Διευθύντρια Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. AΧIOM CONSULTING LIMITED, Αρ. Υπόθεσης: 2812/2017, 8/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2812/2017 Μεταξύ: Διευθύντρια Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων Κατηγορούσα Αρχή -ν- AΧIOM CONSULTING LIMITED (Η.Ε.92488), Ακαδημίας 21, Όροφος 8, Αγλαντζιά Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 8.2.2022 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Προδρόμου Για την Κατηγορούμενη: κ. Κ. Καμένος με κ. Κ. Καμένο ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης αποτελείται από 3 κατηγορίες. Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράλειψης αντικατάστασης της ετήσιας άδειας με χρηματική αποζημίωση κατά τον τερματισμό της απασχόλησης κατά παράβαση των άρθρων 8
(2)και 19 του περί της Οργάνωσης του Χρόνου Εργασίας Νόμου 63(Ι)/2002 και οι κατηγορίες 2 και 3 αφορούν το αδίκημα της μη πληρωμής μισθού σε μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό κατά παράβαση των άρθρων 2, 9
(1)και 20
(1)του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου 35(Ι)/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι περί το τέλος Απριλίου 2016 δεν κατέβαλε στον εργοδοτούμενό της κ. XXXXX Μουσαρρή το ποσό των €2.237,00 που αντιστοιχεί σε 25,5 ημέρες ετήσιας άδειας που δικαιούτο αλλά δεν χρησιμοποίησε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 2 και 3 κατηγορείται επίσης ότι περί το τέλος Απριλίου 2016 δεν κατέβαλε στον εργοδοτούμενό της μέρος του μισθού Απριλίου 2016 ύψους €527,00 καθώς και την αναλογία του 13ου μισθού για το έτος 2016 ύψους €517,00 αντίστοιχα. Η κατηγορούμενη δήλωσε μη παραδοχή στις ως άνω κατηγορίες και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε 2 μάρτυρες προς απόδειξη της υπόθεσής της. Πριν την προσκόμιση μαρτυρίας οι δικηγόροι των διαδίκων δήλωσαν ως παραδεκτά μεταξύ τους γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν ως τέτοια από το Δικαστήριο ότι η κατηγορούμενη εταιρεία κατά τον επίδικο χρόνο ήταν νομότυπα εγγεγραμμένη και ότι ο κ. XXXXX Μουσαρρής ήταν εργοδοτούμενός της από τον Μάιο του 2010 έως τις 8.4.
- Τα πιο πάνω αποτελούν πλέον και σχετικά ευρήματα του Δικαστηρίου. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε η κα XXXXX Αντωνίου η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι εργάζεται ως επιθεωρήτρια στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων του Υπουργείου Εργασίας και ανάμεσα στα καθήκοντά της είναι και η εξέταση παραπόνων για μη εφαρμογή των προνοιών του περί της Οργάνωσης του Χρόνου Εργασίας Νόμου 63(Ι)/
- Ισχυρίστηκε επίσης ότι στις 9.5.2016 χειρίστηκε το παράπονο του κ. XXXXX Μουσαρρή. Ετοίμασε μια γραπτή κατάθεση η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Σε αυτή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: στις 9.5.2016 ο κ. XXXXX Μουσαρρής υπέβαλε παράπονο ότι η κατηγορούμενη εταιρεία δεν του πλήρωσε ετήσιες άδειες 25,5 ημερών για τη χρονική περίοδο 2015 -
- Στις 13.5.2016 έλαβε επιστολή από την κατηγορούμενη με τις ημέρες άδειας του παραπονούμενου και τη νέα πολιτική που θα εφάρμοζε για το θέμα των ετήσιων αδειών. Την 1.6.2016 ο παραπονούμενος της έφερε τους υπολογισμούς του για τα ποσά που του οφείλονταν από την εργοδότριά του και την ίδια ημέρα έστειλε την εν λόγω κατάσταση μέσω φαξ προς την κατηγορούμενη. Στις 6.7.2016 έλαβε από αυτή τις θέσεις της σχετικά με τα ποσά που εκκρεμούσαν προς τον παραπονούμενο και στις 12.7.2016 έστειλε στον τελευταίο μέσω φαξ τις θέσεις της εταιρείας για αυτά. Στις 5.8.2016 στάλθηκε εκ νέου επιστολή προς την εταιρεία με τις θέσεις του παραπονούμενου με διορία 2 εβδομάδων για την καταβολή των οφειλόμενων ποσών και στις 8.8.2016 έλαβε επιστολή της εταιρείας με τις θέσεις της σχετικά με τις αξιώσεις του κ. Μουσαρρή. Επειδή δεν υπήρχε σύγκλιση στις θέσεις των 2 πλευρών αποφασίστηκε ότι δεν υπήρχε άλλη διέξοδος από το να προχωρήσουν ποινικά. Κατά την κυρίως εξέτασή της η Μ.Κ.1 κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 2 το έντυπο υποβολής παραπόνου του κ. Μουσαρρή, ως τεκμήριο 3 σε δέσμη που αποτελείται από 6 φύλλα χαρτί διάφορα έγγραφα τα οποία της απέστειλε η κατηγορούμενη στις 13.5.2016, ως τεκμήριο 4 την κατάσταση που της έστειλε ο παραπονούμενος και ως τεκμήριο 5 την απόδειξη αποστολής του τεκμηρίου 4 προς την κατηγορούμενη μέσω φαξ. Ως τεκμήριο 6 κατέθεσε περαιτέρω την επιστολή της κατηγορούμενης ημερομηνίας 6.7.2016, ως τεκμήριο 7 την απόδειξη αποστολής του τεκμηρίου 6 προς τον παραπονούμενο μέσω φαξ, ως τεκμήριο 8 την επιστολή της ημερομηνίας 5.8.2016 προς την κατηγορούμενη και ως τεκμήριο 9 την επιστολή της κατηγορούμενης ημερομηνίας 8.8.
- Στη συνέχεια σε ερωτήσεις που της τέθηκαν κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι σύμφωνα με τους υπολογισμούς της το ημερομίσθιο του παραπονούμενου ήταν €87,
- Ισχυρίστηκε επίσης ότι η κατηγορούμενη είχε συγκεκριμένη πολιτική αναφορικά με το θέμα της πληρωμής των αδειών την οποία η εταιρεία της απέστειλε και περιλαμβάνεται στο τεκμήριο
- Όπως της ανέφερε ο παραπονούμενος η εν λόγω πολιτική είχε αλλάξει αλλά δεν είχε τον αναγκαίο χρόνο για να χρησιμοποιήσει τη συσσωρευμένη του άδεια μετά την εν λόγω αλλαγή και πριν την αποχώρησή του από την απασχόλησή του. Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι στα πλαίσια των καθηκόντων της ετοιμάζει καταθέσεις και σε καμιά από αυτές δεν αναφέρει τον τρόπο υπολογισμού επειδή στο Τμήμα της δεν εφαρμόζουν τη διαδικασία να καταγράφουν πώς καταλήγουν σε κάποιο συγκεκριμένο ποσό. Ισχυρίστηκε επίσης ότι αναγνωρίζει πως είναι σοβαρό θέμα η γνώση του ακριβούς ημερομίσθιου για να μπορούν να κάνουν τους υπολογισμούς τους αλλά επανέλαβε ότι δεν έχουν ως πρακτική να το κάνουν. Ισχυρίστηκε ότι κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης η κατηγορούμενη δεν αρνείτο να πληρώσει και είχε διαθέσιμο προς τον παραπονούμενο κάποιο ποσό το οποίο η εταιρεία είχε υπολογίσει ως οφειλόμενο αλλά το εν λόγω ποσό ήταν διαφορετικό από αυτό το οποίο ζητούσε ο εργοδοτούμενος. Στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι κατέληξε στο ημερομίσθιο €87,76 διαιρώντας πρώτα τον μηνιαίο μισθό του εργοδοτούμενου ποσού €1.900 διά το 4,33 που είναι ο μέσος όρος των εβδομάδων ενός μήνα και μετά διαιρώντας το εκ νέου διά 5 επειδή η εργασία του ήταν πενθήμερη. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Μουσαρρής ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι ήταν υπάλληλος της κατηγορούμενης εταιρείας από τις 3.5.2010 έως τις 8.4.2016 και ο μηνιαίος μισθός του ήταν €1.900 ακάθαρτα. Ισχυρίστηκε ότι με βάση τη συμφωνία που είχε με την εργοδότριά του δικαιούταν 20 ημέρες ετήσιας άδειας οι οποίες σε περίπτωση που δεν λαμβάνονταν κατά τη διάρκεια ενός έτους εργασίας μεταφέρονταν. Ισχυρίστηκε επίσης ότι κατά τον τερματισμό της εργασιακής του σχέσης δεν είχε πληρωθεί την αναλογία του μισθού του για τον Απριλίο 2016, ούτε την αναλογία του 13ου μισθού του για το έτος 2016 ούτε και τις άδειες που του οφείλονταν. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η εταιρεία το έτος 2016 αποφάσισε να αλλάξει τη μέχρι τότε πολιτική της αναφορικά με το θέμα της μεταφοράς ημερών άδειας και όταν έδωσε την επιστολή παραίτησής του και ζήτησε να πληροφορηθεί αν θα τις πληρωθεί του λέχθηκε από τον διευθυντή της κατηγορούμενης να μην ανησυχεί και το θέμα θα κανονιστεί. Η εταιρεία είχε αποφασίσει ότι στην περίπτωση που ένας υπάλληλος θα αποχωρούσε από την εταιρεία δεν θα πληρωνόταν τις άδειες που δεν είχε λάβει και οι οποίες μεταφέρθηκαν από προηγούμενα έτη. Αυτή η ρύθμιση όμως δεν θα ίσχυε για όσους θα παρέμεναν στην εργασία. Ισχυρίστηκε ακόμα πως κατά τη διάρκεια της εργοδότησής του όταν ζητούσε άδεια τύπωνε το σχετικό έντυπο στο οποίο υπέβαλλε το αίτημά του και το παρέδιδε στον υπεύθυνό του ο οποίος το υπέγραφε και στη συνέχεια το εν λόγω έντυπο αρχειοθετείτο από τη γραμματέα της εταιρείας. Ισχυρίστηκε ότι το τεκμήριο 4 είναι η ανάλυση την οποία ο ίδιος συνέταξε στην οποία φαίνονται οι υπολογισμοί που έκανε σε σχέση με τον μισθό και τις άδειες που του οφείλονταν. Ισχυρίστηκε ότι σύμφωνα με τους υπολογισμούς του τού οφείλονταν 29 ½ ημέρες άδειας οι οποίες μεταφέρθηκαν από προηγούμενα έτη αλλά τελικά συμφώνησε με τους υπολογισμούς της λειτουργού πως του οφείλονταν 25 ½ ημέρες. Ισχυρίστηκε τέλος πως πληρωνόταν τον μισθό του με τραπεζικό έμβασμα και ότι η εργοδότριά του μια εβδομάδα μετά την αποχώρησή του τού ανέφερε ότι δεν είχε πρόθεση να του πληρώσει τις ημέρες άδειες που είχαν συσσωρευθεί. Ο Μ.Κ.2 κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε πως όταν πληροφορήθηκε ότι θα άλλαζε η πολιτική της εταιρείας σε σχέση με το θέμα της μεταφοράς ημερών ετήσιας άδειας δεν διαμαρτυρήθηκε επειδή δεν γνώριζε ότι θα αποχωρούσε από την εταιρεία. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η κατηγορούμενη είχε στη διάθεσή του τα ποσά τα οποία η ίδια υπολόγισε ότι του όφειλε για τη μισθοδοσία του Απριλίου 2016 και την αναλογία 13ου μισθού για το ίδιο έτος αλλά εκείνος δεν τα έλαβε επειδή η κατηγορούμενη του ζητούσε να της υπογράψει απαλλαγή παρόλο που είχαν διαφορά για τις ημέρες άδειας που δικαιούταν να πληρωθεί. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στις 16.3.2016 ανακοίνωσε στην εταιρεία την αποχώρηση από την εργασία του και ότι στις 8.4.2016 αποχώρησε από αυτή. Μετά που η κατηγορούσα αρχή ολοκλήρωσε την παρουσίαση της υπόθεσής της και το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης η τελευταία κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπισή της. Ως Μ.Υ.1 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Ευθυμιάδης ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι είναι εκτελεστικός διευθυντής της κατηγορούμενης εταιρείας. Ισχυρίστηκε ότι η πολιτική της εταιρείας αναφορικά με τις άδειες των εργοδοτουμένων της ήταν να τους παραχωρεί 20 ημέρες ετησίως συν μία ημέρα κατά τα γενέθλια του κάθε υπαλλήλου. Κάθε υπάλληλος που ήθελε να λάβει άδεια έκανε μια αίτηση την οποία έπαιρνε στον διευθυντή του και εάν υπήρχε ευχέρεια εγκρινόταν. Ισχυρίστηκε επίσης ότι μεταφέρονταν ημέρες άδειας εάν δεν λαμβάνονταν κατά τη χρονιά την οποία αφορούσαν. Την 1.2.2016 η κατηγορούμενη αποφάσισε να αλλάξει την πολιτική της αναφορικά με το θέμα της δυνατότητας μεταφοράς ημερών άδειας από προηγούμενα έτη και για αυτό εξέδωσε την εγκύκλιο η οποία απευθύνθηκε στους εργοδοτούμενούς της και επηρέαζε μόνο όσους θα αποχωρούσαν από αυτή. Σύμφωνα με αυτή όσοι θα αποχωρούσαν από την εργασία θα αποζημιώνονταν μόνο για τις ημέρες άδειας που δεν έλαβαν κατά το έτος της αποχώρησής τους ανεξαρτήτως του αριθμού των αδειών που είχαν συσσωρεύσει από προηγούμενα έτη. Ισχυρίστηκε ότι ο κ. Μουσαρρής κατά το έτος 2015 έλαβε τις 21 ημέρες ετήσιας άδειας που δικαιούταν και κατά το 2016 έλαβε 2 ½ ημέρες από τις 5 που δικαιούταν σύμφωνα με τη χρονική διάρκεια της εργοδότησής του εκείνο το έτος. Η κατηγορούμενη του είχε προτείνει να του πληρώσει εκείνες τις 2 ½ ημέρες καθώς και τα δεδουλευμένα αλλά ο εργοδοτούμενος αρνήθηκε να τα λάβει. Ισχυρίστηκε ότι ο εργοδοτούμενος είχε δουλέψει 3 μήνες κατά το έτος 2016 συν 8 ημέρες τον Απρίλη εκ των οποίων οι 5 ήταν εργάσιμες για αυτό και υπολόγισαν ότι δικαιούταν 5 ημέρες ετήσιας άδειας. Αναφορικά με το ημερομίσθιο υπολόγισαν τις εργάσιμες ημέρες του Απρίλη εξαιρώντας την 1η Απριλίου που είναι δημόσια αργία και κατέληξαν ότι το ημερομίσθιό του ανερχόταν σε €95,
- Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο τελευταίος μισθός του κ. Μουσαρρή ήταν €1.
- Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε πως όταν προσελήφθηκε ο κ. Μουσαρρής η κατηγορούμενη του είχε κάνει συμβόλαιο σύμφωνα με τις πρόνοιές του οποίου θα λάμβανε 20 ημέρες ετήσιας άδειας συν ακόμα μία για τα γενέθλιά του. Σε ερώτηση πόσες ημέρες ετήσιας άδειας μετέφερε ο ως άνω εργοδοτούμενος από το έτος 2014 απάντησε 11 ημέρες. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η πληρωμή του μισθού του εργοδοτούμενου γινόταν με μεταφορά χρημάτων στον τραπεζικό του λογαριασμό. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι η κατηγορούμενη κάλεσε τον εργοδοτούμενο να παραλάβει τα ποσά τα οποία του πρότεινε αλλά εκείνος αρνήθηκε να τα λάβει και λόγω τούτου δεν μπορούσε να του τα δώσει με το ζόρι όπως ανέφερε επί λέξει. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στους υπολογισμούς του δεν συμπεριέλαβε την 1η Απριλίου
- Μετά που η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τις θέσεις και εισηγήσεις τους αναφορικά με την παρούσα υπόθεση. Ο κ. Προδρόμου εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής εισηγήθηκε ότι τα επίδικα αδικήματα αποτελούν αδικήματα αυστηρής ευθύνης τα οποία συντελέστηκαν με την παράλειψη της κατηγορούμενης εταιρείας να καταβάλει προς τον εργοδοτούμενο της τους δεδουλευμένους μισθούς του και να αντικαταστήσει τη συσσωρευμένη προς όφελός του ετήσια άδεια με χρηματική αποζημίωση κατά τον τερματισμό της απασχόλησής του. Ο κ. Καμένος από την άλλη εισηγήθηκε ότι η παρούσα υπόθεση είναι αστικής φύσεως και κακώς τέθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου το οποίο ασκεί ποινική δικαιοδοσία. Εισηγήθηκε επίσης ότι η Διευθύντρια του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων δεν νομιμοποιείται να καταχωρήσει την επίδικη υπόθεση. Εισηγήθηκε περαιτέρω πως δεν αποδείχθηκε ότι η Μ.Κ.1 είναι διορισμένη Επιθεωρήτρια δυνάμει του επίδικου Νόμου αφού παρέλειψε να προσκομίσει τη διοικητική πράξη του διορισμού της ως Επιθεωρήτρια. Εισηγήθηκε ακόμα ότι οι μάρτυρες που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή δεν είναι αξιόπιστοι και πως είναι επισφαλές να στηριχθεί το Δικαστήριο στη μαρτυρία τους. Εισηγήθηκε τέλος την αθώωση της κατηγορούμενης στις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. Έχω μελετήσει με προσοχή όσα εισηγήθηκαν, τα έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτά όπου είναι αναγκαίο. Κρίνω ότι είναι κατάλληλο το σημείο να σχολιάσω πρώτα την εισήγηση του κ. Καμένου ότι η παρούσα διαφορά είναι αστικής φύσεως και πως κακώς καταχωρήθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου το οποίο ασκεί ποινική δικαιοδοσία. Στην παρούσα υπόθεση τα επίδικα θέματα αφορούν σε αδικήματα τα οποία προβλέπονται από τους σχετικούς νόμους και τα οποία κατ' ισχυρισμό της κατηγορούσας αρχής φέρεται να διέπραξε η κατηγορούμενη. Έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες των άρθρων 8
(2)και 19 του περί της Οργάνωσης του Χρόνου Εργασίας Νόμου 63(Ι)/2002 και των άρθρων 2, 9
(1)και 20
(1)του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου 35(Ι)/2007 στις οποίες ρητά προβλέπονται ποινικές κυρώσεις για την παράβαση των διατάξεών τους, με όλο τον σεβασμό προς την ως άνω εισήγηση κρίνω ότι αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού πράγματι η παρούσα υπόθεση αφορά τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων που οι ως άνω νόμοι προβλέπουν. Όσον αφορά την άλλη εισήγηση του κ. Καμένου ότι η Διευθύντρια του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της παρούσας κρίνω ότι σχετική είναι η υπόθεση Ιατρικές Υπηρεσίες ν. Μηνά
(1991)2 Α.Α.Δ. 90. Στην εν λόγω υπόθεση αναφέρθηκε ότι Κυβερνητικά Τμήματα αναμφίβολα μπορούν να εμφανίζονται και να νομιμοποιούνται ως Κατηγορούσα Αρχή. Συγκεκριμένα αναφέρθηκαν τα εξής: «Τούτο είναι καθαρό από το άρθρο 38 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, το οποίο αναφέρει σε μετάφραση: «Έκαστον κατηγορητήριον είναι εν τω καθωρισμένω τύπω υπογράφεται υπό ή εκ μέρους του απαγγέλλοντος τούτο προσώπου και οσάκις το κατηγορητήριον απαγγέλλεται υπό Κυβερνητικού Τμήματος το τοιούτο κατηγορητήριον υπογράφεται υπό αντιπροσώπου του Τμήματος.... Κατά τον Περί Ερμηνείας Νόμο Κεφ. 1, άρθρο 2, "Department" σημαίνει (σε μετάφραση): «"Τμήμα" σημαίνει Κυβερνητικό Τμήμα το οποίο ασκεί δημόσιο καθήκον κατόπιν εξουσιοδότησης και εκ μέρους του Υπουργικού Συμβουλίου». Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι η Διευθύντρια του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων νομιμοποιείται στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης και ως εκ τούτου ούτε αυτή η εισήγηση του κ. Καμένου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246 «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Στις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου αρ. 35(Ι)/2007 δίδονται οι ακόλουθοι ορισμοί: "εργοδοτούμενος" σημαίνει πρόσωπο που εργάζεται για άλλο πρόσωπο, είτε δυνάμει σύμβασης εργασίας ή μαθητείας, είτε κάτω από τέτοιες περιστάσεις, από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου και ο όρος "εργοδότης" θα ερμηνεύεται ανάλογα και θα περιλαμβάνει την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας· "μισθός" σημαίνει κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωμές· Το άρθρο 3 του ως άνω Νόμου προνοεί ότι οι μισθοί των εργοδοτουμένων πρέπει να πληρώνονται τοις μετρητοίς σε νόμιμο χρήμα και το άρθρο 5 ότι ο μισθός πρέπει να πληρώνεται απευθείας προς τον εργοδοτούμενο. Το άρθρο 9 προνοεί ότι η συχνότητα της πληρωμής των μισθών πρέπει να είναι τουλάχιστον εβδομαδιαία, εκτός για μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό, οπότε πρέπει να είναι τουλάχιστον μηνιαία. Σύμφωνα επίσης με το άρθρο 10
(1)δεν επιτρέπονται αποκοπές ποσών από τον μισθό παρά μόνο για τις 5 περιπτώσεις που ρητά αναφέρονται εκεί. Το άρθρο 12 του ως άνω Νόμου προνοεί τα ακόλουθα: «12.-
(1)Ο εργοδότης οφείλει να τηρεί αρχεία στα οποία να φαίνονται, για κάθε εργοδοτούμενο τα στοιχεία σχετικά με τον ακάθαρτο και τον καθαρό μισθό του, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν αποκοπών που έγιναν στο μισθό και τους λόγους για τους οποίους έγιναν οι αποκοπές αυτές.
(2)Τα τηρούμενα δυνάμει του εδαφίου
(1)αρχεία θα πρέπει να φυλάσσονται από τον εργοδότη ή για λογαριασμό του και να είναι διαθέσιμα κατά πάντα εύλογο χρόνο για έλεγχο από Επιθεωρητή ή άλλο λειτουργό, που ορίζεται δυνάμει του άρθρου 13.
(3)Το βάρος της απόδειξης για την καταβολή του μισθού σε εργοδοτούμενο φέρει ο εργοδότης». Το άρθρο 20
(1)του σχετικού Νόμου 35(Ι)/2007 προνοεί ότι εργοδότης ο οποίος παραβαίνει τις διατάξεις του είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι
(6)μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (€15.000) ή και στις δύο αυτές ποινές. Το άρθρο 20
(2)προνοεί ότι το Δικαστήριο επιπρόσθετα από τις ποινές που προβλέπονται στο εδάφιο
(1), δύναται, με την καταδίκη του εργοδότη, να εκδώσει και Διάταγμα καταβολής του οφειλόμενου ποσού προς τον εργοδοτούμενο. Το άρθρο 8 του περί της Οργάνωσης του Χρόνου Εργασίας Νόμου 63(Ι)/2002 προνοεί ότι όλοι οι εργαζόμενοι δικαιούνται σε ετήσια άδεια με αποδοχές τουλάχιστο τεσσάρων εβδομάδων σύμφωνα με τους όρους που προβλέπει η νομοθεσία ή οι συλλογικές συμβάσεις ή/και η πρακτική για την απόκτηση του δικαιώματος και τη χορήγηση της άδειας και ότι η ελάχιστη περίοδος ετήσιας άδειας μετ' αποδοχών μπορεί να αντικατασταθεί από χρηματική αποζημίωση μόνο σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης. Το άρθρο 19 του Ν.63(Ι)/2002 προνοεί ότι εργοδότης ο οποίος παραβαίνει τις διατάξεις του είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι ένα χρόνο ή σε πρόστιμο μέχρι δύο χιλιάδες λίρες ή και στις δύο ποινές μαζί. Σύμφωνα με το άρθρο 7
(2)του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Ν.8/1967 «Διά συμφωνίας μεταξύ του εργοδότου και του εργοδοτουμένου, αι άδειαι δυνατόν να συσσωρεύωνται μέχρις ανωτάτου ορίου ισουμένου προς την άδειαν εις την οποίαν ο εργοδοτούμενος δικαιούται ως προς δύο έτη». Στην υπόθεση Ροδοσθένους ν. AQUA MASTERS PLC, Ποινική Έφεση Αρ. 138/2017, ημερομηνίας 4.7.2018, λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το βάρος απόδειξης της καταβολής του μισθού σε εργοδοτούμενο: «Σκοπός βεβαίως θέσπισης του Νόμου είναι η προστασία των εργοδοτουμένων και, πιο συγκεκριμένα, η διασφάλιση του δικαιώματός τους προς λήψη του μισθού και των ωφελημάτων που δικαιούνται με βάση τη συμφωνία που διέπει την εργασιακή τους σχέση. Υπό το πρίσμα αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι το άρθρο 12
(3)του Νόμου προβλέπει περί μετάθεσης του βάρους απόδειξης για την καταβολή του μισθού στους ώμους του εργοδότη ... Υπό τις συνθήκες λοιπόν, κατ΄ ακολουθία και του άρθρου 12
(3)του Νόμου, ο εργοδότης - Εφεσίβλητη έφερε πλέον το βάρος απόδειξης της καταβολής του μισθού στον εργοδοτούμενο - Εφεσείοντα. Προσθέτουμε ότι η εκ του νόμου, άρθρο 12
(1)
(2), υποχρέωση προς τήρηση αρχείων, εντάσσεται στην όλη φιλοσοφία προστασίας και διασφάλισης των δικαιωμάτων των εργοδοτουμένων, αλλά και ενισχύει τη δυνατότητα απόσεισης του βάρους που φέρει ο εργοδότης προς απόδειξη της καταβολής των μισθών εργοδοτουμένων». Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Στην παρούσα υπόθεση δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι ο κ. Παναγιώτης Μουσαρρής ήταν εργοδοτούμενος της κατηγορούμενης από τον Μάιο του 2010 έως τις 8.4.
- Επίσης δεν αμφισβητήθηκε πως η κατηγορούμενη είχε στη διάθεση του παραπονούμενου τα ποσά τα οποία η ίδια θεωρούσε ότι ανταποκρίνονταν: α) στις 2 ½ ημέρες άδειας που δικαιούταν να λάβει για το έτος 2016, β) στο μέρος του μισθού του για τον Απρίλιο του 2016 και γ) στην αναλογία του 13ου μισθού του για το έτος
- Ομοίως δεν αμφισβητήθηκε ότι ο μισθός του παραπονούμενου ήταν €1.900 μηνιαίως ούτε ότι τα ως άνω ποσά ήταν στη διάθεση του εργοδοτούμενου αλλά δεν τα έλαβε. Συνεπώς τα πιο πάνω αποτελούν πλέον και σχετικά ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης. Αντιθέτως με τα πιο πάνω υπήρξε αμφισβήτηση αναφορικά με τον αριθμό των ημερών που ο εργοδοτούμενος είχε δικαίωμα να πληρωθεί ως χρηματική αποζημίωση εις αντικατάσταση της ετήσιας άδειας που δικαιούταν κατά τον τερματισμό της απασχόλησής του και σε σχέση με τα ποσά που του οφείλονταν ως μέρος του μισθού του για τον μήνα Απρίλιο του 2016 που αποχώρησε από την εταιρεία και ως μέρος του 13ου μισθού του για το έτος
- Αναφορικά με το θέμα της χρηματικής αποζημίωσης ήταν συγκεκριμένα η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι στη βάση της μέχρι τότε πολιτικής που εφάρμοζε η κατηγορούμενη εταιρεία ο παραπονούμενος κατά την αποχώρησή του δικαιούταν να αποζημιωθεί για όλες τις ημέρες ετήσιας άδειας που είχε μεταφέρει από προηγούμενα έτη ενώ αντιθέτως η θέση της κατηγορούμενης ήταν ότι στη βάση της εγκυκλίου ημερ. 1.2.2016 εκείνος δικαιούταν να αποζημιωθεί μόνο για όσες ημέρες παρέμεναν στη διάθεσή του κατά το έτος της αποχώρησής του από την εργασία ήτοι για 2 ½ ημέρες. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε θα γίνει με αποκλειστικό γνώμονα τη σχετικότητά της με τα αμφισβητούμενα επίδικα θέματα ως αυτά αναφέρθηκαν πιο πάνω και έχοντας αυτό κατά νου προχωρώ ευθύς αμέσως σε τούτο. Η Μ.Κ.1 ήταν η αρμόδια λειτουργός να εξετάσει το παράπονο που υποβλήθηκε στο Τμήμα της από τον παραπονούμενο και στα πλαίσια των καθηκόντων της απευθύνθηκε στην εργοδότρια εταιρεία η οποία της απέστειλε διάφορα έγγραφα και τις δικές της θέσεις για την επίδικη διαφορά. Κρίνω ότι ήταν ανεξάρτητη μάρτυρας η οποία δεν προσπάθησε να βοηθήσει οποιονδήποτε με τη μαρτυρία της. Κρίνω πως ο ισχυρισμός που προέβαλε κατά την κυρίως εξέτασή της ότι υπολόγισε το ημερομίσθιο του εργοδοτούμενου στο ποσό των €87,76 βασίστηκε σε ένα λογικό τρόπο υπολογισμού που χρησιμοποίησε για να καταλήξει στο ως άνω ποσό και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτός. Αναφορικά με τον Μ.Κ.2 κρίνω πως λόγω του γεγονότος ότι ήταν ο εργοδοτούμενος της κατηγορούμενης και είχε ιδία γνώση για τους όρους της εργοδότησής του ήταν σε καλή θέση να τους θυμάται επαρκώς και να τους μεταφέρει στο Δικαστήριο. Στο τεκμήριο 4 το οποίο ο ίδιος συνέταξε και στο οποίο υπολόγισε τις ημέρες άδειας που δικαιούταν ανέγραψε ότι οι ημέρες ετήσιας άδειας έπρεπε να ήταν 21 κάτι το οποίο γίνεται αποδεκτό και από τον διευθυντή της κατηγορούμενης ο οποίος ισχυρίστηκε ότι κάθε εργοδοτούμενος δικαιούταν 20 ημέρες άδεια συν μία κατά τα γενέθλιά του ήτοι σύνολο 21 ημέρες ετησίως. Συνεπώς αποδέχομαι τον υπολογισμό του ότι δικαιούταν 21 ημέρες ετήσιας άδειας κατά την εργοδότησή του στην κατηγορούμενη. Κρίνω επίσης ότι ήταν ειλικρινής για αυτό και αναγνώρισε ότι ο αρχικός υπολογισμός του πως είχε λαμβάνειν 29,5 ημέρες ετήσιας άδειας ήταν λανθασμένος και στη συνέχεια συμφώνησε με τους υπολογισμούς της Μ.Κ.1 ότι δικαιούταν 25,5 ημέρες. Αποδέχομαι επίσης ως λογικό και άρα ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα τον ισχυρισμό του, ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του, ότι σύμφωνα με την πρακτική που εφάρμοζε η κατηγορούμενη η χορήγηση άδειας στους εργοδοτούμενούς τους γινόταν κατόπιν υποβολής γραπτού αιτήματος το οποίο στη συνέχεια αφού εγκρινόταν και υπογραφόταν από αξιωματούχο της αρχειοθετείτο από τη γραμματέα της εταιρείας. Αυτό εξάλλου συνάδει και με την υποχρέωση της κατηγορούμενης να τηρεί αρχείο και ήταν και λογικώς αναγκαίο να συνέβαινε για να ήταν σε θέση να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή πόσες ημέρες ετήσιας άδειας έλαβε κάθε εργοδοτούμενός της. Αποδέχομαι επίσης τον ισχυρισμό του ότι μετά που δήλωσε την πρόθεσή του να αποχωρήσει από την κατηγορούμενη ζήτησε να πληροφορηθεί τι θα γίνει με τις ημέρες άδειας που είχε λαμβάνειν από προηγούμενα έτη και του λέχθηκε να μην ανησυχεί. Αποδέχομαι επίσης ότι μετά τις 8.4.2016 που αποχώρησε από την απασχόλησή του επισκέφθηκε ξανά τον χώρο εργασίας του για διευθέτηση των εκκρεμοτήτων που είχαν παραμείνει σε σχέση με την πληρωμή του και πως τότε του αναφέρθηκε για πρώτη φορά ότι η κατηγορούμενη δεν θα τον αποζημίωνε για τις ημέρες άδειας που είχε προς όφελός του από προηγούμενα έτη. Κρίνω ότι οι ως άνω ισχυρισμοί του είναι λογικοί και ως εκ τούτου γίνονται αποδεκτοί αφού σε περίπτωση που πράγματι στις 16.3.2016 όταν πληροφόρησε την κατηγορούμενη για την αποχώρησή του ενημερωνόταν ότι δεν θα αποζημιωνόταν για αυτές θα μεριμνούσε να τις λάμβανε πριν την αποχώρησή του και δεν θα άφηνε τον χρόνο να παρέλθει άπρακτος και να τις απωλέσει. Ερχόμενος στη μαρτυρία του Μ.Υ.1 δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ότι η διαδικασία που εφάρμοζε η κατηγορούμενη για τη μεταφορά των ετήσιων αδειών ενός εργοδοτούμενου από το ένα έτος σε άλλο ήταν μια διαδικασία άτυπη και χαριστική. Κρίνω πως σε περίπτωση που πράγματι δεν εφαρμοζόταν αυτή η πολιτική δεν θα υπήρχε η ανάγκη έκδοσης της εγκυκλίου της εταιρείας που αποστάλθηκε στους εργοδοτούμενούς της μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερομηνίας 1.2.2016 στην οποία γίνεται αναφορά ότι η μέχρι τότε εφαρμοζόμενη πολιτική θα διαφοροποιούταν. Στο εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα αναγράφεται η φράση «According to our policy, you can transfer vacation days up to one year» η οποία κατά την κρίση μου αποδεικνύει ότι επρόκειτο για μια παγιωμένη πολιτική η οποία εφαρμοζόταν από την κατηγορούμενη. Κρίνω επίσης ότι η απάντησή του σε σχετική ερώτηση που του τέθηκε με τη φράση «δεν θυμάμαι πόσες ημέρες μεταφέρθηκαν το 2014, αλλά ίσως πρέπει να πάμε πίσω από την αρχή της εργοδότησης του κ. Μουσαρρή. Διότι, ας πούμε, αν θυμάμαι καλά την προηγούμενη χρονιά είχε πάρει περισσότερες άδειες από τις 20, 21 που δικαιούτο. .. Αν θα κάνουμε αναφορά στο παρελθόν πρέπει να κάνουμε από την αρχή της εργοδότησής του» αποδεικνύει ότι πράγματι υπήρχε αυτή η πρακτική μεταφοράς ημερών ετήσιας άδεια από ένα έτος σε άλλο η οποία ίσχυε για πολλά χρόνια και δεν ήταν μια πρακτική που εφαρμόστηκε μόνο για κάποιο μεμονωμένο έτος. Κρίνω επίσης ότι αποδεικτικό του γεγονότος ότι η πιο πάνω πρακτική εφαρμοζόταν από την κατηγορούμενη είναι και η χρήση της φράσης «However, this approach and the "transfer" benefit ceases to exist for those leaving the company. The company is legally obliged to pay for the untaken vacation days of the year of an employee's departure, but no vacation can be transferable from previous years» η οποία επίσης αναγράφεται στο ως άνω ηλεκτρονικό μήνυμα. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι ο ισχυρισμός του Μ.Υ.1 πως η κατηγορούμενη δεν εφάρμοζε πολιτική μεταφοράς των ετήσιων αδειών από ένα έτος σε άλλο δεν είναι πειστικός και δεν γίνεται αποδεκτός. Ομοίως απορρίπτω ως ανυποστήρικτο τον ισχυρισμό του ότι ο ως άνω εργοδοτούμενος δεν είχε λαμβάνειν ημέρες ετήσιας άδειας από προηγούμενα χρόνια αφού δεν προσκόμισε οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο να υποστηρίζει τον ως άνω ισχυρισμό του. Το σχετικό έγγραφο το οποίο απέστειλε στην Επιθεωρήτρια και περιλαμβάνεται στη 2η σελίδα του τεκμηρίου 1 δεν συνοδεύεται από τα εκάστοτε γραπτά αιτήματα του παραπονούμενου για τις άδειες που ζήτησε και ως εκ τούτου κρίνω ότι δεν μπορεί λογικά να θεωρηθεί ότι αποτελεί ικανοποιητική απόδειξη ότι πράγματι ο εργοδοτούμενος έλαβε τις άδειες που αναγράφονται σε αυτό. Όπως ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του για να λάβει κάποιος εργοδοτούμενος της εταιρείας άδεια υπέβαλλε αίτηση η οποία σε τελικό στάδιο έπρεπε να εγκριθεί και από τον ίδιο. Συνεπώς ήταν λογικά αναμενόμενο ότι με την ως άνω διαδικασία που εφάρμοζε η κατηγορούμενη να τηρεί αρχείο με τα γραπτά αιτήματα των εργοδοτουμένων της εύκολα θα μπορούσε να παρουσιάσει τα ως άνω αιτήματα του παραπονούμενου για να υποστηρίξει τον ως άνω ισχυρισμό του κάτι όμως το οποίο παρέλειψε να πράξει. Για τους ίδιους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι ούτε τον ισχυρισμό του ότι ο εργοδοτούμενος κατά το έτος 2015 έλαβε όλες τις ημέρες ετήσιας άδειας που δικαιούταν. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία η οποία για τους λόγους τους οποίους ανέφερα πιο πάνω έγινε αποδεκτή καθώς επίσης και τη μαρτυρία η οποία δεν αμφισβητήθηκε τα ακόλουθα είναι τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης: η κατηγορούμενη εταιρεία κατά τον επίδικο χρόνο ήταν νομότυπα εγγεγραμμένη και ο κ. Παναγιώτης Μουσαρρής ήταν εργοδοτούμενός της από τον Μάιο του 2010 έως τις 8.4.
- Την 1.2.2016 η εταιρεία απέστειλε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου εγκύκλιο στους εργοδοτούμενούς της με την οποία τους πληροφόρησε για την αλλαγή της μέχρι τότε πολιτικής της να μεταφέρονται οι ετήσιες ημέρες άδειας που δεν έλαβε ένας εργοδοτούμενος από ένα έτος σε άλλο. Σύμφωνα με την εν λόγω εγκύκλιο αυτό το ευεργέτημα της μεταφοράς ημερών ετήσιας άδειας θα έπαυε να ισχύει για όσους θα αποχωρούσαν από την εταιρεία οι οποίοι θα αποζημιώνονταν μόνο για όσες ημέρες άδειας δικαιούνταν αλλά δεν έλαβαν κατά το έτος της αποχώρησής της και δεν θα μεταφέρονταν άδειες από προηγούμενα έτη. Στις 16.3.2016 ο εργοδοτούμενος της κατηγορούμενης πληροφόρησε την κατηγορούμενη ότι μετά την πάροδο 3 εβδομάδων από την εν λόγω ημέρα θα αποχωρούσε από την εργασία του και ζήτησε να πληροφορηθεί τι θα γινόταν με το θέμα των ημερών ετήσιας άδειας που είχε λαμβάνειν. Ο διευθυντής της εταιρείας τον καθησύχασε να μην ανησυχεί. Στις 8.4.2016 ο εργοδοτούμενος εργάστηκε για τελευταία φορά στην κατηγορούμενη και μια εβδομάδα αργότερα επισκέφθηκε ξανά τα γραφεία της εταιρείας και ζήτησε τη διευθέτηση των οικονομικών τους εκκρεμοτήτων ήτοι την αντικατάσταση της ετήσιας άδειάς του με χρηματική αποζημίωση, την καταβολή του μέρους του μισθού του για τον Απρίλιο του 2016 και την πληρωμή της αναλογίας του 13ου μισθού του για το έτος
- Η κατηγορούμενη του πρόσφερε την πληρωμή €215,91 εις αντικατάσταση 2 ½ ημερών ετήσιας άδειας για το έτος 2016, την πληρωμή του ποσού των €475,00 για 5 εργάσιμες ημέρες για τον Απρίλιο του 2016 και το ποσό των €515,00 ως αναλογία 13ου μισθού από τα οποία αφαίρεσε το ποσό των €147,62 ως συνεισφορά για τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, για Φόρο Εισοδήματος και για το Σχέδιο Υγείας. Ο εργοδοτούμενος αρνήθηκε να τα παραλάβει και να υπογράψει την απαλλαγή που του ζήτησε η κατηγορούμενη και στις 9.5.2016 υπέβαλε το παράπονό του στο Επαρχιακό Γραφείο του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων Λευκωσίας. Παρά τις προσπάθειες που έγιναν για γεφύρωση του μεταξύ τους χάσματος αυτό δεν κατέστη δυνατό και στις 17.5.2017 καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι ο εργοδοτούμενος κατά τον τερματισμό της απασχόλησής του στις 8.4.2016 δικαιούταν να λάβει μισθό για τις ημέρες του μήνα Απρίλη που απασχολήθηκε στην κατηγορούμενη και αναλογία 13ου μισθού για το έτος 2016 για την περίοδο που απασχολήθηκε κατά το ως άνω έτος. Δικαιούταν επίσης σε αντικατάσταση της ετήσιας άδειας με χρηματική αποζημίωση για 25,5 ημέρες που είχε λαμβάνειν από προηγούμενα έτη τις οποίες δεν έλαβε. Εξετάζοντας την 1η κατηγορία κρίνω πως το αδίκημα της παράλειψης αντικατάστασης ετήσιας άδειας με χρηματική αποζημίωση κατά τον τερματισμό της απασχόλησης συντελείται όταν κατά τον ως άνω χρόνο ο εργοδότης παραλείψει να αποζημιώσει εις χρήμα τον εργοδοτούμενό του για τις ημέρες άδειας που είχε λαμβάνειν αλλά δεν έλαβε μέχρι την αποχώρησή του από την εργασία του. Κατά την κρίση μου είναι λογικό πως η χρηματική αποζημίωση η οποία λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς του ως άνω αδικήματος είναι ο μισθός του εργοδοτούμενου τον οποίο ελάμβανε κατά τον χρόνο του τερματισμού της απασχόλησής του. Αυτό πέραν από λογικό κρίνω ότι εξυπηρετεί και την ανάγκη να υπάρχει ένα αντικειμενικό δεδομένο στο οποίο και οι 2 πλευρές να μπορούν να στηριχθούν και στη βάση του οποίου να υπολογίσουν το εν λόγω ποσό για να αποφεύγονται μεταξύ τους αδικαιολόγητες διαφωνίες. Έχοντας υπόψη μου την πολιτική της κατηγορούμενης μέχρι και το έτος 2016 να επιτρέπει τη μεταφορά ημερών ετήσιας άδειας που οι εργοδοτούμενοί της δεν έλαβαν από ένα έτος σε άλλο, η οποία πολιτική ήταν εντός των πλαισίων που ορίζει το άρθρο 7
(2)του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου 8/1967, κρίνω πως η άρνησή της να αντικαταστήσει τις ετήσιες άδειες που είχαν συσσωρευθεί προς όφελος του παραπονούμενου από προηγούμενα έτη απασχόλησης και δεν υπερέβαιναν το διπλάσιο των ετήσιων αδειών που δικαιούταν να λάβει δεν ήταν δικαιολογημένη. Λαμβάνοντας επίσης υπόψη μου ότι κατά την αποχώρηση του εργοδοτούμενου από την εργασία του η κατηγορούμενη ως εργοδότριά του παρέλειψε να αντικαταστήσει τις 25 ½ ημέρες που εκείνος δεν είχε λάβει ως ετήσια άδεια με χρηματική αποζημίωση κρίνω ότι η κατηγορούμενη παρέβηκε την εκ του νόμου υποχρέωσή της και συνακόλουθα την κρίνω ένοχη στην 1η κατηγορία. Έχοντας περαιτέρω υπόψη μου τα πιο πάνω ευρήματά μου και ιδίως ότι το βάρος απόδειξης είναι στον εργοδότη να αποδείξει την καταβολή του μισθού προς τον εργοδοτούμενό του κρίνω ότι η κατηγορούμενη δεν απέσεισε το σχετικό αποδεικτικό βάρος με αποτέλεσμα να κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 2 και 3. Το γεγονός ότι προσέφερε προς τον εργοδοτούμενό της τα ποσά που η ίδια θεωρούσε πως εκείνος δικαιούταν χωρίς ποτέ αυτά να του καταβληθούν κρίνω πως δεν επαρκεί για να θεωρηθεί ότι απέσεισε το ως άνω βάρος αφού το σχετικό άρθρο 12
(3)του Ν.35(Ι)/2007 ομιλεί για υποχρέωση καταβολής του μισθού και όχι για προσφορά καταβολής του ή οτιδήποτε άλλο. Για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 1, 2 και 3. (Υπ.) ............ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο