Νικολαΐδης ν. Μιχαήλ, Αρ. Υπόθεσης: 16487/2017, 25/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16487/2017 Μεταξύ: XXXXX Νικολαΐδης Παραπονούμενος εναντίον XXXXX Μιχαήλ, Αραδίππου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 25.2.2022 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Στ. Χριστοδούλου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Π. Χατζηπαναγιώτου Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης καταχωρήθηκε στις 22.11.2017 και σύμφωνα με τη μοναδική κατηγορία που περιλαμβάνεται σε αυτό ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι εξασφάλισε πίστωση πέραν των δέκα λιρών από πρόσωπο χωρίς να το πληροφορήσει ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε κατά παράβαση του άρθρου 117(α) του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά ή περί τις 2.4.2007 στη Λευκωσία εξασφάλισε πίστωση από τον παραπονούμενο για το ποσό των Λ.Κ.40.650 (€69.667,13) χωρίς να τον πληροφορήσει ότι ήταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε. Ο κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στην ως άνω κατηγορία και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Προς απόδειξη της υπόθεσής του ο παραπονούμενους κάλεσε 2 μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Ευτυχίου ο οποίος είναι λειτουργός στο Τμήμα του Επίσημου Παραλήπτη και έχει στην κατοχή του τους φακέλους πτωχευσάντων. Ισχυρίστηκε ότι στις 23.9.2003 εκδόθηκε από το Ε. Δ. Λάρνακας Διάταγμα Παραλαβής της περιουσίας του κ. XXXXX Μιχαήλ και στις 17.9.2004 το ως άνω πρόσωπο κηρύχθηκε σε πτώχευση. Το εν λόγω Διάταγμα ακυρώθηκε στις 29.1.
- Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος στις 8.9.2004 υπέβαλε την Έκθεση Καταστάσεως της περιουσίας του η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.1 στη μοναδική ερώτηση που του υποβλήθηκε επανέλαβε ότι το Διάταγμα Πτώχευσης του κατηγορούμενου εκδόθηκε στις 17.9.
- Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε ο ίδιος ο παραπονούμενος ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος περί το έτος 2007 τον παρακάλεσε να του δανείσει χρήματα και προς τούτο οπισθογράφησε και του παρέδωσε την επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας ημερομηνίας 30.3.2007 για το ποσό των Λ.Κ.40.650 η οποία είχε εκδοθεί στο όνομα του παραπονούμενου. Φωτοτύπησε την εν λόγω επιταγή και ο κατηγορούμενος υπέγραψε επί της εν λόγω φωτοτυπίας ότι την παρέλαβε στις 2.4.
- Αντίγραφο της φωτοτυπίας της εν λόγω επιταγής με την υπογραφή του κατηγορούμενου κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Όταν διαπίστωσε πως ο κατηγορούμενος έβρισκε διάφορες δικαιολογίες για να μην του επιστρέψει τα χρήματά του αποφάσισε να απευθυνθεί σε δικηγόρο ο οποίος τον πληροφόρησε ότι ο κατηγορούμενος την ημέρα που του έδωσε τα χρήματα τελούσε σε πτώχευση. Ισχυρίστηκε πως στις 2.4.2007 αγνοούσε ότι ο κατηγορούμενος τελούσε σε πτώχευση και πως σε περίπτωση που το γνώριζε δεν θα του έδινε τα λεφτά του. Κατά την αντεξέτασή του ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος του υποσχέθηκε πως θα του επέστρεφε τα χρήματά του σε σύντομο χρονικό διάστημα αλλά κάθε