← Κύπρος

ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ν. GOROKA TRADING LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης:1096/2019, 22/2/2022

ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ν. GOROKA TRADING LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης:1096/2019, 22/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B22 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:1096/2019 XXXXX ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ Παραπονούμενος ν.

  1. GOROKA TRADING LIMITED
  2. XXXXX EUGENIU
  3. XXXXX ΣΧΙΖΑΣ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 22 Φεβρουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενο: κα. Ε. Μιντή Για Κατηγορούμενους: κ. Ν. Θεοδώρου Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή Με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, ο κάθε Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερεις κατηγορίες που αφορούν την διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης ισάριθμων επιταγών χωρίς αντίκρισμα, κατά παράβαση του άρθρου 305 Α

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως έχει τροποποιηθεί. Ως προκύπτει από τις λεπτομέρειες αδικήματος, η Κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 1, 4, 7 και 10 ως ο εκδότης τεσσάρων επιταγών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ με αριθμούς XXXXX64, XXXXX62, XXXXX61 και XXXXX60 (αντιστοίχως), εκ των οποίων η πρώτη αφορά το ποσό των €5.000 και η κάθε μία από τις υπόλοιπες τρείς αφορά το ποσό των €20.000, οι οποίες αναφέρεται ότι εκδόθηκαν επ' ονόματι του Παραπονούμενου κατά ή περί την 30/08/2019 (στο εξής οι επίδικες Επιταγές) και οι οποίες, αφού παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα κατά ή και μετά την ημερομηνία που κατέστησαν πληρωτέες, δεν εξοφλήθηκαν λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων και επιστράφηκαν με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - ανεπαρκή υπόλοιπα - Please represent - insufficient funds» και «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΑΓΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΚΑΠ - ACCOUNT FROZEN - CIR», παραμένοντας απλήρωτες για περίοδο πέραν των 15 ημερών από την εν λόγω παρουσίαση τους μέχρι και σήμερα. Ο δε Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 2, 5, 8 και 11 και ο Κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 3, 6, 9 και 12, αμφότεροι ως συνεργοί δυνάμει του άρθρου 20 του Κεφ. 154, για τον καθένα από τους οποίους αποδίδεται ότι παρείχε συνδρομή στη διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων. Οι Κατηγορούμενοι δήλωσαν μη παραδοχή στις πιο πάνω κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, με αποτέλεσμα η παρούσα υπόθεση να προχωρήσει σε ακρόαση. Β. Βάρος Απόδειξης και συστατικά στοιχεία αδικήματος Όπως σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, έτσι και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της κατηγορίας που προσάπτεται εναντίον του κατηγορούμενου βρίσκεται επί των ώμων της κατηγορούσας αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει σωρευτικά την στοιχειοθέτησή τους με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482 και Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποιν. Έφεση 97/2017, ημ. 19/7/2019). Εναπόκειται, επίσης, στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Αν στο τέλος της υπόθεσης παραμείνει στο μυαλό του Δικαστηρίου έστω και η παραμικρή αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορούμενου, τότε αυτός θα πρέπει να απαλλαχθεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει (Ιωάννου Σάββας Πλαστήρα κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Ως προαναφέρθηκε, οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορίες για τη διάπραξη του αδικήματος που προνοείται στο Άρθρο 305 (Α)
(1)του Κεφ. 154[1], για τη στοιχειοθέτηση του οποίου χρειάζεται να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία, τα οποία προκύπτουν από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου και επιβεβαιώνονται από τη σχετική νομολογία (βλ. Γεώργιος Κλεόπας και Yϊοι Ltd v. Vrontis Builders Ltd κ.α., Ποιν. Έφεση 90/14, ημ. 20/10/2016):
  1. η έκδοση επιταγής,
  2. η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε,
  3. η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα,
  4. η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλετο, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
  5. η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι το αντάλλαγμα μίας επιταγής δεν συνιστά συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(1)Κεφ. 154[2], όμως, όπως, ενδεικτικά, αναφέρθηκε στην Δρούγκα ν. Μάριου, Ποιν. Έφεση 248/2018, ημ. 31/10/2019, ECLI:CY:AD:2019:B454: «το αντάλλαγμα έκδοσης μιας επιταγής δεν συνιστά συστατικό στοιχείο του αδικήματος, πλην όμως η έλλειψη αντιπαροχής συνιστά υπεράσπιση εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου το τεκμήριο ύπαρξης αντιπαροχής δεν είναι απόλυτο αλλά μαχητό. Εξ αυτού συνάγεται ότι το βάρος απόδειξης ανυπαρξίας αντιπαροχής είναι επί των ώμων του εκδότη της επιταγής, αλλά αφ΄ ης στιγμής ο αποδέκτης της επιταγής - εδώ ο εφεσείων - επιλέγει με τη μαρτυρία του να καταστήσει το ζήτημα της αντιπαροχής επίδικο, δεν μπορεί να παραπονείται ότι η επί τούτου μαρτυρία του κρίθηκε αναξιόπιστη ή ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αντέστρεψε το βάρος απόδειξης του υπό αναφορά ζητήματος.» Σε ό,τι αφορά την καταδίκη συνεργού, ως οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, αυτή μπορεί να προκύψει μέσω του άρθρου 20 του Κεφ. 154 (βλ. Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Ορφανίδη, Ποιν. Εφέσεις 102/2014 και 115/2014 ημ. 23/10/2015, ECLI:CY:AD:2015:B706 και Ιωαννίδη ν. Gastop Boutique Ltd κ.α. Ποιν. Έφεση 161/2014 ημ. 30/06/2017, ECLI:CY:AD:2017:B235). Κρίσιμος είναι ο χρόνος υπογραφής της κάθε επιταγής (βλ. Militos Trading Limited v. Μαλέκκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 609) κατά τον οποίο πρέπει να αποδειχθεί ότι ο προσυπογράφων, αξιωματούχος ή άλλο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να υπογράφει επιταγές εταιρείας, γνώριζε τις ουσιώδεις περιστάσεις της διάπραξης του αδικήματος από την εταιρεία. Εκδήλωση του νοητικού στοιχείου της γνώσης δεν παύει να αποτελεί και η εθελοτυφλία (willful blindness) (βλ. Χριστοδούλου ν. Τζιωρτζής κ.α., Ποιν. Έφεση 253/18 ημ. 01/06/2020, ECLI:CY:AD:2020:B173) και, όπως ενδεικτικά αναφέρθηκε στην Κασάπη ν. Μενεξή, Ποιν. Έφεση 137/2020 ημ. 20/07/2021: «Αυτό που προκύπτει από την Θεοχάρους, όπως εξηγείται στην Ιωαννίδης, είναι ότι εκείνος που υπογράφει επιταγή εκ μέρους εκδότριας εταιρείας, έχει υποχρέωση να επιδείξει εύλογη επιμέλεια, και καθήκον να μην επιδείξει αδιαφορία ή απερισκεψία, ότι η επιταγή που υπογράφει θα τιμηθεί όταν παρουσιαστεί για πληρωμή. Και τις υποχρεώσεις αυτές έχει ανεξάρτητα του κατά πόσο έχει ή δεν έχει ανάμιξη στις εργασίες της εταιρείας. Δηλαδή, οι υποχρεώσεις αυτές δεν γεννώνται συνεπεία γνώσης του για την κατάσταση της εταιρείας, αλλά τις επωμίζεται ως επακόλουθο του γεγονότος και μόνο ότι υπόγραψε την επιταγή. Επομένως, δεν είναι αναγκαίο αυτός που υπογράφει επιταγή εκ μέρους της εκδότριας εταιρείας να είναι διευθυντής ή άλλος αξιωματούχος της για να έχει τις πιο πάνω υποχρεώσεις. Η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών, στοιχειοθετεί την απαραίτητη ένοχη διάνοια και την ποινική του ευθύνη.» Γ. Προσαχθείσα μαρτυρία, αξιολόγηση και ευρήματα Προς απόδειξη των πιο πάνω κατηγοριών, μαρτύρησαν για την πλευρά του Παραπονούμενου συνολικά δύο μάρτυρες. Ο πρώτος ήταν ο ίδιος ο Παραπονούμενος (Μ.Κ.1), ο οποίος κατά την κυρίως εξέταση του υιοθέτησε γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α) και δεύτερη μάρτυρας ήταν η XXXXX Δημητρίου, τραπεζική υπάλληλος (Μ.Κ.2), κατά την μαρτυρία των οποίων κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 1 - 14, μεταξύ των οποίων και οι επίδικες Επιταγές (Τεκμήρια 5 - 8). Με το πέρας της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας και αφού το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση για την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 επέλεξαν να καταθέσουν ενόρκως, κατά των μαρτυρία των οποίων κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 15 - 17, ενώ δεν κλήθηκαν να καταθέσουν για τους Κατηγορούμενους οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα προς υπεράσπιση τους. Ο Μ.Κ.1 έδωσε μαρτυρία για το αντάλλαγμα σε σχέση με το οποίο είπε ότι εκδόθηκαν οι επίδικες Επιταγές, ως επίσης και για ζητήματα που αφορούν την στοιχειοθέτηση των συστατικών στοιχείων του αδικήματος των υπό κρίση κατηγοριών. Όσον αφορά το αντάλλαγμα, είπε ότι οι επίδικες Επιταγές, συνολικού ύψους €65.000, εκδόθηκαν και παραδόθηκαν σε αυτόν και στη σύζυγο του κατά τον Απρίλιο του 2019 από τον Κατηγορούμενο 3, με τον οποίο διατηρούσαν μακροχρόνια φιλική και οικογενειακή σχέση. Αυτές, όπως είπε, τους παραδόθηκαν ως αναγνώριση και προς διαβεβαίωση του από τους Κατηγορούμενους όσον αφορά την εξόφληση ενός χρέους ύψους €60.000, το οποίο τους είχαν δανείσει μαζί με την σύζυγο του περί τον Δεκέμβριο του 2018, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για την εκτέλεση μίας εκκρεμούσας παραγγελίας ελαιόλαδου που είχαν αναλάβει την οποία, λόγω οικονομικών δυσκολιών, δεν μπορούσαν να διεκπεραιώσουν, στο πλαίσιο των εργασιών τους, η Κατηγορούμενη 1 και η εταιρεία ΑΓΡΟΚΤΗΜΑ ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ (στο εξής η Εταιρεία), αμφότερες, όπως είπε, ιδιοκτησίας και συμφερόντων του Κατηγορούμενου 3 και του υιού του. Εξήγησε, επίσης, ότι η επίδικη Επιταγή που αφορά το επιπλέον ποσό των €5.000 (Τεκμήριο 8) δόθηκε μετά από επιμονή των Κατηγορουμένων, ως αποζημίωση όπως τους ανέφερε ο Κατηγορούμενος 3, για την ταλαιπωρία από την καθυστέρηση στην εξόφληση του ποσού δανεισμού, το οποίο, δεν είχε αποπληρωθεί εντός του χρονικού διαστήματος («κατά τον Μάρτιο του 2019 και το αργότερο περί τα τέλη του Απρίλη 2019») που είχε προφορικά συμφωνηθεί. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι, τον Κατηγορούμενο 2 (σε σχέση με τον οποίο ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του ότι, σύμφωνα με έρευνα των δικηγόρων του στο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών, Τεκμήριο 1, είναι διευθυντής και γραμματέας της Κατηγορούμενης 1) δεν τον γνωρίζει καθόλου και δεν θυμόταν αν οι επίδικες Επιταγές του παραδόθηκαν στις 16/03/2019, όπως του υποβλήθηκε. Ανέφερε, ωστόσο, ότι οι επίδικες Επιταγές του παραδόθηκαν υπογραμμένες από τον Κατηγορούμενο 3, ο οποίος, πριν του τις παραδώσει, συμπλήρωσε τα υπόλοιπα στοιχεία τους, εκτός της ημερομηνίας πληρωμής τους, εφόσον, όπως είπε, ο Κατηγορούμενος 3 του είχε τότε αναφέρει ότι θα τον ενημέρωνε κάθε φορά που θα έχει χρήματα για να συμπληρώνει την ημερομηνία πληρωμής και να προχωρούσε στην εξαργύρωση της κάθε επίδικης Επιταγής. Επειδή, όμως, όπως ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του, το χρέος δεν εξοφλήθηκε ούτε μέχρι τις 30/08/2019 που είχαν συμφωνήσει με τους Κατηγορούμενους αλλά ούτε και μέχρι τις αρχές Νοεμβρίου 2019 που τους έδωσαν για τελευταία φορά πίστωση χρόνου και επειδή, όπως ανέφερε κατά την αντεξέταση του, όποτε τηλεφωνούσε στον Κατηγορούμενο 3, αυτός δεν του απαντούσε για να τους πει πότε να τις καταθέσουν, συμπλήρωσαν στις 30/08/2019 την ημερομηνία πληρωμής τους και στις 14/11/2019 κατέθεσαν τις επίδικες Επιταγές στην Τράπεζα προς εξαργύρωση, όμως αυτές δεν τιμήθηκαν και στις 15/11/2019 επιστράφηκαν με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - ανεπαρκή υπόλοιπα» και «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΑΓΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΚΑΠ», παραμένοντας μέχρι σήμερα απλήρωτες. Η Μ.