Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Δαμιανού, Αρ. Υπόθεσης: 9063/2019, 23/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9063/2019 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. XXXXX Δαμιανού Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 23/2/2022 Για κατηγορούσα αρχή: κα. Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: κος. Μεσαρίτης Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες στις οποίες καταχώρησε απάντηση μη παραδοχής, με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος αφορούν υπέρβαση του ορίου ταχύτητας κατά παράβαση των εδαφίων 2 και 3 του άρθρου του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/72 (πρώτη κατηγορία) και παράλειψη συμμόρφωσης σε σήμα Αστυνομικού με στολή κατά παράβαση του Κανονισμού 58
(2)(στ) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 1984, ΚΔΠ66/84 (δεύτερη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 14/3/2018 στη Λεωφόρο Στροβόλου στη Λευκωσία ενώ ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX21. Μαρτυρία Έχει δηλωθεί ως παραδεχτό γεγονός ότι κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του μηχανοκίνητου οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXXXX21, ήταν ο Κατηγορούμενος και ο πατέρας του XXXXX Δαμιανού. Για να αποδείξει την υπόθεσή της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα κατηγορίας, τον Αστυφύλακα XXXXX XXXXX Περατικό (στο εξής «ο ΜΚ1»). Ο Μ.Κ 1, κατέθεσε στο Δικαστήριο, ως Τεκμήριο 1, γραπτή κατάθεση που ετοίμασε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, την οποία, αφού ανέγνωσε ενώπιον του Δικαστηρίου και υιοθέτησε το περιεχόμενο της, κατέστησε μέρος της κυρίως εξέτασής του. Σύμφωνα με την κατάθεσή του, για την καταμέτρηση της ταχύτητας του Κατηγορουμένου χρησιμοποίησε το ταχύμετρο τύπου λέιζερ με αριθμό 4498 και η απόσταση που εντόπισε τον Κατηγορούμενο να κινείται με αυτή την ταχύτητα ήταν στα 300 μέτρα από το σημείο που βρισκόταν. Το ανώτατο όριο ταχύτητας ήταν 50 ΧΑΩ και σε απόσταση 500 μέτρων πριν από το σημείο που βρισκόταν, υπήρχε πινακίδα ανωτάτου ορίου ταχύτητας η οποία ήταν ορατή από την πορεία του οχήματος που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Ο ΜΚ1 φορούσε φωσφορούχο γιλέκο, κρατούσε κόκκινο φανάρι και μπήκε στην πορεία του οχήματος προβαίνοντας σε εμφανές σήμα για να το σταματήσει. Αρχικά ο οδηγός ελάττωσε ελαφρώς ταχύτητα και στη συνέχεια πέρασε από μπροστά του αναπτύσσοντας ταχύτητα. Το όχημα ήταν μάρκας Volkswagen χρώματος γκρίζου. Τόσο πριν όσο και μετά την καταμέτρηση της ταχύτητας του Κατηγορουμένου, ο ΜΚ1 είχε προβεί σε όλους τους απαραίτητους και ενδεδειγμένους ελέγχους για να διαπιστώσει ότι το ταχύμετρο που χρησιμοποίησε λειτουργούσε ορθά. Στη συνέχεια κατά τη μαρτυρία που έδωσε δια ζώσης από το εδώλιο του μάρτυρα, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι θυμάται καθαρά τη συγκεκριμένη παράβαση. Βρίσκονταν στη Λεωφόρο Στροβόλου με κατεύθυνση τη Λακατάμια., στο σημείο υπήρχαν λαμπτήρες υψηλής τάσης, η ορατότητα ήταν καλή και μπορούσε κάποιος οδηγός να αντιληφθεί την παρουσία του από μεγάλη απόσταση. Ανέφερε ότι την ώρα που πέρασε από δίπλα του ο Κατηγορούμενος, λόγω της εμπειρίας του πρόλαβε να δει το πρόσωπο του οδηγού, τους μπροστά και πίσω αριθμούς εγγραφής και τα χαρακτηριστικά και του οχήματος. Αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που οδηγούσε το πιο πάνω όχημα κατά τη διάπραξη των αδικημάτων που προανέφερε. Τέλος ανέφερε ότι, είχε καλέσει ο ίδιος τον Κατηγορούμενο στο τηλέφωνο για να τον πληροφορήσει για τα αδικήματα που διέπραξε και ο Κατηγορούμενος του απάντησε «Συγνώμη». Στη συνέχεια αφού ο Κατηγορούμενος βρέθηκε εκ πρώτης όψεως ένοχος, του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του και επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Ανώμοτη Δήλωση Κατηγορουμένου Σύμφωνα με την ανώμοτη δήλωση του Κατηγορουμένου στις 14/3/2018 βρισκόταν στο αμφιθέατρο Λακατάμειας όταν τον κάλεσε στο τηλέφωνο κάποια γυναίκα από την αστυνομία η οποία του ανέφερε ότι οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα και ότι παρέλειψε να σταματήσει σε σήμα αστυνομικού. Το συγκεκριμένο αυτοκίνητο ήταν κατά την ως άνω ημερομηνία ιδιοκτησίας του Κατηγορουμένου και του πατέρα του, αλλά το οδηγούσε και η αδερφή του. Εξ όσων θυμάται την συγκεκριμένη ημέρα βρισκόταν στο αμφιθέατρο με το αυτοκίνητο της αδερφής του. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω και να ακούσω με προσοχή και υπομονή τον μοναδικό μάρτυρα που κατέθεσε. Έχοντας διεξέλθει της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στη βάση του συνόλου της και όχι αποσπασματικά, θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της, αντλώντας καθοδήγηση από τις αρχές που τίθενται από την σχετική νομολογία, λαμβάνοντας μεταξύ άλλων παραγόντων υπόψη μου, τη φυσικότητα, ευθύτητα, αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων, τυχόν ύπαρξη υπερβολών, ουσιωδών αντιφάσεων, προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης, τη μνήμη και τους λόγους που είχε να θυμάται ή να πιστεύει αυτά για τα οποία κατέθετε αλλά και την εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα. (βλ. μεταξύ άλλων, Στυλιανίδη v Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97, Αυξεντίου v. Δίγκλη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1 A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173 κ.α.) Σύμφωνα με τη νομολογία, η ανώμοτη δήλωση ενός Κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία, με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη. Αναγνωρίζεται ως κάτι περισσότερο από ένα απλό σχόλιο. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που μόνο με μαρτυρία μπορούν να αποδειχθούν, αλλά μπορεί να βοηθήσει στη θεώρηση της μαρτυρίας κάτω από μια διαφορετική σκοπιά. Δεν παραμερίζεται η αξία της, η οποία είναι πειστική μάλλον παρά αποδειχτική. (βλ. Anastassiades ν. The Republic
(1977)2 CLR 97, 210-211, Themistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Onisiforou v. The Police
(1987)2 CLR 261, Ιωάννου και άλλου ν. Δημοκρατία
(2001)2 ΑΑΔ 195, Pantelis Vrakas and Another v. The Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Γεωργίου ν. Αστυνομίας,
(2005)2 ΑΑΔ 515, Πολύβιος Σίφουνας κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 91 και Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22) Σημειώνεται επίσης πως η επιλογή του Κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129) ούτε μπορεί να συμπληρώσει τυχόν κενά στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (Αχτάρ v. Αστυνομίας,
(2010)2 ΑΑΔ 397 και Θεοχάρους ανωτέρω). Ο ΜΚ1 μου άφησε θετική εντύπωση και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Απαντούσε με σαφήνεια, αμεσότητα και φυσικότητα. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του στο σύνολό της, δεν έχω αμφιβολία ότι ο μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο τα γεγονότα με ειλικρίνεια όπως πραγματικά τα βίωσε. Σημειώνω ότι κατά την αντεξέταση ο ΜΚ1 παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του, χωρίς να έχει υποπέσει σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση. Νομική Πτυχή Αδικημάτων Στις ποινικές υποθέσεις αποτελεί πάγια αρχή ότι το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων της κάθε κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα αρχή και η ενοχή πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Woolmington v D.P.P. 25 Cr. App. R. 72, Charitonos and Others v. The Republic
(1971)2 CLR 40). Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη, αλλά και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας (Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110). Πρώτη Κατηγορία Σύμφωνα με τα εδάφια 2 και 3 του άρθρου 6 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 (ως ίσχυαν στις 14/3/2018):
(2)Τη συναινέση του Αρχηγού της Αστυνομίας, η αρμοδία αρχή δύναται να ορίση, αναφορικώς προς οιανδήποτε οδόν, ανώτατον ή κατώτατον όριον ταχύτητος, όπερ, καθ' όσον αφορά εις οδόν κειμένην εν τη κατωκημένη περιοχή οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου, δεν δύναται να υπερβαίνη τα τεσσαράκοντα μίλια την ώραν το ούτω καθοριζόμενον όριον ταχύτητος θέλει αναγραφή επί πινακίδων τοποθετουμένων επί των οδών κατά τοιούτον τρόπον ώστε ευχερώς να διακρίνωσι ταύτας οι χρησιμοποιούντες τας τοιαύτας οδούς οδηγοί η αρμοδία αρχή δύναται, ωσαύτως τη συναινέσει του Αρχηγού της Αστυνομίας, να μεταβάλη παν ούτω ορισθέν όριον ταχύτητος: Νοείται ότι μέχρις ου η αρμοδία αρχή προβή εις τον ορισμόν τοιούτου ορίου ταχύτητος, τούτο δεν δύναται να υπερβαίνη, εντός των κατωκημένων περιοχών οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου, το όριον των τριάκοντα μιλίων την ώραν.
