← Κύπρος

ΛΟΥΚΑΪΔΗΣ ν. ΜΗΛΟΥ, Αρ. Υπόθεσης:4487/2019, 18/2/2022

ΛΟΥΚΑΪΔΗΣ ν. ΜΗΛΟΥ, Αρ. Υπόθεσης:4487/2019, 18/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B18 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:4487/2019 XXXXX ΛΟΥΚΑΪΔΗΣ Παραπονούμενος ν. XXXXX ΜΗΛΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 18 Φεβρουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενο: κα. Θ. Λουκά Για Κατηγορούμενο: κ. Α. Γεωργίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή Με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της δόσης ψευδούς όρκου, κατά παράβαση του άρθρου 117 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως έχει τροποποιηθεί. Στις λεπτομέρειες αδικήματος της πιο πάνω κατηγορίας αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος, κατά ή περί τις 11 Σεπτεμβρίου του 2019 στη Λευκωσία, της επαρχίας Λευκωσίας, προέβη σε ψευδή βεβαίωση ή δήλωση ενώπιον προσώπου εξουσιοδοτημένου να επάγει όρκο ή να δεχτεί δήλωση υπό τέτοιες περιστάσεις, ώστε αν ο ψευδής όρκος δινόταν ή η ψευδής δήλωση γινόταν σε δικαστική διαδικασία θα ισοδυναμούσε με ψευδορκία, δηλαδή, κατά τον πιο πάνω τόπο και χρόνο, ο Κατηγορούμενος ορκίστηκε και καταχώρησε γραπτή ένορκη δήλωση ενώπιον του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στα πλαίσια της Αίτησης Πτώχευσης 14/2019, στην οποία ψευδώς, στην παράγραφο 3 αυτής, ανέφερε πως δεν είχε, ούτε ο ίδιος, ούτε άλλο πρόσωπο εκ μέρους του, εξασφάλιση επί της περιουσίας του Παραπονούμενου (ή μέρος αυτής) για την πληρωμή ποσού που απαιτούσε ο Κατηγορούμενος από τον Παραπονούμενο, ενώ πολύ καλά γνώριζε ο Κατηγορούμενος πως είχε ήδη εξασφαλίσει για το εν λόγω ποσό εμπράγματη επιβάρυνση επί ακίνητης περιουσίας του Παραπονούμενου. Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στην πιο πάνω κατηγορία, με αποτέλεσμα η παρούσα υπόθεση να προχωρήσει σε ακρόαση. Β. Βάρος απόδειξης και συστατικά στοιχεία αδικήματος Όπως σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, έτσι και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της κατηγορίας που προσάπτεται εναντίον του κατηγορούμενου βρίσκεται επί των ώμων της κατηγορούσας αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει σωρευτικά την στοιχειοθέτησή τους με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου

(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482 και Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποιν. Έφεση 97/2017, ημ. 19/7/2019). Εναπόκειται, επίσης, στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Αν στο τέλος της υπόθεσης παραμείνει στο μυαλό του Δικαστηρίου έστω και η παραμικρή αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορούμενου, τότε αυτός θα πρέπει να απαλλαχθεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει (Ιωάννου Σάββας Πλαστήρα κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Ως προαναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος της δόσης ψευδούς όρκου, κατά παράβαση του άρθρου 117 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154[1] (το οποίο παραπέμπει στο αδίκημα της ψευδορκίας που προβλέπεται στο άρθρο 110 Κεφ. 154), για τη στοιχειοθέτηση του οποίου χρειάζεται να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία, τα οποία επιβεβαιώνονται και από τη σχετική νομολογία (βλ. Φελλά ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 8/2021 ημ. 03/06/2021):
  1. ο Κατηγορούμενος να ορκίζεται με όρκο ή να προβαίνει σε βεβαίωση ή δήλωση ενώπιον προσώπου εξουσιοδοτημένου να επαγάγει όρκο ή να δεχτεί δήλωση,
  2. ότι ο όρκος ή η δήλωση ήταν ψευδής,
  3. ότι ο όρκος ή η δήλωση έγινε με πρόθεση (wilfully),
  4. ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι ο όρκος ή η δήλωση ήταν ψευδής,
  5. ο όρκος ή η δήλωση ήταν ουσιώδης για το σκοπό που έγινε. Αναφέρεται, επίσης, στην Φελλά (ανωτέρω) ότι: «Ενώ λοιπόν όταν ο ψευδής όρκος ή διαβεβαίωση, όπως ορίζεται στο άρθρο 110, δίνεται σε δικαστική διαδικασία ή για το σκοπό έναρξης της, τιμωρείται στη βάση του άρθρου 111 με ποινή φυλάκισης μέχρι επτά χρόνια, όταν δίνεται «ενώπιον προσώπου εξουσιοδοτημένου να επαγάγει όρκο ή να δεχτεί δήλωση» τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο χρόνια ή και πρόστιμο.» Γ. Προσαχθείσα μαρτυρία, αξιολόγηση και ευρήματα Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δηλώθηκε εκ συμφώνου και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ως παραδεκτό γεγονός, το οποίο και καθίσταται ταυτόχρονα εύρημα του Δικαστηρίου, ότι το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης επιδόθηκε στον Κατηγορούμενο στις 27/11/
  6. Ακολούθως, προς απόδειξη της πιο πάνω κατηγορίας, μαρτυρία δόθηκε στο Δικαστήριο από δύο μάρτυρες. Ο πρώτος ήταν ο ίδιος ο Παραπονούμενος (Μ.Κ.1), ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του υιοθέτησε γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α), και ο δεύτερος ήταν ο XXXXX Κουταλιανός (Μ.Κ.2), Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, κατά την μαρτυρία των οποίων κατατέθηκαν τα ακόλουθα Τεκμήρια: · Τεκμήριο 1: αντίγραφο απόδειξης εγγραφής δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 06/11/2018, με αριθμό ΕΒ2977/18 (στο εξής το ΜΕΜΟ), · Τεκμήριο 2: αντίγραφο αίτησης ημερομηνίας 20/11/2018 για έκδοση διατάγματος πώλησης 1/3 μεριδίου του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Φ/ΣΧ.21/460504, Τμήμα 25, τεμάχιο XXXXX (στο εξής το Ακίνητο), · Τεκμήριο 3: αντίγραφο ειδοποίησης πτώχευσης υπ' αριθμό 20/2019, ημερομηνίας 05/08/2019, · Τεκμήριο 4: αντίγραφο εντάλματος κατασχέσεως κινητής περιουσίας ημερομηνίας 10/12/2019, · Τεκμήριο 5: αντίγραφο αίτησης τροποποίησης της Αίτησης Πτώχευσης 14/2019 του Ε.Δ. Λευκωσίας, ημερομηνίας 29/11/2019 (στο εξής η Αίτηση Τροποποίησης), · Τεκμήριο 6: αντίγραφο ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης στην Αίτηση Τροποποίησης, ημερομηνίας 14/01/2020, · Τεκμήριο 7: αντίγραφο ενδιάμεσης απόφασης του Ε.Δ. Λευκωσίας στην Αίτηση Τροποποίησης, ημερομηνίας 07/02/2020 (στο εξής η Ενδιάμεση Απόφαση), · Τεκμήριο 8: αντίγραφο διατάγματος τροποποίησης στην Αίτηση Πτώχευσης 14/2019 του Ε.Δ. Λευκωσίας, ημερομηνίας 07/02/2020 (στο εξής το Διάταγμα Τροποποίησης), · Τεκμήριο 9: αντίγραφο τροποποιημένης Αίτησης Πτώχευσης 14/2019 του Ε.Δ. Λευκωσίας, ως καταχωρήθηκε στις 17/02/2020 δυνάμει του Διατάγματος Τροποποίησης (στο εξής η Τροποποιημένη Αίτηση Πτώχευσης), · Τεκμήριο 10: αντίγραφο ειδοποίησης ένστασης στην Τροποποιημένη Αίτηση Πτώχευσης, ημερομηνίας 05/03/2020, · Τεκμήριο 11: ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 04/05/2020, · Τεκμήριο 12: πιστό αντίγραφο της Αίτησης Πτώχευσης 14/2019 του Ε.Δ. Λευκωσίας, ημερομηνίας 11/09/2019 (στο εξής η Αίτηση Πτώχευσης), · Τεκμήριο 13: πιστό αντίγραφο της ένστασης στην Αίτησης Πτώχευσης, ημερομηνίας 13/11/