Κ.2 εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου και είναι η λειτουργός εξυπηρέτησης της Κατηγορούμενης 1, έχοντας, έτσι, πρόσβαση στον τρεχούμενο λογαριασμό που η τελευταία διατηρεί στην εν λόγω Τράπεζα με αριθμό XXXXX5335 (στο εξής ο Λογαριασμός), από τον οποίο φέρεται να εκδόθηκαν οι επίδικες Επιταγές. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 14 τις καταστάσεις του εν λόγω Λογαριασμού για την περίοδο Απριλίου 2019 μέχρι Νοεμβρίου 2019, τις οποίες επεξήγησε, αναφέροντας ότι ο ρηθέν Λογαριασμός ήταν χωρίς όριο (λειτουργούσε δηλαδή με όσα χρήματα ήταν κατατεθειμένα σε αυτόν για την διενέργεια πληρωμών) και παρουσίασε ως Τεκμήριο 13 δείγμα υπογραφής των προσώπων που ήταν οι εξουσιοδοτημένοι υπογράφοντες του Λογαριασμού, αναφέροντας ότι αυτοί (και οι δύο μαζί) ήταν οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, τις υπογραφές των οποίων αναγνώρισε στις επίδικες Επιταγές, θεωρώντας ότι αυτές συνάδουν με το δείγμα υπογραφής που παρουσίασε. Αναφερόμενη δε στις σφραγίδες που εμφαίνονται στις επίδικες Επιταγές, είπε ότι αυτές κατατέθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου όμως επιστράφηκαν χωρίς να τιμηθούν επειδή ο Λογαριασμός τέθηκε (και εξακολουθεί να βρίσκεται) στο ΚΑΠ από τις 30/05/2019 λόγω παρουσίασης άλλων, προηγούμενων, ακάλυπτων επιταγών. Ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τον Μ.Κ.1, αρνήθηκε ότι ο τελευταίος δάνεισε στην Κατηγορούμενη 1 οποιοδήποτε ποσό και αρνήθηκε επίσης ότι τον Απρίλιο του 2019 αναγνώρισε την ύπαρξη οποιουδήποτε χρέους της Κατηγορούμενης 1 σε αυτόν ή ότι εξέδωσε και του παρέδωσε οποιαδήποτε επιταγή. Αναγνώρισε την υπογραφή του στις επίδικες Επιταγές, λέγοντας επίσης ότι τις άφησε υπογραμμένες στην εταιρεία για να δοθούν σε πελάτες, επειδή ο ίδιος βρίσκεται συνεχώς εκτός εταιρείας, για εξωτερικές δουλειές της. Δεν θυμόταν όμως πότε τις είχε υπογράψει και ανέφερε επίσης ότι δεν τις συμπλήρωσε ο ίδιος ούτε ενημερώθηκε πριν την παρούσα υπόθεση για τα οικονομικά ζητήματα του Κατηγορούμενου 3 με τον Μ.Κ.1. Ανέφερε περαιτέρω ότι δεν γνωρίζει την κατάσταση του Λογαριασμού της Κατηγορούμενης 1 μήτε ενημερώνεται για την οικονομική κατάσταση της τελευταίας, διότι αυτά είναι ζητήματα που δεν αφορούν τον ίδιο ούτε χρειάστηκε να τα ελέγχει εφόσον με αυτά ασχολείται ο Κατηγορούμενος 3, ο οποίος την ελέγχει οικονομικά και ο οποίος κρατούσε το βιβλιάριο επιταγών της, συμπληρώνοντας όλες τις επιταγές της, αφού ο ίδιος δεν γράφει ελληνικά. Όπως είπε, η Κατηγορούμενη 1 ασχολείται με την παράδοση προϊόντων (αυγά, ελιές και λάδι), τα οποία προμηθεύεται από την Εταιρεία και τα οποία του παραδίδονται από τον Κατηγορούμενο 3, δεν γνώριζε όμως αν αυτή η Εταιρεία είναι ιδιοκτησίας του τελευταίου. Ξεκίνησε, όπως είπε, ως εργάτης στην Εταιρεία το 2003, ενώ στη συνέχεια δημιούργησε μαζί με τον υιό του Κατηγορούμενου 3 την Κατηγορούμενη 1, στην οποία είναι διευθυντής και στην οποία εργάζεται, εκτελώντας καθήκοντα τα οποία περιορίζονται στην διεκπεραίωση των παραγγελιών και στην διανομή και πώληση των πιο πάνω προϊόντων σε πελάτες, με τους οποίους και ασχολείται, αλλά και στην κατάθεση των επιταγών που παίρνει από τους πελάτες στην Τράπεζα. Ο Κατηγορούμενος 3 έδωσε μαρτυρία σε σχέση με τις περιστάσεις και το λόγο για τον οποίο δόθηκαν από τον ίδιο οι επίδικες Επιταγές προς τον Μ.Κ.1, αλλά και στα όσα μεσολάβησαν μέχρι την παρουσίαση τους στην Τράπεζα για πληρωμή. Ανέφερε ότι, έλαβε, για δικό του λογαριασμό, στις 28/12/2018 το ποσό τις επιταγής ύψους €60.000 (Τεκμήριο 3), ώστε να μπορέσει να εκτελέσει μία παραγγελία ελαιόλαδου που είχε αναλάβει ο ίδιος προσωπικά, και παρέδωσε τις επίδικες Επιταγές στη σύζυγο του Μ.Κ.1 στις 16/03/2019, αφού προηγουμένως συμπλήρωσε εκείνη την ημέρα τα στοιχεία τους, εκτός της ημερομηνίας πληρωμής τους. Είπε, ειδικότερα, ότι εκείνη την ημέρα συναντήθηκε με τον Μ.Κ.1 και την σύζυγο του στο σπίτι τους για φαγητό, όπου και τους ενημέρωσε πως τελικά δεν θα μπορούσε να αποπληρώσει μέχρι τα τέλη Απριλίου 2019 το ποσό δανεισμού (€60.000) που έλαβε στις 28/12/2018, ως η συνεννόηση που είχαν περί τις αρχές Ιανουαρίου 2019, κατά τη διάρκεια προηγούμενης επίσκεψης του στο σπίτι τους. Επειδή τότε τους είδε κάπως στεναχωρημένους και επειδή αυτοί του ανέφεραν ότι δεν είχαν οτιδήποτε γραπτώς από εκείνον για την οφειλή, ο ίδιος, αισθανόμενος αρκετά άβολα με την κατάσταση αυτή, συμπλήρωσε και τους παρέδωσε τις επίδικες Επιταγές από το βιβλιάριο επιταγών της Κατηγορούμενης 1 που είχε εκείνη την ημέρα μαζί του, χωρίς να συμπληρώσει την ημερομηνία πληρωμής τους, εξηγώντας τους ότι τους έδιδε τις εν λόγω Επιταγές απλώς για να έχουν κάτι γραπτώς ότι τους οφείλει αυτά τα χρήματα και ότι όταν θα εισέπραττε λεφτά από την παραγγελία θα τους πλήρωνε και θα έπαιρνε πίσω τις ρηθείσες Επιταγές, προσθέτοντας, κατά την αντεξέταση του, ότι οι εν λόγω Επιταγές δεν ήταν ποτέ για κατάθεση, «ήταν απλώς να φύγει το βάρος από πάνω μου, να είχαν κάτι γραπτώς ότι τους χρωστούσα αυτά τα λεφτά» και δόθηκαν πολύ αυθόρμητα, δίχως εξουσιοδότηση να κατατεθούν. Τον είχαν, όπως είπε, τότε ρωτήσει γιατί δεν τους έδωσε μία επιταγή και ο ίδιος τους ανέφερε ότι θα ήταν αδύνατο να μπορέσει να πληρώσει €60.000 όπως ήταν η κατάσταση τότε με την παραγγελία του ελαιόλαδου, προσθέτοντας ότι προσπάθησε να δώσει στον Μ.Κ.1 και μία επιταγή για το επιπρόσθετο ποσό των €9.000 σε σχέση με την ταλαιπωρία που του προκάλεσε αλλά ο τελευταίος αρνήθηκε, λέγοντας του ότι €9.000 είναι πολλά και να του δώσει €5.000, όπως και έπραξε, συμπληρώνοντας την επιταγή των €5.000 (Τεκμήριο 8). Ακολούθησαν, όπως είπε, διάφορες συναντήσεις με τον Μ.Κ.1, στο πλαίσιο των οποίων του εξήγησε ότι η παραγγελία με το ελαιόλαδο δεν προχωρούσε όπως ανέμενε και, αρχές Ιουνίου 2019, ανέφερε στην σύζυγο του Μ.Κ.1 ότι ο Λογαριασμός της Κατηγορούμενης 1, από τον οποίο είπε ότι έδωσε τις επίδικες Επιταγές για λογαριασμό του, είχε παγοποιηθεί, γι' αυτό και η σύζυγος του Μ.Κ.1 του έστειλε στις 18/06/2019 μήνυμα στο κινητό του τηλέφωνο με τα στοιχεία του προσωπικού της λογαριασμού (Τεκμήριο 15) για να εμβάσει, όταν θα είχε, χρήματα σε αυτόν. Ακολούθησε νέα συνάντηση στις 25/07/2019, αυτή τη φορά στο σπίτι της θυγατέρας του Μ.Κ.1, η οποία έγινε με πρωτοβουλία της τελευταίας για την συζήτηση του χρέους που είχε με τον Μ.Κ.1 και την σύζυγο του. Στη συνάντηση αυτή, η οποία, όπως είπε, έγινε σε ένα κλίμα όχι και πολύ φιλικό στην παρουσία της θυγατέρας του Μ.Κ.1 και του συζύγου της (Σωτήρη Γεωργιάδη), εξήγησε στον Γεωργιάδη ότι ο Λογαριασμός της Κατηγορούμενης 1 έχει παγοποιηθεί και τότε ο Γεωργιάδης του έφερε ένα έγγραφο για να το υπογράψει, όπως και έκανε (Τεκμήριο 16), επειδή θεώρησε ότι αυτό έγινε σε αντικατάσταση των επίδικων Επιταγών, εφόσον γίνεται αναφορά σε αυτό σε προσωπικό δανεισμό του από τον Μ.Κ.1, γι' αυτό και το υπόγραψε. Ανέφερε, επίσης, ότι στο βιβλιάριο επιταγών που είχε τότε (16/03/2019) στην κατοχή του, το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο 17, υπήρχαν υπογραμμένες από τον Κατηγορούμενο 2 πέντε επιταγές (μεταξύ των οποίων και οι επίδικες), λέγοντας ότι ο λόγος που τις κρατούσε ήταν για την κάλυψη εξόδων της Κατηγορούμενης 1 (αγορά ζωοτροφών, φαρμάκων, καυσίμων κλπ) διότι ο ίδιος είχε αναλάβει και χειριζόταν τα οικονομικά της εταιρείας, βοηθώντας έτσι τον Κατηγορούμενο 2 (τον οποίο γνωρίζει πολλά χρόνια και τον θεωρεί σαν παιδί του), ο οποίος ήταν συνεχώς απασχολημένος έξω με πελάτες. Όπως ισχυρίστηκε, ουδέποτε ενημέρωσε τον Κατηγορούμενο 2 για τις επίδικες Επιταγές, διότι τις εξέδωσε για δικό του λογαριασμό, γι' αυτό και στο απόκομμα του βιβλιαρίου επιταγών (Τεκμήριο 17) δεν είχε αναγράψει το λόγο που αυτές εκδόθηκαν. Ουδέποτε, όπως είπε, συγκατατέθηκε στην συμπλήρωση της ημερομηνίας πληρωμής των επίδικων Επιταγών, ουδέν αντάλλαγμα έλαβε η Κατηγορούμενη 1 για τις εν λόγω Επιταγές και δεν τους ειδοποίησαν ότι θα τις κατέθεταν προς εξαργύρωση. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες κατηγορίας και τους Κατηγορούμενους 2 και 3 ενώ κατέθεταν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και, έχοντας εξετάσει με την επιβαλλόμενη προσοχή την μαρτυρία που προσέφεραν, την έχω αξιολογήσει, στο βαθμό που αυτή αφορά τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης (βλ. Χριστίνα Ρασποπούλου ν. Θεοδώρα Μακρή Ποιν. Έφεση 287/2015 ημ. 11/05/2017, ECLI:CY:AD:2017:B171), με γνώμονα τις καθιερωμένες αρχές αξιολόγησης[3] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων, έχοντας παράλληλα κατά νου ότι δεν αναμένεται από την Κατηγορούσα Αρχή να αποδεικνύει στοιχεία και γεγονότα που δεν αμφισβητούνται (βλ. Ηλία ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 454) και ότι αν ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων που αμφισβητούνται, η εκδοχή της μαρτυρίας του σε σχέση με αυτά θεωρείται αδιαμφισβήτητη (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 και Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποιν. Έφεση 331/2015 ημ. 11/12/2017, ECLI:CY:AD:2017:B454), με την μονομερώς τεθείσα εκδοχή (δηλαδή εκείνη που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων) να αγνοείται από το Δικαστήριο αν αυτή δεν ετέθη στους μάρτυρες της άλλης πλευράς παρέχοντας τους έτσι την δυνατότητα να τοποθετηθούν και απουσιάζει ικανή δικαιολογία ως προς το λόγο της εν λόγω παράλειψης (Tekinder Pal κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551). Πρώτα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι μεγάλο μέρος των επίμαχων γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είτε αποτέλεσε κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία. Αυτά είναι τα ακόλουθα: (
  1. i)η Κατηγορούμενη 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στην Κύπρο, η οποία ασχολείται με την διανομή προϊόντων (αυγά, ελιές και λάδι) που προμηθεύεται από την Εταιρεία. Διευθυντής και γραμματέας της Κατηγορούμενης 1 είναι ο Κατηγορούμενος 2, ο δε Κατηγορούμενος 3 είναι μαζί με τον υιό του οι διευθυντές και μέτοχοι της Εταιρείας. Εξουσιοδοτημένα πρόσωπα να υπογράφουν στον Λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 ήταν οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 (και οι δύο μαζί), ο δε Κατηγορούμενος 3 είχε τον οικονομικό έλεγχο της Κατηγορούμενης 1 και κρατούσε το βιβλιάριο επιταγών της, από το οποίο συμπλήρωνε και εξέδιδε επιταγές της για την διενέργεια πληρωμών, (
  2. ii)στο πλαίσιο της μακροχρόνιας φιλικής και οικογενειακής σχέσης που διατηρούσαν ο Μ.Κ.1 και η σύζυγος του με τον Κατηγορούμενο 3 και για να τον βοηθήσουν στην διεκπεραίωση μίας παραγγελίας πώλησης ελαιόλαδου, εξέδωσαν προς όφελος του τελευταίου στις 27/12/2018 μία επιταγή από τον κοινό τραπεζικό τους λογαριασμό ύψους €60.000 (Τεκμήριο 3), η οποία εξαργυρώθηκε στις 28/12/2018 (Τεκμήριο 4), (iii) σε σχέση με το πιο πάνω χρέος, ο Κατηγορούμενος 3 συμπλήρωσε από το βιβλιάριο επιταγών της Κατηγορούμενης 1 που είχε τότε στην κατοχή του τις επίδικες Επιταγές (Τεκμήρια 5 - 8), χωρίς να αναγράψει σε αυτές την ημερομηνία πληρωμής τους, τις οποίες στη συνέχεια παρέδωσε προς τον Μ.Κ.1 και την σύζυγο του. Σε ό,τι δε αφορά την επίδικη Επιταγή ύψους €5.000 (Τεκμήριο 8), αυτή δόθηκε από τον Κατηγορούμενο 3 προς τον Μ.Κ.1 επιπροσθέτως του ποσού δανεισμού, ως αποζημίωση για την καθυστέρηση στην αποπληρωμή του μέχρι τα τέλη Απριλίου 2019, όπως είχαν, εν τω μεταξύ, συνεννοηθεί, (
  3. iv)όταν οι επίδικες Επιταγές παραδόθηκαν στον Μ.Κ.1 και στη σύζυγο του ήταν υπογραμμένες από τους Κατηγορούμενους 2 και 3[4], (
  4. v)οι επίδικες Επιταγές εκδόθηκαν από τον Λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 στην Τράπεζα Κύπρου και οι τρείς από αυτές αφορούν το ποσό των €20.000 έκαστη (Τεκμήρια 5 - 7), ενώ η τέταρτη αφορά το ποσό των €5.000 (Τεκμήριο 8). Αναφέρουν ως δικαιούχο τους τον Μ.Κ.1 και έχουν ως ημερομηνία πληρωμής τους την 30/08/2019, η οποία συμπληρώθηκε εκείνη την ημέρα από πλευράς Μ.Κ.1 στις επίδικες Επιταγές, (
  5. vi)ο Λογαριασμός τέθηκε (και εξακολουθεί να βρίσκεται) στο ΚΑΠ από τις 30/05/2019 και στις 31/07/2019 μέχρι και τις 29/11/2019 παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο €18,75, (vii) οι επίδικες Επιταγές παρουσιάστηκαν στις 14/11/2019 για πληρωμή στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν (δηλαδή στην Τράπεζα Κύπρου), όμως αυτές δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν λόγω ανεπαρκών υπολοίπων και λόγω του ότι ο Λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ[5], παραμένοντας μέχρι σήμερα απλήρωτες. Για όλα τα πιο πάνω προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Αδιαμφισβήτητη παρέμεινε επί της ουσίας και η μαρτυρία της Μ.Κ.2 η οποία, προκάλεσε πολύ θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Έδωσε την εικόνα αξιόπιστου μάρτυρα, αναφερόμενη με πειστικότητα κατά την μαρτυρία της σε ζητήματα που αφορούν τη λειτουργία του Λογαριασμού που σχετίζεται με τις επίδικες Επιταγές ως επίσης και σε ζητήματα που αφορούν την παρουσίαση και το λόγο μη τίμησης τους, τα οποία συνάδουν τόσο με το περιεχόμενο των σφραγίδων που εμφαίνονται σε αυτές όσο και με τα έγγραφα που κατέθεσε ως Τεκμήρια, απαντώντας παράλληλα με αμεσότητα και σαφήνεια στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν, χωρίς η μαρτυρία της να έχει καθ' οιονδήποτε τρόπο κλονιστεί ως αποτέλεσμα της αντεξέταση της. Η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από σταθερότητα, έχει λογική συνοχή και είναι αληθοφανής, γι' αυτό και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Αμφισβητούμενο ζήτημα, για το οποίο προβλήθηκαν διιστάμενες εκδοχές κατά την ακροαματική διαδικασία, αποτέλεσε το αντάλλαγμα και, γενικότερα, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες παραδόθηκαν προς τον Μ.Κ.1 οι επίδικες Επιταγές. Η εκδοχή της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, στην έκταση που καλύπτει το πιο πάνω επίδικο ζήτημα, χαρακτηρίζεται από ασάφειες, κενά και ουσιώδεις αντιφάσεις αλλά και υπερβολές στις θέσεις και τοποθετήσεις του, οι οποίες έκδηλα αναδύονται ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης του. Το Δικαστήριο είναι πεπεισμένο ότι η εκδοχή αυτή της μαρτυρίας του ήταν επιτηδευμένη, με σκοπό να παρουσιάσει τα γεγονότα σε σχέση με το αντάλλαγμα και τις συνθήκες έκδοσης των επίδικων Επιταγών, με τρόπο που θεωρούσε ότι θα τον βοηθούσε να αποδείξει την υπόθεση του εναντίον των Κατηγορουμένων. Ενδεικτικά και μόνο της ποιότητας της μαρτυρίας του, σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα, είναι τα πιο κάτω παραδείγματα: (α) ενώ κατά την κυρίως εξέταση του ισχυρίστηκε ουσιαστικά ότι κατά τον Δεκέμβριο του 2018 είχαν δανείσει με την σύζυγο του στους Κατηγορούμενους το ποσό των €60.000 (βλ. παραγράφους 6, 8, 10, 14 και 20 του Εγγράφου Α), κατά την αντεξέταση του ισχυρίστηκε κάτι άλλο, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι: «Δάνεισα στον XXXXX τον Σχίζα, αυτόν ήξερα και τον άλλον [εννοώντας τον Κατηγορούμενο 2] δεν τον ήξερα καθόλου, όταν έδωσα την επιταγή ούτε ήξερα περί τούτου ότι θα πάμε στο μέσο αυτής της υπόθεσης.», (β) παρά το ότι κατά την κυρίως εξέταση του αναφέρθηκε συγκεκριμένα στο πλαίσιο κάτω από το οποίο ισχυρίστηκε ότι δάνεισε στους Κατηγορούμενους το ποσό των €60.000, παραθέτοντας μάλιστα τους όρους σύμφωνα με τους οποίους προχώρησε στον εν λόγω δανεισμό (βλ. παράγραφο 9 Εγγράφου Α), κατά την αντεξέταση του δεν θυμόταν να αναφερθεί με σαφήνεια πώς και κάτω από ποιες περιστάσεις παραχώρησε το εν λόγω δάνειο, αποφεύγοντας πολλές φορές να απαντήσει σε ερωτήσεις που του υποβάλλονταν ή δίδοντας απαντήσεις ασαφείς και αόριστες, ισχυριζόμενος μάλιστα ότι την ημέρα που παρέδωσε την επιταγή (Τεκμήριο 3) στον Κατηγορούμενο 3 δεν θυμάται να λέχθηκε κάτι άλλο πέραν του ότι αυτός τους ζήτησε την εν λόγω επιταγή και εκείνοι του την έδωσαν, παρόλο που στην παράγραφο 9 του Εγγράφου Α προβαίνει σε ειδική αναφορά των όρων και προϋποθέσεων που ισχυρίστηκε ότι συμφωνήθηκαν προφορικά με τον Κατηγορούμενο 3 για την παραχώρηση του εν λόγω δανείου, (γ) ενώ κατά την κυρίως εξέταση του ισχυρίστηκε γενικά ότι οι επίδικες Επιταγές τους παραδόθηκαν από τους Κατηγορούμενους περί τα τέλη Απριλίου 2019 (βλ. παράγραφο 10 του Εγγράφου Α) και ενώ κατά την αντεξέταση του ερωτήθηκε αρχικά αν ήταν σίγουρος για την εν λόγω αναφορά του, στην οποία ο ίδιος επέμεινε, λέγοντας χαρακτηριστικά «Όπως το γράφουμε, θα κάνουμε ψευδή δήλωση;», αμέσως μετά, όταν του υποβλήθηκε ότι οι επίδικες Επιταγές του παραδόθηκαν από τον Κατηγορούμενο 3 στις 16/03/2019 και όχι περί τα τέλη Απριλίου 2019, απάντησε «Είναι λεπτομέρεια που δεν θυμάμαι ημερομηνίες και τι έκαμα. Αν είναι την τάδε μέρα ή την τάδε.», (δ) ενώ κατά την κυρίως εξέταση του ισχυρίστηκε ότι «οι κατηγορούμενοι προς αναγνώριση του χρέους τους και προς διαβεβαίωση μου ότι δεν θα χάναμε τα χρήματα που τους είχαμε δανείσει με τη σύζυγο μου, εξέδωσαν και παρέδωσαν σε μένα και τη σύζυγο μου επιταγές συνολικού ύψους €65.000» (βλ. παράγραφο 10 του Εγγράφου Α), όταν του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση του ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν γνώριζε ότι οι επίδικες Επιταγές θα κατέληγαν στον ίδιο, απάντησε «Δική του κατηγορούμενου η απόφαση να απαντήσει». Περαιτέρω, ενώ εξέφρασε κατά την κυρίως εξέταση του την πιο πάνω θέση, ισχυριζόμενος επίσης ότι συμφωνήθηκε με τους Κατηγορούμενους πως αν μέχρι το τέλος Αυγούστου 2019 εξοφλείτο το ποσό του δανείου, θα τους επέστρεφαν τις επίδικες Επιταγές (βλ. παράγραφο 11 του Εγγράφου Α), όταν του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση του ότι οι επίδικες Επιταγές δόθηκαν τμηματικά με σκοπό όταν του καταβάλλονταν το ποσό που αντιστοιχούσε στην κάθε επιταγή, αυτή να επιστρέφονταν, απάντησε κάτι άλλο από εκείνο που είχε αρχικά ισχυριστεί, αναφέροντας ότι: «Όχι, δεν μας είπε έτσι πράγμα. Μας τα έδωσε για να τα καταθέσουμε στον λογαριασμό και να πληρωθούμε.», (ε) ενώ σε κανένα σημείο της κυρίως εξέτασης του δεν ανέφερε ότι οι επίδικες Επιταγές του παραδόθηκαν χωρίς ημερομηνία πληρωμής, ισχυριζόμενος απλώς ότι εκείνο που συμφωνήθηκε με τους Κατηγορούμενους ήταν πως εάν μέχρι το τέλος Αυγούστου 2019 δεν εξοφλείτο το ποσό του δανείου (ως η ημερομηνία πληρωμής δηλαδή που αναφέρεται στις επίδικες Επιταγές), αυτές θα κατατίθονταν προς εξόφληση του ποσού, διαφορετικά (σε περίπτωση εξόφλησης τους έως τότε) θα τους τις επέστρεφαν (βλ. παράγραφο 11 του Εγγράφου Α), κατά την αντεξέταση του έδωσε μία εκδοχή εντελώς διαφορετική, αναφέροντας, αφενός, ότι αυτές του δόθηκαν από τον Κατηγορούμενο 3 χωρίς ημερομηνία πληρωμής επειδή ο Κατηγορούμενος 3 θα τον αποπλήρωνε σταδιακά, ενημερώνοντας τον για την ημερομηνία που θα έβαζε για την πληρωμή της κάθε επίδικης Επιταγής, και ότι, αφετέρου, η ημερομηνία πληρωμής συμπληρώθηκε είτε από τον ίδιο είτε από την σύζυγο του στις 30/08/2019, (στ) ενώ από την αντεξέταση του διεφάνη ότι ο ίδιος γνώριζε για μία συνάντηση που του υποβλήθηκε ότι έγινε στην κατοικία της θυγατέρας του, στην παρουσία (μεταξύ άλλων) του συζύγου της και του Κατηγορούμενου 3 και ενώ, επίσης, διεφάνη ότι γνώριζε πως ο Κατηγορούμενος υπέγραψε ένα έγγραφο σύμφωνα με το οποίο αναγνώρισε ότι οφείλει προσωπικά το χρέος που αφορούν οι επίδικες Επιταγές, παρέλειψε να αναφερθεί στο γεγονός αυτό κατά την κυρίως εξέταση του, ενώ κατά την αντεξέταση του, είτε απέφυγε να απαντήσει σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, είτε έδωσε απαντήσεις γενικές και αόριστες. Συνακόλουθα της πιο πάνω αξιολόγησης, δεν αποδέχομαι την εκδοχή της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 όσον αφορά το αντάλλαγμα και τις συνθήκες έκδοσης των επίδικων Επιταγών, περιλαμβανομένου του χρόνου κατά τον οποίο αυτές του παραδόθηκαν από τον Κατηγορούμενο 3, την οποία απορρίπτω ως αναξιόπιστη. Από την άλλη, η εντύπωση που σχημάτισα τόσο για τον Κατηγορούμενο 2 όσο και για τον Κατηγορούμενο 3 ήταν απόλυτα θετική. Και οι δύο τους μου έδωσαν την εικόνα αξιόπιστων μαρτύρων και ότι αυτοί προσπάθησαν έντιμα να παραθέσουν με ειλικρίνεια τη δική τους γνώση για την υπόθεση. Απαντούσαν ευθέως και χωρίς ενδοιασμούς στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, παραμένοντας καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας τους σταθεροί και συνεπείς στις θέσεις τους, στην έκταση που αυτές αφορούν τα εξεταζόμενα στην παρούσα υπόθεση ζητήματα, χωρίς η μαρτυρία τους αυτή να έχει κλονιστεί ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης τους. Η εκδοχή που ο καθένας τους παρουσίασε σε σχέση με το αντάλλαγμα και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν και παραδόθηκαν οι επίδικες Επιταγές είναι συγκροτημένη, αληθοφανής και έχει λογική συνοχή με τον βαθμό που, κατά τρόπο πειστικό και πηγαίο, ο καθένας τους εξήγησε για την εμπλοκή που είπε ότι είχε στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ενώ δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια τους για αλλοίωση γεγονότων ή υπερβολή στις θέσεις και τοποθετήσεις τους. Περαιτέρω, σε ό,τι, ειδικότερα, αφορά την εκδοχή του Κατηγορούμενου 3 ότι το ποσό των €60.000 αποτελούσε δάνειο που έλαβε για λογαριασμό του από τον Μ.Κ.1 και την σύζυγο του με σκοπό να μπορέσει να διεκπεραιώσει μία παραγγελία ελαιόλαδου που είχε προσωπικά αναλάβει, αυτή συνάδει τόσο με την θέση που ο Μ.Κ.1 εξέφρασε κατά την αντεξέταση του ότι («Μου ζήτησε να τον βοηθήσω γιατί έχει μια παραγγελία για να εκτελέσει και δεν μπορεί και τον βοήθησα» και πιο κάτω «Μου είπε ότι έχει μια παραγγελία, αλλά δεν μπορεί να την εκτελέσει και να τον δανείσω τα χρήματα») όσο και με το γεγονός ότι η επιταγή ύψους €60.000 (Τεκμήριο 3) εκδόθηκε από τον Μ.Κ.1 και την σύζυγο του προς όφελος του Κατηγορούμενου 3 (και όχι προς όφελος της Κατηγορούμενης 1 ή της Εταιρείας) αλλά και από το γεγονός ότι, όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο 16, το ποσό των επίδικων Επιταγών «αφορά προσωπικό δανεισμό από τον κ. XXXXX Μιχαηλίδη». Αποδέχομαι, συναφώς, ως αξιόπιστη την επί του προκειμένου μαρτυρία των Κατηγορούμενων 2 και 3 όσον αφορά το αντάλλαγμα και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες παραδόθηκαν οι επίδικες Επιταγές, καταλήγοντας, έτσι, στα ακόλουθα, επιπρόσθετα, ευρήματα: (
  6. i)το ποσό των €60.000 αφορούσε δάνειο που δόθηκε από τον Μ.Κ.1 και την σύζυγο του στον Κατηγορούμενο 3, το οποίο έλαβε ο Κατηγορούμενος 3 για δικό του λογαριασμό στις 28/12/2018, ως μία οικονομική ενίσχυση ώστε να μπορέσει να διεκπεραιώσει μία παραγγελία ελαιόλαδου που είχε προσωπικά αναλάβει να εκτελέσει, (
  7. ii)σε αναγνώριση και προς επιβεβαίωση του πιο πάνω χρέους του, ο Κατηγορούμενος 3 παρέδωσε στον Μ.Κ.1 και στην σύζυγο του στις 16/03/2019 τις επίδικες Επιταγές συμπληρωμένες από τα λοιπά, εκτός της ημερομηνίας πληρωμής τους, στοιχεία, με σκοπό, όταν θα εισέπραττε τα χρήματα από την πιο πάνω παραγγελία να αποπλήρωνε την οφειλή του σε αυτούς και να λάμβανε πίσω τις επίδικες Επιταγές, (iii) οι επίδικες Επιταγές δεν δόθηκαν από τον Κατηγορούμενο 3 με σκοπό να κατατεθούν και ουδέποτε ο Κατηγορούμενος 3 ή οποιοσδήποτε άλλος από πλευράς Κατηγορουμένων συγκατατέθηκε στην συμπλήρωση της ημερομηνίας πληρωμής τους ή εξουσιοδότησε σε οποιοδήποτε χρόνο την κατάθεση τους για εξαργύρωση, (
  8. iv)η Κατηγορούμενη 1 ουδέν αντάλλαγμα έλαβε από την έκδοση των επίδικων Επιταγών και ουδέποτε πριν ή κατά το χρόνο έκδοσης και παράδοσης τους (16/03/2019) ανέλαβε να αποπληρώσει το χρέος του Κατηγορούμενου 3 προς τον Μ.Κ.1 και τη σύζυγο του, (
  9. v)ουδεμία σχέση ή επαφή είχε ο Κατηγορούμενος 2 με την πλευρά του Μ.Κ.1 ενώ, μέχρι και την έγερση της παρούσας υπόθεσης, αγνοούσε για την σε αυτόν παράδοση των επίδικων Επιταγών καθώς και για την οικονομική διαφορά που υπήρχε μεταξύ αυτού και του Κατηγορούμενου 3. Δ. Συμπεράσματα Δικαστηρίου Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, στους Κατηγορούμενους αποδίδεται η διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305 (Α)
(1)του Κεφ. 154, για την στοιχειοθέτηση του οποίου θα πρέπει να αποδειχθούν, σωρευτικά, όλα τα συστατικά του στοιχεία. Η στοιχειοθέτηση του εν λόγω αδικήματος προϋποθέτει, βεβαίως, την ύπαρξη έγκυρης και κανονικής επιταγής (βλ. L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., Ποιν. Έφ. 116/2011, ημ. 30/01/2015), ως αυτή ορίζεται στο άρθρο 4 του Κεφ.154[6], και, με δεδομένο ότι μία επιταγή θεωρείται συναλλαγματική, το ζήτημα αυτό διέπεται από τις ίδιες διατάξεις που εφαρμόζονται για συναλλαγματικές, εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Νόμο (βλ. L.C.D. Domiki Ltd (ανωτέρω) και Μαυρουδή ν. Δικηγορικής Εταιρείας Chrysses Demetriades & Co LLC, Ποιν. Έφεση 156/18 ημ. 21/02/2019). Εκ των προϋποθέσεων, λοιπόν, που επηρεάζουν την εγκυρότητα μίας επιταγής είναι η υπογραφή της από τον εκδότη - εντολέα της (βλ. άρθρο 3 Κεφ. 262 και Poly G. Knitwear Ltd v. Εφόρου Εταιρειών κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ. 96), χωρίς η υπόσταση της να επηρεάζεται επειδή συμπληρώθηκε ως προς τα υπόλοιπα αναγκαία στοιχεία της από πρόσωπο άλλο από τον εκδότη της, με την προϋπόθεση ότι η συμπλήρωση γίνεται με την εντολή ή συγκατάθεση του εκδότη της ή από τον κάτοχο αυτής για αξία (βλ. άρθρα 12 και 20
(1)Κεφ. 262, L.C.D. Domiki Ltd (ανωτέρω), (Xenakis Meli) Ξενάκη Μελή ν. Vassos Leptos Ltd, Ποιν. Έφεση 182/2014 ημ. 23/10/2015, ECLI:CY:AD:2015:B707 και Ορφανίδου ν. Φυλακτού Πολ. Έφεση 99/2014 ημ. 16/11/2021, ECLI:CY:AD:2021:A514). Στην τελευταία όμως περίπτωση, υπεισέρχεται και μία άλλη σημαντική παράμετρος, καθοριστική για την εγκυρότητα της επιταγής, η οποία σχετίζεται με το εύλογο του χρόνου εντός του οποίου συμπληρώθηκαν όλα τα υπόλοιπα στοιχεία της (άρθρο 20
(2)Κεφ. 262 και Χατζησπύρου ν. Συμιλλίδη, Ποιν. Έφεση 139/2015, ημ. 22/04/2016). Εν προκειμένω, ο Μ.Κ.1 επέλεξε να προσφέρει μαρτυρία, παρουσιάζοντας στοιχεία για το αντάλλαγμα των επίδικων Επιταγών, προβάλλοντας ότι αυτές εκδόθηκαν και του παραδόθηκαν έναντι ποσού δανείου ύψους €60.000 που ισχυρίστηκε ότι δάνεισε, στο πλαίσιο προφορικής συμφωνίας, στους Κατηγορούμενους. Η επιλογή του αυτή επέφερε την μη ενεργοποίηση του μαχητού τεκμηρίου που παρέχεται από το άρθρο 30
(1)του Κεφ. 262 και, ως εκ τούτου, όφειλε να αποδείξει στο Δικαστήριο, με αποδεκτή, αξιόπιστη και επαρκή μαρτυρία, την ύπαρξη νόμιμης αντιπαροχής για την έκδοση των επίδικων Επιταγών (βλ. Φουρνίδου (ανωτέρω), Τριφταρίδη (ανωτέρω), Ηλία (ανωτέρω), Δρούγκα (ανωτέρω) και Γαβριηλίδης (ανωτέρω)). Ωστόσο, μετά και την απόρριψη ως αναξιόπιστης της επί του προκειμένου μαρτυρίας του, τέτοια μαρτυρία σχετική με το αντάλλαγμα των επίδικων Επιταγών δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου. Αντιθέτως, ως προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, οι επίδικες Επιταγές εκδόθηκαν στις 16/03/2019, δίχως η Κατηγορούμενη 1 να λάβει για αυτές οποιοδήποτε αντάλλαγμα, εφόσον ο σκοπός για τον οποίο αυτές παραδόθηκαν από τον Κατηγορούμενο 3 στον Μ.Κ.1 ήταν ως αναγνώριση και προς επιβεβαίωση υφιστάμενου προσωπικού χρέους του πρώτου, προερχόμενου από δάνειο που έλαβε από τον δεύτερο και την σύζυγο του. Περαιτέρω, προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου ότι η Κατηγορούμενη 1 ουδέποτε πριν ή κατά την ημερομηνία έκδοσης των επίδικων Επιταγών συμφώνησε, σε αντάλλαγμα για την έκδοση τους, να αναλάβει την αποπληρωμή του εν λόγω χρέους του Κατηγορούμενου 3 προς τον Μ.Κ.1 και τη σύζυγο του και προκύπτει, επίσης, ότι ουδέποτε κάποιος εκ των Κατηγορουμένων εξουσιοδότησε ή συγκατατέθηκε, οποτεδήποτε μεταγενέστερα της ημερομηνίας έκδοσης τους (16/03/2019), στην συμπλήρωση της ημερομηνίας πληρωμής τους ή στην κατάθεση τους προς εξαργύρωση. Συναφώς, καταλήγω ότι η πλευρά του Παραπονούμενου απέτυχε να αποδείξει το αντάλλαγμα των επίδικων Επιταγών, ως όφειλε, υπό τις περιστάσεις, να πράξει και, έτσι, απέτυχε να αποδείξει ότι ο Παραπονούμενος ήταν κάτοχος αυτών για αξία, εν τη εννοία του Κεφ.262. Έπεται ότι οι επίδικες Επιταγές, κατά το χρόνο που παρουσιάστηκαν για πληρωμή (14/11/2019), δεν είχαν την αναγκαία νομική υπόσταση ως επιταγές, εφόσον, μετά και την απόρριψη της επί του προκειμένου μαρτυρίας του Μ.Κ.1, η συμπλήρωση της ημερομηνίας πληρωμής τους έγινε, αφενός, από πρόσωπο που δεν ήταν κάτοχος αυτών για αξία και, αφετέρου, χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση ή εξουσιοδότηση της Κατηγορούμενης 1, μη αποτελώντας, έτσι, εκτελεστές επιταγές για τους σκοπούς του Κεφ. 262 και, συνακόλουθα, και του άρθρου 305 Α του Κεφ. 154, γεγονός το οποίο καθιστά, από μόνο του, μοιραία και την τύχη της παρούσας υπόθεσης. Ε. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω, ο Παραπονούμενος απέτυχε να αποδείξει, ως όφειλε υπό τις περιστάσεις, το αντάλλαγμα για την έκδοση των επίδικων Επιταγών και ότι αυτές αποτελούν επιταγές εν τη εννοία του Κεφ.262, κατάληξη η οποία οδηγεί αναπόδραστα σε απόρριψη της παρούσας υπόθεσης. Συνεπώς, η υπόθεση απορρίπτεται και οι Κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Δεδομένης της πιο πάνω κατάληξης, τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται προς όφελος των Κατηγορουμένων και εναντίον του Παραπονούμενου, περιορισμένα όμως σε ένα σετ εξόδων ενόψει της κοινής υπεράσπισης και εφόσον αυτοί έτυχαν κοινής εκπροσώπησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Το άρθρο 305 (Α)
(1)του Κεφ. 154 προνοεί ότι: «Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.» [2] Σε ό,τι αφορά το αντάλλαγμα μίας επιταγής βλ. επίσης την Παναγιώτου Μακάριος ν. Γεωργίας Φουρνίδου
(2012)2 Α.Α.Δ. 916, Τριφταρίδη ν. Ηρακλέους, Ποιν. Έφεση 340/2015 ημ. 18/12/2017, ECLI:CY:AD:2017:B407, Κυριάκου ν. Ηλία, Ποιν. Έφεση 188/2016 ημ. 31/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:B468 και Γαβριηλίδης ν. Αρμινιώτης, Ποιν. Έφεση 16/2019 ημ. 24/03/2020, ECLI:CY:AD:2020:B108. [3] Όπως έχει, επί παραδείγματι, νομολογηθεί, σημασία στην αξιολόγηση κάθε μάρτυρα έχει η θετική ή αρνητική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυρας (Μαυροσούφης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ Πολ. Έφεση 352/08 ημ. 16/04/2014, ECLI:CY:AD:2014:A267), η ουσία της εκδοχής του, η οποία θα πρέπει να αντιπαραβάλλεται με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71), η μνήμη του μάρτυρα, οι αντιδράσεις του στο εδώλιο (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά (με αμεσότητα ή με δισταγμό) ή που αρνείται να απαντήσει, η νευρικότητα, η επιφυλακτικότητα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, η σταθερότητα στις απαντήσεις του (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 (Β) ΑΑΔ 1166 και το Νομικό Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, 2η έκδοση σελ. 128 - 131), η πηγή των γνώσεων του, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα οποία κατέθεσε, με τις μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα να μην οδηγούν σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας ενός μάρτυρα (Καρεκλά ν. Αστυνομία
(2013)2 ΑΑΔ 737) εφόσον μπορεί και να ενδυναμώσουν μια κατά τα άλλα πειστική μαρτυρία, γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού ή συνεννόησης (Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 23/2015, ημ. 21/04/2016, ECLI:CY:AD:2016:D212). Περαιτέρω, η μαρτυρία ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει πιστευτή εν μέρει ή στην ολότητά της και το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 (A) Α.Α.Δ. 45 και Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). [4] Σε αντίθεση με τα όσα επί του προκειμένου εγείρονται στην αγόρευση της υπεράσπισης ως προς την πατρότητα υπογραφής των επίδικων Επιταγών, τούτο όχι μόνο δεν αποτέλεσε αμφισβητούμενο ζήτημα κατά την ακροαματική διαδικασία αλλά, αντιθέτως, ήταν κοινώς αποδεκτό ότι αυτές υπογράφονται από τους Κατηγορούμενους 2 και
  1. Αφενός, ο Κατηγορούμενος 2 αναγνώρισε ευθέως την δική του υπογραφή στις επίδικες Επιταγές όταν αυτές του υποδείχθηκαν κατά την αντεξέταση του. Ο δε Κατηγορούμενος 3 όχι μόνο δεν αμφισβήτησε κατά την μαρτυρία του την εκδοχή των μαρτύρων κατηγορίας ότι υπογράφει τις επίδικες Επιταγές (βλ. την Ζιττή ν. Οργάνωση Παραγωγών Συνεργατική Εταιρεία Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων (ΣΕΔΙΓΕΠ) Λύσης Λτδ, Ποιν. Έφεση 272/15, ημ. 04/03/2016, ECLI:CY:AD:2016:B140) αλλά, αντιθέτως, ανέφερε, στο πλαίσιο της δικής του μαρτυρίας, ότι τις επίδικες Επιταγές τις «έγραψα εκείνη την ώρα», παρουσιάζοντας στη συνέχεια και το Τεκμήριο 16 στο οποίο αναφέρεται ότι έχει εκδώσει τις εν λόγω Επιταγές, θέση την οποία, άλλωστε, επανέλαβε και δια ζώσης για να ισχυριστεί ότι τις εξέδωσε για δικό του λογαριασμό και όχι για λογαριασμό της Κατηγορούμενης
  2. Εν πάση περιπτώσει, η υπογραφή των επίδικων Επιταγών από τον Κατηγορούμενο 3 ήταν θέση που υποβλήθηκε ευθέως από τον δικηγόρο του στον Μ.Κ.1, στο στάδιο της αντεξέτασης του. [5] Αυτά επιμαρτυρούνται από τις σφραγίδες των Τεκμηρίων 5 - 8, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 305 (Α)
(3)του Κεφ. 154, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους. [6] Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κεφ. 154: «Επιταγή σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσης της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.