(3)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού με ταχύτητα μεγαλυτέραν του ανωτάτου ή μικροτέραν του κατωτάτου ορίου ταχύτητος όπερ έχει ορισθή υπό της αρμοδίας αρχής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)ή της επιφυλάξεως αυτού είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης, εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης. Συνεπώς, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, τα οποία θα πρέπει να αποδείξει η Κατηγορούσα Αρχή για να στοιχειοθετήσει την πιο πάνω κατηγορία, είναι τα ακόλουθα: Α) την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος από τον Κατηγορούμενο, Β) σε οδό, Γ) ότι στην οδό αυτή η αρμόδια αρχή είχε θέσει ως ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας τα 50 ΧΑΩ Δ) ότι στην συγκεκριμένη οδό είχε τοποθετηθεί πινακίδα που αναγράφει ότι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν τα 50 ΧΑΩ Ε) ότι ο Κατηγορούμενος υπερέβηκε το όριο ως αναγράφεται στο Κατηγορητήριο. Δεύτερη Κατηγορία Σύμφωνα με τον κανονισμό 58
(2)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 66/84, «Κάθε πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος, έχει τα πιο κάτω καθήκοντα και υποχρεώσεις-» . (στ) «στις περιπτώσεις που καλείται για το σκοπό αυτό από αστυνομικό με στολή, δημοτικό τροχονόμο ή σχολικό τροχονόμο, να ακινητοποιεί το όχημα του μέχρις ότου ο αστυνομικός ή ο τροχονόμος επιτρέψει σε αυτόν να συνεχίσει την πορεία του ή να ελαττώνει την ταχύτητα του οχήματος στις περιπτώσεις όπου οι συνθήκες τροχαίας κίνησης στο δρόμο το επιβάλλουν: Νοείται ότι, ο δημοτικός τροχονόμος ή ο σχολικός τροχονόμος εκτελεί τα καθήκοντα που καθορίζονται από τον περί Δήμων Νόμο». Αναγνώριση Κατηγορουμένου από τον ΜΚ1 Αποτελεί θέση της υπεράσπισης ότι, ο Κατηγορούμενος δεν ήταν το πρόσωπο που ο ΜΚ1 ισχυρίζεται ότι αναγνώρισε ως τον οδηγό που ανέφερε στη μαρτυρία του. Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που δόθηκαν στην καθοδηγητική αγγλική απόφαση R. v. Turnbull [1976] 3 All E.R. 549 αλλά και σε κυπριακή νομολογία στην οποίαν υιοθετήθηκε η πιο πάνω απόφαση (βλ. Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259, Χ" Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174, Νεοφύτου Κώστας ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 242, Αθανασίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 10/15, ημερ. 27.10.15), το δικαστήριο πρέπει να προειδοποιήσει τους ενόρκους, και στην περίπτωση των κυπριακών δικαστηρίων τον εαυτό του, για τους κινδύνους που υπάρχουν, όταν αμφισβητείται η αναγνώριση του κατηγορούμενου, ως του προσώπου που διέπραξε το αδίκημα. Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, το χρονικό διάστημα που ο μάρτυρας παρατήρησε τον κατηγορούμενο, η απόσταση, οι συνθήκες φωτισμού, τα οποία καθορίζουν την ποιότητα της αναγνώρισης. Αν η ποιότητα της αναγνώρισης είναι φτωχή το δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον υπάρχει περαιτέρω ενισχυτική μαρτυρία προτού καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νεόφυτου Κωνσταντίνου Ιωάννου
(2013)2 ΑΑΔ 601 αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: Δεν εγείρεται θέμα εφαρμογής των αρχών της Turnbull και κατ' επέκταση θέμα αναζήτησης υποστηρικτικής μαρτυρίας, στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν θα ήταν διατεθειμένο, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να δεχθεί ως αληθή και να στηριχθεί σ' αυτήν, την εκδοχή του μάρτυρα ότι όντως είδε το δράστη. Σε μια τέτοια περίπτωση το θέμα τελειώνει εκεί. Σε περίπτωση όμως, που ο μάρτυς, όντως είδε το δράστη και το ζητούμενο είναι η ορθότητα της αναγνώρισης του υπόπτου στο πρόσωπο του δράστη, τότε και μόνο τότε, εγείρεται θέμα εφαρμογής των αρχών που τέθηκαν στην Turnbull. Κοντολογίς, το θέμα είναι αποκλειστικά θέμα ποιότητας