φορά που του τα ζητούσε ο κατηγορούμενος είχε και μια νέα δικαιολογία και όταν τον αναζήτησε στη Λάρνακα πληροφορήθηκε ότι είναι γνωστός ως Κοσκωτάς και δεν πρόκειται να πάρει πίσω τα χρήματά του. Σε ερώτηση πότε έμαθε τα πιο πάνω αναφορικά με τον κατηγορούμενο απάντησε ότι δεν θυμάται ακριβώς. Ισχυρίστηκε επίσης πως όποτε αναζητούσε τον κατηγορούμενο και κατόρθωνε να επικοινωνήσει μαζί του αυτός κάθε φορά είχε και μια δικαιολογία και στη συνέχεια αντιλήφθηκε πως δεν πρόκειται να του επιστρέψει τα χρήματά του. Σε άλλη ερώτηση πότε απευθύνθηκε σε δικηγόρο απάντησε ότι το έπραξε λίγο καιρό πριν καταχωρηθεί το παρόν κατηγορητήριο. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο εναντίον του κατηγορούμενου καταχώρησε και άλλη παρόμοια υπόθεση απάντησε αρνητικά και στη συνέχεια όταν του υποβλήθηκε ότι καταχώρησε και την υπόθεση με αριθμό 2581/2017 απάντησε ότι εκείνη για κάποιους λόγους δεν προχώρησε και ζήτησε να επανακαταχωρηθεί. Επανέλαβε ότι πήγε πρώτη φορά σε δικηγόρο ένα με δύο μήνες πριν την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης όταν κατάλαβε ότι ο κατηγορούμενος κάθε φορά τον κορόιδευε και δεν του επέστρεφε τα χρήματά του. Τέλος αρνήθηκε πως γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας και ότι του επιστράφηκαν τα λεφτά του. Μετά που το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου ούτως ώστε αυτός να υποχρεώνεται να προβάλει την υπεράσπισή του και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση και κάλεσε και ένα μάρτυρα προς υπεράσπιση του. Η ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Σε αυτή αναφέρει ότι θυμόταν πως έλαβε κάποιο ποσό από τον παραπονούμενο και ήταν βέβαιος ότι του το επέστρεψε. Δήλωσε ότι από την ημερομηνία που κατ' ισχυρισμό διαπράχθηκε το επίδικο αδίκημα μεσολάβησαν περίπου 14 ½ χρόνια και είναι σχεδόν αδύνατο να θυμηθεί λεπτομέρειες επειδή επέστρεψε τα λεφτά στον παραπονούμενο σε σύντομο χρόνο από τότε που τα έλαβε και επειδή δεν οχλήθηκε από κανένα μέχρι το έτος
- Δήλωσε πως γνώριζε τον γιο του παραπονούμενου από το 1998 με τον οποίο είχε φιλικές σχέσεις και ο οποίος γνώριζε πως ήταν πτωχεύσας. Όταν έλαβε το ποσό των Λ.Κ. 40.650 από τον παραπονούμενο τον πληροφόρησε ότι ήταν πτωχεύσας και σχεδόν αμέσως μετά τη λήψη του ως άνω ποσού του επέστρεψε το ποσό των Λ.Κ.35.000 και το υπόλοιπο το επέστρεψε κατά τα έτη 2008 και
- Δήλωσε τέλος ότι ο λόγος που ο παραπονούμενος καταχώρησε την παρούσα υπόθεση το έτος 2017 ήταν η διάρρηξη των σχέσεών του με τον γιο του το ως άνω έτος. Ως Μ.Υ.1 παρουσιάστηκε η κα XXXXX Μαστίχη η οποία ισχυρίστηκε ότι είναι υπεύθυνη στο Τμήμα Ποινικών Υποθέσεων του Ε. Δ. Λευκωσίας και έχει στην κατοχή της τον φάκελο της Ποινικής Υπόθεσης με αριθμό XXXXX/
- Ισχυρίστηκε ότι κατήγορος στην εν λόγω υπόθεση ήταν ο κ. XXXXX Νικολαΐδης και κατηγορούμενος ο κ. XXXXX Μιχαήλ και ότι το κατηγορητήριο αφορούσε το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης πέραν των Λ.Κ.10.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της εν λόγω υπόθεσης ο κατηγορούμενος κατηγορείτο ότι στις 2.4.2007 εξασφάλισε πίστωση από τον παραπονούμενο για το ποσό των Λ.Κ. 40.
