← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Kazi, Αρ. Υπόθεσης: 28328/2019, 4/2/2022

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Kazi, Αρ. Υπόθεσης: 28328/2019, 4/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 28328/2019 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. XXXXX Kazi Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 4/2/2022 Για κατηγορούσα αρχή: κα. Σ. Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: Προσωπικά Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες, στις οποίες δήλωσε μη παραδοχή, με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Οι Κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος αφορούν, παράλειψη οδηγού μοτοσικλέτας να φέρει στερεά προσδεδεμένο στο κεφάλι προστατευτικό κράνος, κατά παράβαση του κανονισμού 59

(2)
(3)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84 (πρώτη Κατηγορία), οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος κατηγορίας Α, των υποκατηγοριών Α1 και Α ή της ειδικής κατηγορίας Ι, από κάτοχο άδειας οδήγησης μαθητευόμενου και μεταφορά επιβάτη που δεν ήταν κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης, κατά παράβαση του άρθρου 16
(2)του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου του 2001 (94(I)/2001) (δεύτερη κατηγορία) και οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος με άδεια οδήγησης μαθητευόμενου χωρίς διακριτικά σήματα Ε, κατά παράβαση του άρθρου 16
(6)και του παραρτήματος Δ του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου του 2001 (94(I)/2001) (τρίτη κατηγορία). Σύμφωνα με το κατηγορητήριο τα αδικήματα έλαβαν χώρα στις 4/9/
  1. Μαρτυρία Για να στοιχειοθετήσει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε ένα μάρτυρα κατηγορίας, τον ειδικό Αστυφύλακα XXXXX XXXXX Παπασάββα (στο εξής ΜΚ1). ΜΚ1 Ο ΜΚ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 έντυπο ανακριτικού φακέλου που είχε συμπληρώσει στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης και του οποίου το περιεχόμενο υιοθέτησε. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, στις 4/9/2019, περί ώρα 19:53, στην οδό Λευκώνος, κατήγγειλε τον οδηγό της μοτοσικλέτας με αριθμούς εγγραφής XXXXX72, για τα αδικήματα που αναγράφονται στο κατηγορητήριο και αυτός απάντησε «Sorry sir». Για το αδίκημα εξέδωσε εξώδικο πρόστιμο για €160 πλέον 1 βαθμό ποινής, το οποίο ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να πληρώσει εντός της καθορισμένης από το νόμο προθεσμίας. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 2, γραπτή κατάθεση που ετοίμασε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, της οποίας επίσης υιοθέτησε το περιεχόμενο, ως Τεκμήριο 3, αντίγραφο του εξωδίκου που είχε εκδώσει κατά την καταγγελία του Κατηγορουμένου και ως Τεκμήριο 4 έντυπο από μηχανογραφημένο σύστημα της αστυνομίας, στο οποίο αναγράφεται ο Κατηγορούμενος ως ο ιδιοκτήτης της μοτοσικλέτας με αριθμούς εγγραφής XXXXX
  2. Ο ΜΚ1 παραδέχτηκε ότι δεν θυμάται ούτε την καταγγελία, ούτε τον Κατηγορούμενο, καθώς πέρασε μεγάλο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία καταγγελίας. Όπως ανέφερε, δεν μπορεί να θυμάται όλους τους παραβάτες που καταγγέλλει. Ισχυρίστηκε όμως ότι, για να προβεί σε καταγγελία κάποιου παραβάτη, πρέπει να έχει μπροστά του στοιχεία που να υποδεικνύουν την ταυτότητα με την φωτογραφία του πάνω. Υποστήριξε ότι δεν μπορεί να έχει κάνει λάθος, αφού επαληθεύεται η ταυτότητα του Κατηγορουμένου με τα στοιχεία του ιδιοκτήτη της μοτοσικλέτας. Σε ερώτηση του Δικαστηρίου κατά πόσον είναι πιθανόν, πρόσωπο άλλο από τον Κατηγορούμενο, να υπέδειξε στον ΜΚ1 τα στοιχεία ταυτότητας του Κατηγορουμένου, αλλά ο ΜΚ1 να έκανε λάθος αναγνώριση μέσω της φωτογραφίας, ο ΜΚ1 απάντησε, είναι κάτι τέτοιο είναι ακραίο. Πριν να κλείσει την υπόθεση της η Κατηγορούσα αρχή, δηλώθηκε ως παραδεχτό γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι ο ιδιοκτήτης της μοτοσικλέτας με αριθμούς εγγραφής XXXXX
  3. Στη συνέχεια, αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι είχε αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, εξήγησε στον Κατηγορούμενο τα δικαιώματα του και τον κάλεσε σε απολογία. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει μαρτυρία ενόρκως. Ο Κατηγορούμενος, αρνήθηκε ότι η αστυνομία τον σταμάτησε για έλεγχο εκείνη την ημέρα. Ανέφερε ότι στη μοτοσικλέτα του έχει πάντοτε το σήμα για μαθητευόμενους και χρησιμοποιεί πάντοτε το κράνος του. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η συγκεκριμένη μοτοσικλέτα είναι παλιά και δεν μπορούσε να μεταφέρει δύο επιβάτες. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι, κατά τον χρόνο της καταγγελίας, δούλευε ως διανομέας σε εστιατόριο KFC, και οδηγούσε μοτοσικλέτα του εργοδότη του. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω και να ακούσω με προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Έχοντας διεξέλθει της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στη βάση του συνόλου της και όχι αποσπασματικά, θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της αντλώντας καθοδήγηση από τις αρχές που τίθενται από την σχετική νομολογία, λαμβάνοντας μεταξύ άλλων παραγόντων υπόψη μου, τη φυσικότητα, ευθύτητα, αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων, τυχόν ύπαρξη υπερβολών, ουσιωδών αντιφάσεων, προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν αλλά και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (βλ. μεταξύ άλλων, Στυλιανίδη v Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97, Αυξεντίου v. Δίγκλη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1 A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173 κ.α.) Ο ΜΚ1 μου άφησε πολύ θετική εντύπωση και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Απαντούσε με τρόπο φυσικό, σαφή, άμεσο και ανεπιτήδευτό και έχοντας ακούσει τη μαρτυρία του στο σύνολό της, δεν έχω αμφιβολία ότι τα όσα ανέφερε είναι αληθή και ανταποκρίνονται στα πραγματικά γεγονότα. Η ειλικρίνεια του ΜΚ1, φαίνεται και από το γεγονός ότι, με απόλυτη ειλικρίνεια, παραδέχτηκε ότι δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει στο Δικαστήριο τον Κατηγορούμενο λόγω, της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων. Ο ΜΚ1 προέβη στην εν λόγω παραδοχή, παρά το γεγονός ότι, δυνητικά έστω, θα μπορούσε να αποδυναμώσει την υπόθεση της Κατηγορούσας αρχής. Το γεγονός αυτό ενισχύει την αξιοπιστία του ΜΚ1, αφού δείχνει ότι είναι μάρτυρας που ήρθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια. Δεν διέλαθε της προσοχής μου ότι ο ΜΚ1 δεν θυμόταν την καταγγελία, ούτε τον Κατηγορούμενο. Στήριξε τη μαρτυρία του σχεδόν αποκλειστικά στα τεκμήρια που κατέθεσε, τα οποία λειτούργησαν βοηθητικά γι' αυτόν, ως έγγραφα φρεσκαρίσματος μνήμης. Το να στηρίζεται ένας μάρτυρας αποκλειστικά σε ένα έγγραφο που ο ίδιος ετοίμασε για να φρεσκάρει τη μνήμη του είναι βεβαίως κάτι που επιτρέπεται, χωρίς κατ' ανάγκη το γεγονός αυτό να αφαιρεί από την αξιοπιστία του μάρτυρα (βλ. Maugham v Hubbard
(1928)8 B & C 14). Εναπόκειται στο Δικαστήριο να αξιολογήσει τη βαρύτητα που θα προσδώσει στη μαρτυρία του μάρτυρα, αφού εξετάσει το σύνολο της μαρτυρίας αντιπαραβάλλοντας την με τη μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων (βλ. Στυλιανίδη v. Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056). Σύμφωνα με το σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» Β Έκδοση των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, στη σελίδα 136 - 137, «(γ) Μνήμη Μαρτύρων Και παρέλευση Χρόνου. Ίσως είναι και ανθρωπίνως αδύνατο - χωρίς τούτο να υπονοεί ότι δεν υπάρχουν και άτομα με εξαιρετικό μνημονικό (Coleman v Wathen
(1793)5 TR 245) - όταν οι μάρτυρες καταθέτουν μετά από παρέλευση χρόνου να θυμούνται κάθε λεπτομέρεια του επίδικου περιστατικού (Ιωσηφίδη v Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 243/12, ημ. 2.5.14) και να περιγράφουν τα γεγονότα κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο που τα περιέγραψαν στην Αστυνομία (Κλεοβούλου v Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 17). Όταν η μαρτυρία αφορά σε ανάκληση γεγονότων που συνέβησαν πολύ παλιά, το Δικαστήριο οφείλει να την προσεγγίζει με επιφυλακτικότητα και να αυτοπροειδοποιείται δεόντως (Damevski v. Hope
(2016)NSWSC 1231). Ο Κατηγορούμενος δεν μου έχει αφήσει καλή εντύπωση. Δεν με έχει πείσει με τις απαντήσεις που έδινε στο Δικαστήριο, η μαρτυρία του παρουσίασε κενά και ανακρίβειες και δεν ήταν σταθερός στις θέσεις του, σε ουσιώδη, για την υπόθεση, θέματα. Σε ερώτηση κατά πόσον τον σταμάτησε η αστυνομία τη συγκεκριμένη ημέρα, αρχικά απάντησε «Δεν θυμάμαι η Αστυνομία να με σταμάτησε και ποτέ δεν μου έδωσε οποιοδήποτε εξώδικο». Στη συνέχεια ήταν κατηγορηματικός ότι η αστυνομία δεν τον είχε σταματήσει ποτέ. Οι δύο αυτές εκδοχές δεν μπορούν να συνυπάρχουν. Περαιτέρω, ακόμα και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος, ήταν απορημένος ως προς το γεγονός ότι ο ΜΚ1, πλην του αριθμού τηλεφώνου του, ανέγραψε ορθά όλα τα υπόλοιπα του στοιχεία, καθώς και τα στοιχεία της μοτοσικλέτας του στην καταγγελία. Η εκδοχή του Κατηγορουμένου, ότι ο ΜΚ1 είχε προβεί σε καταγγελία του, καταγράφοντας ορθά όλα τα στοιχεία του, καθώς και τα στοιχεία της μοτοσικλέτας του, χωρίς ποτέ να τον είχε σταματήσει για έλεγχο, ως πιθανότητα είναι τόσο απομακρυσμένη, ώστε δεν μπορεί να αποτελέσει στέρεο βάθρο ανατροπής του βάρους απόδειξης. Ένα Δικαστήριο δεν ασχολείται με απομακρυσμένες πιθανότητες, ούτε με σενάρια που ευφάνταστα μπορεί να προωθήσει η υπεράσπιση. Η απόδειξη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας δεν μπορεί να μετατραπεί σε παραποιημένη μορφή δόγματος απαλλαγής και αθώωσης, όταν κάθε ισχνή ή απομακρυσμένη αμφιβολία περνά από το αδύναμο μυαλό. (βλ. σύγγραμμα Σάντη και Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σ. 188 με παραπομπή στην Γενικός Εισαγγελέας v Νικολάου (Αρ. 1)
(2010)2 ΑΑΔ 525 και στην Wadhwani v State of Uttar Pradesh
(1975)AIR 241του Ινδικού Ανωτάτου Δικαστηρίου). Νομική Πτυχή Στις ποινικές υποθέσεις αποτελεί πάγια αρχή ότι το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων της κάθε κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα αρχή και η ενοχή πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Woolmington v D.P.P. 25 Cr. App. R. 72, Charitonos and Others v. The Republic
(1971)2 CLR 40). Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη, αλλά και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας (Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110). Νομική πτυχή πρώτης κατηγορίας: Σύμφωνα με τον κανονισμό 59
(2)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 66/1984: «Ο οδηγός μοτοσικλέτας ή μοτοποδηλάτου ή ηλεκτροκίνητου ποδηλάτου ή οχήματος κατηγορίας L6e ή L7e καθώς και το πρόσωπο που μεταφέρεται πάνω σε αυτό ως επιβάτης, όταν ταξιδεύουν σε οποιαδήποτε οδό ή όταν χρησιμοποιούν το εν λόγω όχημα πρέπει να φέρουν στερεά προσδεδεμένο στην κεφαλή τους προστατευτικό κράνος του τύπου που εγκρίνεται εκάστοτε από τον ΄Εφορο σύμφωνα με γνωστοποίηση του που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας χρησιμοποιώντας τον εκ κατασκευής εξοπλισμό πρόσδεσης του εν λόγω κράνους.» Περαιτέρω, σύμφωνα με τον κανονισμό 72 της ΚΔΠ 66/1984, ως ίσχυε κατά την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος ότι ο παραβάτης οποιασδήποτε διάταξης των Κανονισμών, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους ή σε χρηματική ποινή μέχρι €1.708,00 ή και στις δύο αυτές ποινές. Νομική πτυχή δεύτερης κατηγορίας: Άρθρα 16
(2)
(3)και
(5)του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου του 2001 (94(I)/2001): 16.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(3)και
(5), απαγορεύεται σε κάτοχο άδειας οδήγησης μαθητευομένου όλων των κατηγοριών και ειδικών κατηγοριών να μεταφέρει οποιοδήποτε επιβάτη, μέσα ή πάνω στο όχημα, εκτός από πρόσωπο που αναφέρεται στο εδάφιο
(1), κατά τη διάρκεια οδήγησης του οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο.
(3)Κάτοχος άδειας οδήγησης μαθητευομένου των κατηγοριών ΑΜ, Α1, Α2 και Α, μπορεί να μεταφέρει επιβάτη ο οποίος είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος της ίδιας κατηγορίας ή υποκατηγορίας ή ειδικής κατηγορίας στην οποία κατατάσσεται το οδηγούμενο από τον κάτοχο της άδειας οδήγησης μαθητευομένου όχημα. ...
(5)Από τις διατάξεις των εδαφίων
(1),
(2),
(3)και
(4)εξαιρούνται οι περιπτώσεις- (α) εκπαιδευτικού οχήματος στο οποίο επιβαίνει αδειούχος εκπαιδευτής, (β) εντεταλμένης οδήγησης εκπαιδευτικού οχήματος της Αστυνομίας, της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας ή της Εθνικής Φρουράς, και (γ) οδήγησης κατά τη διάρκεια εξέτασης υποψηφίου για σκοπούς απόκτησης πιστοποιητικού ικανότητας, νοουμένου ότι το όχημα που χρησιμοποιείται είναι κατασκευασμένο ή διασκευασμένο κατά τρόπο που να επιτρέπει σε πρόσωπο που επιβαίνει στο πρόσθιο διπλανό στον οδηγό κάθισμα του οχήματος τον έλεγχο του χειρόφρενου του οχήματος.» Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 50
(2)του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου του 2001 (94(I)/2001): «50
(2)Πρόσωπο που κατέχει άδεια οδήγησης μαθητευομένου, το οποίο οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα, σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο, και το οποίο επιτρέπει ή ανέχεται να επιβαίνει στο όχημα οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο κατά παράβαση των διατάξεων του εδαφίου
(2)του άρθρου 16, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες, ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δυο χιλιάδες ευρώ (€2.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.» Νομική πτυχή τρίτης κατηγορίας: Άρθρο 16
(6)του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου του 2001 (94(I)/2001): «16
(6)Κατά το χρόνο που μηχανοκίνητο όχημα οδηγείται από κάτοχο άδειας οδήγησης μαθητευομένου αυτό πρέπει να φέρει, σε εμφανή θέση, τόσο στην πρόσθια όσο και στην οπίσθια όψη του, διακριτικό σήμα, όπως αυτό περιγράφεται στο Παράρτημα Δ.» Άρθρο 50
(3)του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου του 2001 (94(I)/2001): 50
(3)Πρόσωπο που κατέχει άδεια οδήγησης μαθητευομένου, το οποίο οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο, χωρίς το όχημα να φέρει, σε εμφανή θέση, τόσο στην πρόσθια όσο και στην οπίσθια όψη του, το καθορισμένο δυνάμει του εδαφίου
(6)του άρθρου 16 διακριτικό σήμα, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες, ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες λίρες, ή και στις δυο ποινές, της φυλάκισης και της χρηματικής. Ευρήματα Αποτελεί παραδεχτό γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος, ήταν κατά τον επίδικο χρόνο ιδιοκτήτης της μοτοσικλέτας με αριθμούς εγγραφής KVJ362. Δεν έχει αμφισβητηθεί ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο της καταγγελίας, ο Κατηγορούμενος ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης μαθητευομένου. Σύμφωνα με τη νομολογία ο έχων τον έλεγχο του αυτοκινήτου έχει ιδιάζουσα γνώση περί των γεγονότων που σχετίζονται με την ύπαρξη άδειας οδικής χρήσης και άδειας κυκλοφορίας και αντίστοιχο καθήκον να αποδείξει την ύπαρξή της. (βλ. Ζυπιτής v Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220). Ο Κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε ούτε το ότι η μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής KVJ362 είναι κατηγορίας L6e ή L7e. Το τι αμφισβήτησε ο Κατηγορούμενος, καθιστώντας το επίδικο θέμα, είναι το γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε την εν λόγω μοτοσικλέτα. Υπό το φως των πιο πάνω και δεδομένης της ως άνω αξιολόγησης μαρτυρίας προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο Κατηγορούμενος, κατά τον ουσιώδη χρόνο που αναφέρεται στο κατηγορητήριο, οδηγούσε τη μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής XXXXX62, η οποία είναι κατηγορίας L6e ή L7e, χωρίς να φέρει στερεά προσδεδεμένο στο κεφάλι του, προστατευτικό κράνος του τύπου που εγκρίνεται εκάστοτε από τον ΄Εφορο Μηχανοκινήτων Οχημάτων. Περαιτέρω, ενώ ήταν κάτοχος άδειας μαθητευόμενου οδηγού, μετέφερε με την ως άνω μοτοσικλέτα επιβάτη που δεν ήταν κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης και χωρίς η μοτοσικλέτα να φέρει τόσο μπροστά όσο και πίσω, σε εμφανή της θέση, το διακριτικό σήμα «Ε», όπως αυτό περιγράφεται στο Παράρτημα Δ του Ν. 94(I)/2001. Ο ΜΚ1 κατήγγειλε για τας πιο πάνω αδικήματα τον Κατηγορούμενο και εξέδωσε σχετικό εξώδικο πρόστιμο, το οποίο όμως ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να πληρώσει εντός της καθορισμένης από το νόμο προθεσμίας. Κατάληξη Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα καταλήγω ότι η Κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του Κατηγορούμενου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 1, 2 και 3. [Υπ.] .............. Α. Γ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.