της αναγνωριστικής μαρτυρίας. Αν η ποιότητα της αναγνώρισης είναι ικανοποιητική σε βαθμό που το δικαστήριο αισθάνεται ασφαλές να στηριχθεί σ' αυτή χωρίς υποστηρικτική μαρτυρία, τότε δεν συντρέχει λόγος αναζήτησης τέτοιας μαρτυρίας. Αν όμως η ποιότητα της μαρτυρίας αναγνώρισης είναι φτωχή, τότε το δικαστήριο θα πρέπει να αθωώσει τον κατηγορούμενο, εφόσον άλλωστε, όπως έχουμε ήδη επισημάνει, η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής εδράζεται αποκλειστικά ή ουσιαστικά επί της αναγνωριστικής μαρτυρίας, εκτός αν υπάρχει άλλη μαρτυρία, όχι κατ' ανάγκη αναγνωριστικής φύσης, η οποία τείνει να υποστηρίξει την ορθότητα της αναγνώρισης, αποκλείοντας, κατά το δυνατό, το ενδεχόμενο λάθους (βλ. Younnas
(2012)ENCA CRIM. 2022, στην οποία υιοθετήθηκαν πλήρως οι αρχές της Turnbull). Επομένως, δεν τίθεται θέμα υποχρέωσης ή μη του εκδικάζοντος την υπόθεση δικαστηρίου να αναζητήσει υποστηρικτική μαρτυρία, εφόσον, ούτως ή άλλως, τέτοια μαρτυρία, υπόκειται στη βάσανο της αξιολόγησης αφού αυτή αποτελεί μέρος του συνόλου της μαρτυρίας που κρίθηκε αξιόπιστη. Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Turnbull είναι ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο οι σχετικές αρχές πρέπει να τυγχάνουν χειρισμού και το όλο θέμα να προσεγγίζεται: "All these matters go to the quality of the identification evidence. If the quality is good and remains good at the close the accused's case, the danger of a mistaken identification is lessened; but the poorer the quality, the greater the danger. In our judgment when the quality is good, as for example when the identification is made after a long period of observation, or in satisfactory conditions by a relative, a neighbour, a close friend, a workmate and the like, the jury can safely be left to assess the value of the identifying evidence even though there is no other evidence to support it; provided always, however, that an adequate warning has been given about the special need for caution. Were the Courts to adjudge otherwise, affronts to justice would frequently occur .................. When, in the judgment of the trial judge, the quality of the identifying evidence is poor, as for example when it depends solely on a fleeting glance or on a longer observation made in difficult conditions, the situation is very different. The judge should then withdraw the case from the jury and direct an acquittal unless there is other evidence which goes to support the correctness of the identification. This may be corroboration in the sense lawyers use that word; but it need not be so if its effect is to make the jury sure that there has been no mistaken identification ... The trial judge should identify to the jury the evidence which he adjudges is capable of supporting the evidence of identification. If there is any evidence or circumstances which the jury might think was supporting when it did not have this quality, the judge should say so." Στην Ιωσήφ v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 14/19, ημερ. 21/7/2020, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του Κακουργιοδικείου όπου οι μάρτυρες (αστυνομικοί), γνώριζαν τον Κατηγορούμενο από προηγουμένως λόγω της υπηρεσίας τους και από προηγούμενες παρακολουθήσεις. Αφού κρίθηκε αξιόπιστη η μαρτυρία αστυνομικών που αναγνώρισαν τον Κατηγορούμενο, στη συνέχεια εξετάστηκε το ασφαλές της αναγνώρισης υπό το φως της υπόθεσης R. v. Turnbull and others
(1976)3 All ER
- Στην απόφαση Τουμάζου v Αστυνομίας Ποινική Έφεση 166/2016, ημερ. 5/10/2018 αναφέρθηκε δεν είναι ανεπίτρεπτη η αναγνώριση στο εδώλιο («dock identification»). Η ίδια προσέγγιση ακολουθήθηκε μεταγενέστερα και στην υπόθεση Σπανούδης v. Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας, Ποινική Έφεση 283/2018, ημερ. 20.11.
