← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ασπρής, Αρ. Υπόθεσης: 10506/2020, 10/2/2022

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ασπρής, Αρ. Υπόθεσης: 10506/2020, 10/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10506/2020 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. XXXXX Ασπρής Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 10/2/2022 Για κατηγορούσα αρχή: κα Α. Παναγή Για τον Κατηγορούμενο: κος Δ. Τσολακίδης Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 8 κατηγορίες στις οποίες απάντησε με μη παραδοχή, με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος αφορούν: Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος (αυτοκίνητο, μοτοποδήλατο, μοτοσικλέτα, τρίκυκλο/τετράτροχο) χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης, κατά παράβαση του Άρθρου 8 του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου του 2001 (94 (Ι)/2001) (Πρώτη κατηγορία). Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος, χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου, κατά παράβαση του Άρθρου 3 του περί μηχανοκίνητου Νόμου οχήματος (ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτου) Νόμος του 2000 (96 (Ι)/2000) (Δεύτερη κατηγορία). Χρήση μηχανoκίνητου οχήματος, χωρίς διακριτικά σημεία ταυτότητας, κατά παράβαση του κανονισμού 16

(1)των περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 1984, ΚΔΠ66/84 (Τρίτη κατηγορία). Παράλειψη οδηγού μοτοσικλέτας, να φέρει στερεά προσδεδεμένο προστατευτικό κράνος, κατά παράβαση του κανονισμού 59
(2)
(3)των περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 1984, ΚΔΠ66/84 (Τέταρτη κατηγορία). Παράλειψη συμμόρφωσης από τον οδηγό ή πρόσωπο που έχει τον έλεγχο ή ευθύνη του οχήματος, σε σήμα Αστυνομικού με στολή κατά παράβαση του κανονισμού 58
(2)(στ) των περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 1984, ΚΔΠ66/84 (πέμπτη κατηγορία). Παράλειψη οδηγού μηχανοκίνητου οχήματος, να συμμορφωθεί με την ένδειξη κόκκινου φανού σε φωτεινούς σηματοδότες για οχήματα, κατά παράβαση του Άθρου58
(2)(δ) περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως κανονισμό 1984, ΚΔΠ66/84. (Έκτη κατηγορία). Παράλειψη συμμόρφωσης σε σήμα τροχαίας (παράνομη επαναστροφή), κατά παράβαση του κανονισμού 58
(1)(ια) των περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 1984, ΚΔΠ66/
  1. (Έβδομη κατηγορία). Αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση, κατά παράβαση του Άρθρου 8, του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/72 (Όγδοη κατηγορία). Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεσή της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δυο μάρτυρες κατηγορίας, τον Αστυφύλακα XXXXX XXXXX Στυλιανού (στο εξής «ο ΜΚ 1») και τον Αστυφύλακα XXXXX XXXXX Αγιώτη (στο εξής «ο ΜΚ 2»). ΜΚ1 Ο Μ.Κ 1, κατέθεσε στο Δικαστήριο, ως Τεκμήριο 1, γραπτή κατάθεση που ετοίμασε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, την οποία, αφού ανέγνωσε ενώπιον του Δικαστηρίου και υιοθέτησε το περιεχόμενο της, κατέστησε μέρος της κυρίως εξέτασής του. Σύμφωνα με την κατάθεσή του, στις 22/05/2020 ανέλαβε καθήκον στις 18:00 για συνεχή παρακολούθηση μέχρι τις 06:00 της επόμενης μέρας. Στις 23/05/2020 και περί 03:43, ενώ ο ΜΚ 1 και ο Αστυφύλακας XXXXX, (ο οποίος στη συνέχεια διευκρινίστηκε ότι είναι ο Αστυφύλακας XXXXX XXXXX Παπαδόπουλος και καθ' όλη τη διάρκεια εξέλιξης των κάτωθι γεγονότων, ήταν ο οδηγός του αστυνομικού οχήματος), περιπολούσαν στη Λεωφόρο Προδρόμου, τους προσπέρασαν πέντε μοτοσικλέτες μεγάλου κυβισμού χωρίς αριθμούς εγγραφής, των οποίων οι οδηγοί δεν έφεραν κράνος ασφάλειας. Αφού τους προσπέρασαν με κατεύθυνση προς Λεωφόρο Γρίβα Διγενή, εισήλθαν στο αντίθετο ρεύμα στην οδό Προδρόμου, όπου εκεί ανασήκωσαν επιδεικτικά τον μπροστινό τροχό της μοτοσικλέτας, προσπερνώντας άλλα οχήματα και περνώντας με αναμμένο κόκκινο φωτεινό σηματοδότη στα φώτα τροχαίας που βρίσκονται στη συμβολή των Λεωφόρων Γρίβα Διγενή και Προδρόμου, οδηγώντας με κατεύθυνση προς Λεωφόρο Θεμιστοκλή Δέρβη. Ο ΜΚ1 και ο συνάδελφος του, ακολούθησαν από απόσταση, χωρίς να χάσουν οπτική επαφή από αυτούς, χρησιμοποιώντας τους φάρους και τις σειρήνες του υπηρεσιακού οχήματος. Στη συμβολή των Λεωφόρων Γρίβα Διγενή και Θεμιστοκλή Δέρβη, οι πέντε μοτοσικλετιστές έκαναν παράνομη επαναστροφή, και ακολούθησαν κατεύθυνση προς τη συμβολή των Λεωφόρων Προδρόμου και Γρίβα Διγενή. Έπειτα, κινήθηκαν προς άγνωστη κατεύθυνση. Από τους πέντε οδηγούς, ο ΜΚ1 αναγνώρισε τον XXXXX Εμινήδη, του οποίου η μοτοσυκλέτα ήταν μαύρου χρώματος με πράσινες λεπτομέρειες, και τον XXXXX Ασπρή με αριθμό δελτίου ταυτότητας XXXXX89, ο όποιος οδηγούσε μοτοσικλέτα πορτοκάλι χρώματος, πιθανώς κατασκευής KTM. Κατά την κυρίως εξέταση, ο Μ.Κ 1 αναγνώρισε εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου τον Κατηγορούμενο, ως το πρόσωπο που αναφέρει στην κατάθεσή του (Τεκμήριο 1) ως XXXXX Ασπρή. Όπως ανέφερε ο Μ.Κ 1, τον Κατηγορούμενο τον γνώριζε προσωπικά από το παρελθόν. Την αναγνώριση του κατηγορούμενου την έκανε στα φώτα τροχαίας στη συμβολή των Λεωφόρων Γρίβα Διγενή και Θεμιστοκλή Δέρβη (όπως τα περιέγραψε τα γνωστά φώτα τροχαίας που βρίσκονται στα «Σφηνάκια» και στα «Starbucks» στη Λευκωσία). Συγκεκριμένα ανέφερε ότι, τη στιγμή που ο Κατηγορούμενος προέβη σε επαναστροφή, βρέθηκε ακριβώς δίπλα του, στη λωρίδα που ήταν παράλληλη με αυτόν και η απόσταση του δεν ξεπερνούσε τα τρία με τέσσερα μέτρα. Η αναγνώριση έγινε σε κεντρική λεωφόρο όπου ο φωτισμός ήταν πάρα πολύ καλός. Κατά την αντεξέταση, ο ΜΚ1 διευκρίνισε ότι τη στιγμή που ο Κατηγορούμενος με τους άλλους μοτοσικλετιστές προέβαιναν σε επαναστροφή - όπου και αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο - η ταχύτητα του Κατηγορούμενου ήταν πάρα πολύ χαμηλή. Προσέθεσε ότι, πέραν των δυο προσώπων που αναγνώρισε, δεν ήταν σε θέση να περιγράψει τους υπόλοιπους μοτοσικλετιστές. Παραδέχθηκε ότι, στο σημείο που οι πέντε μοτοσικλετιστές παραβίασαν κόκκινο σηματοδότη στα φώτα τροχαίας, ο Αστυφύλακας XXXXX XXXXX Παπαδόπουλος πέρασε επίσης με τον κόκκινο φωτεινό σηματοδότη αναμμένο ως η πορεία του. Το έπραξε αυτό, αφού προηγουμένως ήλεγξε κατά πόσο υπήρχε τροχαία κίνηση για να μπορέσει να διέλθει με ασφάλεια. Ανέφερε επίσης, ότι οι πέντε μοτοσικλετιστές είχαν παραβιάσει και δεύτερο κόκκινο σηματοδότη, γεγονός που παρέβλεψε να καταγράψει στην κατάθεση του (Τεκμήριο 1). Ξεκαθάρισε ότι, τον Κατηγορούμενο τον γνωρίζει προσωπικά μέσω κοινών γνωστών από το παρελθόν και ότι πριν το συμβάν, τον είχε δει τελευταία φορά λίγους μήνες πριν. Κατά την ώρα που συνέβησαν όσα περιγράφει στην κατάθεσή του, επικρατούσε αραιή τροχαία κίνηση. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του Μ.Κ 1, οι συνήγοροι κατέθεσαν εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχομένου τους τα Τεκμήρια 2, 3, 4, 5 και
  2. Το Τεκμήριο 2, είναι ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο στις 27/05/2020, σύμφωνα με την οποία ο Κατηγορούμενος είχε δηλώσει ότι καθ' όλη τη διάρκεια εξέλιξης των πιο πάνω γεγονότων βρισκόταν μόνος του στο σπίτι, δεν είχε πάει πουθενά το συγκεκριμένο βράδυ και ότι κατά τον τελευταίο χρόνο (πριν από την ημερομηνία λήψης της ανακριτικής κατάθεσης) δεν οδηγούσε καθόλου μοτοσικλέτα. Το Τεκμήριο 3 είναι βεβαίωση πληροφόρησης εγγράφων δικαιωμάτων που υπέγραψε ο Κατηγορούμενος, βεβαιώνοντας την παραλαβή των εν λόγω εγγράφων. Το Τεκμήριο 4, είναι ημερολόγιο ενέργειας της Αστυνομίας, στο οποίο καταγράφεται καταχώρηση στις 24/05/2020, αναφορικά με ενέργειες της αστυνομίας για εκτέλεση εντάλματος σύλληψης του Κατηγορούμενου και έρευνας σε οικία στην οποία φέρεται να διέμενε η μητέρα του, χωρίς επιτυχία. Το Τεκμήριο 5 είναι κατάσταση του Τμήματος Οδικών Μεταφορών με τις άδειες οδηγού του Κατηγορούμενου ημερομηνίας 13/10/2021.Το Τεκμήριο 6, είναι εκτύπωση από πρόγραμμα του Τμήματος Οδικών Μεταφορών, στην οποία φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος στις 14/12/2021 και 13:00 είχε υποβληθεί σε εξέταση άδειας οδηγού« ΑΑ3 - Μηχανοκίνητα δίκυκλα». ΜΚ 2 Δεύτερος εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία έδωσε ο Αστυφύλακας XXXXX XXXXX Αγιώτης. Ο ΜΚ2 ρωτήθηκε κατά πόσο είχε εμπλακεί σε διερεύνηση, με οποιονδήποτε τρόπο, στα πλαίσια οποιασδήποτε υπόθεσης, που να αφορά τον Κατηγορούμενο. Όπως έχει τεθεί η ερώτηση δεν είχε επιτραπεί από το Δικαστήριο και η Συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής επέλεξε να μην υποβάλει άλλες ερωτήσεις στον μάρτυρα. Στη συνέχεια αφού ο Κατηγορούμενος βρέθηκε εκ πρώτης όψεως ένοχος, του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του και επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω και να ακούσω με προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Έχοντας διεξέλθει της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στη βάση του συνόλου της και όχι αποσπασματικά, θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της αντλώντας καθοδήγηση από τις αρχές που τίθενται από την σχετική νομολογία, λαμβάνοντας μεταξύ άλλων παραγόντων υπόψη μου, τη φυσικότητα, ευθύτητα, αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων, τυχόν ύπαρξη υπερβολών, ουσιωδών αντιφάσεων, προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν αλλά και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (βλ. μεταξύ άλλων, Στυλιανίδη v Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97, Αυξεντίου v. Δίγκλη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1 A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173 κ.α.) Ο ΜΚ1 μου άφησε θετική εντύπωση και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Απαντούσε με σαφήνεια, αμεσότητα και φυσικότητα. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του στο σύνολό της, δεν έχω αμφιβολία ότι ο μάρτυρας παρέθεσε τη μαρτυρία του ανεπιτήδευτα και με ειλικρίνεια, καταθέτοντας στο Δικαστήριο τα γεγονότα όπως πραγματικά τα βίωσε. Ο συνήγορος υπεράσπισης ισχυρίστηκε ότι ο ΜΚ1 υπέπεσε σε αντιφάσεις, οι οποίες έχουν κλονίσει την αξιοπιστία του, παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σχετικά αποσπάσματα από τη μαρτυρία του. Δεν θα συμφωνήσω με την θέση αυτή. Η μαρτυρία του ΜΚ1 παρέμεινε σταθερή επί των ουσιωδών, για τη παρούσα υπόθεση, γεγονότων, χωρίς να έχει υποπέσει σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση, τέτοια που να είναι ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του. Σύμφωνα με τη νομολογία, αντιφάσεις σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα, δεν οδηγούν σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας σε αντίθεση με τις αντιφάσεις ουσιαστικής μορφής που οδηγούν σε ρήγματα στην υπόθεση (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 254, Χρίστου v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 46/2017, 19/7/2019). Αντιθέτως, μπορεί να οδηγήσουν στην αντίθετη κατεύθυνση, ενδυναμώνοντας την πεποίθηση του Δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός ώστε να επιτευχθεί η καταδίκη του Κατηγορουμένου (Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 243/2012, ημερ. 2/5/2014, ECLI:CY:AD:2014:B289, Γεώργιος Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑ.Δ. 612, Μohammed Jaber Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148). Περαιτέρω, είναι φυσιολογικό, μετά από παρέλευση σημαντικού χρονικού διαστήματος μετά τα γεγονότα, ο ΜΚ1 να μην θυμόταν κάθε λεπτομέρεια που περιβάλλει την υπόθεση. Παραπέμπω σχετικά με το θέμα στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» Β Έκδοση των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, στη σελίδα 136 - 137, «(γ) Μνήμη Μαρτύρων Και παρέλευση Χρόνου. Ίσως είναι και ανθρωπίνως αδύνατο - χωρίς τούτο να υπονοεί ότι δεν υπάρχουν και άτομα με εξαιρετικό μνημονικό (Coleman v Wathen
(1793)5 TR 245) - όταν οι μάρτυρες καταθέτουν μετά από παρέλευση χρόνου να θυμούνται κάθε λεπτομέρεια του επίδικου περιστατικού (Ιωσηφίδη v Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 243/12, ημ. 2.5.14) και να περιγράφουν τα γεγονότα κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο που τα περιέγραψαν στην Αστυνομία (Κλεοβούλου V Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 17). Όταν η μαρτυρία αφορά σε ανάκληση γεγονότων που συνέβησαν πολύ παλιά, το Δικαστήριο οφείλει να την προσεγγίζει με επιφυλακτικότητα και να αυτοπροειδοποιείται δεόντως (Damevski v. Hope
(2016)NSWSC 1231). Στην Σκορδέλλη και Άλλων v Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 101/13, ημ. 6.6.16, το Εφετείο, διά της Ψαρά-Μιλτιάδους, Δ., σημείωσε ότι: «. η ανθρώπινη μνήμη δεν λειτουργεί μηχανιστικά και σίγουρα ο ανθρώπινος νους δεν εργάζεται ως ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής ώστε να καταγράφει εξομοιωτικά και να αναπαράγει με τον ίδιο τρόπο λεπτομέρειες περιγράφοντας μια σκηνή ή ένα επεισόδιο. Στο κάθε άτομο, ενδεχομένως να εντυπώνονται διαφορετικές λεπτομέρειες με βάση τα προκρίματα και τα ενδιαφέροντα του.»» Ο ΜΚ2 δεν ανέφερε οτιδήποτε σχετικό με την υπό διερεύνηση υπόθεση, συνεπώς η μαρτυρία του δεν μπορεί να αξιολογηθεί. Νομική Πτυχή Αδικημάτων Στις ποινικές υποθέσεις αποτελεί πάγια αρχή ότι το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων της κάθε κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα αρχή και η ενοχή πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Woolmington v D.P.P. 25 Cr. App. R. 72, Charitonos and Others v. The Republic
(1971)2 CLR 40). Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη, αλλά και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας (Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110). Πρώτη Κατηγορία Σύμφωνα με το άρθρο 49
(1)(α) του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου 94(Ι)/2001 (ως ίσχυε κατά τις 23/5/2020, ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος: «49.—
(1)Πρόσωπο το οποίο: (α) Οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα ή έχει τον έλεγχο τέτοιου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο, χωρίς τούτο να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης ή άδειας οδήγησης μαθητευομένου· .. είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες, ή και στις δυο ποινές, της φυλάκισης και της χρηματικής.» Δεύτερη Κατηγορία Άρθρο 3
(1)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000 (96(I)/2000): «3.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να- (α) Χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, εκτός αν βρίσκεται σε ισχύ, σχετικά με τη χρήση του από το πρόσωπο αυτό, τέτοιο ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού.» Βάρος απόδειξης σε σχέση με τις Κατηγορίες 1 και 2 Όσον αφορά το βάρος απόδειξης σε σχέση με τις δύο πρώτες κατηγορίες, έχει νομολογηθεί ότι ο έχων τον έλεγχο του οχήματος έχει ιδιάζουσα γνώση περί των γεγονότων που σχετίζονται με την ύπαρξη άδειας οδικής χρήσης και άδειας κυκλοφορίας και αντίστοιχο καθήκον να αποδείξει την ύπαρξή της. (βλ. Ζυπιτής v Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220). Αντίστοιχα, στην αγγλική νομολογία έχει αναγνωριστεί ότι από την στιγμή που θα αποδειχτεί η οδήγηση του οχήματος, το βάρος απόδειξης ύπαρξης ισχύουσας άδειας οδήγησης και πιστοποιητικού ασφάλειας κάλυψης ευθύνης έναντι τρίτου που να καλύπτει τον οδηγό βαρύνει τον Κατηγορούμενο (βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, 27th edition, παράγραφος 10.69, σελίδα 1/750 «The onus of proving possession of a policy is on the defendant once it is shown that he has used the motor vehicle on the road (Philcox v Carberry [1960] Crim. L.R. 563, following John v. Humphreys [1955]1 All E.R. 793)», σε ελεύθερη μετάφραση: «Η υποχρέωση για απόδειξη κατοχής ασφαλιστηρίου είναι στον Κατηγορούμενο εφόσον έχει καταδειχτεί ότι είχε χρησιμοποιήσει το μηχανοκίνητο όχημα στο δρόμο». Στο ίδιο σύγγραμμα, παράγραφος 11.21, σελίδα 1/770, «it is for the defendant to show that he held a driving licence and was insured once the prosecution established that he had been driving a motor vehicle on the road.» με αναφορά στην DPP v Hay [2005] ECHC 1395; [2006] R.T.R. 3 (p.32) Σε μετάφραση «ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να αποδείξει ότι κατέχει άδεια οδήγησης και ότι καλυπτόταν από ασφάλεια αφού αποδειχτεί από την κατηγορούσα αρχή ότι οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα στο δρόμο». Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι όπου η Κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την οδήγηση, το βάρος απόδειξης ότι ο οδηγός κατείχε την αναγκαία άδεια οδήγησης και ασφαλιστήριο μεταφέρεται στον οδηγό. Τρίτη Κατηγορία Σύμφωνα με τον κανονισμό 16
(1)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 66/1984: «Τα διακριτικά σημεία ταυτότητος του μηχανοκίνητου οχήματος θέλουν τοποθετηθεί επ' αυτού, συμφώνως προς τους παρόντας Κανονισμούς, κατά τρόπον ώστε να είναι κατά πάντα χρόνον ευχερής η διακρίβωσης των.» Τέταρτη Κατηγορία Σύμφωνα με τον κανονισμό 59
(2)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 66/1984: «Ο οδηγός μοτοσικλέτας ή μοτοποδηλάτου ή ηλεκτροκίνητου ποδηλάτου ή οχήματος κατηγορίας L6e ή L7e καθώς και το πρόσωπο που μεταφέρεται πάνω σε αυτό ως επιβάτης, όταν ταξιδεύουν σε οποιαδήποτε οδό ή όταν χρησιμοποιούν το εν λόγω όχημα πρέπει να φέρουν στερεά προσδεδεμένο στην κεφαλή τους προστατευτικό κράνος του τύπου που εγκρίνεται εκάστοτε από τον ΄Εφορο σύμφωνα με γνωστοποίηση του που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας χρησιμοποιώντας τον εκ κατασκευής εξοπλισμό πρόσδεσης του εν λόγω κράνους.» Πέμπτη Κατηγορία Σύμφωνα με τον κανονισμό 58
(2)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 66/84, «Κάθε πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος, έχει τα πιο κάτω καθήκοντα και υποχρεώσεις-» . (στ) «στις περιπτώσεις που καλείται για το σκοπό αυτό από αστυνομικό με στολή, δημοτικό τροχονόμο ή σχολικό τροχονόμο, να ακινητοποιεί το όχημα του μέχρις ότου ο αστυνομικός ή ο τροχονόμος επιτρέψει σε αυτόν να συνεχίσει την πορεία του ή να ελαττώνει την ταχύτητα του οχήματος στις περιπτώσεις όπου οι συνθήκες τροχαίας κίνησης στο δρόμο το επιβάλλουν: Νοείται ότι, ο δημοτικός τροχονόμος ή ο σχολικός τροχονόμος εκτελεί τα καθήκοντα που καθορίζονται από τον περί Δήμων Νόμο». Έκτη και Έβδομη Κατηγορία Σύμφωνα με τον Κανονισμό 58
(2)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 66/1984: «Κάθε πρόσωπο που οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος, έχει τα πιο κάτω καθήκοντα και υποχρεώσεις: ... (δ) να συμμορφώνεται προς όλα τα σήματα τροχαίας, συμπεριλαμβανομένων πινακίδων, που τοποθετούνται ή χαράσσονται πάνω ή κοντά σε οποιοδήποτε δρόμο με ή κατ' εντολή της Αστυνομίας ή αρχής τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλης αρχής, στην οποία έχει ανατεθεί δυνάμει οποιασδήποτε νομοθετικής διάταξης ο έλεγχος ή η ρύθμιση της τροχαίας κυκλοφορίας» Περαιτέρω σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των πιο πάνω κανονισμών: «σήμα τροχαίας» ορίζεται ως «οιονδήποτε αντικείμενον ή μέσον (μονίμως τοποθετημένο ή κινητόν), ή οιονδήποτε σημείον, σήμανσιν, σύμβολον ή γραμμήν προς μετάδοσις εις την τροχαίαν κίνησιν εν γένει ή εις ορισμένην κατηγορίαν ταύτης, προειδοποιήσεων, πληροφοριών, κανόνων, περιορισμών ή απαγορεύσεων οιασδήποτε φύσεως, καθώς και οιονδήποτε σημείον, σήμανσιν, σύμβολον ή γραμμήν επί ή πλησίον οιασδήποτε οδού ή κεχαραγμένων επί του καταστρώματος οιασδήποτε οδού, προς μετάδοσιν τοιούτων προειδοποιήσεων, πληροφοριών, κανόνων, περιορισμών ή απαγορεύσεων.» Επιπρόσθετα, ο Κανονισμός 71 της ΚΔΠ 66/84 διαλαμβάνει τα εξής: «Ως σήματα τροχαίας καθορίζονται τα σήματα τα οποία εκτίθενται εις τον Οδικόν Κώδικα τον εκδιδόμενον από καιρού εις καιρόν υπό του Εφόρου και δημοσιευμένου κατά τοιούτον τρόπον ως ο Έφορος ήθελε ορίσει, τα σήματα τα οποία ορίζονται υπό δημοτικού συμβουλίου ή υφ' οιασδήποτε άλλης αρχής εμπεπιστευμένης τον έλεγχον και την ρύθμισιν της τροχαίας, και τα σήματα τα οποία ορίζονται δυνάμει οιουδήποτε νόμου ή κανονισμού ή οιασδήποτε διεθνούς Συμβάσεως εις την οποίαν προσεχώρησε και η Δημοκρατία.» Στον κώδικα οδικής κυκλοφορίας όπως δημοσιεύεται από τον Έφορο, οι φωτεινοί σηματοδότες τροχαίας περιλαμβάνονται στην ενότητα με τον τίτλο «Σήματα» όπου αναφέρεται ότι οι οδηγοί είναι υποχρεωμένοι να υπακούουν σε όλες τις ενδείξεις των φωτεινών σηματοδοτών τροχαίας. Το ίδιο ισχύει και για το χαρακτηριστικό σήμα που απαγορεύει την επαναστροφή (μαύρο βέλος σε αντίστροφο σχήμα του κεφαλαίου αγγλικού γράμματος «U», με τη χαρακτηριστική απαγορευτική κόκκινη διαγώνια γραμμή να το διαγράφει). Περαιτέρω, στον Κανονισμό 66Β
