κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 32, αποδεχόμενος ότι τα έξοδα τους είναι όπως αυτά καθορίζονται στην τελευταία σελίδα του εν λόγω Τεκμηρίου. Επίσης, ανέφερε ότι, εξ' όσων θυμάται, στο καταστατικό του Κατηγορούμενου προνοείται ότι απαγορεύεται η έκδοση επιταγών πέραν του ποσού των Λ.Κ.5.000 (€8.543) δεν θυμόταν όμως να είχε κλητευθεί για να παρευρεθεί προηγουμένως σε οποιαδήποτε άλλη Γενική Συνέλευση του Κατηγορούμενου ούτε γνώριζε να έγινε οποιαδήποτε Γενική Συνέλευση που να ενέκρινε την έκδοση επιταγής πέραν του προαναφερόμενου ποσού. Ο Μ.Υ.4 ανέφερε ότι είναι κριτής σκύλων και ήταν ένα από τα μέλη του Κατηγορούμενου που συμμετείχε στην επιτροπή που διορίστηκε στο πλαίσιο της Γενικής Συνέλευσης ημερομηνίας 09/03/
  9. Ήταν επίσης παρών και στις δύο Γενικές Συνελεύσεις του Κατηγορούμενου που έγιναν στις 09/03/2018 και 02/07/
  10. Όπως είπε, ουδέποτε είχε πρόσβαση στην οικονομική διαχείριση ή στους τραπεζικούς λογαριασμούς του Κατηγορούμενου και δεν γνωρίζει αν ο Μ.Κ.3 είχε οποιαδήποτε σχέση ή γραπτή συμφωνία με τον Κατηγορούμενο αφού ο ίδιος δεν τον γνώριζε προηγουμένως και, ως άτομα του ομίλου, έμαθαν πρώτη φορά για αυτόν στο πλαίσιο της Γενικής Συνέλευσης ημερομηνίας 09/03/2018, όταν τους τον σύστησε ο Δημητρίου. Αναφέρθηκε κατά την μαρτυρία του στα όσα θυμάται να λέχθηκαν στις προαναφερόμενες συνελεύσεις, με αναφορά στα πρακτικά που τηρήθηκαν, Τεκμήρια 30 και 31, διευκρινίζοντας ότι, κατά την Γενική Συνέλευση ημερομηνίας 09/03/2018, δεν θυμόταν να τους είχε υποδειχθεί ασυμπλήρωτη η Επιταγή (ως το Τεκμήριο 16) και αναφέροντας κατά την αντεξέταση του ότι δεν θυμάται από ποιον έγινε η αναφορά σε «τοκογλυφία» που φαίνεται σε σχέση με οφειλές προς τον Δημητρίου στην τελευταία σελίδα του Τεκμηρίου 30 εφόσον, όπως είπε, κατά τη διάρκεια της συνέλευσης υπήρξε μία χαώδης κατάσταση και ένας αναβρασμός με τον καθένα να έλεγε εκείνα που ήθελε, ενώ δεν αναγνώρισε τον γραφικό χαρακτήρα του προσώπου που συνέταξε τις δύο τελευταίες σελίδες του εν λόγω Τεκμηρίου. Όσον αφορά την Επιταγή, ανέφερε πως κατά την συνέλευση ο Δημητρίου ισχυρίστηκε ότι έχει αυτές τις επιταγές που αναφέρονται στο Τεκμήριο 31 (μεταξύ των οποίων και την επίδικη) και ο Νεοφύτου είπε πως πήρε αυτά τα χρήματα, όμως παρέμειναν άγνωστες οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν οι ρηθείσες επιταγές και δεν παρουσιάστηκε κάτι που να επιβεβαιώνει ότι τα χρήματα των επιταγών χρησιμοποιήθηκαν για τον Κατηγορούμενο ή αν αυτά τα επωφελήθηκε τρίτο πρόσωπο. Πρόσθεσε ότι ουδέποτε ανέφερε στον Μ.Κ.3 ότι το ποσό της Επιταγής του οφείλεται από τον Κατηγορούμενο και ούτε γνωρίζει κάτι άλλο για την Επιταγή εφόσον, ως επιτροπή, δεν έκαναν οποιαδήποτε έρευνα για το θέμα της Επιταγής και το χρέος που αυτή αφορά αφού δεν είχαν οποιαδήποτε υπόσταση ούτε εξουσίες για να προχωρήσουν σε κάτι τέτοιο. Περαιτέρω, ανέφερε ότι γνωρίζει τις πρόνοιες του καταστατικού του Κατηγορούμενου που απαγορεύουν την έκδοση επιταγών πέραν του ποσού των Λ.Κ.5.000 (€8.543) και αναγνώρισε κατά την αντεξέταση του τους Κανονισμούς για τους κριτές σκύλων (Τεκμήριο 32), συμφωνώντας ότι η τελευταία σελίδα του εν λόγω Τεκμηρίου αφορά τα έσοδα που ένας κριτής μπορεί να διεκδικήσει. Ο Μ.Υ.5 ανέφερε ότι ήταν κριτής σκύλων και είναι μέλος του Κατηγορούμενου από το 2003 ενώ παράλληλα διετέλεσε γραμματέας του ομίλου από τα τέλη του 2016 μέχρι τον Αύγουστο του 2018, θέση στην οποία, όπως είπε, διορίστηκε από τον Νεοφύτου, τότε Πρόεδρο του Κατηγορούμενου. Υπό αυτή την ιδιότητα, ήταν παρών τόσο στην Γενική Συνέλευση ημερομηνίας 09/03/2018, κατά την οποία έμαθε για τον Μ.Κ.3, όσο και στην επόμενη, ημερομηνίας 02/07/
  11. Ανέφερε ότι στην πρώτη Γενική Συνέλευση, ημερομηνίας 09/03/2018, ειπώθηκαν αρκετά πράγματα και ανάμεσα σε αυτά ακούστηκε και η λέξη τοκογλυφία, για την οποία γίνεται αναφορά στην τελευταία σελίδα του Τεκμηρίου 30, δεν θυμόταν όμως από ποιον έγινε αυτή η αναφορά, ήταν κάτι όμως που, όπως είπε, δεν αμφισβητήθηκε από κάποιον διότι, όπως συμπλήρωσε κατά την αντεξέταση του, ήταν θέμα που θα διερευνούσε η επιτροπή που διορίστηκε. Δεν είχε εμπλοκή στην οικονομική διαχείριση ούτε πρόσβαση στους τραπεζικούς λογαριασμούς του Κατηγορούμενου, το καταστατικό του οποίου κατέθεσε ως Τεκμήριο 33, παραπέμποντας επίσης στο άρθρο 11 αυτού, σύμφωνα με το οποίο ο Κατηγορούμενος μπορούσε να ξοδέψει μέχρι το ποσό των €5.000 κατόπιν πλειοψηφικής απόφασης της ολομέλειας του διοικητικού του συμβουλίου και οποιοδήποτε μεγαλύτερο ποσό κατόπιν εξουσιοδότησης ή έγκρισης της Γενικής του Συνέλευσης. Ανέφερε περαιτέρω ότι ο ίδιος δεν έκανε, ούτε περιήλθε στην αντίληψη του, οποιαδήποτε καταχώριση στα βιβλία του Κατηγορούμενου για οποιοδήποτε δανεισμό σε σχέση με το ποσό της Επιταγής, ούτε γνωρίζει να λήφθηκε κατά την περίοδο που ήταν γραμματέας οποιαδήποτε σχετική απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Κατηγορούμενου αναφορικά με το ζήτημα της πληρωμής ενός τέτοιου ποσού. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν παρευρέθηκε στην ακρόαση ημερομηνίας 15/02/2019, η οποία αφορούσε κατηγορίες για διάπραξη πειθαρχικών αδικημάτων, ως η ειδοποίηση που του στάληκε από τον Κατηγορούμενο ημερομηνίας 11/01/2019 (Τεκμήριο 34), και αρνήθηκε ότι ο λόγος που ήρθε να μαρτυρήσει στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας ήταν για να βοηθήσει τον Κατηγορούμενο σε αντάλλαγμα για την απόσυρση των προαναφερόμενων κατηγοριών, αναφέροντας ότι, για τις εν λόγω κατηγορίες, έχει απαντήσει εδώ και αρκετό καιρό στο αρμόδιο σώμα, προσθέτοντας ότι αυτές οι κατηγορίες δεν ευσταθούν καθόλου. Ωστόσο, στο στάδιο της επανεξέτασης του, ανέφερε ότι έλαβε μέρος στην εν λόγω πειθαρχική διαδικασία, του επιβλήθηκε ποινή την οποία έχει εκτίσει και, επειδή το ζήτημα εκείνο ολοκληρώθηκε, επανήλθε στον Κατηγορούμενο. Ανέφερε, επίσης, κατά την αντεξέταση του ότι, εξ όσων θυμάται, κατά την διάρκεια της πρώτης Γενικής Συνέλευσης ο Μ.Κ.3 και ο Δημητρίου μιλούσαν συνέχεια με τον Νεοφύτου σε προσωπικό επίπεδο, με τον πρώτο να αναφέρει στον τελευταίο ότι του οφείλει χρήματα και τον τελευταίο να αφήνει το ζήτημα αυτό να διερευνηθεί από την επιτροπή, ενώ στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι δεν άκουσε όλα όσα λέχθηκαν μεταξύ τους, χαρακτηρίζοντας την επαφή τους αυτή ως μία προσωπική διαμάχη, την οποία δεν ήθελε να ακούσει. Ο Μ.Υ.6 ανέφερε ότι είναι κριτής σκύλων και τακτικό μέλος του Κατηγορούμενου από το 1997 περίπου ενώ αποτελεί μέλος του διοικητικού του συμβουλίου από τις τελευταίες εκλογές που έγιναν πριν από ενάμιση χρόνο περίπου. Υπό την ιδιότητα του τακτικού μέλους, είπε ότι ήταν παρών στην Γενική Συνέλευση ημερομηνίας 09/03/2018, στην οποία παρευρέθηκε ο Δημητρίου ο οποίος ήρθε μαζί με τον Μ.Κ.3 και άλλα τέσσερα, άγνωστα σε αυτόν, πρόσωπα, στα οποία όμως δεν επιτράπηκε η είσοδος στην αίθουσα διεξαγωγής της Γενικής Συνέλευσης και τα οποία παρέμειναν έξω από την αίθουσα διεξαγωγής της Γενικής Συνέλευσης, ισχυριζόμενος ότι εκείνο που αντιλήφθηκε ως προς τον λόγο της παρουσίας των εν λόγω προσώπων ήταν για να προστατεύσουν τον Μ.Κ.3 σε περίπτωση που υπήρχε φασαρία αλλά και για εκφοβισμό. Όπως είπε, δεν γνωρίζει τον Μ.Κ.3, ούτε του μίλησε κατά την Γενική Συνέλευση και ούτε γνώριζε ότι θα ερχόταν σε αυτήν. Ωστόσο, κατόπιν άδειας του Νεοφύτου, του επετράπη να παρευρεθεί στην Γενική Συνέλευση, στην οποία ανέφερε ότι φαίνεται να προσκλήθηκε από τον Δημητρίου, για να εξηγήσει το χρέος που προέκυψε αναφορικά με χρήματα που είπε ότι έδωσε στον Δημητρίου και τα οποία ο τελευταίος έδωσε στον Νεοφύτου. Ανέφερε, επίσης, ότι από το 2010 έως τις 09/03/2018 δεν είχε συγκληθεί οποιαδήποτε Γενική Συνέλευση εφόσον ο Νεοφύτου «ήταν Πρόεδρος, ταμίας, γραμματέας, αποφάσιζε ένας για όλους και για όλα». Σε σχέση με την αναφορά που υπάρχει στο Τεκμήριο 30 περί τοκογλυφίας, ο Μ.Υ.6 αναφέρθηκε στα όσα αντιλήφθηκε να είχαν λεχθεί κατά την Γενική Συνέλευση ημερομηνίας 09/03/
  12. Είπε ότι όταν ο Νεοφύτου έλεγε τα χρέη του Κατηγορούμενου ανέφερε στο τέλος για μία επιταγή ύψους €25.000 (ως το Τεκμήριο 16), το οποίο είπε ότι οφείλει στον Δημητρίου. Τότε ο Δημητρίου είπε ότι αυτό το ποσό οφείλεται στον Μ.Κ.3, ως τα χρήματα που ο τελευταίος του έδωσε και τα οποία έδωσε του Νεοφύτου. Έγινε, όπως είπε, αναφορά κατά τη διάρκεια της συνέλευσης και σε μία άλλη επιταγή ύψους €15.000, προσθέτοντας ότι ο Νεοφύτου παραδέχθηκε ότι πήρε προσωπικά το συνολικό ποσό που αυτές οι δύο επιταγές αφορούν (€40.000), αρνήθηκε όμως να πληρώσει τόκους ύψους €22.000 που του είχε αναφέρει ο Δημητρίου, και εκεί επενέβη ο Μ.Κ.3 και του είπε «υποσχέθηκε να τα πληρώσει στους τοκογλύφους που μας πιάνουν τα λεφτά». Ακολούθως, ο Μ.Υ.6 ισχυρίστηκε ότι ο Νεοφύτου αρνήθηκε το ποσό των €22.000 λέγοντας ότι δεν πρόκειται να πληρώσει χρήματα σε τοκογλύφους και στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι επεξηγήσεις για τις €22.000 και για τα περί τοκογλύφων δόθηκαν από τον Δημητρίου. Αντεξεταζόμενος, επανέλαβε ότι το ποσό των €40.000 παραδέχθηκε ο Νεοφύτου ότι το έλαβε από τον Δημητρίου προσωπικά και ουδέποτε είπε ότι το έλαβε για τον Κατηγορούμενο ούτε μπορούσε να αποδείξει ότι χρησιμοποίησε τα χρήματα αυτά για τον Κατηγορούμενο, όμως αυτό δεν φαίνεται στα πρακτικά, Τεκμήριο 30, επειδή όταν προέκυψε το ζήτημα με τον Μ.Κ.3, δημιουργήθηκε αναστάτωση και τελείωσε εκείνη την στιγμή η Γενική Συνέλευση. Όσον αφορά την αμοιβή των κριτών, ο Μ.Υ.6 ανέφερε ότι οι κριτές δεν αμείβονται σαν επάγγελμα αλλά, σύμφωνα με τους σχετικούς Κανονισμούς, προσφέρουν τις εργασίες τους εθελοντικά, λαμβάνοντας τα οδοιπορικά τους έξοδα, παρόλο που ο ίδιος το έκανε αμισθί, χωρίς δηλαδή να λαμβάνει οτιδήποτε, ούτε για τα προσωπικά του έξοδα. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και, έχοντας εξετάσει με την επιβαλλόμενη προσοχή την μαρτυρία που προσέφεραν, την έχω αξιολογήσει, στο βαθμό που αυτή αφορά τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης (βλ. Χριστίνα Ρασποπούλου ν. Θεοδώρα Μακρή Ποιν. Έφεση 287/2015 ημ. 11/05/2017, ECLI:CY:AD:2017:B171), με γνώμονα τις καθιερωμένες αρχές αξιολόγησης[3] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων, έχοντας παράλληλα κατά νου ότι δεν αναμένεται από την κατηγορούσα αρχή να αποδεικνύει στοιχεία και γεγονότα που δεν αμφισβητούνται (βλ. Ηλία ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 454) και ότι αν ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων που αμφισβητούνται, η εκδοχή της μαρτυρίας του σε σχέση με αυτά θεωρείται αδιαμφισβήτητη (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 και Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποιν. Έφεση 331/2015 ημ. 11/12/2017, ECLI:CY:AD:2017:B454). Οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 προκάλεσαν πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρες της αλήθειας. Έδωσαν την εικόνα αξιόπιστων μαρτύρων, οι οποίοι προσήλθαν στο Δικαστήριο με γνήσια κίνητρα, προσπαθώντας να παραθέσουν με ειλικρίνεια τα όσα γνωρίζουν σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, και αυτό θεωρώ ότι έπραξαν. Αναφέρθηκαν σε ζητήματα που αφορούν το άνοιγμα και τη λειτουργία του Λογαριασμού που σχετίζεται με την Επιταγή ως επίσης και σε ζητήματα που αφορούν την παρουσίαση και τους λόγους μη τίμησης της, τα οποία συνάδουν τόσο με το περιεχόμενο των σφραγίδων που εμφαίνονται σε αυτήν όσο και με τα έγγραφα που κατέθεσαν ως Τεκμήρια, το περιεχόμενο των οποίων επί της ουσίας παρέμεινε αδιαμφισβήτητο, απαντώντας παράλληλα με αμεσότητα και πειστικότητα στις ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν, χωρίς η μαρτυρία τους να έχει καθ' οιονδήποτε τρόπο κλονιστεί ως αποτέλεσμα της αντεξέταση τους. Η μαρτυρία τους χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα και πειστικότητα, έχει λογική συνοχή, είναι αληθοφανής ενώ δεν έχω διαπιστώσει οποιοδήποτε λόγο που θα με οδηγούσε να μην την αποδεχτώ και να μην μπορώ να βασιστώ σε αυτήν για να καταλήξω σε ασφαλή συμπεράσματα ως προς τα επίδικα γεγονότα της υπόθεσης. Συνεπώς, κρίνω ότι οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 είπαν στο Δικαστήριο την αλήθεια και, ως εκ τούτου, αποδέχομαι τη μαρτυρία τους στην ολότητα της για την εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων. Δεν μπορώ να πω το ίδιο για τον Μ.Κ.3, ο οποίος έκαμε στο Δικαστήριο πολύ φτωχή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Κατ' αρχάς, θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του, και ο ίδιος επέμεινε μέχρι τέλους στη θέση του, ότι η Επιταγή του παραδόθηκε από τον Δημητρίου αρχές Μαρτίου 2012, κενή από τα λοιπά, εκτός της υπογραφής και του ποσού της, στοιχεία, και πως αυτά συμπληρώθηκαν από τον Δημητρίου στις 02/03/
  1. Δεν αμφισβητήθηκε, επίσης, η θέση του ότι παρουσίασε την Επιταγή για πληρωμή στην Alpha Bank Μέσα Γειτονιάς στις 15/03/2018 και ότι αυτή δεν εξαργυρώθηκε για τους λόγους που εμφαίνονται στις σφραγίδες του εν λόγω πιστωτικού ιδρύματος που τέθηκαν σε αυτήν, δεδομένα τα οποία άλλωστε συνάδουν με την μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 ως επίσης και με το περιεχόμενο της Επιταγής. Ούτε αμφισβητήθηκε η θέση του ότι η Επιταγή παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη. Έτσι, αποδέχομαι το μέρος αυτό της μαρτυρίας του για σκοπούς εξαγωγής των αναγκαίων ευρημάτων. Ωστόσο, δεν αποδέχομαι την εκδοχή της μαρτυρίας του αναφορικά με το αντάλλαγμα της Επιταγής ως επίσης και τις περιστάσεις συμπλήρωσης των υπόλοιπων στοιχείων της, περιλαμβανομένου του λόγου που ισχυρίστηκε ότι αυτό έγινε μετά παρέλευσης έξι ετών από τότε που εξ αρχής του παραδόθηκε. Το Δικαστήριο είναι πεπεισμένο ότι η εκδοχή αυτή της μαρτυρίας του ήταν επιτηδευμένη και υστεροκατασκευασμένη, με σκοπό να διαστρεβλώσει τα γεγονότα ώστε να τα παρουσιάσει με τρόπο που θεωρούσε ότι θα τον βοηθούσε να αποδείξει την υπόθεση του. Στο πλαίσιο αυτό, υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις, προέβαλε ισχυρισμούς που δεν συνάδουν είτε με προηγούμενες τοποθετήσεις του είτε με τις τοποθετήσεις τρίτων τους οποίους επικαλέστηκε κατά την μαρτυρία του για να στηρίξει την εκδοχή του αναφορικά με το αντάλλαγμα της Επιταγής, ενώ σε πολλά σημεία της μαρτυρίας του εξέφρασε θέσεις αναληθοφανείς μέχρι και παράλογες, που με την παράθεση ορισμένων παραδειγμάτων, ενδεικτικών της ποιότητας της μαρτυρίας του, μπορεί αυτό να καταδειχθεί: (α) Όσον αφορά το αντάλλαγμα της Επιταγής, ο Μ.Κ.3 ισχυρίστηκε αρχικά ότι αυτή του παραδόθηκε έναντι αντίστοιχου ποσού χρημάτων που δάνεισε εφάπαξ στον Κατηγορούμενο περί τις αρχές Μαρτίου 2012 και επιχείρησε να εξηγήσει κατά την κυρίως εξέταση του την αναφορά που γίνεται στο Τεκμήριο 15 σε δανεισμό «κατά διαστήματα», λέγοντας ότι: «Είπε μου ο XXXXX ο Δημητρίου. Πιθανόν να έβαλε τζιαμέ κατά διαστήματα διότι επιάσαν που τον Πάνο τζιαί εσμίξαν τα 2 χρέη μαζί τζιαί είπασιν κατά διαστήματα, το πιο πιθανόν που αντιλαμβάνομαι εγώ.». Όταν όμως, κατά την αντεξέταση του, του υποδείχθηκε η αναφορά που έκανε στην ένορκη του δήλωση, Τεκμήριο 17, την οποία καταχώρισε στο πλαίσιο αντίστοιχης αγωγής για το χρέος της Επιταγής (στην οποία εντοπίζεται αναφορά αντίστοιχη με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 15, ήτοι ότι: «Το ποσό των €25000 αφορά χρήματα τα οποία δάνεισα στον εναγόμενο - εδώ Κατηγορούμενο - από τον Ιούλιο του 2011 μέχρι τον Ιούνιο του 2012»), προέβαλε εικασίες και αντιφατικούς ισχυρισμούς, σε μία προσπάθεια απεγκλωβισμού του από προηγούμενες τοποθετήσεις του. Έτσι αντιμετώπισε το ζήτημα κατά την αντεξέταση του: «Ε. Στην ένορκη δήλωση σας εδώ αναφέρετε ότι αυτά τα χρήματα λέτε ότι τα δανείσατε εσείς από τον Ιούλιο του 2011 μέχρι τον Ιούνιο του 2012; A. Μεταξύ. E. Και μεταξύ; A. Τον Μάρτιο του
  2. E. Τον Ιούνιο λέει εδώ κύριε. A. Πιθανόν ο δικηγόρος μου να είχε και άλλες υποθέσεις και έκαμε λάθος. Εγώ λέω ότι τα λεφτά στον όμιλο τα έδωσα τον Μάρτιο του
  3. E. Άρα μας λέτε ότι η ένορκη δήλωση που διαβάσαμε τώρα ετοιμάστηκε από τον δικηγόρο σας και πιθανόν να έκαμε λάθος; A. Πιθανόν να έκαμε τυπογραφικό λάθος. E. Έκαμε λάθος εκτός από τον Ιούνιο και τον Μάρτιο του 2012, έκαμε λάθος και στο ότι το ποσό ήταν εφάπαξ, όπως μας είπατε σήμερα; Ενώ στη δήλωση σας εκεί του Τεκμηρίου 17 λέτε ότι τα λεφτά αυτά τα δανείσατε στον εναγόμενο από τον Ιούλιο του 2011 μέχρι τον Ιούνιο του 2012 αντί εφάπαξ; A. Δεν είπα στο Δικαστήριο ότι είναι εφάπαξ, είπα ότι δάνεισα τα στον όμιλο. E. Κύριε μάρτυρα, προηγουμένως σας ρώτησα στην κυρίως εξέταση σας αν τα χρήματα αυτά τα δώσετε μονοφατσιάς και είπετε ναι μονοφατσιάς; A. Ναι, μονοφατσιάς τα έδωσα τα λεφτά. E. Και εγώ σας υποβάλλω ότι άλλα λέτε στην παράγραφο που έχει αριθμό 4 και είναι η παράγραφος 3 του Τεκμηρίου
  4. Λέτε ότι δανείσετε στον εναγόμενο από τον Ιούλιο του 2011 μέχρι τον Ιούνιο του
  5. A. Και επαναλαμβάνω ότι πιθανόν να είναι τυπογραφικό λάθος του δικηγόρου, δεν το πρόσεξα όταν υπόγραψα την αίτηση. E. Τελικά, η αλήθεια ποια είναι; A. Ότι έδωσα τα λεφτά τον Μάρτιο του 2012 στον Κ.Ο.Κ. έναντι της επιταγής που δικάζουμε δαμέ.» Περαιτέρω, η εκδοχή που παρουσίασε ο Μ.Κ.3 σε σχέση με το αντάλλαγμα της Επιταγής, την οποία επί της ουσίας στήριξε σε εκείνα που ισχυρίστηκε ότι του είπαν περί τις αρχές Μαρτίου 2012 ο Δημητρίου με τον Νεοφύτου, δεν συνάδει με τα όσα αμφότεροι ισχυρίστηκαν στο πλαίσιο της ανακριτικής τους κατάθεσης στην Αστυνομία τον Απρίλιο του 2018, κατά την διερεύνηση της καταγγελίας Τιμοθέου. Με δεδομένο το υπόβαθρο της εκδοχής που έχει η μαρτυρία του Μ.Κ.3 (η οποία περιστρέφεται και, επί της ουσίας, στηρίζεται σε εκείνα που ισχυρίστηκε ότι του είπαν οι Δημητρίου και Νεοφύτου), οι καταθέσεις των Δημητρίου και Νεοφύτου (Τεκμήρια 20 και 24) ασφαλώς δεν μπορούν να αγνοηθούν στο πλαίσιο αξιολόγησης της ποιότητας της μαρτυρίας του[4], όταν μάλιστα αυτές κατατέθηκαν στο Δικαστήριο χωρίς ένσταση και δίχως να ακολουθήσει αμφισβήτηση του περιεχομένου τους ως εκείνα που είπαν οι Νεοφύτου και Δημητρίου στην Αστυνομία σε σχέση με την Επιταγή και όταν, παρά τις σχετικές υποβολές που έγιναν κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.3, τα εν λόγω πρόσωπα δεν κλητευθήκαν από πλευράς του για να μαρτυρήσουν στο Δικαστήριο, ούτε αντεξετάστηκαν μετά την παρουσίαση των εν λόγω καταθέσεων και πριν το κλείσιμο της υπόθεσης της υπεράσπισης, κατ' επίκληση των προνοιών του άρθρου 26 του Κεφ.
  6. Ο μεν Νεοφύτου ισχυρίστηκε, λοιπόν, στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 20) ότι η Επιταγή περιήλθε στην αντίληψη του τον Μάρτιο του 2018, τον δικαιούχο που αναγράφεται στην Επιταγή (Μ.Κ.3) τον γνώριζε εξ όψεως, δεν έχει οποιαδήποτε άλλη επαφή μαζί του και αυτός δεν έχει καμία σχέση με τον Κατηγορούμενο, ενώ δεν γνώριζε αν υπήρχε οποιαδήποτε σχέση μεταξύ του Δημητρίου και του Μ.Κ.3 και ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν γνωρίζει τί πραγματικά έγινε με την Επιταγή. Ο δε Δημητρίου ισχυρίστηκε στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 24) ότι έδωσε το ποσό των €25.000 στον Νεοφύτου για την κάλυψη αναγκών του Κατηγορούμενου, έλαβε από τον Νεοφύτου την Επιταγή ασυμπλήρωτη, την οποία θα κρατούσε ως ασφάλεια αν δεν του επέστρεφε «τα λεφτά του» και λόγω του ότι το 2012 προγραμμάτιζε να φύγει μόνιμα στο εξωτερικό και επειδή όφειλε τον τότε καιρό στον Μ.Κ.3 το ποσό των €25.000, τον ενημέρωσε για τα πια πάνω, δηλαδή για τα δανεικά που έδωσε στον Νεοφύτου και για την Επιταγή που έλαβε ως ασφάλεια, αναφέροντας του ότι μόλις λάμβανε τα χρήματα από τον Νεοφύτου θα του τα έδινε. Έτσι, η εκδοχή που παρουσίασε δια ζώσης ο Μ.Κ.3, επικαλούμενος τα λεγόμενα τρίτων (των Δημητρίου και Νεοφύτου), δεν συνάδει με την εκδοχή που οι τελευταίοι έδωσαν στην Αστυνομία 3 ½ χρόνια προηγουμένως (βλ. Τεκμήρια 20 και 24), η οποία συγκλίνει τουλάχιστον στο ότι ουδεμία συμβατική σχέση προκύπτει να υπήρξε περί τις αρχές Μαρτίου 2012 μεταξύ Μ.Κ.3 και Κατηγορούμενου, σε αντάλλαγμα της οποίας να συμφωνήθηκε μεταξύ τους (είτε απευθείας είτε, έστω, με την εμπλοκή των Δημητρίου και Νεοφύτου) η παράδοση της Επιταγής στον Μ.Κ.3, ως η επί του προκειμένου εκδοχή της μαρτυρίας του τελευταίου. Επιπρόσθετα, σε ό,τι αφορά το αντάλλαγμα της Επιταγής, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ότι μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στο Τεκμήριο
  7. Πρόκειται για ένα έγγραφο ημερομηνίας 13/02/2019 στο οποίο περιλαμβάνονται αναφορές σε ισχυρισμούς γεγονότων που ανατρέχουν σε χρόνο απομακρυσμένο («από τον Ιούλιο του 2011 μέχρι τον Ιούνιο του 2012»), χωρίς παράλληλα να έχει εξηγηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο από πλευράς Μ.Κ.3 ο λόγος που δεν κλητεύθηκε ως μάρτυρας στη διαδικασία το πρόσωπο που φέρεται να δήλωσε τα όσα αναφέρονται σε αυτό, τα οποία μάλιστα δεν συνάδουν με τα όσα ο ίδιος κατέθεσε ένα περίπου χρόνο προηγουμένως στην Αστυνομία (στις 18/04/018), στο πλαίσιο της ανακριτικής του κατάθεσης (Τεκμήριο 20) όσον αφορά την ύπαρξη της Επιταγής, τα οποία ο Μ.Κ.3 περιορίστηκε απλώς να χαρακτηρίσει ψευδή κατά την μαρτυρία του. Περαιτέρω, δεν εξηγήθηκε επαρκώς και με σαφήνεια το πλαίσιο μέσα στο οποίο, και ο σκοπός για τον οποίο, έγινε το Τεκμήριο 15, σε σχέση με το οποίο το μόνο που ισχυρίστηκε ο Μ.Κ.3 ήταν ότι του παραδόθηκε από τρίτο πρόσωπο (τον Δημητρίου), προβάλλοντας, αρχικά, κατά την κυρίως εξέταση του, ότι έγινε από τον Νεοφύτου με πρωτοβουλία του Τιμοθέου για να εξαφανίσουν κάποιες σκιές προς το πρόσωπο του αναφορικά με την Επιταγή και ισχυριζόμενος μετά, κατά την αντεξέταση του, ότι δεν γνωρίζει το λόγο που αυτό έγινε από τον Τιμοθέου. Είπε κατά την κυρίως εξέταση του ότι: «Το έγγραφο τούτο έκαμε το XXXXX Νεοφύτου με μάρτυρα τον κύριο XXXXX Τιμοθέου, μετά για να εξαφανίσουν κάποιες σκιές τις οποίες αρκέψαν να διαδίδουν ποτζιή τζιαί ποδά ότι δεν γνώριζαν για τις επίδικες, ότι δεν έχουν ιδέα πώς βρέθηκαν στην κατοχή μου και για να εξαλειφθούν τούτες οι σκιές προς το πρόσωπο μου ζήτησα να μου κάμουσιν μια δήλωση τζιαί ετοίμασαν μια δήλωση την οποία υπογράψασιν οι 2 τζιαί εδώσαν μου το. [.] Πρωτοβουλία ήταν του XXXXX Τιμοθέου να κλείσει το ραντεβού, να βρεθεί με τους ανθρώπους, να ετοιμάσουν το έγγραφο τζιαί να το υπογράψουν, απ' ό,τι θυμούμαι ήταν ο XXXXX Τιμοθέου που έκαμε όλες τις κινήσεις για να γίνει τούτη η υπεύθυνη δήλωση.» Και έτσι απάντησε κατά την αντεξέταση του σε σχετική υποβολή που του έγινε όσον αφορά το Τεκμήριο 15: «Ε. Εγώ σας υποβάλλω ότι αυτό το έγγραφο έγινε κατ' απαίτηση όπως είπετε του XXXXX Τιμοθέου, ο οποίος απαιτούσε να ξεκαθαρίσει το όνομα του, γιατί έμπλεξε αυτός σε αυτήν την ιστορία της απάτης και γι' αυτόν τον λόγο έγινε εκείνο το έγγραφο, όχι για να σας δώσουν εσάς οποιαδήποτε αναγνώριση ότι χρωστούσε οτιδήποτε οποιοσδήποτε σε εσάς. [.] Α. Δεν ξέρω τον λόγο που το έκαμε ο κύριος Τιμοθέου, εγώ όταν ζήτησα να μου φέρουν κάτι, το ζήτησα για να φύγουν οι σκιές που δημιουργήθηκαν προς το πρόσωπο μου.» Επίσης, η εκδοχή που παρουσίασε ο Μ.Κ.3 σε σχέση με το αντάλλαγμα της Επιταγής και ότι αυτό δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης κατά την Γενική Συνέλευση Μαρτίου 2018, στην οποία είπε ότι παρευρέθηκε, στερείται κάθε πειστικότητας και είναι αναληθοφανής. Ισχυρίστηκε, αφενός, ότι η πλευρά του Κατηγορούμενου συγκατατέθηκε (μέσω του Βασιλείου) στην συμπλήρωση των υπόλοιπων στοιχείων της Επιταγής στις 02/03/2018, καλώντας τον, από την άλλη, να παρευρεθεί λίγες ημέρες μετά στην Γενική Συνέλευση για να εξηγήσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προέκυψε η ισχυριζόμενη οφειλή που αφορούσε η Επιταγή, και ο ίδιος συμφώνησε να το πράξει, χωρίς να καταθέσει αμέσως την Επιταγή, προχωρώντας όμως σε αυτό αμέσως μετά την ρηθείσα Γενική Συνέλευση (όπως ο ίδιος το έθεσε: «1 - 2 ημέρες προτού καταθέσω την επιταγή στην τράπεζα»). Αν πράγματι το χρέος της Επιταγής προς το πρόσωπο του δεν τελούσε υπό αμφισβήτηση από πλευράς Κατηγορούμενου, γιατί να είχε κληθεί να παρουσιαστεί στην Γενική Συνέλευση Μαρτίου 2018 λίγες ημέρες μετά την φερόμενη άδεια που είπε ότι δόθηκε για την συμπλήρωση των υπόλοιπων στοιχείων της; Ούτε έπεισε με τα λεγόμενα του ότι δόθηκε από πλευράς Κατηγορούμενου η φερόμενη άδεια στις 02/03/2018, σε χρόνο μάλιστα που αυτή δεν θα μπορούσε να τιμηθεί (εφόσον ο Λογαριασμός βρισκόταν στο ΚΑΠ από 17/07/2012) και όταν επίκειτο λίγες ημέρες μετά η διεξαγωγή της Γενικής Συνέλευσης, στην οποία κλήθηκε, όπως είπε, να παρευρεθεί για να εξηγήσει πώς και κάτω από ποιες συνθήκες ο Κατηγορούμενος όφειλε σε αυτόν χρήματα. Αφετέρου, δεν εξηγήθηκε επαρκώς και κατά τρόπο πειστικό από τον ίδιο γιατί αποδέχτηκε να παρευρεθεί σε εκείνη την Γενική Συνέλευση, παρόλο που είχε εξασφαλιστεί (όπως ισχυρίστηκε) η φερόμενη άδεια για την συμπλήρωση των υπόλοιπων στοιχείων της Επιταγής από τις 02/03/2018, χωρίς εν τω μεταξύ να την είχε καταθέσει από τότε προς εξαργύρωση. Περαιτέρω, αν πράγματι το χρέος του Κατηγορούμενου προς το πρόσωπο του δεν αμφισβητήθηκε ή έγινε παραδεκτό στο πλαίσιο της ρηθείσας Γενικής Συνέλευσης (όπως ισχυρίστηκε), για ποιο λόγο να ακολουθήσει η καταγγελία Τιμοθέου στην Αστυνομία ένα περίπου μήνα μετά (στις 18/04/2018 - Τεκμήριο 18); Ούτε εξηγήθηκε επαρκώς και κατά τρόπο πειστικό από τον Μ.Κ.3 γιατί αποφάσισε να καταθέσει την Επιταγή προς εξαργύρωση λίγες ημέρες μετά την ημερομηνία που είπε ότι παρουσιάστηκε στην εν λόγω Γενική Συνέλευση, χωρίς να αναλογιστεί και τότε (κατά το χρόνο παρουσίασης της προς εξαργύρωση) τα ισχυριζόμενα οικονομικά προβλήματα που είπε ότι θα προκαλούσε στον Δημητρίου (τα οποία, άλλωστε, επικαλέστηκε ως λόγο για να δικαιολογήσει την πάροδο έξι ολόκληρων ετών από τότε που είπε ότι του παραδόθηκε ως αντίκρισμα για το χρέος του Κατηγορούμενου σε αυτόν) και χωρίς, από την άλλη, να οχλήσει την πλευρά του Κατηγορούμενου για την εξόφληση του ισχυριζόμενου σε αυτόν χρέους μετά το πέρας της ρηθείσας Γενικής Συνέλευσης και πριν την παρουσίαση της Επιταγής στην Τράπεζα, ως θα ήταν αναμενόμενο να πράξει μετά και την φερόμενη αναγνώριση του χρέους της κατά την πιο πάνω Γενική Συνέλευση, όπως ισχυρίστηκε εξάλλου ότι έκανε προηγουμένως, στο χρόνο των έξι ετών που άφησε να παρέλθει από τότε που έλαβε εξ αρχής την Επιταγή. Στο βαθμό δε που ερωτήθηκε ο Μ.Κ.3 για τα πιο πάνω ζητήματα, είτε απέφυγε να απαντήσει είτε έδωσε απαντήσεις γενικές και αόριστες, προβάλλοντας έτσι μία εκδοχή αναληθοφανή και στερούμενη κάθε πειστικότητας. (β) Όσον αφορά τις περιστάσεις συμπλήρωσης των υπόλοιπων στοιχείων της Επιταγής, ο Μ.Κ.3 ισχυρίστηκε ότι αυτό έγινε από τον Δημητρίου στις 02/03/2018, κατόπιν άδειας που ο τελευταίος έλαβε από τον Βασιλείου, στο πλαίσιο τηλεφωνικής επικοινωνίας που είπε ότι είχε εκείνη την ημέρα στην παρουσία του. Ισχυρίστηκε επίσης ότι γνώριζε πως εκείνη τη στιγμή στην άλλη γραμμή του τηλεφώνου ήταν ο Βασιλείου «Διότι όταν ξεκίνησε η συνομιλία τους, είπε του, αποκάλεσε τον με τον όνομα του και στη συνέχεια προτού μιλήσουν για την επιταγή, μίλησαν για θέματα του ομίλου και ακολούθως αναφέρθηκαν για την επιταγή.». Ενώ όμως αρχικά ισχυρίστηκε ότι η συνομιλία έγινε μεταξύ Δημητρίου και Βασιλείου, με τον πρώτο να του είχε μεταφέρει τα λεγόμενα του δεύτερου, στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι μίλησε και ο ίδιος με τον Βασιλείου. Έτσι παρουσίασε την θέση του κατά την κυρίως εξέταση του: «Ε. Όπως μου ανέφερε ο XXXXX, ο Βασιλείου είπε του να συμπληρώσω τα πράγματα πάνω, αλλά να μην καταθέσω την επιταγή γιατί ο όμιλος δεν έχει λεφτά μέσα για να εισπράξω το ποσό. [.] Ε. Εσύ εκείνη την ημέρα που είχατε τη τηλεφωνική συνδιάλεξη XXXXX, εσύ και o XXXXX ο Βασιλείου, εσύ μίλησες καθόλου με τον XXXXX Βασιλείου; A. Μάλιστα, μίλησα. E. Τι είπετε με τον XXXXX Βασιλείου; Τι του είπες κοντολογείς; A. Του είπα ότι έπρεπε να με πληρώσουν, ήταν πολύς καιρός που περίμενα να πληρωθώ τζιαί ότι χρειάζουμουν τα λεφτά να με πληρώσουσιν, ο Βασιλείου μου ανέφερε ότι θα κάμει ό,τι περνά από το χέρι του να με πληρώσουσιν. Το Δικαστήριο καταλήγει, χωρίς κανένα ενδοιασμό, ότι η πιο πάνω εκδοχή του Μ.Κ.3 όσον αφορά τις περιστάσεις συμπλήρωσης της Επιταγής, περιλαμβανομένου του χρόνου που παρήλθε από τότε που είπε ότι αρχικά του παραδόθηκε (αρχές Μαρτίου 2012) επρόκειτο για ένα υστεροκατασκευασμένο σενάριο που επινοήθηκε από τον Μ.Κ.3, ως μέρος του ευρύτερου σχεδιασμού του να δικαιολογήσει την συμπλήρωση της Επιταγής στον απομακρυσμένο χρόνο που ανέφερε ότι έγινε. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και αν τότε μεσολάβησε η ισχυριζόμενη πιο πάνω τηλεφωνική επικοινωνία, δεν εξηγήθηκε κατά τρόπο πειστικό πώς είναι δυνατόν να γνώριζε ο Μ.Κ.3 ότι συνομιλητής του Δημητρίου την δεδομένη χρονική στιγμή ήταν ο Βασιλείου, με τον οποίο, όπως ευθαρσώς στη συνέχεια της μαρτυρίας του ανέφερε, ουδεμία σχέση έχει και τον οποίο είδε για πρώτη φορά στη Γενική Συνέλευση που έγινε περί τα μέσα Μαρτίου 2018, μαθαίνοντας «εκ των υστέρων», όπως είπε, ότι αυτοί που υπογράφουν την Επιταγή είναι ο Βασιλείου και ο Τιμοθέου. Περαιτέρω, ουδεμία λογική εξήγηση δόθηκε για το λόγο που ο Δημητρίου (ως ένα απλό τότε μέλος του Κατηγορούμενου και πρόσωπο που δεν αναφέρθηκε ότι είχε γνώση για το άτομο που ήταν εξουσιοδοτημένος τότε να υπογράφει στον Λογαριασμό) αναζήτησε ξαφνικά (έξι χρόνια μετά) την φερόμενη συγκατάθεση από πλευράς Κατηγορούμενου για την συμπλήρωση των υπόλοιπων στοιχείων της Επιταγής από ένα πρόσωπο (τον Βασιλείου) που ουδεμία εμπλοκή, πέραν της υπογραφής, αναφέρθηκε ότι είχε μέχρι τότε σε σχέση με αυτήν. Κάτω από τις δοσμένες αυτές περιστάσεις, ουδόλως εξηγήθηκε πώς ο Βασιλείου πείστηκε να δώσει την φερόμενη συγκατάθεση στον Δημητρίου για την συμπλήρωση των υπόλοιπων στοιχείων της Επιταγής, σε χρόνο μάλιστα που αυτή δεν θα μπορούσε να τιμηθεί. Άλλωστε, η πιο πάνω εκδοχή του Μ.Κ.3 δεν συνάδει με την εκδοχή που έδωσε ο Βασιλείου στο πλαίσιο της ανακριτικής του κατάθεσης (Τεκμήριο 23), η οποία επίσης δεν μπορεί να αγνοηθεί, ούτε έχει λογική συνοχή με την γενικότερη εκδοχή που προέβαλε ο Μ.Κ.3 κατά την μαρτυρία του, σύμφωνα με την οποία όλες οι ισχυριζόμενες επαφές που προηγήθηκαν ή ακολούθησαν της συμπλήρωσης της Επιταγής ήταν με τον Νεοφύτου, ο οποίος μάλιστα, όπως ισχυρίστηκε, ήταν εκείνος (και όχι ο Βασιλείου) που τον παρακάλεσε (μαζί με τον Δημητρίου) να μην καταθέσει την Επιταγή προτού εμφανιστεί λίγες ημέρες μετά στην Γενική Συνέλευση του Μαρτίου
  8. Εν πάση περιπτώσει, οι γενικόλογοι ισχυρισμοί του Μ.Κ.3 όσον αφορά την αιτία για την συμπλήρωση όλων των στοιχείων της Επιταγής μετά παρέλευσης έξι ετών από τότε που αρχικά του παραδόθηκε (αρχές Μαρτίου 2012) δεν θα μπορούσαν να είναι υπό τις περιστάσεις ικανοποιητικοί και πειστικοί ώστε να δικαιολογηθεί κάτι τέτοιο τόσο ετεροχρονισμένα. Ενώ ο Μ.Κ.3 ισχυρίστηκε ότι τα υπόλοιπα στοιχεία της Επιταγής συμπληρώθηκαν στις 02/03/2018 (δηλαδή 6 χρόνια μετά από τότε που του παραδόθηκε) επειδή δεν ήθελε να δημιουργήσει οποιοδήποτε πρόβλημα στον πολύ καλό του φίλο (Δημητρίου) όσον αφορά το οικονομικό όφελος που γνώριζε, όπως είπε, ότι είχε λόγω της εμπλοκής του στον Κατηγορούμενο, το οποίο, μάλιστα ισχυρίστηκε ότι ήταν πολύ σημαντικό για την επιβίωση του ιδίου και της οικογένειας του, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ποιο ήταν ακριβώς αυτό το οικονομικό όφελος του Δημητρίου και πώς αυτό ήταν σημαντικό στην επιβίωση του. Ούτε εξήγησε αν αυτό συνέχιζε να υπάρχει, και σε ποιο βαθμό, μετά που, κατά τα λεγόμενα του, ο Δημητρίου έφυγε από την Κύπρο από το καλοκαίρι του 2012, διαμένοντας στο εξωτερικό. Περαιτέρω, η εκδοχή αυτή του Μ.Κ.3 έρχεται σε αντίθεση με τα όσα επί του προκειμένου αναφέρθηκαν από τον Δημητρίου στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 24), στο πλαίσιο της οποίας ο τελευταίος κατέθεσε στην Αστυνομία ότι προσέφερε τις υπηρεσίες του στον Κατηγορούμενο αφιλοκερδώς και το έκανε σαν χόμπι. Συνακόλουθα, δεν αποδέχομαι την εκδοχή της μαρτυρίας του Μ.Κ.3 όσον αφορά το αντάλλαγμα της Επιταγής καθώς και τις περιστάσεις συμπλήρωσης των υπόλοιπων στοιχείων της, περιλαμβανομένου του λόγου που ισχυρίστηκε ότι αυτό έγινε στις 02/03/
  9. Η Μ.Υ.1 άφησε άριστες εντυπώσεις στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Αναφέρθηκε στην διερεύνηση που έγινε από πλευράς Αστυνομίας μετά την καταγγελία Τιμοθέου όσον αφορά την Επιταγή, παρουσιάζοντας τις ανακριτικές καταθέσεις (Τεκμήρια 18, 20, 23, 24 - 26) και άλλα έγγραφα (Τεκμήρια 19, 21 και 22) που λήφθηκαν στο πλαίσιο αυτό από τους εμπλεκόμενους, καθώς και στην κατάληξη που αυτή είχε, απαντώντας με αμεσότητα και πειστικότητα στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν. Η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα και πειστικότητα, έχει λογική συνοχή, είναι αληθοφανής και συνάδει με τα έγγραφα που παρουσίασε, ενώ παρέμεινε επί της ουσίας της αδιαμφισβήτητη. Συνεπώς, κρίνω ότι η Μ.Υ.3 είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και, ως εκ τούτου, αποδέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητα της. Η μαρτυρία όλων των υπόλοιπων μαρτύρων υπεράσπισης δεν ήταν καθόλου χρήσιμη, βοηθητική ή σχετική με τα ζητήματα που εδώ ενδιαφέρουν, τα οποία περιορίζονται στην απόδειξη της ύπαρξης ανταλλάγματος για την έκδοση της Επιταγής ως επίσης και στην στοιχειοθέτηση των συστατικών στοιχείων του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(1)Κεφ.
  1. Η Μ.Υ.2, στον περιορισμένο βαθμό που κάλυψε η μαρτυρία της, κρίνω ότι ήταν ειλικρινής και αξιόπιστη. Η μαρτυρία της, ωστόσο, ήταν τυπική και δεν ήταν καθόλου χρήσιμη, εφόσον αυτή περιορίστηκε απλώς να μαρτυρήσει ότι οποιαδήποτε στοιχεία αφορούν τον Λογαριασμό μπορούν να δοθούν από το αρμόδιο πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο αυτός ανοίχθηκε. Η δε αναφορά που υπάρχει στην επιστολή της εργοδότριας της, ημερομηνίας 15/09/2020 (Τεκμήριο 29), ότι αυτοί που υπογράφουν ένα διοριστήριο έγγραφο για τον Κατηγορούμενο δεν είναι οι κάτοχοι του λογαριασμού του, ουδόλως επιμαρτυρεί εκείνο που εισηγήθηκε η υπεράσπιση, ότι δηλαδή ο Λογαριασμός δεν ανήκει στον Κατηγορούμενο, αφού το ακριβώς αντίθετο προκύπτει μέσα από την αξιόπιστη μαρτυρία που δόθηκε από πλευράς Alpha Bank Cyprus Ltd (Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2), στην οποία εξάλλου παρέπεμψε η Μ.Υ.2 κατά την μαρτυρία της. Η μαρτυρία των Μ.Υ.3, Μ.Υ.4, Μ.Υ.5 και Μ.Υ.6 περιστράφηκε κυρίως γύρω από τα όσα ισχυρίστηκαν ότι διαμείφθηκαν σε δύο Γενικές Συνελεύσεις του Κατηγορούμενου, τις οποίες τοποθετούν χρονικά στις 09/03/2018 και 02/07/2018, σε χρόνο δηλαδή πολύ μεταγενέστερο της εποχής που αναφέρθηκε από τον Μ.Κ.3 ότι διαδραματίστηκαν τα γεγονότα που αφορούν τόσο το αντάλλαγμα της Επιταγής όσο και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτή περιήλθε για πρώτη φορά στην κατοχή του, σε σχέση με τα οποία οι ίδιοι ισχυρίστηκαν ότι δεν είχαν οποιαδήποτε προσωπική γνώση ή εμπλοκή. Η μαρτυρία τους επικεντρώθηκε είτε σε αναφορές τρίτων που ισχυρίστηκαν ότι έγιναν στο πλαίσιο των εν λόγω συνελεύσεων είτε σε δικά τους συμπεράσματα και εικασίες, αλλά όχι σε μαρτυρία γεγονότων σχετικών είτε με την στοιχειοθέτηση των συστατικών στοιχείων του υπό κρίση αδικήματος είτε με τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες η Επιταγή παραδόθηκε στον Μ.Κ.
  2. Σε αυτό το πλαίσιο και έχοντας εξετάσει τη μαρτυρία τους δεν την αποδέχομαι εφόσον, στον περιορισμένο βαθμό που αφορούσε την Επιταγή, οι Μ.Υ.3 - Μ.Υ.6 δεν γνώριζαν οτιδήποτε σε σχέση με αυτήν καθώς και για τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες βρέθηκε στην κατοχή του Μ.Κ.3 ενώ, σε ό,τι αφορά την παρουσία και τον βαθμό εμπλοκής του τελευταίου στην Γενική Συνέλευση ημερομηνίας 09/03/2018, οι πιο πάνω μάρτυρες προέβαλαν διιστάμενες εκδοχές και η μαρτυρία τους, εν πάση περιπτώσει, δεν ήταν καθόλου πειστική και συμπαγής, εφόσον υπήρξαν σε αυτήν αντιφάσεις και ασάφειες. Επί παραδείγματι, οι Μ.Υ.3 και Μ.Υ.4 ισχυρίστηκαν ότι ο Μ.Κ.3 παρουσιάστηκε σε μία Γενική Συνέλευση ισχυριζόμενος απλώς την ύπαρξη μίας επιταγής και ότι δάνεισε κάποια χρήματα στον Πρόεδρο του Κατηγορούμενου, για τα οποία δεν είχε ξεκαθαριστεί ή αποδειχθεί πώς αυτά χρησιμοποιήθηκαν, με τον Μ.Υ.3 να χαρακτηρίζει μάλιστα την παρουσία του Μ.Κ.3 στην εν λόγω Γενική Συνέλευση ως ήπια και όχι έντονη. Ωστόσο, ο Μ.Υ.6 επιχείρησε να μεταφέρει στο Δικαστήριο μία εντελώς διαφορετική εικόνα. Αναφέρθηκε, αρχικά, στην παρουσία τεσσάρων αγνώστων προσώπων έξω από την αίθουσα διεξαγωγής της Γενικής Συνέλευσης, εκφράζοντας μάλιστα την πεποίθηση ότι ο λόγος της παρουσίας τους εκεί ήταν για την προστασία του Μ.Κ.3 αλλά και για εκφοβισμό. Στη συνέχεια, προέβαλε, αφενός, διιστάμενες εκδοχές όσον αφορά το πρόσωπο που προέβη κατά τη συνέλευση σε αναφορές για χρέη από τοκογλυφία και τοκογλύφους, ισχυριζόμενος πρώτα ότι οι αναφορές αυτές έγιναν από τον ίδιο τον Μ.Κ.3 και ύστερα ότι ο Μ.Κ.3 δεν μίλησε τελικά κατά την διάρκεια της Γενικής Συνέλευσης διότι μιλούσε εκ μέρους του ο Δημητρίου. Αφετέρου, εξέφρασε τα δικά του συμπεράσματα και εικασίες όσον αφορά την Επιταγή και για το λόγο που η επιτροπή δεν γνώριζε για αυτήν πριν από την πρώτη Γενική Συνέλευση καθώς και για το λόγο που, κατά την αντίληψη του, εκείνα που ισχυρίστηκε σε σχέση με αυτήν δεν προκύπτουν ούτε από τα πρακτικά της ρηθείσας Γενικής Συνέλευσης (Τεκμήριο 30) ούτε από την έκθεση της επιτροπής (Τεκμήριο 31), χωρίς παράλληλα να ήταν σε θέση να εξηγήσει, κατά τρόπο λογικό και πειστικό, για ποιο λόγο είχε δημιουργηθεί η φερόμενη αναστάτωση στην συνέλευση σε σχέση με την Επιταγή όταν, κατά την εκδοχή του, ο Νεοφύτου παραδέχθηκε πως τα χρήματα τα έλαβε από τον Δημητρίου υπό την προσωπική του ιδιότητα (για λογαριασμό του) και όχι για τον Κατηγορούμενο. Από την άλλη, ο Μ.Υ.5 ισχυρίστηκε αρχικά ότι, εξ όσων θυμάται, ο Μ.Κ.3 και ο Δημητρίου μιλούσαν συνέχεια με τον Νεοφύτου κατά την πρώτη Γενική Συνέλευση σε προσωπικό επίπεδο, με τον πρώτο να αναφέρει στον τελευταίο ότι του οφείλει χρήματα και τον τελευταίο να αφήνει το ζήτημα αυτό να διερευνηθεί από την επιτροπή ενώ, στη συνέχεια, ισχυρίστηκε ότι δεν άκουσε όλα όσα λέχθηκαν μεταξύ τους, χαρακτηρίζοντας την επαφή τους αυτή ως μία προσωπική διαμάχη, την οποία δεν ήθελε να ακούσει. Περαιτέρω, ουδεμία βαρύτητα μπορεί να αποδοθεί στην αναφορά που γίνεται στο Τεκμήριο 30 περί τόκων «από τοκογλυφία», εφόσον δεν προκύπτει ότι αυτή σχετίζεται με το αντάλλαγμα της Επιταγής και επειδή παρέμεινε άγνωστο τόσο το πρόσωπο από το οποίο σημειώθηκε αυτή η αναφορά επί του εν λόγω εγγράφου όσο και το πρόσωπο που φερόμενα προέβη σε αυτήν, αφού ο μόνος εκ των μαρτύρων υπεράσπισης που αναφέρθηκε στο πρόσωπο που ισχυρίστηκε κατά την Γενική Συνέλευση για τα περί τοκογλυφίας ήταν ο Μ.Υ.6, ο οποίος όμως έδωσε διιστάμενες εκδοχές, αναφέροντας, πρώτα, ότι η εν λόγω αναφορά έγινε από τον ίδιο τον Μ.Κ.3 και, μετά, ότι έγινε από τον Νεοφύτου, ενώ στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι επεξηγήσεις για το ζήτημα αυτό δόθηκαν από τον Δημητρίου χωρίς, ωστόσο, να γνωρίζει και αυτός το λόγο που στο Τεκμήριο 30 δεν γίνεται οποιαδήποτε συγκεκριμένη αναφορά είτε στο πρόσωπο που ισχυρίστηκε τα περί τοκογλυφίας είτε στο κατά πόσο το αντάλλαγμα της Επιταγής σχετίζεται με την εν λόγω αναφορά. Επιπρόσθετα, ούτε από μόνη της η φερόμενη παραβίαση προνοιών του Καταστατικού του Κατηγορούμενου επιδρά ή είναι καταλυτική στην εξέταση του ζητήματος της εγκυρότητας ή της νομιμότητας της Επιταγής, καθιστώντας έτσι άσχετη την επί του προκειμένου μαρτυρία που προσφέρθηκε από πλευράς υπεράσπισης εφόσον αυτή δεν συνδυάστηκε με οποιαδήποτε αποδεκτή μαρτυρία που να υποδηλώνει ότι, εν προκειμένω, σε ό,τι αφορά τον Μ.Κ.3, δεν εφαρμόζεται ο κανόνας που διαμορφώθηκε με την Royal British Bank v. Turquand [1856] E and B 327 [1843-1860] All E.R. Rep. 435, η οποία υιοθετήθηκε σε μεταγενέστερη κυπριακή νομολογία (βλ. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παλλουριώτισσας ν. Nicosia Palace Hotel Co Ltd κ.α.
(2003)1 ΑΑΔ 72 και Karayiannis Brothers & Co Ltd v. Τράπεζας Κύπρου κ.α. Πολ. Έφεση 367/2008 ημ. 26/10/2017, ECLI:CY:AD:2017:A375). Κατ' ακολουθία των πιο πάνω, η μαρτυρία των Μ.Υ.2 - Μ.Υ.6 δεν γίνεται αποδεκτή για σκοπούς εξαγωγής οποιωνδήποτε ευρημάτων. Δ. Συμπεράσματα Δικαστηρίου Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, στον Κατηγορούμενο αποδίδεται η διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305 (Α)
(1)του Κεφ. 154, για την στοιχειοθέτηση του οποίου θα πρέπει να αποδειχθούν, σωρευτικά, όλα τα συστατικά του στοιχεία. Η στοιχειοθέτηση του εν λόγω αδικήματος προϋποθέτει, βεβαίως, την ύπαρξη έγκυρης και κανονικής επιταγής (βλ. L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., Ποιν. Έφ. 116/2011, ημ. 30/01/2015), ως αυτή ορίζεται στο άρθρο 4 του Κεφ.154[5], και, έχοντας ως δεδομένο ότι μία επιταγή θεωρείται συναλλαγματική, το ζήτημα αυτό διέπεται από τις ίδιες διατάξεις που εφαρμόζονται για συναλλαγματικές, εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Νόμο (βλ. L.C.D. Domiki Ltd (ανωτέρω) και Μαυρουδή ν. Δικηγορικής Εταιρείας Chrysses Demetriades & Co LLC, Ποιν. Έφεση 156/18 ημ. 21/02/2019). Εκ των προϋποθέσεων, λοιπόν, που επηρεάζουν την εγκυρότητα μίας επιταγής είναι η υπογραφή της από τον εκδότη - εντολέα της (βλ. άρθρο 3 Κεφ. 262 και Poly G. Knitwear Ltd v. Εφόρου Εταιρειών κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ. 96), χωρίς η υπόσταση της να επηρεάζεται επειδή συμπληρώθηκε ως προς τα υπόλοιπα αναγκαία στοιχεία της από πρόσωπο άλλο από τον εκδότη της, με την προϋπόθεση ότι η συμπλήρωση γίνεται με την εντολή ή συγκατάθεση του εκδότη της ή από τον κάτοχο αυτής για αξία (βλ. άρθρα 12 και 20
(1)Κεφ. 262, L.C.D. Domiki Ltd (ανωτέρω), (Xenakis Meli) Ξενάκη Μελή ν. Vassos Leptos Ltd, Ποιν. Έφεση 182/2014 ημ. 23/10/2015, ECLI:CY:AD:2015:B707 και Ορφανίδου ν. Φυλακτού Πολ. Έφεση 99/2014 ημ. 16/11/2021, ECLI:CY:AD:2021:A514). Στην τελευταία όμως περίπτωση, υπεισέρχεται και μία άλλη σημαντική παράμετρος, καθοριστική για την εγκυρότητα της επιταγής, η οποία σχετίζεται με το εύλογο του χρόνου εντός του οποίου συμπληρώθηκαν όλα τα υπόλοιπα στοιχεία της (άρθρο 20
(2)Κεφ. 262 και Χατζησπύρου ν. Συμιλλίδη, Ποιν. Έφεση 139/2015, ημ. 22/04/2016). Εν προκειμένω, προκύπτουν από την ενώπιον του Δικαστηρίου αξιόπιστη μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 και καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα: (
  1. i)η Επιταγή (Τεκμήριο 3) αφορά το ποσό των €25.000 και εκδόθηκε στον Λογαριασμό του Κατηγορούμενου[6], του οποίου εξουσιοδοτημένα πρόσωπα προς υπογραφή επιταγών ήταν αρχικά[7] (από 06/05/2008 - 20/12/2010) ο Νεοφύτου και ο Μ.Κ.1, ακολούθως (από 20/12/2010 - 09/09/2011) ήταν ο Βασιλείου και ο Τιμοθέου και στη συνέχεια (από 09/09/2011) μόνο ο Βασιλείου, (
  2. ii)ως δικαιούχος της Επιταγής αναφέρεται σε αυτήν το όνομα του Μ.Κ.3 και ως ημερομηνία πληρωμής της ήταν η 02/03/2018, (iii) ο Λογαριασμός τέθηκε (και εξακολουθεί να βρίσκεται) στο ΚΑΠ από τις 17/07/2012, (
  3. iv)στις 02/03/2018 ο Λογαριασμός είχε κατά το κλείσιμο της ημέρας μηδενικό υπόλοιπο, (
  4. v)η Επιταγή παρουσιάστηκε από τον Μ.Κ.3 στις 15/03/2018 για πληρωμή στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε (δηλαδή στην Alpha Bank Cyprus Ltd) όμως δεν τιμήθηκε λόγω του ότι «Ο Λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ» και επειδή «Η υπογραφή του εκδότη της επιταγής διαφέρει από το δείγμα στην κατοχή μας»[8]. Περαιτέρω, αποτέλεσαν αδιαμφισβήτητο γεγονός και, συνακόλουθα, καθίστανται επίσης ευρήματα του Δικαστηρίου τα ακόλουθα: (α) ότι ο Μ.Κ.3 έλαβε από τον Δημητρίου την Επιταγή του Κατηγορούμενου περί τις αρχές Μαρτίου 2012, κενή από τα λοιπά, εκτός της υπογραφής και του ποσού της, στοιχεία, τα οποία και συμπληρώθηκαν από τον Δημητρίου στις 02/03/2018 και (β) ότι η Επιταγή παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη. Επιπρόσθετα, προκύπτει από την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ότι τα πρόσωπα που υπογράφουν την Επιταγή εκ μέρους του Κατηγορούμενου είναι ο Βασιλείου και ο Τιμοθέου. Η αναγνώριση της υπογραφής τους επί της Επιταγής, ως εκείνων που την υπογράφουν για τον Κατηγορούμενο, έγινε από πρόσωπο (τον Μ.Κ.1) που ήταν σε θέση να τις αναγνωρίσει, ως εκ της εμπλοκής που είχε τότε στον Κατηγορούμενο[9] αλλά και υπό την ιδιότητα του ως τραπεζικός υπάλληλος ο οποίος είχε τότε εμπλοκή στο άνοιγμα του Λογαριασμού, γεγονός το οποίο μάλιστα δεν αμφισβητήθηκε. Ούτε αμφισβητήθηκε ευθέως ότι οι υπογραφές στο μέρος του εκδότη της Επιταγής είναι των Βασιλείου και Τιμοθέου, οι οποίοι, εξάλλου, ήταν και τα πρόσωπα που, για την περίοδο από 20/12/2010 - 09/09/2011 ήταν, βάσει του αρχείου της Τράπεζας, οι μόνοι που μπορούσαν - και οι δύο μαζί - να υπογράφουν επιταγές στον Λογαριασμό του Κατηγορούμενου (βλ. Τεκμήρια 4 - 6, 11 και 12), ενώ ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε από πλευράς υπεράσπισης που να υποδεικνύει ότι οι υπογραφές που φαίνονται στο μέρος του εκδότη της Επιταγής δεν είναι δικές τους (βλ. την Ζιττή ν. Οργάνωση Παραγωγών Συνεργατική Εταιρεία Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων (ΣΕΔΙΓΕΠ) Λύσης Λτδ, Ποιν. Έφεση 272/15, ημ. 04/03/2016, ECLI:CY:AD:2016:B140). Αντιθέτως, από την αποδεχτή μαρτυρία που παρουσιάστηκε από πλευράς Μ.Υ.1, προκύπτει ότι η καταγγελία Τιμοθέου που έγινε στην Αστυνομία σε σχέση με την Επιταγή, εν τέλει αποσύρθηκε (βλ. Τεκμήριο 26), με τον Βασιλείου να είχε αναφέρει στο πλαίσιο της ανακριτικής του κατάθεσης (βλ. Τεκμήριο 23) ότι αναγνωρίζει την υπογραφή του στην Επιταγή. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις, η σφραγίδα του πιστωτικού ιδρύματος ότι «Η υπογραφή του εκδότη της επιταγής διαφέρει από το δείγμα στην κατοχή μας» δεν αποτελεί λόγο που μπορεί, άνευ ετέρου, να επηρεάσει την υπόσταση της Επιταγής στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης[10]. Συναφώς, καθίσταται περαιτέρω εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Επιταγή υπογράφεται για τον Κατηγορούμενο (ως εκδότη) από τους Βασιλείου και Τιμοθέου. Τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, όπως αυτά αναδύονται από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, επιβάλλουν την εξέταση του ζητήματος, που εγείρεται άλλωστε και με την υπεράσπιση, ως προς το κατά πόσο η συμπλήρωση των υπόλοιπων στοιχείων της Επιταγής έγινε εντός ευλόγου χρόνου, ως οι πρόνοιες του άρθρου 20 του Κεφ. 262[11] επιτάσσουν. Εν προκειμένω, ο Μ.Κ.3 πήρε την Επιταγή από τον Δημητρίου αρχές Μαρτίου 2012, κενή από τα λοιπά, εκτός της υπογραφής και του ποσού της, στοιχεία, τα οποία και συμπληρώθηκαν από τον Δημητρίου στις 02/03/2018. Περαιτέρω, η εκδοχή του Μ.Κ.3 ως προς τις περιστάσεις συμπλήρωσης των υπόλοιπων στοιχείων της Επιταγής (λήψη συγκατάθεσης - άδειας από Βασιλείου), περιλαμβανομένου του λόγου που η συμπλήρωση αυτή έγινε σε τόσο απομακρυσμένο χρόνο (μετά παρέλευσης έξι ετών), δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του. Η υπό κρίση περίπτωση προσομοιάζει με τα δεδομένα στην Χατζησπύρου (ανωτέρω), στην οποία κρίθηκε ότι η συμπλήρωση των αναφερόμενων επιταγών μετά από τέσσερα χρόνια, χωρίς μάλιστα να είχε ληφθεί προηγουμένως η αναγκαία, υπό τις εκεί δοσμένες περιστάσεις, εξουσιοδότηση του εκδότη τους, ήταν καθοριστική για την νομική τους υπόσταση. Έτσι και εδώ, κατά την παρουσίαση της Επιταγής για πληρωμή στις 15/03/2018, αυτή είχε πλέον απωλέσει την νομική της υπόσταση ως επιταγή, εφόσον, μετά και την απόρριψη της επί του προκειμένου μαρτυρίας του Μ.Κ.3, η συμπλήρωση όλων των στοιχείων της κρίνω ότι δεν έγινε εντός ευλόγου χρόνου, παύοντας έτσι η Επιταγή να είναι εκτελεστή για τους σκοπούς του Κεφ. 262 και, συνακόλουθα, και του άρθρου 305 Α του Κεφ. 154, γεγονός το οποίο καθιστά, συναφώς, μοιραία και την τύχη της παρούσας υπόθεσης. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης, η οποία προδιαγράφει από μόνη της την κατάληξη που θα πρέπει να έχει η παρούσα υπόθεση, κρίνω περαιτέρω ότι δεν έχει αποδειχθεί το αντάλλαγμα για την έκδοση της Επιταγής, παράμετρος η οποία συνιστά επιπρόσθετο λόγο για την απόρριψη της παρούσας υπόθεσης. Εν προκειμένω, ο Μ.Κ.3 επέλεξε να προσφέρει μαρτυρία για το αντάλλαγμα της Επιταγής, προβάλλοντας ότι αυτή εκδόθηκε έναντι και ως αντίκρισμα αντίστοιχου ποσού δανείου που ισχυρίστηκε ότι δάνεισε, στο πλαίσιο προφορικής συμφωνίας, στον Κατηγορούμενο. Η επιλογή του αυτή επέφερε την μη ενεργοποίηση του μαχητού τεκμηρίου που παρέχεται από το άρθρο 30
(1)του Κεφ. 262 και, ως εκ τούτου, όφειλε να αποδείξει στο Δικαστήριο, με αποδεκτή, αξιόπιστη και επαρκή μαρτυρία, την ύπαρξη νόμιμης αντιπαροχής για την έκδοση της Επιταγής (βλ. Φουρνίδου (ανωτέρω), Τριφταρίδη (ανωτέρω), Ηλία (ανωτέρω) και Δρούγκα (ανωτέρω). Ωστόσο, μετά και την απόρριψη της επί του προκειμένου μαρτυρίας του, τέτοια μαρτυρία σχετική με το αντάλλαγμα της Επιταγής δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου. Συναφώς, καταλήγω ότι η πλευρά του Παραπονούμενου απέτυχε να αποδείξει το αντάλλαγμα της Επιταγής, ως όφειλε, υπό τις περιστάσεις, να πράξει και, έτσι, απέτυχε να αποδείξει ότι ο Παραπονούμενος ήταν κάτοχος αυτής για αξία, εν τη εννοία του Κεφ.262. Ε. Κατάληξη Για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Δεδομένης της κατάληξης αυτής, τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται προς όφελος του Κατηγορούμενου και εναντίον του Παραπονούμενου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Το άρθρο 305 (Α)
(1)του Κεφ. 154 προνοεί ότι: «Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.» [2] Σε ό,τι αφορά το αντάλλαγμα μίας επιταγής βλ. επίσης την Παναγιώτου Μακάριος ν. Γεωργίας Φουρνίδου
(2012)2 Α.Α.Δ. 916, NIKIFOROS TECHNOLOGIES LTD v. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Γ. ΧΡΗΣΤΟΥ, Ποιν. Έφεση 18/12 ημ. 16/04/2014, Τριφταρίδη ν. Ηρακλέους, Ποιν. Έφεση 340/2015 ημ. 18/12/2017, ECLI:CY:AD:2017:B407 και Κυριάκου ν. Ηλία, Ποιν. Έφεση 188/2016 ημ. 31/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:B468. [3] Όπως έχει, επί παραδείγματι, νομολογηθεί, σημασία στην αξιολόγηση κάθε μάρτυρα έχει η θετική ή αρνητική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυρας (Μαυροσούφης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ Πολ. Έφεση 352/08 ημ. 16/04/2014, ECLI:CY:AD:2014:A267), η ουσία της εκδοχής του, η οποία θα πρέπει να αντιπαραβάλλεται με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71), η μνήμη του μάρτυρα, οι αντιδράσεις του στο εδώλιο (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά (με αμεσότητα ή με δισταγμό) ή που αρνείται να απαντήσει, η νευρικότητα, η επιφυλακτικότητα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, η σταθερότητα στις απαντήσεις του (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 (Β) ΑΑΔ 1166 και το Νομικό Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, 2η έκδοση σελ. 128 - 131), η πηγή των γνώσεων του, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα οποία κατέθεσε, με τις μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα να μην οδηγούν σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας ενός μάρτυρα (Καρεκλά ν. Αστυνομία
(2013)2 ΑΑΔ 737) εφόσον μπορεί και να ενδυναμώσουν μια κατά τα άλλα πειστική μαρτυρία, γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού ή συνεννόησης (Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 23/2015, ημ. 21/04/2016, ECLI:CY:AD:2016:D212). Περαιτέρω, η μαρτυρία ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει πιστευτή εν μέρει ή στην ολότητά της και το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 (A) Α.Α.Δ. 45 και Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). [4] Βλ. την Kireev v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 273/2017 ημ. 22/04/2019, ECLI:CY:AD:2019:B
  1. [5] Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κεφ. 154: «Επιταγή σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσης της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή» [6] Βλ. επίσης τον αριθμό λογαριασμού που φαίνεται στο Τεκμήριο 3, ο οποίος (υπό το φως και των εξηγήσεων που δόθηκαν από πλευράς Μ.Κ.2) συνάδει με τον αριθμό λογαριασμού που φαίνεται στις καταστάσεις Λογαριασμού, Τεκμήριο
  2. [7] Βλ. επίσης τα Τεκμήρια 1, 2, 4 -
  3. [8] Αυτά επιβεβαιώνονται και από τις σφραγίδες του Τεκμηρίου 3, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 305 (Α)
(3)του Κεφ. 154, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους. [9] Βλ. την VBH (CYPRUS) LTD v. WINDOORS UPVC SYSTEMS LTD κ.α., Ποιν. Έφεση 204/2014, ημ. 28/11/2017, στην οποία αναφέρθηκε ότι: «Γενικά ομιλούντες, μαρτυρία για αναγνώριση υπογραφής, αν δεν πιστοποιείται από το ίδιο το πρόσωπο που υπέγραψε, μπορεί να προέρχεται από πρόσωπο που ήταν παρόν και επιμαρτυρεί το γεγονός της υπογραφής, ή από πρόσωπο που είναι σε θέση να γνωρίζει την υπογραφή ή από συγκριτική διεργασία πραγματογνώμονα. Η γνησιότητα δε ενός εγγράφου μπορεί να προκύπτει και από περιστατική μαρτυρία (Phipson on Evidence, 18th Ed., 41-07).» [10] Βλ. την Μαυρουδή (ανωτέρω), στην οποία αναφέρθηκε ότι: «Συνεπώς, ότι η υπογραφή που έθεσε ο Εφεσείων επί της επιταγής, Τεκμ. 24, έστω και αν δεν ανταποκρίνετο στο δείγμα που δόθηκε και είχε η πληρώτρια Τράπεζα, έχει αποδειχθεί πέραν του απαιτούμενου βαθμού και η ευθύνη του στοιχειοθετείται με βάση το Άρθρο 23(α). Το δείγμα το οποίο έχουν οι Τράπεζες στην κατοχή τους για έλεγχο της υπογραφής εξυπηρετεί σκοπούς των Τραπεζών και όχι τον Νόμο. Το Άρθρο 305Α
(3)του ΚΕΦ. 154 υποχρεώνει το Πιστωτικό Ίδρυμα να σφραγίζει ή να σημειώνει τον πραγματικό λόγο μη πληρωμής της επιταγής τους οποίους συγκεκριμενοποιεί σε (α) έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, (β) κλείσιμο λογαριασμού και (γ) εντολή μη πληρωμής. Αυτές περιοριστικά δυνάμει του Νόμου είναι οι σφραγίδες που δύναται το Πιστωτικό Ίδρυμα να θέσει σε μια επιταγή και καμία άλλη, εφόσον η ενώπιον του επιταγή φέρει όλα τα "εξωτερικά γνωρίσματα επιταγής". Στην παρούσα περίπτωση η επίδικη επιταγή έφερε όλα τα "εξωτερικά της γνωρίσματα" που την καθιστούσαν επιταγή και όσον αφορά τις διαφορές μεταξύ του δείγματος και της υπογραφής που είχε η επίδικη επιταγή, ήταν θέμα που θα μπορούσε να εγερθεί εφόσον εδίδετο εντολή μη πληρωμής της επιταγής. Οι παρατηρηθείσες διαφορές στο δείγμα σε καμιά περίπτωση δεν επηρέαζαν την εγκυρότητα και υπόσταση της επιταγής στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης.» [11] Το άρθρο 20 του Κεφ. 262 προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι: «20
(1)[.] όταν συναλλαγματική είναι ελλιπής ως προς ουσιώδη λεπτομέρεια το πρόσωπο που κατέχει αυτή έχει εκ πρώτης όψεως εξουσία προς συμπλήρωση της παράλειψης κατά οποιοδήποτε τρόπο κρίνει κατάλληλο.
(2)Για να δύναται οποιοδήποτε τέτοιο έγγραφο, όταν συμπληρωθεί να καταστεί εκτελεστό κατά οποιουδήποτε προσώπου το οποίο έγινε μέρος αυτού πρίν από τη συμπλήρωση του, πρέπει να συμπληρωθεί εντός ευλόγου χρόνου, και αυστηρά σύμφωνα με τη δοθείσα εξουσία. Εύλογος χρόνος για το σκοπό αυτό είναι θέμα πραγματικό:» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.