- Παραθέτω πιο κάτω σχετικό απόσπασμα από την Τουμάζου που αναφέρεται ανωτέρω: Τέθηκε με την έφεση ότι ανεπίτρεπτα το πρωτόδικο Δικαστήριο επέτρεψε την αναγνώριση του εφεσείοντα από το Μ.Κ.1 στο εδώλιο του κατηγορουμένου, χωρίς να είχε προηγηθεί αναγνωριστική παράταξη και, περαιτέρω, ότι τέτοια αναγνώριση δεν ήταν ασφαλής. Οι πρόδηλοι κίνδυνοι (βλ. Holland v. HM Advocate [2005] UKPC D 1) αναγνώρισης για πρώτη φορά του κατηγορούμενου όταν αυτός βρίσκεται στο εδώλιο («αναγνώριση στο εδώλιο», «dock identification»), χωρίς να έχει προηγηθεί αναγνωριστική παράταξη, έχουν οδηγήσει από πολλού το κοινό δίκαιο στο να θεωρήσει την αποδοχή τέτοιας μαρτυρίας ανεπιθύμητη (R v. Cartwright, 10 Cr. App. R. 219, CCA). Προκειμένου δε για την εκδίκαση σοβαρών ποινικών υποθέσεων (που στην Αγγλία κατατάσσονται ως «offences triable on indictment»), ακολουθήθηκε από τα Δικαστήρια απαγορευτική πρακτική (Fergus
(1993)98 Cr. App. R. 313). Mε δήλωση δε, πολιτικής από το 1976 του Γενικού Εισαγγελέα και του αρμόδιου τμήματος δημόσιων ποινικών διώξεων (Department of Public Prosecution), σε τέτοιες σοβαρές υποθέσεις, κατά κανόνα δεν καλούνται μάρτυρες προς αναγνώριση του κατηγορούμενου χωρίς να έχει προηγηθεί αναγνώριση του στα πλαίσια αναγνωριστικής παράταξης (βλ. Blackstone's Criminal Practice 2015, F19.6). Έγινε όμως έκτοτε σαφές ότι η αποδοχή τέτοιας μαρτυρίας δεν παραβιάζει per se την έννοια της δίκαιης δίκης, εκτός υπό εξαιρετικές περιστάσεις. Είναι ζήτημα που εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε περίπτωσης, (Holland, ανωτέρω, Tido v. The Queen [2011] 2 Cr. App. R. 23, PC). Άλλο βεβαίως, σε δεύτερο στάδιο, είναι το ζήτημα της βαρύτητας που θα της αποδοθεί. Δεν θα επεκταθούμε ως προς αυτά, εφόσον σε περιπτώσεις, όπως εν προκειμένω, αδικημάτων ήσσονης σοβαρότητας (που στην Αγγλία κατατάσσονται ως «summary offences» και εκδικάζονται από τα Magistrates' Courts) υιοθετήθηκε τελικά[1] στην υπόθεση Barnes v. Chief Constable of Durham [1997] 2 Cr. App. R. 505, DC, πιο ελαστική, ούτως ή άλλως, προσέγγιση. Στην υπόθεση Barnes, που αφορούσε σε τροχαία αδικήματα, η διαφοροποίηση έγινε με αναφορά όχι απλώς στις πρακτικές δυσχέρειες που θα συνεπαγόταν η διοργάνωση αναγνωριστικής παράταξης κάθε φορά που ένας κατηγορούμενος αμφισβητεί ότι ήταν ο οδηγός του οχήματος, αλλά και στον κίνδυνο που θα προέκυπτε, εάν ακολουθείτο τέτοια διαδικασία σε κάθε περίπτωση αμφισβητούμενης ταυτότητας, για το όλο σύστημα απονομής δικαιοσύνης στα συγκεκριμένα δικαστήρια. Ασφαλώς η προσέγγιση αυτή, την οποία και υιοθετούμε, συσχετίζεται και με τη μειωμένη, συγκριτικά, σοβαρότητα των υποθέσεων «συνοπτικής εκδίκασης». Θα ήταν πράγματι εντελώς μη πρακτικό και θα επηρέαζε καταλυτικά την απονομή της δικαιοσύνης από τα Επαρχιακά Δικαστήρια προκειμένου για τέτοιας φύσεως αδικήματα και/ή διαδικασίες όπως η υπό συζήτηση, εάν οδηγείτο η αστυνομία στην