- Το κατηγορητήριο της ως άνω υπόθεσης μαζί με το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16.11.2017 κατατέθηκαν ως τεκμήριο
- Ισχυρίστηκε τέλος ότι η πιο πάνω υπόθεση καταχωρήθηκε στις 17.7.2017 και απορρίφθηκε στις 16.11.2017 λόγω μη προώθησης. Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε ότι η ως άνω υπόθεση ορίστηκε για επίδοση αρχικά στις 5.10.2017 και στη συνέχεια στις 16.11.2017 χωρίς όμως να επιδοθεί και κατά την τελευταία ως άνω δικάσιμο απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης και ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε. Μετά που παρουσιάστηκε μαρτυρία και από τις 2 πλευρές η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Ο κ. Χριστοδούλου εισηγήθηκε ότι ο παραπονούμενος απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο κατηγορούμενος εξασφάλισε από αυτόν πίστωση, ήτοι του ποσού που αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της επίδικης κατηγορίας, αποκρύπτοντάς του ότι τελούσε σε πτώχευση και ότι απέδειξε την υπόθεσή του στον απαιτούμενο βαθμό. Ο κ. Χατζηπαναγιώτου από την άλλη πλευρά ανέφερε πως δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κατά τον κρίσιμο για την παρούσα υπόθεση χρόνο ήταν πτωχεύσας. Ομοίως αναγνώρισε ότι ο κατηγορούμενος δεν αμφισβητεί πως έλαβε το επίδικο ποσό. Αμφισβητείται όμως ο ισχυρισμός του παραπονούμενου πως ο κατηγορούμενος τον είχε πληροφορήσει ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν πτωχεύσας. Εισηγήθηκε επίσης ότι στην παρούσα υπόθεση υπήρξε τεράστια καθυστέρηση στην καταχώρηση και προώθησή της η οποία επηρέασε δυσμενώς την υπεράσπιση του κατηγορούμενου καθώς επίσης ότι η υπόθεση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας επειδή ο παραπονούμενος δήλωσε ότι ο λόγος που την καταχώρησε είναι για να λάβει τα λεφτά του. Έχω μελετήσει με προσοχή τις θέσεις τους τις έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου κρίνεται αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σχετικό είναι το άρθρο 117 του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ. 5 ως αυτό είχε πριν την τροποποίησή του από τον Ν.61(Ι)/2015 αφού σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της επίδικης κατηγορίας ο κρίσιμος χρόνος ανάγεται στον Απρίλιο του
- Το εν λόγω άρθρο είχε ως εξής: «Εξασφάλιση πίστωσης από πτωχεύσαντες που δεν αποκαταστάθηκαν 117 Όταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε- (α) είτε μόνος είτε από κοινού με άλλο πρόσωπο εξασφαλίζει πίστωση στην έκταση των δέκα λιρών ή πέραν των δέκα λιρών από πρόσωπο χωρίς να πληροφορήσει το πρόσωπο εκείνο ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε ή (β) επιδίδεται σε εμπόριο ή διεξάγει εργασίες με άλλο όνομα από εκείνο με βάση το οποίο κηρύχτηκε σε πτώχευση χωρίς να αποκαλύψει σε όλα τα πρόσωπα με τα οποία συναλλάσσεται επαγγελματικά το όνομα με βάση το οποίο κηρύχτηκε σε πτώχευση, είναι ένοχος αδικήματος και με καταδίκη του υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη». Προκύπτει από το ως άνω άρθρο ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: α) η εξασφάλιση πίστωσης μέχρι δέκα λίρες ή πέραν των δέκα λιρών, β) από πρόσωπο το οποίο κηρύχθηκε σε πτώχευση και δεν αποκαταστάθηκε και γ) χωρίς να πληροφορήσει το πρόσωπο από το οποίο εξασφάλισε αυτό το ποσό ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε. Ο νόμος απαιτούσε τότε όπως όταν ένα άτομο που βρίσκεται υπό πτώχευση και λαμβάνει πίστωση μέχρι ή πέραν των δέκα λιρών να πληροφορεί το πρόσωπο από το οποίο έλαβε την εν λόγω πίστωση ότι είναι πτωχεύσας. Τίθεται επομένως από το άρθρο 117(α) του Κεφ. 5 μια υποχρέωση από τον νόμο, παράβαση της οποίας στοιχειοθετεί το αδίκημα. Κρίνω ότι το επίδικο αδίκημα είναι αδίκημα αυστηρής ποινικής ευθύνης της φύσης των γνωστών άλλως πως και ως ρυθμιστικών (regulatory) αδικημάτων, που αποβλέπουν στη ρύθμιση συμπεριφοράς πολιτών σε συγκεκριμένους τομείς κοινωνικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας. Σε τέτοιας φύσης αδικήματα η εγκληματική πρόθεση (mens rea) δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος (ΑESTAS TRADING LTD κ.ά. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 78/2014 και 79/2014, ημερομηνίας 3.9.2015). Αντίστοιχη πρόνοια με τη δική μας συναντάμε στο Αγγλικό Insolvency Act 1986, s. 360: "Section 360 is not subject to the defence of innocent intention under s.