  7. Με το πέρας της μαρτυρίας από πλευράς Παραπονούμενου, και αφού το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση για την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να μαρτυρήσει ενόρκως, υιοθετώντας κατά την κυρίως εξέταση του γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Β), ενώ δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα προς υπεράσπισή του. Ο Μ.Κ.1 αναφέρθηκε στο ιστορικό της διαφοράς με τον Κατηγορούμενο και στις δικαστικές διαδικασίες που ακολούθησαν, μεταξύ των οποίων και στην Αίτηση Πτώχευσης που καταχωρήθηκε εναντίον του από τον Κατηγορούμενο στις 11/09/2019 (Τεκμήριο 12). Σε σχέση με αυτήν, ο Μ.Κ.1 είπε ότι ο Κατηγορούμενος ανέφερε αναληθώς στην παράγραφο 3 ότι δεν έχει οποιαδήποτε εξασφάλιση επί της περιουσίας του ή επί οποιουδήποτε μέρους αυτής για την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους στην αγωγή 1216/10 του Ε.Δ. Λευκωσίας, αφού ο Κατηγορούμενος είχε καταχωρίσει το ΜΕΜΟ επί του Ακινήτου, του οποίου είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης (κατά 1/3 μερίδιο). Εξέφρασε δε την πεποίθηση ότι η εν λόγω ψευδής δήλωση, επί της οποίας εδράζεται και το παράπονο του στην παρούσα υπόθεση, έγινε από τον Κατηγορούμενο με σκοπό να πείσει το Δικαστήριο πως δεν υπήρχε οποιαδήποτε άλλη εξασφάλιση επί της περιουσίας του, ώστε να μπορούσε ευκολότερα να αποφασιστεί η πτώχευσή του, αφού η εκτιμημένη αξία της ρηθείσας εξασφάλισης ήταν μεγαλύτερη της οφειλής του. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι, εκτός από τον Κατηγορούμενο, κανένα άλλο πρόσωπο δεν διατηρεί memo στην περιουσία του, αρνήθηκε ότι η παρούσα διαδικασία προωθείται καταχρηστικά ή για αλλότριους σκοπούς και επέμεινε ότι η Αίτηση Πτώχευσης έγινε με ψευδείς ισχυρισμούς για να ενισχύσει την θέση του ο Κατηγορούμενος στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας, δείχνοντας ότι είναι εκτεθειμένος ενώ δεν ήταν, αφού είχε καταχωρίσει το ΜΕΜΟ καθώς και την αίτηση πώλησης του Ακινήτου. Ο Μ.Κ.2 εργάζεται στο Πρωτοκολλητείο του Ε.Δ. Λευκωσίας, στο τμήμα των πτωχεύσεων, γενικών αιτήσεων και εταιρειών και, με αναφορά στο φάκελο της Αίτησης Πτώχευσης που είχε στην κατοχή του, έδωσε μαρτυρία για τα δικονομικά διαβήματα που έγιναν στο πλαίσιο αυτής, αναγνωρίζοντας και καταθέτοντας τα Τεκμήρια 12 και
  1. Εξήγησε, επίσης, την διαδικασία που ακολουθείται για την καταχώριση μίας αίτησης πτώχευσης, αναφέροντας ότι αυτή και η υποστηρικτική αυτής ένορκη δήλωση καταχωρούνται ενώπιον Πρωτοκολλητή και υπογράφονται στο Πρωτοκολλητείο, οπότε και η αίτηση λαμβάνει αριθμό και ξεκινά από εκεί η διαδικασία. Ο Κατηγορούμενος αναφέρθηκε κατά την μαρτυρία του στο λόγο που καταχώρισε την Αίτηση Πτώχευσης αλλά και στις ενέργειες που έγιναν από πλευράς του για την διόρθωση της εσφαλμένης αναφοράς στην παράγραφο 3 αυτής, περί μη ύπαρξης σε όφελος του οποιασδήποτε εξασφάλισης επί της περιουσίας του Μ.Κ.1 όσον αφορά το εξ αποφάσεως χρέος. Εξήγησε πως ο Μ.Κ.1 είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους, το οποίο αδυνατεί να εξοφλήσει και αυτός ήταν ο λόγος της εναντίον του καταχώρισης της Αίτησης Πτώχευσης, την οποία, όπως είπε, υπόγραψε χωρίς να είχε ζητήσει τότε την διόρθωση της εν λόγω αναφοράς επί της παραγράφου 3 επειδή δεν γνώριζε ότι, για τους σκοπούς της πτωχευτικής νομοθεσίας, η ύπαρξη ΜΕΜΟ αποτελεί εξασφάλιση. Μόλις όμως αυτό περιήλθε σε γνώση της δικηγόρου του, τέθηκε αμέσως υπόψη του και, ως αποτέλεσμα, προέβηκαν σε σχετικό αίτημα τροποποίησης, το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ως το Τεκμήριο
  2. Έτσι, στην παράγραφο 3 της Τροποποιημένης Αίτησης Πτώχευσης αναφέρεται πλέον ότι ο ίδιος έχει καταθέσει το ΜΕΜΟ επί του Ακινήτου, εξασφάλιση από την οποία προτίθεται να παραιτηθεί προς όφελος των πιστωτών σε περίπτωση που ο Μ.Κ.1 (εκεί Καθ' ου η αίτηση) κηρυχτεί σε πτώχευση. Κατά τα λοιπά, ο Κατηγορούμενος αναλώθηκε σε επιχειρηματολογία, κατόπιν κυρίως νομικής συμβουλής, για να υποστηρίξει ότι, αφενός, δεν είχε κανένα λόγο να πει οποιοδήποτε ψέμα σε σχέση με το ΜΕΜΟ που διατηρεί (- εφόσον είναι ο μόνος πιστωτής του και αυτό συνιστά την πρώτη εξασφάλιση επί της περιουσίας του -) και ότι, αφετέρου, ενόψει της τροποποίησης που μεσολάβησε στην επίμαχη παράγραφο 3 της Αίτησης Πτώχευσης, η παρούσα υπόθεση είναι άνευ αντικειμένου. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι η παρούσα διαδικασία προωθείται εκδικητικά και καταχρηστικά από τον Μ.Κ.1 σε μία προσπάθεια του να οδηγήσει σε απόσυρση της διαδικασίας πτώχευσης αλλά και να τον σταματήσει από του να προωθεί εναντίον του τα δικαιώματα του ως εξ αποφάσεως πιστωτής, γι' αυτό και ο ίδιος προωθεί εναντίον του ποινική υπόθεση διότι, όπως ανέφερε, ο Μ.Κ.1 προσπαθεί μέσω της παρούσας διαδικασίας να επηρεάσει την εναντίον του πτωχευτική διαδικασία. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι γνωρίζει τι είναι το memo, επανέλαβε, ωστόσο, ότι δεν γνώριζε τότε ότι το ΜΕΜΟ θεωρείται εξασφάλιση σε μία διαδικασία πτώχευσης. Ανέφερε επίσης ότι είχε διαβάσει στα γρήγορα την Αίτηση Πτώχευσης πριν να την υπογράψει εκείνη την ημέρα που καταχωρήθηκε, προσέχοντας μόνο το τελευταίο σκέλος της αναφοράς που γίνεται στην παράγραφο 3 αυτής (ότι ουδέν ποσό του καταβλήθηκε έναντι του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους), θεωρώντας έτσι ότι η εν λόγω παράγραφος είναι ορθή, χωρίς να είχε υποπέσει στην αντίληψη του το πρώτο σκέλος της εν λόγω αναφοράς (που αφορά το ζήτημα της ύπαρξης εξασφαλίσεων σε όφελος του), η οποία είπε ότι προστέθηκε από την νέα του δικηγόρο και για την οποία είπε ότι ίσως να μην την ενημέρωσε για όλα τα ζητήματα, αναφέροντας επίσης ότι αν έβλεπε τότε την εν λόγω αναφορά προφανώς θα το είχε εγείρει. Χαρακτήρισε δε την εν λόγω αναφορά ως ατυχή, άστοχη και ότι δεν έγινε επί σκοπού ή για να επωφεληθεί κάτι, αλλά επρόκειτο για ένα εκ παραδρομής λάθος, το οποίο δεν αντιλήφθηκε εκείνη την ώρα που διάβασε επί τροχάδιν την Αίτηση Πτώχευσης και το οποίο διόρθωσαν με την πρώτη ευκαιρία, μόλις αυτό περιήλθε στην αντίληψη τους, δεν θυμόταν όμως πότε ακριβώς ενημερώθηκε η δικηγόρος του για το λάθος αυτό και πότε το συζήτησε μαζί της για να προχωρήσουν στις διαδικασίες διόρθωσης του. Όπως είπε, εκείνο που θυμόταν ήταν ότι μόλις ενημερώθηκε για το ζήτημα αυτό και το συζήτησε μαζί με τη δικηγόρο του, της έδωσε αμέσως οδηγίες για την διόρθωση του λάθους, όπως και έγινε. Επεσήμανε, ξανά, ότι εκείνη την περίοδο υπήρξε αλλαγή στην νομική του εκπροσώπηση και ίσως να μην είχε ενημερώσει δεόντως τη νέα του δικηγόρο για όλα τα ζητήματα πριν την καταχώριση της Αίτησης Πτώχευσης, προσθέτοντας ότι η μετάβαση από τον προηγούμενο του δικηγόρο (ο οποίος είχε χειριστεί τα μέτρα εκτέλεσης της απόφασης) στη νέα του δικηγόρο που ανέλαβε την καταχώριση της Αίτησης Πτώχευσης δεν ήταν απλή και εύκολη εφόσον, μέχρι και σήμερα, δεν του έχουν παραδοθεί όλοι οι φακέλοι των υποθέσεων του και έτσι η νέα του δικηγόρος δεν είχε κατά τον χρόνο καταχώρισης της Αίτησης Πτώχευσης πλήρη και ξεκάθαρη ενημέρωση των υποθέσεων του. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες κατηγορίας και τον Κατηγορούμενο ενώ κατέθεταν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και, έχοντας εξετάσει με την επιβαλλόμενη προσοχή την μαρτυρία που προσέφεραν, την έχω αξιολογήσει, στο βαθμό που αυτή αφορά τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης (βλ. Χριστίνα Ρασποπούλου ν. Θεοδώρα Μακρή Ποιν. Έφεση 287/2015 ημ. 11/05/2017, ECLI:CY:AD:2017:B171), με γνώμονα τις καθιερωμένες αρχές αξιολόγησης[2] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων, έχοντας παράλληλα κατά νου ότι δεν αναμένεται από την Κατηγορούσα Αρχή να αποδεικνύει στοιχεία και γεγονότα που δεν αμφισβητούνται (βλ. Ηλία ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 454) και ότι αν ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων που αμφισβητούνται, η εκδοχή της μαρτυρίας του σε σχέση με αυτά θεωρείται αδιαμφισβήτητη (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 και Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποιν. Έφεση 331/2015 ημ. 11/12/2017, ECLI:CY:AD:2017:B454), με την μονομερώς τεθείσα εκδοχή (δηλαδή εκείνη που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων) να αγνοείται από το Δικαστήριο αν αυτή δεν ετέθη στους μάρτυρες της άλλης πλευράς παρέχοντας τους έτσι την δυνατότητα να τοποθετηθούν και απουσιάζει ικανή δικαιολογία ως προς το λόγο της εν λόγω παράλειψης (Tekinder Pal κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551). Πρώτα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι μεγάλο μέρος των επίμαχων γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είτε αποτέλεσε κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία. Αυτά είναι τα ακόλουθα: (α) ο Μ.Κ.1 είναι εξ αποφάσεως οφειλέτης χρέους δυνάμει δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 09/02/2011 (στο εξής η Απόφαση) που εκδόθηκε εναντίον του και υπέρ του Κατηγορούμενου και κάποιας Παναγιώτας Μήλου, στο πλαίσιο της αγωγής 1216/10 του Ε.Δ. Λευκωσίας (στο εξής η Αγωγή), (β) προς εκτέλεση της Απόφασης, οι τότε δικηγόροι του Κατηγορούμενου κατέθεσαν στις 06/11/2018 το ΜΕΜΟ ως επιβάρυνση, μεταξύ άλλων, 1/3 μεριδίου του Ακινήτου ιδιοκτησίας του Μ.Κ.1 και στις 20/11/2018 αιτήθηκαν στο πλαίσιο της Αγωγής την πώληση του εν λόγω μεριδίου του Ακινήτου. Περαιτέρω, στις 10/12/2019 εκδόθηκε στο πλαίσιο της Αγωγής ένταλμα κατάσχεσης της κινητής περιουσίας του Μ.Κ.1, (γ) στις 05/08/2019 καταχωρήθηκε από τον Κατηγορούμενο εναντίον του Μ.Κ.1 η ειδοποίηση πτώχευσης 20/2019 του Ε.Δ. Λευκωσίας, η οποία επιδόθηκε στον Μ.Κ.1 στις 06/08/2019, (δ) στις 11/09/2019 καταχωρήθηκε από τον Κατηγορούμενο (ως πιστωτή) εναντίον του Μ.Κ.1 (ως χρεώστη) στο Ε.Δ. Λευκωσίας, δικαιοδοσία Πτωχεύσεων, η Αίτηση Πτώχευσης, η οποία επιδόθηκε στον Μ.Κ.1 στις 12/09/
  1. Στην παράγραφο 3 της Αίτησης Πτώχευσης δηλώθηκαν από τον Κατηγορούμενο τα ακόλουθα: «Ότι δεν έχω, ούτε οποιονδήποτε πρόσωπο εκ μέρους μου έχει οποιανδήποτε εξασφάλιση επί της περιουσίας του αναφερόμενου χρεώστη ή επί οποιουδήποτε μέρους αυτής, για την πληρωμή του αναφερόμενου ποσού και ότι ουδέν ποσό μου εκαταβλήθη έναντι του ως άνω εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους.» Στην παράγραφο 2 της υποστηρικτικής στην Αίτηση Πτώχευσης ένορκη δήλωση αναφέρθηκε από τον Κατηγορούμενο ότι: «Ορκίζομαι και λέγω ότι οι δηλώσεις που αναφέρονται στην Αίτηση είναι εξ' όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω αληθείς.», (ε) στις 13/11/2019 καταχωρήθηκε ένσταση στην Αίτηση Πτώχευσης, στην οποία, μεταξύ άλλων, εγείρεται ως λόγος ένστασης ότι στην ένορκη δήλωση της Αίτησης Πτώχευσης δεν αναφέρεται πως ο Κατηγορούμενος είναι εξασφαλισμένος πιστωτής με το ΜΕΜΟ επί του Ακινήτου, ούτε δίδεται εκτίμηση της εξασφάλισης του και ούτε δηλώνεται πρόθεση του για παραίτηση από την εξασφάλιση αυτή. Περαιτέρω, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην υποστηρικτική της ένστασης ένορκη δήλωση ότι ο Κατηγορούμενος αναληθώς ισχυρίστηκε ότι δεν έχει οποιαδήποτε εξασφάλιση επί της περιουσίας του Μ.Κ.1 για την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού και ότι, σε σχέση με το Ακίνητο, εκκρεμεί αίτηση του Κατηγορούμενου και της Παναγιώτας Μήλου για έκδοση διατάγματος πώλησης του, (στ) στις 29/11/2019 καταχωρήθηκε η Αίτηση Τροποποίησης, η οποία επιδόθηκε στους δικηγόρους του Μ.Κ.1 στις 10/12/2019, βάσει της οποίας ζητήθηκε από πλευράς Κατηγορούμενου η τροποποίηση της παραγράφου 3 της Αίτησης Πτώχευσης με την αντικατάσταση της με την ακόλουθη παράγραφο: «Ότι έχω καταθέσει το εμπράγματο βάρος ΕΒ2977/18 επί της ακίνητης περιουσίας του χρεώστη με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ. 21/460505, Τεμ.XXXXX, Έκταση 1280 τ.μ., Μερίδιο 1/3, οδός XXXXX 23 στη Λευκωσία από την οποία εξασφάλιση προτίθεμαι να παραιτηθώ προς όφελος των πιστωτών σε περίπτωση που ο Καθ' ου η αίτηση κηρυχτεί σε πτώχευση.». Ακολούθησε στις 14/01/2020 η καταχώριση ένστασης από πλευράς Μ.Κ.1 στην Αίτηση Τροποποίησης, η οποία, ωστόσο, εγκρίθηκε με την Ενδιάμεση Απόφαση. Σε συμμόρφωση με το Διάταγμα Τροποποίησης, καταχωρήθηκε στις 17/02/2020 η Τροποποιημένη Αίτηση Πτώχευσης και στη συνέχεια (05/03/2020) η ένσταση του Μ.Κ.1 σε αυτήν. Για όλα τα πιο πάνω προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Αδιαμφισβήτητη παρέμεινε και η μαρτυρία του Μ.Κ.2, η οποία, στον περιορισμένο βαθμό που κάλυψε, με αναφορά σε ορισμένα δικονομικά διαβήματα σχετικά με την Αίτηση Πτώχευσης, ήταν ειλικρινής και αξιόπιστη, γι' αυτό και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Προκύπτει από αυτήν και, έτσι, καθίσταται περαιτέρω εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Αίτηση Πτώχευσης και η υποστηρικτική αυτής ένορκη δήλωση υπογράφηκαν από τον Κατηγορούμενο και καταχωρήθηκαν ενώπιον του Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Λευκωσίας στις 11/09/2019, οπότε και ξεκίνησε η εν λόγω διαδικασία της Αίτησης Πτώχευσης. Αμφισβητούμενο γεγονός, για το οποίο προβλήθηκαν διιστάμενες εκδοχές κατά την ακροαματική διαδικασία, αποτέλεσε το κατά πόσο η επίμαχη δήλωση στην παράγραφο 3 της Αίτησης Πτώχευσης όσον αφορά το ζήτημα της ύπαρξης εξασφαλίσεων στην περιουσία του Μ.Κ.1 έγινε εσκεμμένα από τον Κατηγορούμενο ώστε να ενισχυθεί η θέση του στην πτωχευτική διαδικασία για να μπορεί να αποφασιστεί ευκολότερα η πτώχευση του Μ.Κ.
  2. Η εκδοχή της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, στην έκταση που καλύπτει το πιο πάνω επίδικο ζήτημα, χαρακτηρίζεται από εικασίες και εντελώς ασαφείς, γενικές και ατεκμηρίωτες θέσεις, τις οποίες, προδήλως, προέβαλε στην προσπάθεια του να πείσει ότι η αναληθής δήλωση που εντοπίζεται στην επίμαχη παράγραφο 3 της Αίτησης Πτώχευσης σε σχέση με το ζήτημα της ύπαρξης εξασφαλίσεων έγινε από τον Κατηγορούμενο εσκεμμένα, ώστε να διευκολύνει την επιτυχία της εκκρεμούσας εναντίον του διαδικασίας πτώχευσης. Δεν μπορούσε, ωστόσο, να εξηγήσει με σαφήνεια αλλά και κατά τρόπο θετικό και πειστικό πώς ακριβώς ενισχύεται η θέση του Κατηγορούμενου (ως εξ αποφάσεως πιστωτή) στην εν λόγω πτωχευτική διαδικασία όταν η ύπαρξη εξασφάλισης σε όφελος του δεν αποτελεί προϋπόθεση ούτε είναι μοιραία (σε περίπτωση παράλειψης αναφοράς της) για την επιτυχία της[3] και γιατί, εν πάση περιπτώσει, ο Κατηγορούμενος να είχε προβεί εσκεμμένα στην πιο πάνω αναληθή δήλωση την στιγμή που ο ίδιος, αναμενόμενα, θα μπορούσε να εγείρει το ζήτημα αυτό (περιλαμβανομένης της αξίας της εξασφάλισης) στο πλαίσιο της ένστασης που δικαιωματικά θα μπορούσε να καταχωρίσει (όπως και έπραξε μέσω του Τεκμηρίου 13), καθιστώντας το έτσι επίδικο στην πτωχευτική διαδικασία, εφόσον ήταν υπόψη του η ύπαρξη του ΜΕΜΟ επί του Ακινήτου του ενόψει και της εκκρεμούσας, ήδη από τις 20/11/2018, διαδικασίας πώλησης του (Τεκμήριο 2). Παρόλο που ο Μ.Κ.1 κλήθηκε κατά την αντεξέταση του να εξηγήσει το υπόβαθρο της πιο πάνω εκδοχής του, έδωσε απαντήσεις αναληθοφανείς μέχρι και παράλογες, εκφέροντας απλώς την δική του πεποίθηση και τα δικά του συμπεράσματα, χωρίς αναφορά σε γεγονότα που να στηρίζουν κατά τρόπο λογικό και πειστικό την πιο πάνω εκδοχή του. Στο πλαίσιο αυτό, προέβαλε, αρχικά, ότι βρέθηκε αντιμέτωπος με τη διαδικασία της πτώχευσης λόγω του ψέματος που ειπώθηκε σε αυτήν από τον Κατηγορούμενο, το οποίο ισχυρίστηκε ότι λέχθηκε από αυτόν για να ενισχύσει τη θέση του στην εν λόγω διαδικασία, για να καταλήξει, τελικά, ότι δεν γνωρίζει αν και με ποιο τρόπο επηρεάζεται η διαδικασία της πτώχευσης από την ύπαρξη του ΜΕΜΟ και ότι εκείνο που γνωρίζει είναι ότι ειπώθηκε ένα ψέμα το οποίο ήθελε να υποδείξει, θεωρώντας μάλιστα ότι η αναληθής αναφορά στην παράγραφο 3 της Αίτησης Πτώχευσης δεν οφείλεται σε εκ παραδρομής λάθος της τότε δικηγόρου του Κατηγορούμενου (όπως του υποβλήθηκε) επειδή και η Απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του ήταν το αποτέλεσμα αμέλειας των τότε δικηγόρων του στην Αγωγή. Ισχυρίστηκε, συγκεκριμένα ότι: «Εξ όσων ξέρω, διότι είμαι και θύμα, η πράξη των δικηγόρων αντανακλούν κατευθείαν τον παραπονούμενο ή τον κατηγορούμενο που είναι στο Δικαστήριο. Εγώ είμαι το θύμα, έχω βιώσει αυτό το πράγμα, αυτό που σας είπα πριν, αμέλεια των δικηγόρων μου, μια υπόθεση δεν δικάστηκε τζιαί εγώ φκήκα να χάσω τόσα λεφτά λόγω Εφετείου απόφασης, η οποία ήταν βάσει αμέλειας, άρα θεωρώ ότι τούντο πράγμα που λέτε δεν ισχύει, έτσι είναι η γνώμη μου.» Αφενός, λοιπόν, ουδεμία άμεση, θετική και πειστική μαρτυρία γεγονότων παρουσιάστηκε από πλευράς Μ.Κ.1 που να μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα γνώσης και ηθελημένης καταφυγής του Κατηγορούμενου στην αναληθή δήλωση της επίμαχης παραγράφου 3 της Αίτησης Πτώχευσης. Αφετέρου, ούτε οι περιστάσεις που τέθηκαν (από άποψης χρόνου και μόνο) από πλευράς Μ.Κ.1, κάτω από τις οποίες καταχωρήθηκε η Αίτηση Τροποποίησης, επιβεβαιώνουν την πιο πάνω εκδοχή του. Εν προκειμένω, η Αίτηση Τροποποίησης καταχωρήθηκε στις 29/11/2019, δηλαδή δύο ημέρες μετά την προσωπική επίδοση του υπό κρίση κατηγορητηρίου στον Κατηγορούμενο (27/11/2019). Ωστόσο, το γεγονός ότι η Αίτηση Τροποποίησης καταχωρήθηκε αμέσως μετά την σε αυτόν επίδοσης του υπό κρίση κατηγορητηρίου, παρόλο που, εν τω μεταξύ, προηγήθηκε στις 13/11/2019 η καταχώριση της ένστασης του Μ.Κ.1 στην Αίτηση Πτώχευσης, δια της οποίας είχε εγερθεί από πλευράς του το ζήτημα της αναληθούς δηλώσεως στην επίμαχη παράγραφο 3 της Αίτησης Πτώχευσης, δεν μπορεί να οδηγήσει, άνευ ετέρου, σε ασφαλές συμπέρασμα γνώσης και ηθελημένης καταφυγής του Κατηγορούμενου στην αναληθή δήλωση της παραγράφου 3 της Αίτησης Πτώχευσης, ιδιαιτέρως όταν αυτή δεν συνδυάστηκε με οποιαδήποτε σαφή και συγκεκριμένη μαρτυρία από πλευράς Μ.Κ.1 για το χρόνο που η ρηθείσα ένσταση περιήλθε σε γνώση του ίδιου του Κατηγορούμενου, ώστε να μπορούσε εύλογα να λεχθεί πως ο τελευταίος μπορούσε να προβεί νωρίτερα σε ανάλογες ενέργειες πριν από τη δίωξη του στην παρούσα υπόθεση για την διόρθωση της επίμαχης παραγράφου 3 της Αίτησης Πτώχευσης. Συναφώς, δεν αποδέχομαι την εκδοχή της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 ότι η αναληθής δήλωση στην παράγραφο 3 της Αίτησης Πτώχευσης έγινε εσκεμμένα από τον Κατηγορούμενο ώστε να ενισχυθεί η θέση του τελευταίου στην πτωχευτική διαδικασία για να μπορεί να αποφασιστεί ευκολότερα η πτώχευση του Μ.Κ.
  3. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας, δίδοντας την εικόνα αξιόπιστου προσώπου, ο οποίος προσήλθε στο Δικαστήριο με γνήσια κίνητρα προσπαθώντας έντιμα να παραθέσει με ειλικρίνεια τα όσα γνωρίζει όσον αφορά τον λόγο και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγινε η δήλωση στην επίμαχη παράγραφο 3 της Αίτησης Πτώχευσης σε σχέση με το ζήτημα της ύπαρξης εξασφαλίσεων προς όφελος του στην περιουσία του Μ.Κ.
  4. Η μαρτυρία του έχει λογική συνοχή, είναι αληθοφανής και συνάδει τόσο με την εκδοχή που παρουσίασε προηγουμένως, στο πλαίσιο της Αίτησης Τροποποίησης, όσο και με τα Τεκμήρια που παρουσιάστηκαν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας (βλ. Τεκμήρια 1, 2, 3, 5 και 12), τα οποία επιβεβαιώνουν τη θέση του όσον αφορά την αλλαγή στην εκπροσώπηση του στις νομικές διαδικασίες που δρομολογούσε εναντίον του Μ.Κ.1, ενώ δεν έχω διαπιστώσει ουσιώδεις αντιφάσεις στην δια ζώσης μαρτυρία του ή οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια από πλευράς του για αλλοίωση γεγονότων ή υπερβολή στις θέσεις και τοποθετήσεις του. Περαιτέρω, απαντούσε δίχως ενδοιασμούς στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, χωρίς η μαρτυρία του να έχει κλονιστεί ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης του, αναφέροντας με σαφήνεια τον λόγο και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγινε η αναληθής δήλωση στην παράγραφο 3 της Αίτησης Πτώχευσης, δίδοντας ικανοποιητικές και καθ' όλα πειστικές εξηγήσεις για την εσφαλμένη αναφορά στη ρηθείσα παράγραφο, ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι η ως άνω αρχικά εσφαλμένη δήλωση του Κατηγορούμενου (η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, διορθώθηκε στη συνέχεια, κατόπιν σχετικού δικονομικού διαβήματος που επέλεξε να λάβει σε εύλογο χρόνο στο πλαίσιο της εν λόγω πτωχευτικής διαδικασίας) πήγαζε από απροσεξία και δεν επρόκειτο για εσκεμμένη απόκρυψη. Όπως, ενδεικτικά, εξάλλου, ανέφερε ο Κατηγορούμενος κατά την κυρίως εξέταση του και δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του, ο ίδιος δεν είναι νομικός και όπως ευθέως είπε κατά την αντεξέταση του, γνωρίζει τι είναι το memo, όμως δεν γνώριζε ότι αυτό συνιστούσε εξασφάλιση για τους σκοπούς μίας διαδικασίας πτώχευσης, θέση στην οποία παρέμεινε σταθερός, αναφέροντας παράλληλα ότι αν έβλεπε την εν λόγω εσφαλμένη αναφορά πριν την καταχώριση της Αίτησης Πτώχευσης θα το είχε εγείρει διότι, όπως στη συνέχεια, κατά τρόπο πηγαίο, ανέφερε: «αλλά εκ των πραγμάτων ας πούμε δεν είχα, δεν είχα και λόγο να κάμω τούντο πράγμα, δηλαδή είχε να ωφεληθώ με κάποιον τρόπο; Δηλαδή δεν υπήρχε λόγος να πω ψέματα σε μια δήλωση μου στο Δικαστήριο, η οποία ήταν ξεκάθαρο ότι ήταν να φανεί σε κάποια φάση και χωρίς να έχω ουσιαστικό κέρδος ας πούμε, αντιθέτως.». Πρόδηλα, αν ο Κατηγορούμενος πράγματι γνώριζε ότι το ΜΕΜΟ αποτελεί εξασφάλιση που θα πρέπει να δηλώνεται σε μία αίτηση πτώχευσης και είχε αντιληφθεί τότε (κατά το χρόνο καταχώρισης) την αναληθή αναφορά που συμπεριλήφθηκε στην επίμαχη παράγραφο 3 της Αίτησης Πτώχευσης, για ποιο λόγο να προέβαινε σε τέτοια ψευδή δήλωση, δίδοντας έτσι αφορμή στον Μ.Κ.1 (ο οποίος είχε υπόψη του την ύπαρξη του ΜΕΜΟ και την, ήδη εκκρεμούσα από τις 20/11/2018, διαδικασία πώλησης του Ακινήτου) να εγείρει, σε σχέση με την ύπαρξη του ΜΕΜΟ, την διάσταση αυτή στις θέσεις του Κατηγορούμενου μεταξύ της δικαστικής διαδικασίας που εκκρεμούσε για την εκποίηση του Ακινήτου και αυτής που επρόκειτο να προωθήσει για την πτώχευση του, στο πλαίσιο των ενδεχόμενων προσπαθειών του να τις ανακόψει; Ό,τι άλλωστε υποδηλώνει η καταχώριση της Αίτησης Τροποποίησης δύο μόλις ημέρες μετά την σε αυτόν επίδοσης του υπό κρίση κατηγορητηρίου είναι ακριβώς εκείνο που ανέφερε ο Κατηγορούμενος δια ζώσης, ότι δηλαδή, η αναληθής δήλωση στην παράγραφο 3 της Αίτησης Πτώχευσης επρόκειτο για εκ παραδρομής λάθος, το οποίο αντιλήφθηκε εκ των υστέρων, γι' αυτό και προχώρησε αμέσως, μέσω της δικηγόρου του, σε ανάλογες ενέργειες για διόρθωση του. Τέτοια διαπίστωση ασφαλώς δεν ανατρέπεται με αναφορά και μόνο στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την ημερομηνία καταχώριση της ένστασης στην Αίτηση Πτώχευσης (13/11/2019) μέχρι την ημερομηνία καταχώρισης της Αίτησης Τροποποίησης (29/11/2019), έστω και αν μεσολάβησε στις 27/11/2019 η επίδοση του υπό κρίση κατηγορητηρίου στον Κατηγορούμενο. Οι δοσμένες αυτές περιστάσεις ουδόλως μπορούν να οδηγήσουν με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος, κατά το χρόνο που ορκίστηκε στην Αίτηση Πτώχευσης, γνώριζε για την ύπαρξη σε αυτήν της ως άνω αναληθούς αναφοράς εφόσον ουδεμία θετική και σαφής μαρτυρία παρουσιάστηκε που να επιμαρτυρεί ότι ο ίδιος ενημερώθηκε από την ημερομηνία καταχώρισης της ένστασης ή σε οποιοδήποτε χρόνο προγενέστερα της σε αυτόν επίδοσης του κατηγορητηρίου για την εν λόγω αναληθή αναφορά και ότι ο ίδιος, παρά ταύτα, αδράνησε ή αδιαφόρησε να προχωρήσει σε ενέργειες για την διόρθωση του, διάβημα στο οποίο, εν πάση περιπτώσει, προέβη λίγες μόνο ημέρες μετά, με την καταχώριση της Αίτησης Τροποποίησης. Ούτε μπορεί να λεχθεί πως η πιο πάνω αναληθής αναφορά δεν προκύπτει ότι έγινε καλόπιστα ή εκ παραδρομής ως εκ της μεταγενέστερης χρονικά (στις 06/12/2019) άσκησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης από τον Κατηγορούμενο εναντίον του Μ.Κ.1 για ισχυριζόμενα αδικήματα κατά παράβαση του άρθρου 122 (α) και (β) του Κεφ. 154[4], εφόσον, όπως εξίσου πειστικά εξηγήθηκε από τον Κατηγορούμενο, η εν λόγω υπόθεση καταχωρήθηκε κατόπιν συζήτησης που είχε με τον δικηγόρο του ενόψει του ότι, κατά τον ίδιο, η πλευρά του Μ.Κ.1 συνέχιζε να προωθεί καταχρηστικά και εκδικητικά την παρούσα υπόθεση, παρά το ότι αυτή στηρίζεται σε ένα καλόπιστο λάθος, για το οποίο είχε προωθήσει ήδη από τις 29/11/2019 διαδικασία διόρθωσης του στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας. Συνακόλουθα της πιο πάνω αξιολόγησης, δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι ο Κατηγορούμενος είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και, συνεπώς, αποδέχομαι την επί του προκειμένου εκδοχή της μαρτυρίας του, προβαίνοντας, έτσι, στα ακόλουθα, επιπρόσθετα, ευρήματα: (i) ότι η αναληθής δήλωση στην παράγραφο 3 της Αίτησης Πτώχευσης έγινε από αβλεψία και όχι με πρόθεση του Κατηγορούμενου και (ii) ότι η ρηθείσα αναληθής δήλωση περιήλθε για πρώτη φορά σε γνώση του Κατηγορούμενου σε χρόνο μεταγενέστερο της καταχώρισης της Αίτησης Πτώχευσης. Δ. Συμπεράσματα Δικαστηρίου Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, καταλήγω ότι, στην προκειμένη περίπτωση, έχει αποδειχθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, πως ο Κατηγορούμενος προέβη σε ψευδή δήλωση ενώπιον προσώπου εξουσιοδοτημένου να την δεχτεί (1ο και 2ο συστατικό στοιχείο), όπως είναι ο Πρωτοκολλητής του Ε.Δ. Λευκωσίας, δηλώντας, αναληθώς, στην παράγραφο 3 της Αίτησης Πτώχευσης ότι δεν διατηρεί οποιαδήποτε εξασφάλιση επί της περιουσίας του Μ.Κ.1 όσον αφορά την πληρωμή του εξ αποφάσεως στην Αγωγή χρέους. Ωστόσο, υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου, κρίνω ότι δεν έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία, όλα τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του υπό κρίση αδικήματος. Αφενός, αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου ότι η ψευδής δήλωση στην επίμαχη παράγραφο 3 της Αίτησης Πτώχευσης έγινε από αβλεψία και όχι με πρόθεση του Κατηγορούμενου και, περαιτέρω, αυτή δεν ήταν σε γνώση του κατά τον ουσιώδη χρόνο που αυτή έγινε, εφόσον περιήλθε για πρώτη φορά σε γνώση του σε χρόνο μεταγενέστερο της καταχώρισης της Αίτησης Πτώχευσης. Αφετέρου, η ψευδής δήλωση δεν ήταν υπό τις περιστάσεις ουσιώδης για τον σκοπό που έγινε εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, αυτή έγινε στο πλαίσιο και για τους σκοπούς μίας διαδικασίας πτώχευσης, προϋπόθεση έγερσης ή επιτυχίας της οποίας δεν αποτελεί ούτε η ύπαρξη ή ανυπαρξία εξασφαλίσεων σε όφελος του εξ αποφάσεως πιστωτή - αιτητή (εδώ Κατηγορούμενου) ούτε η παράλειψη αναφοράς τους στην αίτηση πτώχευσης[5]. Επίσης, η ρηθείσα ψευδής δήλωση δόθηκε για τον σκοπό έναρξης μίας δικαστικής διαδικασίας εφόσον συμπεριλήφθηκε στην Αίτηση Πτώχευσης (με την καταχώριση της οποίας, σύμφωνα και με την αποδεχτή και αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Κ.2, ξεκινά η διαδικασία) και, συναφώς, αυτή δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει το αδίκημα του άρθρου 117 του Κεφ.154 που έχει εν προκειμένω προσαφθεί στον Κατηγορούμενο, αλλά μόνο εκείνο του άρθρου 110 του Κεφ.154 (βλ. Φελλάς ανωτέρω), για το οποίο, δεδομένης της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής (βλ. άρθρο 111 Κεφ.154 στο οποίο προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι επτά χρόνια) και εν τη απουσία οποιασδήποτε συγκατάθεσης του Γενικού Εισαγγελέα για την συνοπτική εκδίκαση του, το παρόν Δικαστήριο, εν πάση περιπτώσει, δεν θα είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει[6]. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, τα οποία προδιαγράφουν την κατάληξη που θα πρέπει να έχει η παρούσα υπόθεση, επιπρόσθετο ζήτημα που χρήζει εξέτασης, το οποίο ηγέρθη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων και για το οποίο κλήθηκαν αμφότερες πλευρές να τοποθετηθούν (βλ. Δημοσθένους ν. Τύχωνος Ποιν. Έφεση 153/2011 ημ. 16/01/2013), είναι αν ο Μ.Κ.1 νομιμοποιείται στην καταχώριση και προώθηση της παρούσας ποινικής δίωξης. Το δικαίωμα καταχώρισης ποινικής δίωξης από ιδιώτη, όπως αναγνωρίστηκε στην Ttofinis v. Theocharides and Another
(1983)2 CLR 363, δεν είναι και δεν πρέπει να είναι ανεξέλεγκτο αφού η ιδιωτική ποινική δίωξη είναι ένα χρήσιμο συνταγματικό εχέγγυο κατά της αυθαίρετης, διεφθαρμένης ή μεροληπτικής παράλειψης των αρχών να προβούν σε δίωξη παραβατών ιδιωτικού δικαίου, ιδιαίτερα όταν η αστυνομία αδρανήσει στο έργο της ή παραλείψει να προβεί στη δίωξη του φερόμενου ως παραβάτη (βλ. Ποινική Αίτηση 10/2019, ημ. 6/5/2019 και Αίτηση από τον Ανδρέα Τρύφωνος, Ποινική Αίτηση Αρ. 15/2015 ημ. 18/04/2016, ECLI:CY:AD:2016:D208). Όπως δε με σαφήνεια προκύπτει από την Τρύφωνος (ανωτέρω) καθώς και από τις υποθέσεις Δημοσθένους (ανωτέρω) και Παναγιώτου ν. Ευαγγέλου Ποιν. Έφεση 194/2013 ημ. 2/12/2014, ECLI:CY:AD:2014:B917, το δικαίωμα άσκησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης δεν είναι απόλυτο και δεν το έχει κάθε πολίτης. Περιορίζεται εκεί όπου παρατηρείται άμεσος επηρεασμός (direct encroachment) των δικαιωμάτων του υπό «την έννοια ότι με συγκεκριμένη παράνομη πράξη τα δικαιώματα κάποιου, του παρανομούντος, εκτείνονται εις βάρος τρίτων προσώπων κατά τρόπο που να παρατηρείται πλέον σφετερισμός και οικειοποίηση των νόμιμων δικαιωμάτων των τρίτων αυτών προσώπων.» (βλ. Ευαγγέλου ανωτέρω). Είναι, έτσι, αυτονόητο ότι ένας ιδιώτης - παραπονούμενος δεν μπορεί να εγείρει μία ποινική δίωξη χωρίς να μπορεί να ικανοποιήσει ότι υπάρχει άμεσος δυσμενής επηρεασμός κάποιου προσωπικού του δικαιώματος, ως εκ της διάπραξης ενός αδικήματος, ιδιαιτέρως όταν αυτό σχετίζεται με ζήτημα δημοσίου συμφέροντος, όπως είναι το αδίκημα της υπό κρίση περίπτωσης το οποίο, εκτός του ότι εμπίπτει στην κατηγορία των αδικημάτων του Ποινικού Κώδικα που διαπράττονται κατά της απονομής της δικαιοσύνης, συνδέεται ευθέως με θέμα δημοσίου συμφέροντος εφόσον καθιστά ποινικά κολάσιμες πράξεις που, εκ της φύσεως τους, τείνουν να βλάψουν την απονομή της δικαιοσύνης, η οποία, πρόδηλα, αποτελεί δημόσιο και όχι ιδιωτικό δικαίωμα. Και τούτο, έστω και αν τα θέματα αυτά αφορούν και τον παραπονούμενο, ως ένα μέλος του δημοσίου, εφόσον τέτοια εξουσία ανήκει αποκλειστικά στον Γενικό Εισαγγελέα, ως εκπρόσωπο του κοινού[7]. Απολύτως σχετικά με τα πιο πάνω είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην Αναφορικά με την Μονομερή Αίτηση υπό Β.Η, Ποιν. Αίτηση 1/2021 ημ. 11/2/2021, η οποία αφορούσε την έκδοση διατάγματος από το Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 43 του Κεφ. 155 για την καταχώριση κατηγορητηρίου ενώπιον του αρμόδιου Επαρχιακού Δικαστηρίου σε σχέση με αδικήματα που αφορούσαν, μεταξύ άλλων, και το αδίκημα της δόσης ψευδούς όρκου, κατά παράβαση του άρθρου 117 Κεφ.154. Σε εκείνη την υπόθεση λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην Ttofinis v. Theocharides and Another
(1983)2 CLR 363, με αναφορά στην Gourier v. Union of Post Office Workers and Others
(1977)3 All E.R.70, αντικείμενο εξέτασης υπήρξε, μεταξύ άλλων, η νομιμοποίηση του εφεσείοντα στην καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής δίωξης. Τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι το δικαίωμα καταχώρησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης δεν είναι ανεξέλεγκτο εφόσον αυτή αποτελεί «χρήσιμη συνταγματική εγγύηση εναντίον της αυθαίρετης, διεφθαρμένης ή μεροληπτικής παράλειψης ή άρνησης των αρμοδίων αρχών να διώξουν αδικοπραγούντες». Ο δικαστικός λόγος της Τtofinis (ανωτέρω) υιοθετήθηκε και αναλύθηκε στην μεταγενέστερη υπόθεση Δημοσθένους ν. Τύχωνος
(2013)2 Α.Α.Δ. σελ. 22. Στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Ευαγγέλου,
(2014)2 (Β) Α.Α.Δ. 846, λέχθηκαν περαιτέρω τα εξής ως προς το δικαίωμα άσκησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης: «Ο άμεσος επηρεασμός, ως προϋπόθεση για νομιμοποίηση στην καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής δίωξης, δεν ταυτίζεται με την πιθανολόγηση έννομου συμφέροντος μέσα στα πλαίσια του ΄Αρθρου 146.2 του Συντάγματος. Θα πρέπει εννοιολογικά να αντικρισθεί υπό το φως των λόγων ύπαρξης του δικαιώματος άσκησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης, του εντοπισμού δηλαδή βλάβης στα δικαιώματα του θύματος από ποινική πράξη. Υπό αυτές τις συνθήκες ο άμεσος επηρεασμός έχει την έννοια ότι με συγκεκριμένη παράνομη πράξη τα δικαιώματα κάποιου, του παρανομούντος, εκτείνονται εις βάρος τρίτων προσώπων κατά τρόπο που να παρατηρείται πλέον σφετερισμός και οικειοποίηση των νόμιμων δικαιωμάτων των τρίτων αυτών προσώπων.» Σύμφωνα με την Ένορκο Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, που είναι η μόνη πηγή γνώσης περί των αδικημάτων που αφορά το κατηγορητήριο, εφόσον το ίδιο δεν επισυνάφθηκε στην Ένορκη Δήλωση, οι κατηγορίες 1 και 3 αφορούν στο αδίκημα της δόσης ψευδούς όρκου κατά παράβαση του άρθρου 117 του ΚΕΦ. 154 και οι κατηγορίες 2 και 4 σε αδίκημα παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία κατά παράβαση του άρθρου 122(β) του ΚΕΦ.
  1. Τα αδικήματα αυτά εμπίπτουν στην κατηγορία των αδικημάτων του Ποινικού Κώδικα που διαπράττονται κατά της απονομής της δικαιοσύνης, όπως φαίνεται από τον τίτλο της ενότητας, στην οποίαν ανήκουν, και ως τέτοια αφορούν σε θέματα δημοσίου συμφέροντος, όπου μόνο ο Γενικός Εισαγγελέας νομιμοποιείται στην καταχώρηση τέτοιων υποθέσεων. Δεδομένης λοιπόν της φύσης των αδικημάτων που αφορά το προτεινόμενο κατηγορητήριο, ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της υπόθεσης. Εκτός αυτού δεν τέθηκε κανένα στοιχείο ενώπιον μου ότι καταγγέλθηκε ποτέ στην Αστυνομία η υπόθεση για εξέταση ώστε να τίθεται θέμα μεροληπτικής παράλειψης η άρνηση προώθησης ποινικής δίωξης από πλευράς της (βλ. Ttofinis (ανωτέρω)). Αντίθετα η θέση που προωθήθηκε κατά την ακρόαση ήταν ότι η ιδιωτική ποινική δίωξη κρίθηκε προτιμητέα για τους λόγους που ανάφερα ανωτέρω, που δεν είναι το κριτήριο που προσδίδει νομιμοποίηση στον Αιτητή στη βάση της πιο πάνω νομολογίας.» Στο ίδιο, με τα πιο πάνω, πλαίσιο εκδόθηκε προηγουμένως και η απόφαση στην Τρύφωνος (ανωτέρω), η οποία αφορούσε αίτημα ιδιώτη παραπονούμενου για έγκριση κατηγορητηρίου από το Ανώτατο Δικαστήριο με σκοπό την έναρξη ιδιωτικής ποινικής δίωξης αναφορικά με το αδίκημα του άρθρου 110 του Κεφ.
  2. Σε αυτήν, αφού υποδείχθηκε ότι το υπό αναφορά αδίκημα πρόκειται για αδίκημα ατιμωτικού χαρακτήρα, το οποίο διαπράττεται σε σχέση με δικαστική διαδικασία, αναφέρθηκαν αναφορικά με το δικαίωμα ιδιώτη να καταχωρίσει μία ποινική υπόθεση, ανάμεσα σε άλλα, τα ακόλουθα: «Tο σκεπτικό της υπόθεσης Ttofinis v. Theocharides, ανωτέρω, υιοθετήθηκε, επανειλημμένα, με επιδοκιμασία, από μεταγενέστερη νομολογία, (βλ., μεταξύ άλλων, τις υποθέσεις Δημοσθένους ν. Τύχωνος
(2013)2 Α.Α.Δ. 22 και Παναγιώτου ν. Ευαγγέλου, Ποινική ΄Εφεση Αρ. 194/2013, 2.12.2014). Το κριτήριο, το οποίο διατρέχει τη νομολογία, σε σχέση με τη διαπίστωση του εν λόγω δικαιώματος, είναι ο άμεσος δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων του ιδιώτη, ως αποτέλεσμα της διάπραξης κάποιου ποινικού αδικήματος. Τότε μόνο γεννάται το δικαίωμά του για άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του θύτη, ως μέτρο τιμωρίας του και εξαναγκασμού του, συγχρόνως, να προβεί στην άρση της παρανομίας και, κατ' επέκταση, της προκληθείσας αδικίας. Δεν έχει, άλλως πως, νόημα η ανάληψη της άσκησης ποινικής δίωξης από κάποιο ιδιώτη, δεδομένου ότι η ανταπόδοση της βλάβης προς το θύτη, σε μια ευνομούμενη πολιτεία, η οποία λειτουργεί στη βάση του κράτους δικαίου, δεν αποτελεί νόμιμη επιλογή του θύματος. Εν πάση περιπτώσει, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του εν λόγω δικαιώματος, συνήθως, απουσιάζει το στοιχείο του δημοσίου συμφέροντος, που θα δικαιολογούσε την εμπλοκή της Αστυνομίας, για τη διεξαγωγή ποινικής ανάκρισης, και του Γενικού Εισαγγελέα, για την καταχώριση ποινικής δίωξης, με σκοπό την προστασία, γενικά, της κοινωνίας. Παρεμπιπτόντως, στην Gouriet v. Union of Post Office Workers [1977] 3 All E.R. 70 (H.L.), στην οποία βασίστηκε η προαναφερθείσα κυπριακή νομολογία και, ειδικά, η Ttofinis v. Theocharides, επισημαίνεται, στη σελίδα 97, πως το δικαίωμα ιδιώτη να ασκήσει ποινική δίωξη υπάρχει για την περίπτωση όπου μια ασύδοτη αρχή, ενώ έχει την ευθύνη για τη δίωξη ενός παραβάτη του ποινικού δικαίου, εντούτοις αδικαιολόγητα παραλείπει να ενεργήσει αναλόγως. Όπως αναφέρεται, το εν λόγω δικαίωμα, ".still exists and is a useful constitutional safeguard against capricious, corrupt or biased failure or refusal of those authorities to prosecute offenders against the criminal law." Προφανώς, όμως, το κριτήριο αυτό δε βρήκε έρεισμα στην κυπριακή νομολογία. Στην υπόθεση Ttofinis v. Theocharides, υπάρχει η παρατήρηση, στη σελίδα 369, ότι η εξουσία του Γενικού Εισαγγελέα για άσκηση ποινικής δίωξης, δυνάμει του ΄Αρθρου 113.2 του Συντάγματος, ασκείται "in addition and not in derogation of those vesting in other persons or authorities" και, επίσης, ότι η ανάλογη εξουσία της Αστυνομίας "is not exclusive but supplementary to the right of the victim of crime to prosecute the syspect". Σίγουρα, όμως, η γενίκευση, ως ανωτέρω, του εν λόγω δικαιώματος ήταν obiter και, μάλλον, θα πρέπει να διαβάζεται υπό το φως των περιστάσεων της συγκεκριμένης εκείνης υπόθεσης, όπως και της κάθε υπόθεσης, στην οποία, λόγω περιστάσεων, αναγνωρίζεται, με βάση τη νομολογία, η ύπαρξη του δικαιώματος ιδιωτικής ποινικής δίωξης. Κλασσική περίπτωση άσκησης του υπό αναφορά δικαιώματος, στο πλαίσιο του Ποινικού Κώδικα, είναι αυτή του αδικήματος της ακάλυπτης επιταγής, δυνάμει του άρθρου 305Α, όπου την ποινική δίωξη του παραβάτη είναι, πλέον, σύνηθες να αναλαμβάνει ο ιδιώτης, ο οποίος είναι και ο δικαιούχος της επιταγής.» Εν προκειμένω, το παράπονο του Μ.Κ.1, το οποίο προέβαλε ως έρεισμα για την καταχώριση της παρούσας ποινικής δίωξης, είναι ότι ο Κατηγορούμενος προέβη εσκεμμένα στην αναληθή δήλωση της παραγράφου 3 της Αίτησης Πτώχευσης ώστε να ενισχυθεί η θέση του στην πτωχευτική διαδικασία για να μπορεί να αποφασιστεί ευκολότερα η πτώχευση του, θέση η οποία, μετά και την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, δεν έγινε αποδεχτή. Συναφώς, ουδεμία αξιόπιστη και αποδεχτή μαρτυρία υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου που να συνηγορεί στο ότι υπήρξε οποιοσδήποτε άμεσος δυσμενής επηρεασμός προσωπικού δικαιώματος του Μ.Κ.1 ώστε, με την αναφερόμενη αναληθή δήλωση του Κατηγορούμενου στην παράγραφο 3 της Αίτησης Πτώχευσης, να προκύπτει σφετερισμός και οικειοποίηση τέτοιου δικαιώματος του. Εν πάση περιπτώσει, υπό τις δοσμένες περιστάσεις, η ρηθείσα αναληθής αναφορά δεν μπορεί να οδηγήσει, άνευ ετέρου, σε διαπίστωση περί ύπαρξης οποιουδήποτε άμεσου δυσμενή επηρεασμού ή σφετερισμού των δικαιωμάτων του Μ.Κ.1, ως αποτέλεσμα της ισχυριζόμενης διάπραξης του αδικήματος του άρθρου 117 Κεφ. 154, ιδιαιτέρως όταν, αφενός, η ύπαρξη εξασφαλίσεων στην περιουσία ενός χρεώστη ή και η παράλειψη αναφοράς τους σε μία αίτηση πτώχευσης δεν επηρεάζουν το νόμιμο δικαίωμα του πιστωτή να προχωρήσει σε διαδικασία πτώχευσης εναντίον του ούτε αποτελούν προϋπόθεση ή καθιστούν μοιραία την επιτυχία της εν λόγω διαδικασίας[8] και όταν, αφετέρου, ο Κατηγορούμενος είχε την ευκαιρία και μπορούσε να εγείρει το ζήτημα της πιο πάνω αναληθούς δήλωσης μέσω της ένστασης του στην πτωχευτική διαδικασία (όπως και έπραξε), καθιστώντας έτσι το ζήτημα επίδικο ώστε να αποφασιστεί από το εκεί αρμόδιο Δικαστήριο. Δεδομένης, λοιπόν, της φύσης του αδικήματος του άρθρου 117 Κεφ. 154 και του ευρύτερου σκοπού που αυτό υπηρετεί (που δεν είναι άλλος από την προστασία ενός δημόσιου δικαιώματος, όπως αυτό της απονομής της δικαιοσύνης) σε συνδυασμό με το ότι, εν προκειμένω, δεν διαπιστώνεται οποιοσδήποτε άμεσος δυσμενής επηρεασμός προσωπικού δικαιώματος του Μ.Κ.1 ώστε, με την αναφερόμενη αναληθή δήλωση, να προκύπτει σφετερισμός και οικειοποίηση τέτοιου δικαιώματος του, κρίνω ότι ο Μ.Κ.1 δεν νομιμοποιείτο στην άσκηση της παρούσας ιδιωτικής ποινικής δίωξης για το αδίκημα της κατηγορίας που έχει προσαφθεί στον Κατηγορούμενο. Ε. Κατάληξη Για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Δεδομένης της κατάληξης αυτής, τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται προς όφελος του Κατηγορούμενου και εναντίον του Παραπονούμενου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Το άρθρο 117 του Κεφ. 154 προνοεί ότι: «Όποιος ορκίζεται με ψευδή όρκο ή προβαίνει σε ψευδή βεβαίωση ή δήλωση ενώπιον προσώπου εξουσιοδοτημένου να επαγάγει όρκο ή να δεχτεί δήλωση υπό τέτοιες περιστάσεις, ώστε αν ο ψευδής όρκος δινόταν ή η ψευδής δήλωση γινόταν σε δικαστική διαδικασία θα ισοδυναμούσε με ψευδορκία, είναι ένοχος πλημμελήματος.» [2] Όπως έχει, επί παραδείγματι, νομολογηθεί, σημασία στην αξιολόγηση κάθε μάρτυρα έχει η θετική ή αρνητική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυρας (Μαυροσούφης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ Πολ. Έφεση 352/08 ημ. 16/04/2014, ECLI:CY:AD:2014:A267), η ουσία της εκδοχής του, η οποία θα πρέπει να αντιπαραβάλλεται με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71), η μνήμη του μάρτυρα, οι αντιδράσεις του στο εδώλιο (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά (με αμεσότητα ή με δισταγμό) ή που αρνείται να απαντήσει, η νευρικότητα, η επιφυλακτικότητα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, η σταθερότητα στις απαντήσεις του (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 (Β) ΑΑΔ 1166 και το Νομικό Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, 2η έκδοση σελ. 128 - 131), η πηγή των γνώσεων του, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα οποία κατέθεσε, με τις μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα να μην οδηγούν σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας ενός μάρτυρα (Καρεκλά ν. Αστυνομία
(2013)2 ΑΑΔ 737) εφόσον μπορεί και να ενδυναμώσουν μια κατά τα άλλα πειστική μαρτυρία, γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού ή συνεννόησης (Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 23/2015, ημ. 21/04/2016, ECLI:CY:AD:2016:D212). Περαιτέρω, η μαρτυρία ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει πιστευτή εν μέρει ή στην ολότητά της και το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 (A) Α.Α.Δ. 45 και Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). [3] Βλ. την Παπαδόπουλος ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακής Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 1716. Βλ. επίσης την Σταυρινίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 645 όπου αναφέρθηκε ότι «Το γεγονός ότι η αξία των ακινήτων μπορούσε να αποδειχθεί ότι είναι μεγαλύτερη της απαίτησης της εφεσίβλητης δεν επηρέαζε το νομικό δικαίωμα της εφεσίβλητης να προχωρήσει σε διαδικασία πτώχευσης εναντίον του εφεσείοντος». [4] Βλ. το έγγραφο που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 στο Τεκμήριο 6. [5] Βλ. Παπαδόπουλος (ανωτέρω) και Σταυρινίδη (ανωτέρω). [6] Η ποινική δικαιοδοσία Επαρχιακού Δικαστηρίου καθορίζεται από το άρθρο 24
(2)του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960). Σύμφωνα με αυτό, Επαρχιακός Δικαστής, οιασδήποτε βαθμίδας, έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει συνοπτικά ποινικό αδίκημα για το οποίο η προβλεπόμενη ποινή δεν υπερβαίνει τα πέντε χρόνια, ενώ, με την συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα μπορεί να εκδικάσει οιονδήποτε αδίκημα, εφόσον και ο ίδιος το κρίνει σκόπιμο (βλ. και την Κακαράντζα, Ποινική Αίτηση Αρ. 12/2018, 19/09/2018). [7] Ως υποδείχθηκε στην Gouriet v. Union of Post Office Workers and Others
(1977)3 All E.R.70, από την οποία αντλήθηκε καθοδήγηση στην Ttofinis (ανωτέρω) «It can properly be said to be a fundamental principle of English law that private rights can be asserted by individuals, but that public rights can only be asserted by the Attorney-General as representing the public. In terms of constitutional law, the rights of the public are vested in the Crown, and the Attorney-General enforces them as an officer of the Crown. And just as the Attorney-General has in general no power to interfere with the assertion of private rights, so in general no private person has the right of representing the public in the assertion of public rights. If he tries to do so his action can be struck out. [.]. Βut, in the present case, the transgression of those limits inflicts no private wrong upon these plaintiffs; and although the plaintiffs, in common with the rest of the Public, might be interested in the larger view of the question, yet the "constitution" of the country has wisely intrusted the privilege with a public " officer, and has not allowed it to be usurped by a private individual ". That it is the exclusive right of the Attorney-General to represent the public interest—even where individuals might be interested in a larger view of the matter—is not technical, not procedural, not fictional. It is constitutional.» [8] Βλ. Παπαδόπουλος (ανωτέρω) και Σταυρινίδης (ανωτέρω). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.