υποχρέωση να διενεργεί αναγνωριστικές παρατάξεις για το ενδεχόμενο ότι ο κατηγορούμενος θα αμφισβητήσει την αναγνώρισή του. Μη πρακτικό, θεωρούμε ακόμα και τον περιορισμό που έθεσε στη γενικότερη προσέγγιση της Barnes η υπόθεση Karia v. DPP [2002] EWHC 2175, ότι δηλαδή τέτοια υποχρέωση ανακύπτει όταν ο κατηγορούμενος δώσει προηγούμενη ειδοποίηση ότι θα εγείρει το ζήτημα της αναγνώρισής του. Σε αυτού του είδους τα αδικήματα και διαδικασίες δεν θεωρούμε ότι υπάρχει υποχρέωση, υπό τη συζητούμενη έννοια, για αναγνωριστική παράταξη. Τούτο ασφαλώς δεν σημαίνει ότι αίρονται οι κίνδυνοι από «αναγνώριση στο εδώλιο» και ότι δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστηρίου για ιδιαίτερη προσοχή η οποία και θα πρέπει να εκφράζεται με προειδοποίηση της μορφής της υπόθεσης Turnbull [1976] 3 All ER 549. Η προειδοποίηση βέβαια αυτή έχει νόημα μόνο εάν και εφόσον προηγουμένως το Δικαστήριο κρίνει ότι η αναγνώριση προέρχεται από αξιόπιστο μάρτυρα και το ζητούμενο είναι κατά πόσο, παρά ταύτα, προέβη σε λανθασμένη αναγνώριση. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο έκρινε το Μ.Κ.1 ως αξιόπιστο μάρτυρα, του οποίου μάλιστα η αξιοπιστία δεν αμφισβητήθηκε, αλλά μόνο το ασφαλές της αναγνώρισης που έκαμε. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στην αρχή της Turnbull και τα κριτήρια που καθιερώθηκαν και προειδοποίησε εαυτόν για τους κινδύνους της αναγνώρισης υπό τις περιστάσεις που έγινε. Έλαβε υπόψιν ότι επρόκειτο για «αναγνώριση στο εδώλιο» και ότι η «στιχομυθία» διήρκησε περίπου 20 δευτερόλεπτα, από την άλλη όμως έλαβε υπόψιν ότι ο αστυνομικός είχε ανεμπόδιστη ορατότητα υπό συνθήκες φωτισμού ημέρας και ότι η συνομιλία, έστω και σύντομη, έγινε πρόσωπο με πρόσωπο σχεδόν εξ επαφής. Πέραν όμως αυτών των περιστάσεων, το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψιν ότι η περιγραφή του οδηγού στην οποία, ως άνω, ο Μ.Κ.1 προέβη, όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε, αλλ΄ούτε τέθηκε πως δεν συνάδει με την περιγραφή του εφεσείοντα. Στη αγγλική υπόθεση R. V Hussain (Aftab) [2013) EWCA Crim 1177 ο κατηγορούμενος (οδηγός), παρέλειψε να σταματήσει σε σήμα αστυνομικού και αναπτύσσοντας ταχύτητα διέφυγε τον έλεγχο. Ο αστυνομικός ανέφερε ότι είχε την ευκαιρία να δει το πρόσωπο του Κατηγορουμένου από απόσταση 5 με 6 ποδιών για χρονικό διάστημα μεταξύ 5 με 6 δευτερολέπτων. Τα πιο πάνω είχαν συμβεί στις 26/2/2012 περί ώρα 06:50 το βράδυ, αλλά υπήρχε επαρκής φωτισμός. Κατ' έφεση, η υπεράσπιση ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν ουσιώδεις αδυναμίες στην αναγνώριση του κατηγορουμένου. Το αγγλικό εφετείο, απέρριψε την έφεση αναφέροντας ότι βάση του συνόλου της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον των ενόρκων[1] η καταδίκη δεν ήταν επισφαλής. Στις υποθέσεις Τουμάζου και Σπανούδης (που αναφέρονται ανωτέρω) με αναφορά στην υπόθεση R. v. Ramsden [1991] Crim L R 265, αναγνωρίστηκε ότι «η ένταξη ενός μάρτυρα αναγνώρισης στο σύστημα απονομής ποινικής δικαιοσύνης, όπως είναι ένας αστυνομικός, καθιστά πιθανή την καλύτερη αντίληψη εκ μέρους του της σημασίας της αναγνώρισης, με συνεπακόλουθο την άσκηση πιο επισταμένης προσοχής». Ευρήματα Δεδομένης της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΚ1, προχωρώ να εφαρμόσω τις πιο πάνω αρχές όσον αφορά την αναγνώριση του Κατηγορουμένου από αυτόν, ως τον οδηγό του αυτοκινήτου που ανέφερε στη μαρτυρία του. Προβαίνω σε σχετική αυτοπροειδοποίηση, σε σχέση με τους κινδύνους στήριξης με ασφάλεια στη συγκεκριμένη αναγνώριση, δεδομένου του γεγονότος ότι ο ΜΚ1 είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει τον οδηγό του αυτοκινήτου μόνο για σύντομο χρονικό διάστημα, κατά τη διάρκεια της νύχτας και ενώ σύμφωνα με τη μαρτυρία το αυτοκίνητο κινείτο με μεγάλη ταχύτητα. Λαμβάνω υπόψη μου ότι ένας μάρτυρας, καίτοι ειλικρινής, υπό τις συνθήκες που προβαίνει σε μια αναγνώριση (και παρά τη βεβαιότητα του ως προς την ορθότητα της αναγνώρισης) είναι πιθανόν να έχει προβεί σε λάθος αναγνώριση. Πράγματι η αναγνώριση του Κατηγορούμενου από τον ΜΚ1 δεν έγινε κάτω από τις καλύτερες συνθήκες. Έγινε κατά τη διάρκεια της νύχτας και ενώ το αυτοκίνητο πέρασε δίπλα από τον ΜΚ1 με πολύ μεγάλη ταχύτητα. Τα πιο πάνω με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο ΜΚ1 είχε την ευκαιρία να ρίξει μόνο μια φευγαλέα ματιά στο πρόσωπο του οδηγού του αυτοκινήτου, πριν αυτό απομακρυνθεί. Υπήρχε όμως, σύμφωνα με τον μάρτυρα, επαρκής φωτισμός στο σημείο, ο καιρός ήταν αίθριος και η αναγνώριση έγινε από σχετικά κοντινή απόσταση αφού το αυτοκίνητο πέρασε δίπλα από τον ΜΚ1 (όπως ανέφερε ο ΜΚ1 «πέρασε από μπροστά μου»). Ο ΜΚ1 ανέφερε επίσης ότι, παρά την μεγάλη ταχύτητα του αυτοκινήτου, λόγω εμπειρίας είναι παρατηρητικός σε τέτοιες καταστάσεις («.λόγω εμπειρίας μπορώ να δω τα πάντα σε ένα αυτοκίνητο και χρώμα και πινακίδες και τον οδηγό αν φορούσε ζώνη.) Παρεμβάλλω ότι ο ΜΚ1, δεν αναγνώρισε μόνο το πρόσωπο του Κατηγορουμένου αλλά και τους αριθμούς εγγραφής καθώς επίσης και το γεγονός ότι το αυτοκίνητο ήταν μάρκας Volkswagen γκρίζου χρώματος (βλ. Τεκμήριο 1). Προσέτι, πριν κλείσει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή, η συνήγορος υπεράσπισης ανέφερε ότι «κατά τον επίδικο χρόνο, το επίδικο όχημα, ήταν στην ιδιοκτησία και του Κατηγορουμένου αλλά και του πατέρα του», ενώ με την ανώμοτη δήλωση του, ο Κατηγορούμενος παραδέχεται ότι το συγκεκριμένο αυτοκίνητο το οδηγούσαν τρία πρόσωπα, ο ίδιος, η αδερφή του και ο πατέρας του. Τέλος, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι επικοινώνησε προσωπικά τηλεφωνικώς με τον Κατηγορούμενο για να τον πληροφορήσει ότι θα κατηγορηθεί και ο τελευταίος του απάντησε «Συγνώμη». Εξετάζοντας την παρούσα υπόθεση και έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και