(1)(α)(i) της ΚΔΠ 66/84 αναφέρεται ότι η ένδειξη του κόκκινου φανού σημαίνει απαγόρευση για κάθε όχημα που βρίσκεται στο δρόμο να προχωρήσει πέραν της γραμμής στάσης, της άσπρης δηλαδή γραμμής που είναι χαραγμένη εγκάρσια, ή πέραν του σημείου από το οποίο ο οδηγός μπορεί να βλέπει το φωτεινό σηματοδότη που βρίσκεται στην αριστερή πλευρά του σε περίπτωση που η γραμμή στάσης δεν είναι ευκρινώς ορατή ή δεν υπάρχει χαραγμένη στο δρόμο. Στη συνέχεια στον Κανονισμό 66Β
(2)αναφέρεται ότι παράβαση συμμόρφωσης με τις ενδείξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, συνιστά αδίκημα. Όγδοη Κατηγορία Σύμφωνα με το Άρθρο 7
(1)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972 (86/1972), ως ίσχυε κατά την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος: «7.-
(1)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινός οδού αλογίστως, απερισκέπτως ή επικινδύνως διά το κοινόν, λαμβανομένων υπ' όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένον χρόνον ή ήτις ευλόγως θα ανεμένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον τα δύο έτη ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1500 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.». Προκύπτει από το πιο πάνω λεκτικό ότι η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει αλόγιστη ή απερίσκεπτη ή επικίνδυνη οδήγηση. Τα πιο πάνω θα κριθούν λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις και ειδικότερα τη φύση, την κατάσταση και χρήση της οδού, του όγκου της τροχαίας που υπάρχει κατά τον δεδομένο χρόνο ή η οποία εύλογα αναμένεται να υπάρχει κατά τον χρόνο αυτό επί της συγκεκριμένης οδού. Στην υπόθεση Πέτρου v Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233 έχουν ερμηνευτεί οι όροι «επικίνδυνη» και «απερίσκεπτη» οδήγηση. Παρατίθεται πιο κάτω σχετικό απόσπασμα: Σε σχέση με επικίνδυνη οδήγηση, σύμφωνα με τη νομολογία, απαιτείται τουλάχιστο απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού. Στην Αγγλική υπόθεση R. v. Gosney [1971] 55 Cr. App.R. 502 σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: "fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards or driving ... Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of the driving and to the relevant circumstances of the case." 'Οσον αφορά την έννοια της απερίσκεπτης (reckless) οδήγησης σχετική είναι η απόφαση R. v. Lawrence [1981] 1 All Ε.R. 974, όπου αποφασίστηκε ότι ένα στοιχείο του αδικήματος της απερίσκεπτης οδήγησης είναι η πρόθεση (mens rea) με την έννοια ότι τέτοια πρόθεση είναι εκείνη σύμφωνα με την οποία ένας οδηγός ο οποίος πριν αρχίσει να οδηγά με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς παραλείπει να λάβει υπόψη μιά τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. (Δέστε και R. v. Caldwell [1981] 1 All E.R. 961). Όπως αναφέρθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζού
(2001)2 ΑΑΔ 18, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού (βλ. R. v. Gosney [1971] 55 Cr. App. R. 502, Πέτρου ν. Αστυνομίας, πιο πάνω). Στην υπόθεση Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115 λέχθηκαν σε σχέση με τον όρο «επικίνδυνη οδήγηση» τα ακόλουθα: «Εν πρώτοις, δεν μπορούμε να συμμεριστούμε την αντίληψη πως στην R. v. Gosney, η επικίνδυνη οδήγηση εξομοιώθηκε προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα. Ούτε και νομίζουμε πως η διαφορά μεταξύ των δυο αφορά στο βαθμό του σφάλματος για την ορισμένη συμπεριφορά ή κατάσταση. Περαιτέρω δεν δικαιολογείται η κατάταξη μιας πράξης ή συμπεριφοράς ως εκ προοιμίου συνιστώσας το ένα κατ΄αποκλεισμό του άλλου. Στη μια περίπτωση αναζητούμε αν το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από το μέσο συνετό οδηγό. Στην άλλη, αν η ορισμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Στην R. v. Gosney η οδηγός κατηύθυνε το αυτοκίνητό της στο λανθασμένο ρεύμα κυκλοφορίας και το ερώτημα ήταν αν αυτή η εξ αντικειμένου επικίνδυνη ενέργεια μπορούσε να εξουδετερωθεί ως παράγων, από μαρτυρία που θα έδειχνε πως δεν έφταιε γι΄αυτό. Η θέση που ήθελε να προωθήσει ήταν πως παραπλανήθηκε από τη διαμόρφωση του δρόμου και την έλλειψη κατάλληλων οδικών σημάτων. Αποφασίστηκε πως ήταν λανθασμένος ο αποκλεισμός αυτής της μαρτυρίας. Το αδίκημα δεν ήταν απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα, όπως και στην περίπτωση της οδήγησης χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα και είναι από αυτή την άποψη, όπως εξηγείται, που δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ εκείνου του αδικήματος και της επικίνδυνης οδήγησης. Ως προς δε την έννοια του σφάλματος που αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα
  1. "Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of the driving and to the relevant circumstances of the case. A fault in that sense, even though it might be slight, even though it be a momentary lapse, even though normally no danger would have arisen from it, is sufficient. The fault need not be the sole cause of the dangerous situation. it is enough if it is, looked at sensibly, a cause. Σε μετάφραση: "Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία· πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντάς το λογικά, αποτελεί μια αιτία.". Οι πιο πάνω αρχές επιβεβαιώθηκαν στην πρόσφατη απόφαση Κωνσταντίνου v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 221/2018, ημερομηνίας 26.3.
  2. Σύμφωνα με την Ζυπίτης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 220, ενέργεια που εκφεύγει της κοινής λογικής συνιστά αλόγιστη (μη λελογισμένη) συμπεριφορά. Στην απόφαση Φερεκύδου v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 184/2016 ημερ. 11.10.2018, 974, αναφέρθηκε ότι το αδίκημα στοιχειοθετείται όχι μόνο από την ύπαρξη οδικής συμπεριφοράς που είναι έξω από το εύλογο υπό τις περιστάσεις και συνθήκες που επικρατούν τη δεδομένη στιγμή, αλλά και από έκπτωση από το αναμενόμενο επίπεδο φροντίδας, προσοχής και δεξιότητας του μέσου κοινού έμπειρου οδηγού (με αναφορά στις Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 115, Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 223, Ζυπίτης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 220, και R. v. Lawerence
(1981)All E.R.). Αναγνώριση Κατηγορουμένου από τον ΜΚ1 Αποτελεί θέση της υπεράσπισης ότι, ο Κατηγορούμενος δεν ήταν το πρόσωπο που, ο ΜΚ1 ισχυρίζεται ότι αναγνώρισε ως ένα από τους οδηγούς των μοτοσικλετών που ανέφερε στη μαρτυρία του. Σύμφωνα με το σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, των Ηλιάδη και Σάντη, Β' Έκδοση, του 2016, σ. 402: «Η αναγνώριση προσώπων που ήδη γνωρίζει ο μάρτυρας (recognition), διαφέρει από αναγνώριση ατόμων που του είναι άγνωστα (identification) (France v R
(2012)UKPC 28, R v. Popat
(1998)2 Cr App R 208) και ως εκ τούτου, κατά την πρώτη (σε αντίθεση με τη δεύτερη), δεν τίθεται κατά κανόνα θέμα επίδειξης φωτογραφιών στο μάρτυρα ή η διενέργεια αναγνωριστικής παράταξης (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Ευσταθίου και Άλλων
(2010)2 ΑΑΔ 94). Στις περιπτώσεις προσώπου που είναι γνωστός στο μάρτυρα, η ποιότητα της αναγνώρισης κρίνεται - πέραν των όποιων επιπρόσθετων κριτηρίων της R v Turnbull and Others
(1976)3 All ER 549, με την οποία ασχολούμαστε πιο κάτω - στη βάση του συνόλου της σχετικής μαρτυρίας, με ιδιαίτερη αναφορά στη χρονική διάρκεια της παρατήρησης, στην απόσταση από τον Κατηγορούμενο, στην αναγνώριση της φωνής του (σε περίπτωση που υπήρξε στιχομυθία ή μονόλογος), αλλά και του ονόματος του στη σκηνή σε περίπτωση ασφαλώς που το όνομα αυτό αναφέρθηκε (Tofas v The Republic
(1961)CLR 99).» Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που δόθηκαν στην καθοδηγητική αγγλική απόφαση R. v. Turnbull [1976] 3 All E.R. 549 αλλά και σε κυπριακή νομολογία στην οποίαν υιοθετήθηκε η πιο πάνω απόφαση (βλ. Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259, Χ" Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174, Νεοφύτου Κώστας ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 242, Αθανασίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 10/15, ημερ. 27.10.15), το δικαστήριο πρέπει να προειδοποιήσει τους ενόρκους, και στην περίπτωση των κυπριακών δικαστηρίων τον εαυτό του, για τους κινδύνους που υπάρχουν, όταν αμφισβητείται η αναγνώριση του κατηγορούμενου, ως του προσώπου που διέπραξε το αδίκημα. Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, το χρονικό διάστημα που ο μάρτυρας παρατήρησε τον κατηγορούμενο, την απόσταση, τις συνθήκες φωτισμού, τα οποία καθορίζουν την ποιότητα της αναγνώρισης. Αν η ποιότητα της αναγνώρισης είναι φτωχή το δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον υπάρχει περαιτέρω ενισχυτική μαρτυρία προτού καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νεόφυτου Κωνσταντίνου Ιωάννου
(2013)2 ΑΑΔ 601 αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: Δεν εγείρεται θέμα εφαρμογής των αρχών της Turnbull και κατ' επέκταση θέμα αναζήτησης υποστηρικτικής μαρτυρίας, στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν θα ήταν διατεθειμένο, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να δεχθεί ως αληθή και να στηριχθεί σ' αυτήν, την εκδοχή του μάρτυρα ότι όντως είδε το δράστη. Σε μια τέτοια περίπτωση το θέμα τελειώνει εκεί. Σε περίπτωση όμως, που ο μάρτυς, όντως είδε το δράστη και το ζητούμενο είναι η ορθότητα της αναγνώρισης του υπόπτου στο πρόσωπο του δράστη, τότε και μόνο τότε, εγείρεται θέμα εφαρμογής των αρχών που τέθηκαν στην Turnbull. Κοντολογίς, το θέμα είναι αποκλειστικά θέμα ποιότητας της αναγνωριστικής μαρτυρίας. Αν η ποιότητα της αναγνώρισης είναι ικανοποιητική σε βαθμό που το δικαστήριο αισθάνεται ασφαλές να στηριχθεί σ' αυτή χωρίς υποστηρικτική μαρτυρία, τότε δεν συντρέχει λόγος αναζήτησης τέτοιας μαρτυρίας. Αν όμως η ποιότητα της μαρτυρίας αναγνώρισης είναι φτωχή, τότε το δικαστήριο θα πρέπει να αθωώσει τον κατηγορούμενο, εφόσον άλλωστε, όπως έχουμε ήδη επισημάνει, η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής εδράζεται αποκλειστικά ή ουσιαστικά επί της αναγνωριστικής μαρτυρίας, εκτός αν υπάρχει άλλη μαρτυρία, όχι κατ' ανάγκη αναγνωριστικής φύσης, η οποία τείνει να υποστηρίξει την ορθότητα της αναγνώρισης, αποκλείοντας, κατά το δυνατό, το ενδεχόμενο λάθους (βλ. Younnas
(2012)ENCA CRIM. 2022, στην οποία υιοθετήθηκαν πλήρως οι αρχές της Turnbull). Επομένως, δεν τίθεται θέμα υποχρέωσης ή μη του εκδικάζοντος την υπόθεση δικαστηρίου να αναζητήσει υποστηρικτική μαρτυρία, εφόσον, ούτως ή άλλως, τέτοια μαρτυρία, υπόκειται στη βάσανο της αξιολόγησης αφού αυτή αποτελεί μέρος του συνόλου της μαρτυρίας που κρίθηκε αξιόπιστη. Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Turnbull είναι ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο οι σχετικές αρχές πρέπει να τυγχάνουν χειρισμού και το όλο θέμα να προσεγγίζεται: "All these matters go to the quality of the identification evidence. If the quality is good and remains good at the close the accused's case, the danger of a mistaken identification is lessened; but the poorer the quality, the greater the danger. In our judgment when the quality is good, as for example when the identification is made after a long period of observation, or in satisfactory conditions by a relative, a neighbour, a close friend, a workmate and the like, the jury can safely be left to assess the value of the identifying evidence even though there is no other evidence to support it; provided always, however, that an adequate warning has been given about the special need for caution. Were the Courts to adjudge otherwise, affronts to justice would frequently occur .................. When, in the judgment of the trial judge, the quality of the identifying evidence is poor, as for example when it depends solely on a fleeting glance or on a longer observation made in difficult conditions, the situation is very different. The judge should then withdraw the case from the jury and direct an acquittal unless there is other evidence which goes to support the correctness of the identification. This may be corroboration in the sense lawyers use that word; but it need not be so if its effect is to make the jury sure that there has been no mistaken identification ... The trial judge should identify to the jury the evidence which he adjudges is capable of supporting the evidence of identification. If there is any evidence or circumstances which the jury might think was supporting when it did not have this quality, the judge should say so." Στην Ιωσήφ v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 14/19, ημερ. 21/7/2020, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του Κακουργιοδικείου όπου οι μάρτυρες (αστυνομικοί), γνώριζαν τον Κατηγορούμενο από προηγουμένως λόγω της υπηρεσίας τους και από προηγούμενες παρακολουθήσεις. Αφού κρίθηκε αξιόπιστη η μαρτυρία αστυνομικών που αναγνώρισαν τον Κατηγορούμενο, στη συνέχεια εξετάστηκε το ασφαλές της αναγνώρισης υπό το φως της υπόθεσης R. v. Turnbull and others
(1976)3 All ER 549. Δεδομένης της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΚ1, απομένει να εφαρμόσω τις πιο πάνω αρχές όσον αφορά την αναγνώριση του Κατηγορουμένου από αυτόν, ως το πρόσωπο που οδηγούσε μια από τις πέντε μοτοσικλέτες, με τον τρόπο που περιέγραψε στη μαρτυρία του. Προβαίνω σε σχετική αυτοπροειδοποίηση, σε σχέση με τους κινδύνους στήριξης με ασφάλεια στη συγκεκριμένη αναγνώριση, δεδομένου του γεγονότος ότι ο ΜΚ1 είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει τον οδηγό της μοτοσικλέτας μόνο για σύντομο χρονικό διάστημα και κατά τη διάρκεια της νύχτας. Περαιτέρω, όπως ο ίδιος παραδέχτηκε, μεταξύ του ΜΚ1 και του οδηγού της μοτοσικλέτας βρισκόταν ο οδηγός του αστυνομικού οχήματος. Λαμβάνω υπόψη μου ότι ένας μάρτυρας, παρότι ειλικρινής, εντούτοις είναι πιθανόν υπό τις συνθήκες που έγινε η αναγνώριση και παρά τη βεβαιότητα του ως προς την ορθότητα της αναγνώρισης, να έχει προβεί σε λάθος αναγνώριση. Με βάση τη μαρτυρία που δόθηκε, δεδομένης της πολύ χαμηλής ταχύτητας του Κατηγορουμένου και του οχήματος στο οποίο ο ΜΚ1 ήταν συνοδηγός, του καλού οδικού φωτισμού, της μικρής απόστασης που χώριζε τους δύο τη δεδομένη στιγμή της αναγνώρισης και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος ήταν πρόσωπο γνωστό στον ΜΚ1 από προηγουμένως, η ποιότητα της αναγνώρισης είναι τέτοια που δεν μου αφήνει αμφιβολία ως προς την ορθότητα της. Ευρήματα Της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας δεδομένης προβαίνω στα πιο κάτω ευρήματα. Στις 23/05/2020 και περί 03:43, ενώ ο ΜΚ 1 ως συνοδηγός και ο Αστυφύλακας 893 Στέλιος Παπαδόπουλος ως οδηγός, διενεργούσαν περιπολία στη Λεωφόρο Προδρόμου, τους προσπέρασαν πέντε μοτοσικλέτες μεγάλου κυβισμού χωρίς αριθμούς εγγραφής, των οποίων οι οδηγοί δεν έφεραν κράνος ασφάλειας. Αφού τους προσπέρασαν με κατεύθυνση προς Λεωφόρο Γρίβα Διγενή, εισήλθαν στο αντίθετο ρεύμα στην οδό Προδρόμου, προσπερνώντας άλλα οχήματα και περνώντας με αναμμένο κόκκινο φωτεινό σηματοδότη στα φώτα τροχαίας που βρίσκονται στη συμβολή των Λεωφόρων Γρίβα Διγενή και Προδρόμου, με κατεύθυνση προς Λεωφόρο Θεμιστοκλή Δέρβη (φώτα «Starbucks»). Ο ΜΚ1 και ο συνάδελφος του, ακολούθησαν τους οδηγούς από απόσταση, χωρίς να χάσουν οπτική επαφή από αυτούς, χρησιμοποιώντας τους φάρους και τις σειρήνες του υπηρεσιακού οχήματος. Στη συμβολή των Λεωφόρων Γρίβα Διγενή και Θεμιστοκλή Δέρβη, οι εν λόγω οδηγοί προέβηκαν σε παράνομη επαναστροφή, με κατεύθυνση τη συμβολή των Λεωφόρων Προδρόμου και Γρίβα Διγενή, φεύγοντας προς άγνωστη κατεύθυνση. Από τους πέντε οδηγούς, ο ΜΚ1 αναγνώρισε, τον XXXXX Εμινήδη, του οποίου η μοτοσυκλέτα ήταν μαύρου χρώματος με πράσινες λεπτομέρειες, και τον XXXXX Ασπρή με αριθμό δελτίου ταυτότητας XXXXX89, ο όποιος οδηγούσε μοτοσικλέτα πορτοκάλι χρώματος, πιθανώς κατασκευής KTM. Όσον αφορά την αναφορά του ΜΚ1, ότι οι μοτοσικλετιστές ανασήκωναν τον μπροστινό τροχό της μοτοσικλέτας τους, η μαρτυρία του, επί του συγκεκριμένου σημείου, ήταν γενική, αόριστη και ασαφής. Η αόριστη αναφορά, ότι οι πέντε μοτοσικλετιστές ανασήκωναν επιδεικτικά ανά διαστήματα τον μπροστινό τροχό της μοτοσικλέτας τους, κατ' ελάχιστο γεννά αμφιβολίες αν αφορά και τους πέντε μοτοσικλετιστές ή κάποιους από αυτούς. Ο ΜΚ1 δεν ανέφερε με τρόπο ξεκάθαρο ότι είδε τον Κατηγορούμενο να προβαίνει στη συγκεκριμένη ενέργεια. Για τούτο το λόγο δεν μπορώ να προβώ στο συγκεκριμένο εύρημα σε σχέση με την οδήγηση του Κατηγορουμένου. Εφαρμογή Ευρημάτων - Νομικών Αρχών Αδικημάτων Ως προς τις δύο πρώτες κατηγορίες, δεδομένου του ευρήματος ότι ο Κατηγορούμενος ήταν ο οδηγός της μιας μοτοσικλέτας και δεδομένου του ότι δεν προσέφερε μαρτυρία ως προς το κατά πόσον ήταν κατά τη δεδομένη στιγμή κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης και πιστοποιητικού ασφάλειας κάλυψης ευθύνης έναντι τρίτου, η Κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει τη διάπραξη των συγκεκριμένων αδικημάτων. Ως προς τις κατηγορίες 3 και 4, αποτελεί εύρημα ότι πράγματι, η μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος τη δεδομένη στιγμή δεν είχε διακριτικά σημεία ταυτότητας, δηλαδή πινακίδες εγγραφής και ο Κατηγορούμενος δεν έφερε οποιοδήποτε προστατευτικό κράνος στο κεφάλι του. Ως προς την Κατηγορία 5, αποτελεί εύρημα ότι το αστυνομικό όχημα ακολούθησε τον Κατηγορούμενο μαζί με τους άλλους μοτοσικλετιστές, χρησιμοποιώντας τους φάρους και τις σειρήνες του αστυνομικού οχήματος. Η ενέργεια αυτή αποτελεί σήμα προς τον Κατηγορούμενο για να σταματήσει. Ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να συμμορφωθεί με το σχετικό σήμα. Ως εκ τούτου, έχει αποδειχτεί η διάπραξη του αδικήματος. Ως προς την Κατηγορία 6, αποτελεί ήδη εύρημα ότι ο Κατηγορούμενος πέρασε στη συμβολή των Λεωφόρων Προδρόμου και Γρίβα Διγενή με αναμμένο κόκκινο φωτεινό σηματοδότη ως η πορεία του. Συνεπώς η Κατηγορούσα αρχή απέδειξε τη διάπραξη του αδικήματος. Σημειώνω ότι, δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση, η ύπαρξη ή η νομιμότητα των συγκεκριμένων φωτεινών σηματοδοτών, ούτε ότι τοποθετήθηκαν από αρμόδια αρχή. Επομένως εν προκειμένω επενεργεί το τεκμήριο της κανονικότητας γνωστό και ως omnia preasumuntur rite esse acta (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v Φλωρίδης
(1999)2ΑΑΔ 95 και Γεωργαλίδης v Δήμου Λάρνακος
(2001)2ΑΑΔ 789.) Ως προς την Κατηγορία 7, παρατηρώ ότι ο ΜΚ1 δεν έχει αναφέρει ύπαρξη σήματος απαγόρευσης επαναστροφής. Επαναλαμβάνεται ότι, υποθέσεις γεγονότων, όσο εύλογες και να είναι, δεν χωρούν σε ποινική διαδικασία. Το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι παραβίαση σήματος τροχαίας και δεν έχει αποδειχτεί η ύπαρξη τέτοιου σήματος. Συνεπώς, δεν έχει αποδειχτεί η ποινική ευθύνη του Κατηγορουμένου στο συγκεκριμένο αδίκημα. Αναφορικά με την όγδοη και τελευταία κατηγορία, με βάση τη μαρτυρία του ΜΚ1 ο Κατηγορούμενος προσπέρασε το όχημα της αστυνομίας και παραβίασε κόκκινο φωτεινό σηματοδότη. Ως έχει προαναφερθεί, για την στοιχειοθέτηση της κατηγορίας το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όλες τις περιστάσεις και ειδικότερα τη φύση, την κατάσταση και χρήση της οδού, του όγκου της τροχαίας που υπάρχει κατά τον δεδομένο χρόνο η οποία εύλογα αναμένεται να υπάρχει κατά τον χρόνο αυτό επί της συγκεκριμένης οδού. Ο ΜΚ1 δεν έχει αναφερθεί επαρκώς στις πιο πάνω συνθήκες. Αντιθέτως, η μοναδική του αναφορά ήταν ότι η τροχαία κίνηση που επικρατούσε ήταν αραιή, γεγονός που, μάλλον εναντίον της απόδειξης αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης επενεργεί. Το προσπέρασμα του αστυνομικού οχήματος (και δη χωρίς να έχει αναφερθεί αν υπήρχε σχετική απαγόρευση στο συγκεκριμένο σημείο ), και η παραβίαση κόκκινου φανού δεν αρκούν για στοιχειοθέτηση του αδικήματος. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, σε κάθε παραβίαση κόκκινου φανού, ο παραβάτης θα αντιμετώπιζε και το αδίκημα της αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης. Υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχτεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος. Κατάληξη Ενόψει των ανωτέρω, προκύπτει ότι η Κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την ενοχή του Κατηγορουμένου στις κατηγορίες 1, 2, 3, 4, 5 και 6 πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ενώ απέτυχε να αποδείξει την ενοχή του στις κατηγορίες 7 και 8. Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 1, 2, 3, 4, 5 και 6 και αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 7 και 8. [Υπ.] .............. Α. Γ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.