- The offences re-enacted in s.360 have always been regarded as absolute. Thus, in Duke of Leinster
(1924)1 KB 311, it was held that D committed the offence even though his agent had been instructed to inform the creditor D' s status and had failed to do so'' (Blackstone's Criminal Practice, 2009 §B7.52). Όπως συνάγεται και από τη νομολογία (Χριστόφορου ν. Γιάγκου
(2007)2 Α.Α.Δ. 145) η μόνη υπεράσπιση που μπορεί να επικαλεστεί ένας κατηγορούμενος στο ως άνω επίδικο αδίκημα είναι ότι δεν γνώριζε περί του γεγονότος της πτώχευσής του. Σε περίπτωση που ο πτωχεύσας γνωρίζει περί του γεγονότος της πτώχευσής του, τότε σε κάθε περίπτωση που εξασφαλίζει πίστωση η οποία υπερβαίνει το καθορισμένο από τον νόμο ποσό θα πρέπει να πληροφορεί τον αντισυμβαλλόμενό του ότι είναι πτωχεύσας. Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητα του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204 λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσης της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Ο Μ.Κ.1 κρίνω ότι είναι ανεξάρτητος μάρτυρας οι ισχυρισμοί του οποίου δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέτασή του. Λόγω της μη αμφισβήτησης των ισχυρισμών του αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολό της. Ο παραπονούμενος (Μ.Κ.2) είχε άμεση προσωπική εμπλοκή σε όσα διαδραματίστηκαν και τα οποία είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης. Κρίνω ότι λόγω της άμεσης εμπλοκής του σε αυτά ήταν σε ευνοϊκή θέση να τα θυμάται καλά και να τα μεταφέρει στο Δικαστήριο με ικανοποιητική επάρκεια. Ο ουσιώδης ισχυρισμός του ότι έδωσε στον κατηγορούμενο το ποσό των Λ.Κ.40.650 (€69.667,13) με την επιταγή αντίγραφο της οποίας κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτός. Καταλήγω στο ίδιο ως άνω συμπέρασμα ότι ο παραπονούμενος έδωσε το ως άνω ποσό στον κατηγορούμενο έχοντας υπόψη μου και τη θέση του κατηγορούμενου ως αυτή υποβλήθηκε στον παραπονούμενο κατά την αντεξέτασή του ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος του επέστρεψε το εν λόγω ποσό. Σε σχέση με τον άλλο ουσιώδη ισχυρισμό του πως ο κατηγορούμενος ουδέποτε τον πληροφόρησε ότι ήταν πτωχεύσας κρίνω ότι αυτός είναι λογικός και λόγω τούτου γίνεται αποδεκτός επειδή σε περίπτωση που πράγματι αυτό είχε συμβεί και συνεπώς ήταν σε γνώση του δεν θα επέλεγε να δώσει το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των Λ.Κ.40.650 σε ένα πτωχεύσαντα ο οποίος εξ ορισμού είναι αφερέγγυος και δεν θα μπορούσε να εξασφαλίσει με αγωγή εναντίον του το λαβείν του. Είναι θεμιτό στα πλαίσια της οικονομικής ελευθερίας των συμβαλλομένων ο παραπονούμενος να ήθελε να εξασφαλίσει ότι ο κατηγορούμενος θα του επέστρεφε το ποσό το οποίο του δάνεισε και κρίνω πως εάν πράγματι ο κατηγορούμενος τον είχε πληροφορήσει ότι ήταν πτωχεύσας δεν θα επέλεγε να προχωρήσει σε συναλλαγή μαζί του γνωρίζοντας ότι αυτός ήταν αφερέγγυος. Τέλος αποδέχομαι ως λογικό και ειλικρινή τον ισχυρισμό του πως αναζήτησε νομική συμβουλή για την παρούσα υπόθεση λίγους μήνες πριν την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης όταν πλέον είχε αντιληφθεί πως ο κατηγορούμενος δεν είχε σκοπό να του επιστρέψει τα λεφτά του. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο να αναφέρω ότι προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση ως ήταν δικαίωμά του. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο χαρακτήρας της ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστικής παρά αποδεικτικής αξίας, εφόσον δεν δύναται να τεκμηριώσει ή αποδείξει γεγονότα τα οποία δεν στοιχειοθετούνται από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, δύναται όμως να επεξηγήσει αποδεδειγμένα γεγονότα. Στην απόφαση στην υπόθεση Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R 97, αναφέρεται, σε σχέση με το χαρακτήρα της ανώμοτης δήλωσης: «What was said in a statement was not to be altogether brushed aside, but its potential effect was persuasive rather than evidential. It could not prove facts not otherwise proved by the evidence but it might show the evidence in a different light." Ως εκ τούτου δεν προσδίδω οποιαδήποτε αποδεικτική αξία σε όσα περιέχονται στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Η Μ.Υ.1 επίσης έχει κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρας και αποδέχομαι ολόκληρη τη μαρτυρία της ως αξιόπιστη και ειλικρινή. Η εν λόγω μάρτυρας είναι υπάλληλος στο Ε. Δ. Λευκωσίας και όσα ισχυρίστηκε επιβεβαιώνονται και από τα έγγραφα τα οποία είχε στην κατοχή της στα πλαίσια των καθηκόντων της τα οποία παρουσίασε στο Δικαστήριο. Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο τα ακόλουθα είναι τα συμπεράσματά μου σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης: στις 23.9.2003 εκδόθηκε από το Ε. Δ. Λάρνακας Διάταγμα Παραλαβής της περιουσίας του κ. XXXXX Μιχαήλ ο οποίος στις 17.9.2004 κηρύχθηκε σε πτώχευση. Ο κατηγορούμενος στις 8.9.2004 υπέβαλε την Έκθεση Καταστάσεως της περιουσίας του στο Τμήμα του Επίσημου Παραλήπτη. Στις 2.4.2007 ο κατηγορούμενος έλαβε από τον παραπονούμενο το ποσό των Λ.Κ.40.650 ήτοι €69.667,13 χωρίς να τον πληροφορήσει ότι ήταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε. Έχοντας υπόψη μου τα ως άνω ευρήματά μου κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος. Ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι εναντίον του είχε εκδοθεί διάταγμα πτώχευσης αφού στις 8.9.2004 υπέβαλε την Έκθεση Καταστάσεως της περιουσίας του στο Τμήμα του Επίσημου Παραλήπτη και ότι στις 2.4.2007 ενώ τελούσε υπό πτώχευση εξασφάλισε πίστωση από τον παραπονούμενο για ποσό πέραν των Λ.Κ.10,00 χωρίς να τον πληροφορήσει για αυτό το γεγονός αφού ανέλαβε να του επιστρέψει το εν λόγω ποσό στο μέλλον. Παρά την ως άνω κρίση μου κρίνω περαιτέρω ότι η παρούσα υπόθεση δεν ολοκληρώνεται εδώ αφού πρέπει να εξεταστεί και η εισήγηση του κ. Χατζηπαναγιώτου ότι υπήρξε κατάχρηση της διαδικασίας λόγω αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην καταχώρησή της. Το Συντάγματος που είναι παρόμοιο με το άρθρο 6.1 της Ε.Σ.Δ.Α. προνοεί τα ακόλουθα: «Έκαστος, κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ' αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρεάστου, δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξαρτήτου, αμερολήπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυομένου διά νόμου». Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Καψού
(2004)2 Α.Α.Δ. 127 λέχθηκε ότι: «Τόσο η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων όσο και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου θεωρεί το δικαίωμα για δίκη εντός ευλόγου χρόνου ως εξαιρετικής σημασίας για την ορθή, αποτελεσματική και αξιόπιστη απονομή της Δικαιοσύνης. Ευθύνη προς τούτο φέρει το κράτος που είναι υπεύθυνο για την καλή οργάνωση του δικαστικού συστήματος ούτως ώστε να επιτυγχάνεται η εκδίκαση τόσο των πολιτικών υποθέσεων και ιδιαίτερα των ποινικών υποθέσεων μέσα σε εύλογο χρόνο. (Βλέπε: König v. Germany
(1978)2 E.H.R.R. 170 και Sussman v. Germany [1998] 25 E.H.R.R. 64). Εξάλλου με το Άρθρο 35 του Κυπριακού Συντάγματος επιβάλλεται υποχρέωση σε κάθε μια από τις τρεις εξουσίες, τη νομοθετική, την εκτελεστική και τη δικαστική όπως διασφαλίζουν την αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων του μέρους ΙΙ «Περί των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ελευθεριών». Στην υπόθεση Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, ο Δικαστής Πικής ως ήταν τότε, μετέπειτα Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, συνοψίζοντας τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τον καθορισμό του μέτρου για το εύλογο του χρόνου στη σελ. 222 ανέφερε τα εξής: «Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υποστηρίζει, όπως υποδεικνύεται, ότι στον καθορισμό του μέτρου για το εύλογο του χρόνου για την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας, με αφετηρία την ημέρα σύλληψης του κατηγορουμένου, λαμβάνονται υπόψη τα περιστατικά και το περίπλοκο της υπόθεσης, η συμπεριφορά των ανακριτικών και δικαστικών Αρχών, καθώς και εκείνη του κατηγορουμένου. Οι ίδιες αρχές υποστηρίζονται και από την απόφαση της δικαστικής επιτροπής του αγγλικού Ανακτοβουλίου (P.C.) στην υπόθεση Bell v. DPP of Jamaica [1985] 2 All E.R. 585, στην οποία ερμηνεύθηκαν οι πρόνοιες του Συντάγματος της Ιαμαϊκής που αντιστοιχούν σε μεγάλο βαθμό με εκείνες που κατοχυρώνονται από το άρθρο 30.2 του Κυπριακού Συντάγματος. Άξιες μνείας είναι επίσης οι παρατηρήσεις του Δικαστηρίου στην υπόθεση εκείνη ότι και σύμφωνα με τις αρχές του κοινού Δικαίου τα δικαστήρια έχουν συμφυή δικαιοδοσία να παρεμποδίσουν καθυστερήσεις στην εκδίκαση υποθέσεων που οδηγούν σε καταπιεστική (oppressive) μεταχείριση του κατηγορουμένου». Στην υπόθεση Procurator Fiscal v. Watson
(2002)4 All E.R. 1 (απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής του Ανακτοβουλίου) αναφέρθηκε ότι η προσέγγιση από το Δικαστήριο ενδεχόμενης παραβίασης του δικαιώματος για δίκη εντός εύλογου χρόνου θα πρέπει να αφορά τρεις παράγοντες και οι οποίοι θα πρέπει να εξετάζονται: (α) η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, (β) η συμπεριφορά του κατηγορουμένου και (γ) ο τρόπος χειρισμού της υπόθεσης υπό τις διοικητικές και δικαστικές αρχές. Στις ποινικές υποθέσεις ο καθορισμός του εύλογου χρόνου αρχίζει από την ημερομηνία της διατύπωσης της κατηγορίας μέχρι την ημερομηνία της τελικής εκδίκασης της, περιλαμβανομένης και της εξάντλησης της διαδικασίας της Εφέσεως (Eckle v. Federal Republic of Germany 5 E.H.R.D. 1). Στην υπόθεση Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294 καθορίστηκε ότι η παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από το Συντάγματος καθιστά τη διαδικασία άκυρη στην ολότητά της. Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κώστα Μέλιου Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται και στην πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση Pedersen and Baadgaard v. Denmark (Application No. 49017/99), 19.6.2003. Στην πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου των Λόρδων: Attorney-General's Reference (No.2/2001), δημοσιευμένη στους Times Law Report, 11.12.2003, αποφασίστηκε πως ποινική διαδικασία δυνατό να ανασταλεί γιατί υπήρξε παραβίαση της αρχής πως η εκδίκαση της υπόθεσης θα έπρεπε να περατωθεί σε εύλογο χρονικό διάστημα σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά τούτο μπορεί να γίνει μόνο εφόσον δεν θα ήταν πλέον δυνατή η διεξαγωγή δίκαιης δίκης, ή για κάποιο πειστικό λόγο θα ήταν άδικο να προχωρήσει η δίκη εναντίον του κατηγορουμένου. Να θυμίσουμε επίσης πως η διακοπή της δίκης δεν είναι η μόνη και αποκλειστική θεραπεία που παρέχει το Δικαστήριο, όταν αποφανθεί πως η δίκη δεν περατώθηκε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Ανάλογα με την περίπτωση, τέτοια διαπίστωση μπορεί να οδηγήσει και σε άλλου είδους θεραπεία π.χ. κατά την επιμέτρηση της ποινής σε ποινική δίκη στη μείωση της. Τέτοια θεραπεία, καθώς καταδεικνύει η νομολογία μας δόθηκε πολλές φορές». Στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με τις συνέπειες της παραβίασης του δικαιώματος ενός κατηγορουμένου να εκδικαστεί η υπόθεσή του εντός ευλόγου χρόνου: «Από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην οποία στηρίζεται η δική μας επί του θέματος νομολογία, προκύπτει ότι η συνέπεια της παραβίασης του συνταγματικού δικαιώματος ενός κατηγορουμένου για εκδίκαση της υπόθεσης του μέσα σε εύλογο χρόνο δεν είναι τόσο αυστηρή όπως διατυπώθηκε στην Ευσταθίου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω) και υποθέσεις που ακολούθησαν την ίδια γραμμή. Προκύπτει ότι το θέμα πρέπει να εξετάζεται ανάλογα με την έκταση της παραβίασης και κατά πόσο ο κατηγορούμενος επηρεάστηκε στην υπεράσπιση του. Εκεί δε που διαπιστώνεται τέτοια παραβίαση αυτή λαμβάνεται υπόψη σοβαρά ως μετριαστικός παράγοντας. Αυτό προκύπτει μεταξύ άλλων και από την υπόθεση Beck v. Norway, Application No. 26390/95, ημερ. 26/9/01 (Final) στην οποία ο κατηγορούμενος αντιμετώπισε κατηγορίες για σοβαρά αδικήματα απάτης, παράνομη έκδοση επιταγών εκ μέρους αναξιόχρεης εταιρείας και κατηγορίες σχετικά με Φ.Π.Α. (V.A.T.)». Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ηλία Ευσταθίου
(2009)2 Α.Α.Δ. 376, τονίστηκε ότι η αργοπορία στην εκδίκαση, από μόνη της δεν οδηγεί αναπόφευκτα στην απαλλαγή ενός κατηγορουμένου. Η διαπίστωση της ενδεχόμενης παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος ενός κατηγορουμένου για δίκη εντός ευλόγου χρόνου δεν εξετάζεται in abstracto αλλά συνυπολογίζονται και οι υπόλοιπες παράμετροι που τείνουν να οδηγήσουν σε αναζήτηση του ενδεδειγμένου συμπεράσματος αν η δίκη ήταν μη δίκαιη. Στην υπόθεση Μ & Π ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΟ ΑΓΙΟΣ ΜΑΜΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 104/2019, ημερομηνίας 3.7.2020, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το ζήτημα θα κριθεί με αναφορά αποκλειστικά στην ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος και στην ημερομηνία καταχώρησης του κατηγορητηρίου, όταν δεν έχει προσφερθεί καμιά ή καμιά αποδεχτή εξήγηση για την καθυστέρηση. .. Όταν ζήτημα κατάχρησης εξετάζεται με αναφορά στη καθυστέρηση στη καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης, το υπόβαθρο για την εξέταση του είναι η διάσταση χρόνου μεταξύ της ημερομηνίας διάπραξης του αδικήματος της κατηγορίας, όπως αποκαλύπτεται από τις λεπτομέρειες του αδικήματος και η ημερομηνία της καταχώρησης του κατηγορητηρίου. Υπεισέρχονται στη συνέχεια και άλλες παράμετροι, όπως, για παράδειγμα, ο χρόνος εξιχνίασης, κατά πόσο ο κατηγορούμενος απουσίαζε στο εξωτερικό ή στη