έγινε αποδεκτή, κρίνω ότι δημιουργείται τέτοια συνοχή γεγονότων που καθιστά αναπόφευκτη την εξαγωγή ευρήματος επί τω ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής XXXXX21 ήταν ο Κατηγορούμενος. Στη βάση των όσων καταγράφονται ανωτέρα, κρίνεται ότι η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οδηγεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε εκδοχή συμβατή μόνο με το εύρημα αυτό και αποκλείει οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα. Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον έχουν αποδειχτεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Η υπεράσπιση δεν έχει αμφισβητήσει ότι η Λεωφόρος Στροβόλου στη Λευκωσία αποτελεί οδό, ούτε ότι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας που είχε τεθεί από αρμόδια αρχή στο συγκεκριμένο σημείο ήταν 50 ΧΑΩ. Εξάλλου, ως προς τα πιο πάνω το Δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί και στο τεκμήριο της κανονικότητας (omnia preasumuntur rite esse acta) και να κρίνει ότι η συγκεκριμένη λεωφόρος αποτελεί οδό στην οποία το όριο έχει οριστεί από αρμόδια αρχή στα 50 ΧΑΩ. (Γενικός Εισαγγελέας v Φλωρίδης
(1999)2ΑΑΔ 95 και Γεωργαλίδης v Δήμου Λάρνακος
(2001)2ΑΑΔ 789. Κάνω αποδεκτή τη μαρτυρία του ΜΚ1, σε σχέση με την ύπαρξη πινακίδας ορίου ταχύτητας, πριν από το σημείο καταγγελίας του Κατηγορουμένου, ως επίσης και ότι πριν και μετά την καταγγελία προέβη σε όλους τους ενδεδειγμένους ελέγχους για να διακριβώσει ότι το ταχύμετρο λειτουργούσε σωστά. Ο συγκεκριμένος έλεγχος έχει κριθεί ως ικανοποιητικός για απόδειξη της ορθότητας των μετρήσεων του ταχυμέτρου (βλ. Πετράκη v Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 455 και Μεταξάς v Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 560). Τέλος, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ1 ότι τ αποτέλεσμα της μέτρησης της ταχύτητας του Κατηγορουμένου κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν 127 ΧΑΩ. Δεδομένων των πιο πάνω, προκύπτει στις 14/3/2018, ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής XXXXX21 στη Λεωφόρο Στροβόλου στη Λευκωσία, με ταχύτητα 127ΧΑΩ, σε σημείο όπου το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ήταν 50 ΧΑΩ και παρέλειψε να σταματήσει σε σήμα αστυνομικού που φορούσε στολή. Κατάληξη Ενόψει των ανωτέρω, προκύπτει ότι η Κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την ενοχή του Κατηγορουμένου στις κατηγορίες 1 και 2 πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 1 και 2. [Υπ.] .............. Α. Γ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Τα δαχτυλικά αποτυπώματα του κατηγορουμένου ανευρέθηκαν στο αυτοκίνητο, ο κατηγορούμενος ήταν ένα από τα πρόσωπα που ήταν αναγραμμένα στην ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτου του εν λόγω αυτοκινήτου και είχε αποδεδειγμένα δώσει ψεύτικο άλλοθι. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο