← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Sabir, Αρ. Υπόθεσης: 10407/2020, 22/2/2022

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Sabir, Αρ. Υπόθεσης: 10407/2020, 22/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10407/2020 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. XXXXX Sabir Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 22/2/2022 Για κατηγορούσα αρχή: κα Σ. Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: Προσωπικά Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ (extempore) Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία για υπέρβαση ορίου ταχύτητας, κατά παράβαση των εδαφίων 2 και 3 του άρθρου 6 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν86/

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο Κατηγορούμενος στις 09/02/2020 στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας‑Κοκκινοτριμιθιάς, στη Δένια της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX39 με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου ταχύτητας, δηλαδή με ταχύτητα 153 ΧΑΩ αντί 100 ΧΑΩ, που ήταν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή, κάλεσε έναν Μάρτυρα Κατηγορίας, τον αστυφύλακα XXXXX XXXXX Πρωτογέρου, ο οποίος ανέφερε ότι εργάζεται στην Τροχαία Αρχηγείου από το 2015 και στις 09/02/2020 ήταν σε εντεταλμένο καθήκον στον δρόμο Λευκωσίας‑Ακάκι για τροχαίες παραβάσεις. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 1 την πρόσοψη του ανακριτικού φακέλου και ο Κατηγορούμενος σ' αυτό το στάδιο δήλωσε ότι είναι παραδεκτό το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, με εξαίρεση το ύψος της ταχύτητας η οποία αποδίδεται σ' αυτόν ότι οδηγούσε. Όπως ανέφερε, από το Τεκμήριο 1 αμφισβητεί μόνο ότι οδηγούσε με την ταχύτητα των 153 ΧΑΩ αντί 100 ΧΑΩ. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι εκδόθηκε σχετικό εξώδικο το οποίο κατάθεσε ως Τεκμήριο 2, το οποίο παρέμεινε απλήρωτο μέχρι σήμερα, και έχει παρέλθει η προβλεπόμενη από τον νόμο περίοδος πληρωμής του, που ήταν 30 μέρες. Κατατέθηκε επίσης ως Τεκμήριο 3, έντυπο του ΤΟΜ όπου αναγράφεται ως ιδιοκτήτης του μηχανοκίνητου οχήματος με αριθμούς εγγραφής KHR639 ο Κατηγορούμενος. Ο Κατηγορούμενος, συμφώνησε ότι όντως κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία καταγγελίας, ήταν ο ιδιοκτήτης του συγκεκριμένου οχήματος και δηλώθηκε το σχετικό παραδεκτό γεγονός. Στην αίθουσα του Δικαστηρίου, ο μάρτυρας αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που είχε σταματήσει για έλεγχο. Ανέφερε περαιτέρω, ότι σε απόσταση περίπου 800 με 1000 μέτρα από το σημείο που ανέκοψε τον Κατηγορούμενο για έλεγχο, υπήρχε πινακίδα που έδειχνε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας. Περαιτέρω, όπως ανέφερε, με τη χρήση του ταχύμετρου είχε εντοπίσει τον Κατηγορούμενο σε απόσταση 780 μέτρων από το σημείο που βρισκόταν, να οδηγεί στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία του (αριστερή ως η κατεύθυνση στην οποίαν κοιτούσε ο μάρτυρας) με την ταχύτητα που αναγράφεται στο Κατηγορητήριο. Όπως ανέφερε, προτού χρησιμοποιήσει το ταχύμετρο, προέβη σε όλους τους προβλεπόμενους ελέγχους τους οποίους εξήγησε λεπτομερώς στο Δικαστήριο. Αφού προέβη σε όλους τους ελέγχους, ανέφερε ότι όλα λειτουργούσαν κανονικά. Κατά την αντεξέταση, του είχε υποβληθεί ότι δεν ήταν αυτός το πρόσωπο που κρατούσε την «κάμερα» όπως την αποκάλεσε ο Κατηγορούμενος, εννοώντας προφανώς το ταχύμετρο. Ο μάρτυρας επέμεινε ότι ήταν αυτός το πρόσωπο το οποίο χρησιμοποίησε το ταχύμετρο. Του υποβλήθηκε επίσης ότι δεν είχε υποδειχθεί το ταχύμετρο στον Κατηγορούμενο με την ένδειξη της ταχύτητας για την οποία κατηγορείται, και ο μάρτυρας συμφώνησε, αναφέροντας ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είχε εξέλθει από το όχημά του και υπήρξε συζήτηση κατά την οποία προσπάθησε να εξηγήσει στον Κατηγορούμενο πώς λειτουργεί το ταχύμετρο. Μετά από την παρέλευση κάποιου χρονικού διαστήματος, που ήταν το διάστημα που διήρκεσε η συζήτηση, το ταχύμετρο είχε μπει στη θέση «stand by», κάτι που οδηγεί σε διαγραφή της τελευταίας μέτρησης. Συνεπώς δεν ήταν πλέον δυνατόν να του υποδειχθεί η μέτρηση του ταχύμετρου. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος βρέθηκε εκ πρώτης όψεως ένοχος και κλήθηκε σε απολογία. Αφού του εξηγήθηκαν λεπτομερώς τα δικαιώματά του, επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα σιωπής. Είχα την ευκαιρία από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να ακούσω και να παρατηρήσω με προσοχή τη μαρτυρία του ΜΚ
  2. Έχω διεξέλθει με προσοχή της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, στη βάση του συνόλου της και όχι αποσπασματικά. Θα προχωρήσω στην αξιολόγησή της, αντλώντας καθοδήγηση από τις αρχές του τίθενται από τη σχετική νομολογία, λαμβάνοντας μεταξύ άλλων παραγόντων υπόψη μου, τη φυσικότητα, ευθύτητα, αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων, τυχόν ύπαρξη υπερβολών, ουσιωδών αντιφάσεων, προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης, τη μνήμη και τους λόγους που είχε να θυμάται ή να πιστεύει αυτά για τα οποία κατέθετε αλλά και την εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα. (Βλ. Μεταξύ άλλων, Στυλιανίδη v Χατζηπιέρα

(1992)1 ΑΑΔ 1056, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97, Αυξεντίου v. Δίγκλη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1 A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173 κ.α.). Έχοντας ακούσει τον ΜΚ 1 με προσοχή και παρακολουθώντας τον κατά τη διάρκεια που έδιδε μαρτυρία στο Δικαστήριο, κρίνω ότι μου άφησε θετική εντύπωση και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Απαντούσε με σαφήνεια, αμεσότητα και φυσικότητα και δεν έχω αμφιβολία ότι τα όσα ανέφερε είναι αληθή και πραγματικά και ανταποκρίνονται στα πραγματικά γεγονότα. Σημειώνω δε, ότι στην υποβολή ότι ήταν η συνάδελφός του που κρατούσε το ταχύμετρο, ο μάρτυρας δεν βιάστηκε να απαντήσει, πήρε τον χρόνο του για να θυμηθεί τα γεγονότα και έπειτα απάντησε ότι αυτός ήταν που κρατούσε το ταχύμετρο. Το γεγονός αυτό, αποκαλύπτει ότι δεν απαντούσε μηχανικά αλλά με βάση το τι πραγματικά είχε γίνει και αφότου ένιωθε βέβαιος ότι αυτό που ανέφερε στο Δικαστήριο ήταν ορθό και αληθές. Στις ποινικές υποθέσεις, αποτελεί πάγια αρχή ότι το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων κάθε κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα Αρχή και η ενοχή πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Παραπέμπω στην Woolmington v D.P.P. 25 Cr. App. R. 72, Charitonos and Others v. The Republic
(1971)2 CLR 40, η οποία υιοθέτησε την πιο πάνω υπόθεση. Η απόδειξη της κατηγορίας κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξολοκλήρου στην Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη, αλλά και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας (Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110). Προχωρώ στη νομική πτυχή του αδικήματος. Σε σχέση με την πρώτη και μοναδική κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, τα εδάφια 2 και 3 του άρθρου 6 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, προνοούν τα ακόλουθα: «
(2)Τη συναινέση του Αρχηγού της Αστυνομίας, η αρμοδία αρχή δύναται να ορίση, αναφορικώς προς οιανδήποτε οδόν, ανώτατον ή κατώτατον όριον ταχύτητος, όπερ, καθ' όσον αφορά εις οδόν κειμένην εν τη κατωκημένη περιοχή οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου, δεν δύναται να υπερβαίνη τα τεσσαράκοντα μίλια την ώραν το ούτω καθοριζόμενον όριον ταχύτητος θέλει αναγραφή επί πινακίδων τοποθετουμένων επί των οδών κατά τοιούτον τρόπον ώστε ευχερώς να διακρίνωσι ταύτας οι χρησιμοποιούντες τας τοιαύτας οδούς οδηγοί η αρμοδία αρχή δύναται, ωσαύτως τη συναινέσει του Αρχηγού της Αστυνομίας, να μεταβάλη παν ούτω ορισθέν όριον ταχύτητος: Νοείται ότι μέχρις ου η αρμοδία αρχή προβή εις τον ορισμόν τοιούτου ορίου ταχύτητος, τούτο δεν δύναται να υπερβαίνη, εντός των κατωκημένων περιοχών οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου, το όριον των τριάκοντα μιλίων την ώραν.
(3)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού με ταχύτητα μεγαλυτέραν του ανωτάτου ή μικροτέραν του κατωτάτου ορίου ταχύτητος όπερ έχει ορισθή υπό της αρμοδίας αρχής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)ή της επιφυλάξεως αυτού είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης, εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Συνεπώς, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος όπως προκύπτουν από τα πιο πάνω, είναι τα ακόλουθα:
  1. η οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος από τον Κατηγορούμενο,
  2. σε οδό,
  3. ότι στην οδό αυτή η αρμόδια Αρχή είχε θέσει ως ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας τα 100 ΧΑΩ,
  4. ότι στη συγκεκριμένη οδό είχε τοποθετηθεί πινακίδα όπου αναγράφεται ότι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν τα 100 ΧΑΩ, και
  5. ότι ο Κατηγορούμενος υπερέβηκε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ως αναγράφεται στο Κατηγορητήριο. Στην παρούσα υπόθεση, ο Κατηγορούμενος δεν έχει αμφισβητήσει ότι η συγκεκριμένη οδός όπου καταγγέλθηκε αποτελεί οδό με βάση τον νόμο, ούτε ότι το ανώτατο όριο ταχύτητας που είχε τεθεί από την αρμόδια Αρχή στο συγκεκριμένο σημείο ήταν 100 ΧΑΩ. Εξάλλου, ως προς τα πιο πάνω, το Δικαστήριο μπορεί να στηριχτεί και στο Τεκμήριο της κανονικότητας, omnia praesumuntur rite esse acta και να κρίνει ότι η συγκεκριμένη λεωφόρος αποτελεί οδό στην οποίαν το όριο έχει οριστεί από την αρμόδια Αρχή στα 100 ΧΑΩ. (Γενικός Εισαγγελέας v. Φλωρίδης
(1999), 2 Α.Α.Δ 95 και η Γεωργαλλίδης v. Δήμου Λάρνακας
(2001), 2 Α.Α.Δ 789). Κάνω αποδεκτή τη μαρτυρία του ΜΚ 1 σε σχέση με την ύπαρξη πινακίδας ορίου ταχύτητας πριν το σημείο καταγγελίας του Κατηγορούμενου, γεγονός που επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί από τον Κατηγορούμενο. Το τι έχει αμφισβητήσει ο Κατηγορούμενος, είναι την ταχύτητα που αναφέρει ο Μάρτυρας Κατηγορίας 1, ως την ταχύτητα με την οποία είχε καταγράψει το ταχύμετρο το οποίο χρησιμοποίησε τη δεδομένη στιγμή. Ως προς το σημείο αυτό, ο μάρτυρας ανέφερε ότι έλαβε σχετική εκπαίδευση ως χειριστής του συγκεκριμένου ταχυμέτρου και προέβη σε όλους τους απαραίτητους ελέγχους για διασφάλιση της ορθότητας της λειτουργίας των μετρήσεων της συσκευής πριν την χρήση της. Κρίνω ότι με βάση αυτά τα δεδομένα, και ενόψει του γεγονότος ότι έχω κρίνει αξιόπιστο τον ΜΚ 1, η μέτρηση την οποίαν ανέφερε ότι είχε καταδείξει η συσκευή ταχύμετρου κατά τον χρόνο που είχε εντοπίσει το όχημα KHR639 να οδηγείται από τον Κατηγορούμενο τη συγκεκριμένη στιγμή της καταγγελίας, ήταν 153 ΧΑΩ αντί 100 ΧΑΩ (βλέπε σχετικά Πετράκης v. Αστυνομίας
(2003), 2 Α.Α.Δ 455 και Μεταξάς v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ 560). Περαιτέρω, ως έχει αναφερθεί, ο Κατηγορούμενος δεν είχε καταβάλει το ποσό εξωδίκου προστίμου και η προθεσμία που προβλέπει ο νόμος πριν την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης είχε παρέλθει (χωρίς να έχει αμφισβητηθεί το γεγονός αυτό). Δεδομένων των ανωτέρω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του Κατηγορούμενου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην πρώτη κατηγορία. [Υπ.] .............. Α.Γ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.