περίπτωση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης τυχόν αντικειμενική αδυναμία του παραπονούμενου να προωθήσει τη δίωξη. Ότι το αδίκημα της κατηγορίας δεν έχει παραγραφεί δεν αποτρέπει το Δικαστήριο από του να εξετάσει ζήτημα κατάχρησης. Αντίθετα, είναι με δεδομένο ότι το αδίκημα δεν παραγράφηκε που αποκτά σημασία η διαπίστωση κατάχρησης. Όπως αναφέρεται στη DOMIKI: «Η μη παραγραφή δεν εξισούται με ελευθερία άσκησης δίωξης οπότε το κρίνει πρόσφορο ο παραπονούμενος.». Στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αφετηρία για την εξέταση του ζητήματος της κατάχρησης της διαδικασίας με αναφορά στην καταχώρησή της είναι η ημερομηνία 2.4.2007 όταν ο κατηγορούμενος έλαβε το ποσό των Λ.Κ.40.650 από τον παραπονούμενο. Η παρούσα υπόθεση η οποία εκδικάζεται συνοπτικά και καταχωρήθηκε από τον παραπονούμενο χωρίς να έχουν ληφθεί προηγουμένως οποιεσδήποτε καταθέσεις ή να μεσολαβήσει οποιαδήποτε περαιτέρω διερεύνηση για εξιχνίασή της αφορά 1 κατηγορία οι λεπτομέρειες της οποίας αποκαλύπτουν ότι δεν είναι πολύπλοκη. Δεν υπήρξε αντικειμενική αδυναμία του παραπονούμενου να προωθήσει τη δίωξη νωρίτερα αφού δεν δόθηκε οποιαδήποτε σχετική με τούτο μαρτυρία. Όσα ισχυρίστηκε ο παραπονούμενος αναφέρονται σε υποσχέσεις του κατηγορούμενου ότι θα του επιστρέψει τα λεφτά του τα οποία κρίνω πως δεν αποτελούν αντικειμενική αδυναμία για την προώθηση της δίωξης νωρίτερα. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι η παρούσα δεν μπορεί να ενταχθεί στην κατηγορία των πολύπλοκων υποθέσεων, αντιθέτως, πρόκειται για μια απλή υπόθεση στην οποία δεν υπήρχε κάτι το ιδιαίτερο ή πολύπλοκο από απόψεως επίδικων θεμάτων και μαρτυρίας και ενώπιόν μου και από τις 2 διάδικες πλευρές κατέθεσαν μόνο 3 μάρτυρες. Ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε πως δεν προχώρησε νωρίτερα στη λήψη νομικών μέτρων εναντίον του κατηγορούμενου επειδή ο κατηγορούμενος τον διαβεβαίωνε πως θα του επέστρεφε το ποσό που του έδωσε. Ως ανέφερε αναζήτησε νομική συμβουλή λίγους μήνες πριν την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. Κρίνω ότι τα πιο πάνω φανερώνουν ότι ο παραπονούμενος αδράνησε για 10 ολόκληρα χρόνια να προχωρήσει στην ποινική δίωξη του κατηγορούμενου χωρίς καν να προβεί σε καταγγελία του στις αρμόδιες διωκτικές αρχές. Ως εκ τούτου κρίνω ότι η αδράνειά του ήταν χωρίς αμφιβολία αδικαιολόγητη και παραβιάζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του κατηγορούμενου να διαγνωστεί η ποινική του ευθύνη εντός ευλόγου χρόνου. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες κρίνω ότι ο παραπονούμενος καθυστέρησε υπερβολικά να καταχωρήσει την παρούσα υπόθεση χωρίς να δώσει προς τούτο οποιαδήποτε ικανοποιητική εξήγηση σε σημείο που η περαιτέρω προώθησή της να καθίσταται καταχρηστική. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη ενδεδειγμένη θεραπεία κατά την επί του θέματος ενάσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας είναι ο τερματισμός της δίκης (Μ & Π ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΟ ΑΓΙΟΣ ΜΑΜΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ (πιο πάνω)). Συνακόλουθα η δίκη τερματίζεται και ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αναφορικά με το θέμα των εξόδων κρίνω ότι υπό τις ως άνω περιστάσεις είναι δίκαιο όπως κάθε πλευρά επιβαρυνθεί τα δικά της έξοδα. (Υπ.) ............ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο