Κάζανος ν. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως Αρχή Εξυγίανσης κ.α., Αρ. Αγωγής: 1584/16, 7/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1584/16 Μεταξύ: *** Κάζανος Ενάγοντος και
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως Αρχή Εξυγίανσης
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
- Γενικός Εισαγγελέας
- *** Αντωνιάδου Εναγομένων Αίτηση ημερ. 3.7.20 υπό Εναγομένης 4 για Διαγραφή και ή Αναστολή αγωγής Ημερομηνία: 7 Φεβρουαρίου 2022 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Εναγόμενη 4: κα Φ. Χατζηιωάννου, για Α. Κ. Χατζηιωάννου και Σία Για Ενάγοντα: κ. Η. Χρίστου ------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Εναγόμενη 4 επικαλούμενη τις Δ.27 κ.3, Δ.19 κ.26 και τη συμφυή εξουσία του δικαστηρίου αιτείται την έκδοση ενός των ακόλουθων διαταγμάτων: «A. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται διαγραφή (strike out) και/ή απόρριψη (dismiss) και/ή ο παραμερισμός (set aside) της παρούσας αγωγής και/ή του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος ημερομηνίας 24.3.16 λόγω κατάχρησης διαδικασίας (abuse of process) και/ή προώθησης πολλαπλών διαδικασιών για επίτευξη του ίδιου σκοπού ή/και λόγω δεδικασμένου (res judicata). B. Διαζευκτικά με το Α, Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλει (stay of proceedings) την παρούσα αγωγή οποιεσδήποτε εκκρεμούσες ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίες (stay of proceedings), μέχρι και την εκδίκαση των αγωγών XXXXX/15 και XXXXX/15 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Γ. Διαζευκτικά με το Α και το Β, Διάταγμα και/ή απόφαση του σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει την διαγραφή (striking out) όλων των κάτωθι ως γενικών ή/και άχρηστων ή/και σκανδαλωδών ή/και επιπόλαιων ή/και ενοχλητικών ή/και κακόβουλων (FRIVOLOUS AND/OR VEXATIOUS) ή/και προνομιούχων ή/και καταχρηστικών και προκαλούντων αμηχανία, δυσμενείς επιπτώσεις και τεινόντων να καθυστερήσουν την δίκαιη διεξαγωγή της διαδικασίας ως αντίθετων με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και τη νομολογία και μη αποκαλύπτουσα αιτία αγωγής.» Στην υποστηρικτική του ένορκη δήλωση ο εργαζόμενος στο Γραφείο του Διαχειριστή της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (εφεξής «η Λαϊκή») και εξουσιοδοτημένος από την πρώην ειδική διαχειρίστρια, ήτοι την Εναγόμενη 4, αναφέρει μεταξύ άλλων ότι: - Κατά το 2015 ο Ενάγων καταχώρισε την υπ' αρ.20./15 αγωγή, για την απομείωση (κούρεμα) καταθέσεων του ύψους €1.283.886, εναντίον της Εναγομένης 4 (Τεκμήριο Α). - Αργότερα κατά το ίδιο έτος καταχώρισε και την υπ' αρ.32./15 αγωγή εναντίον του επόμενου ειδικού διαχειριστή, του κ. Παύλου, για αξιόγραφα αξίας €1.000.000 (Τεκμήριο Β). - Κατά το 2016 ο Ενάγων καταχώρισε την παρούσα τρίτη αγωγή, η οποία αφορά και την απομείωση καταθέσεων του αλλά και την απώλεια αξιογράφων. - Ως εκ τούτου η παρούσα αγωγή είναι καταχρηστική και υπόκειται σε διαγραφή είτε ως κακόβουλη και ενοχλητική είτε λόγω πολλαπλότητας των διαδικασιών. Ένσταση Ο Ενάγων προέβαλε τέσσερις λόγους προς απόρριψη της αίτησης, οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι η αγωγή αυτή στρέφεται εναντίον της Εναγομένης 4 για βαριά αμέλεια υπό την προσωπική της ιδιότητα και όχι υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστριας της Λαϊκής ως συμβαίνει στην 20./15 αλλά και στην 32./15, στην οποία εν πάση περιπτώσει δεν είναι διάδικος η ίδια, στο ότι τα γεγονότα που αποτελούν τη βάση αυτής της αγωγής είναι ως εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης, στο ότι για να εξετάσει θέμα πολλαπλότητας το δικαστήριο θα πρέπει να υπεισέλθει επί της ουσίας σε άλλους δικαστικούς φακέλους και στο ότι δεν προκύπτει από την έκθεση απαίτησης οποιαδήποτε βάση για ενεργοποίηση της Δ.
- Στη συνοδεύουσα την ένσταση ένορκη δήλωση της η δικηγόρος κα Χατζηιωάννου προβάλλει ως ορθούς και αληθινούς τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης σε σχέση με τις πράξεις της Εναγομένης 4 και επαναλαμβάνει ότι αυτή ενάγεται για βαριά αμέλεια υπό την προσωπική της ιδιότητα. Νομική Πτυχή Είναι γεγονός ότι η Εναγόμενη 4 συνεχίζει και στην αγόρευση της να προβάλλει ως νομική βάση της αίτησης της τις Δ.19 κ.26, Δ.27 κ.3, καθώς και τη συμφυή εξουσία του δικαστηρίου. Η Δ.19 περιέχει τους κανόνες σύνταξης δικογράφων και ο κ.26 αυτής είναι η γενική πρόνοια προς εφαρμογή των ειδικότερων κανόνων της Δ.19 («. a general provision for enforcing the proceeding Rules», Annual Practice 1958, σελ.477). Σύμφωνα με τον πιο πάνω κ.26 το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει όπως διαγραφεί ή τροποποιηθεί οποιοδήποτε ζήτημα σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο, το οποίο ζήτημα δυνατόν να είναι αχρείαστο ή σκανδαλώδες ή το οποίο δυνατόν να τείνει να βλάψει, εμβάλει σε αμηχανία ή καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Στην εκδικαζόμενη αίτηση σχετικό είναι το τρίτο αιτητικό αυτής, στο οποίο όμως παρά τη σχετική προαναγγελία («. όλων των κάτωθι») δεν υπάρχει καμιά συγκεκριμένη καταγραφή για τμήμα της έκθεσης απαίτησης το οποίο ζητείται να διαγραφεί. Ούτε στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση εντοπίζεται κάποια σχετική αναφορά. Τα όποια σχετικά σχόλια στην αγόρευση της Εναγομένης 4, πέραν του ότι δεν θα μπορούσαν να υποκαταστήσουν την εξειδίκευση που απαιτείτο στην αίτηση, είναι επίσης γενικόλογα και αόριστα σε βαθμό ο οποίος καθιστά μη αναγκαία την οποιαδήποτε περαιτέρω ενασχόληση με το θέμα αυτό. Η Δ.27 κ.3 αφορά διαγραφή ολόκληρης της αγωγής ή την εγκυρότητα δικογράφου ή τον παραμερισμό αγωγής όταν δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα (βλ. Cyper Group Ltd ν. Χαραλαμπίδης
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ.1852, Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ.1338 και Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ.1316). Σε σχέση με αυτή την εισήγηση εντοπίζεται μια σχετική αναφορά στην §16 της ένορκης δήλωσης εκ μέρους της Εναγομένης 4. Όμως και σε αυτή την αναφορά απλά υποστηρίζεται γενικόλογα και αόριστα αφενός ότι «. η παρούσα αγωγή κινήθηκε λανθασμένα και ή χωρίς να υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγομένης 4» και αφετέρου ότι «η ανυπαρξία εύλογης αιτίας αγωγής οδηγεί αναπόφευκτα στον οριστικό τερματισμό της διαδικασίας». Επί του θέματος αυτού αρκεί η παραπομπή στις §§14(δ), 15 και 18 όπου ο Ενάγων παραθέτει λεπτομέρειες παράβασης καθηκόντων, βαριάς αμέλειας και δόλου της Εναγομένης 4, οι οποίες σαφώς συνιστούν αναγνωρισμένες αιτίες αγωγής. Το προβαλλόμενο στην αγόρευση επιχείρημα ότι στην παρούσα ενάγεται η Λαϊκή μέσω του ειδικού διαχειριστή και ότι δεν υπάρχει η απαραίτητη δικογράφηση ούτως ώστε να ενάγεται ο ειδικός διαχειριστής ασφαλώς δεν ευσταθούν. Στον τίτλο της αγωγής είναι εμφανές ότι η πρώην ειδική διαχειρίστρια ενάγεται προσωπικά ενώ και οι λεπτομέρειες των προαναφερθεισών §§14(δ), 15 και 18 αναφέρονται σε ενέργειες ή παραλείψεις της ίδιας. Αρκεί και εδώ η παραπομπή σε λεπτομέρειες που αναφέρονται στο ότι η ίδια παρέλειψε να προσβάλει αποφάσεις της Λαϊκής και της Τράπεζας (Κύπρου), ότι παρέβη τις ειδικές ευθύνες (fiduciary duties) έναντι της Λαϊκής και της Τράπεζας (Κύπρου) και πιστωτών τους, ότι διαπραγματεύτηκε και υλοποίησε αποφάσεις απερίσκεπτα, αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις στους καταθέτες, κατόχους αξιογράφων και μετόχους της Λαϊκής και της Τράπεζας (βλ. §15xviii, xix και xxii) και ότι έδρασε με σκοπό την καταδολίευση του Ενάγοντος (§18.1). Ας σημειωθεί πως οι λεπτομέρειες της §15 εντάσσονται στην παράγραφο που αφορά τις «Λεπτομέρειες βαριάς αμέλειας» ενώ οι επόμενες της §18.1 αφορούν δόλο, πράγμα που, ως ισχυρισμός, είναι επιτρεπτός και από το άρθρο 19 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Ν.17(Ι)/13, το οποίο προνοεί πως ο ειδικός διαχειριστής υπέχει ευθύνη όταν η πράξη ή η παράλειψη του είναι αποτέλεσμα δόλου ή βαριάς αμέλειας εκ μέρους του. Αυτό δηλαδή το οποίο ισχυρίζεται και ο Ενάγων. Συνεπώς, δεν τίθεται θέμα μη ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος. Ουσιαστικά παραμένει μόνον η εισήγηση της Εναγομένης 4 ότι από τη στιγμή που υπάρχουν τρεις αγωγές με τους «ίδιους διαδίκους» και τα «ίδια επίδικα θέματα» τότε η ύπαρξη καταχρηστικότητας και συνεπώς συνύπαρξης τριών παράλληλων διαδικασιών είναι ξεκάθαρη και θα πρέπει να απορριφθεί η παρούσα αγωγή ως καταχρηστική. Άλλωστε είναι εμφανές πως παρότι ενέπλεξε στην αγόρευση της και άλλες διαταγές, στην πραγματικότητα η Εναγόμενη 4 βασικά εισηγείται ότι υπάρχει κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (abuse of the process), επικαλούμενη ταυτοσημία των αξιώσεων στις τρεις διαδικασίες και παραπέμποντας βασικά σε νομολογία, η οποία αφορά την απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας λόγω κατάχρησης, όπως οι κλασικές υποθέσεις Διευθυντής Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ.217 και η Αναφορικά με Beogradska D.D.
(1996)1(Β) A.A.Δ.911. Είναι δηλαδή σαφές πως η Εναγόμενη 4 επικαλείται τη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου για παρεμπόδιση κατάχρησης. Όπως έχει αναφερθεί στη Διευθυντής Φυλακών ν. Τζεννάρο Περρέλλα (ανωτέρω) η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας η οποία συνιστά κατάχρηση εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας, εξ ου και η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων προς παρεμπόδιση της κατάχρησης είναι σύμφυτη. Τα δε χρησιμοποιούμενα μέσα προς αποτροπή της κατάχρησης δεν συναρτώνται με κάποιο συγκεκριμένο διάταγμα αλλά είναι δυνατό να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή η οποία είναι αναγκαία στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Στην Beogradska (ανωτέρω) τονίστηκε πως η κατάχρηση δυνατόν να προσλάβει πολλές μορφές και ότι αναλόγως ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της. Στην υπόθεση Αρχιεπίσκοπος Κύπρου
(1993)1 Α.Α.Δ.248 είχε ήδη αναγνωριστεί πως: «Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου». Στην Beogradska (ανωτέρω) επίσης γίνεται παραπομπή σε διάφορες υποθέσεις στις οποίες η μια εκ των δυο διαδικασιών (συνήθως η μεταγενέστερη) με τις οποίες επιδιώκοντο όμοιοι σκοποί με παράλληλα μέσα, ανεστάλη, ακριβώς επειδή κρίθηκε ότι υπήρχε κατάχρηση διαδικασίας, ήτοι στις Wright v. Bennett
(1948)1 All E.R. 227, Thames Launches v. Trinity Hours
(1961)1 All E.R.26, Royal Bank of Scotland v. Citruidal Investments
(1971)3 All E.R.558, Slough Estates v. Slough B.C.
(1967)2 All E.R.27 και Δημοκρατία ν. Υψαρίδη κ.ά. (Αρ.2)
(1993)3 Α.Α.Δ.347. Δεν παραγνωρίζεται βέβαια ότι στην Περρέλλα (ανωτέρω) καθώς και στην Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R.348 υιοθετήθηκε ως μέτρο η απόρριψη της διαδικασίας η οποία είχε κριθεί ως καταχρηστική. Με τη διαπίστωση ότι η αγγλική νομολογία δεν έχει διατυπώσει οποιοδήποτε κανόνα περί του πότε εφαρμόζεται η αναστολή και πότε η απόρριψη, το Ανώτατο Δικαστήριο στην Beogradska (ανωτέρω) ανέφερε τα εξής: «Η δική μας νομολογία έχει υιοθετήσει τόσο το μέτρο της απόρριψης (βλ. Περέλλα, πιο πάνω) όσο και το μέτρο της αναστολής (βλ. Κωνσταντινίδης και Υψαρίδης, πιο πάνω). Χωρίς να επιχειρούμε την διατύπωση ενός άκαμπτου κανόνα θεωρούμε ότι εκεί που η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Εκεί που καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας.» Στην παρούσα περίπτωση όμως η μελέτη αφενός των κλητηρίων με τις εκθέσεις απαιτήσεων των δύο παλαιότερων αγωγών και αφετέρου των δικογράφων της παρούσας αγωγής καταδεικνύει πως δεν τίθεται θέμα κατάχρησης ή πολλαπλότητας διαδικασιών καθότι: Α. Η πρώτη αγωγή υπ' αρ.20./15 στρέφεται εναντίον των
- Cyprus Popular Bank Public Co Ltd
- Άντρη Αντωνιάδου ως Ειδική Διαχειρίστρια της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Η αγωγή αυτή καταχωρίστηκε στις 21.1.15, δηλαδή δύο μήνες περίπου πριν υποβάλει την παραίτηση της η Εναγόμενη 4 από τη θέση της Ειδικής Διαχειρίστριας της Λαϊκής, (πράγμα που έπραξε στις 31.3.15). Στο κλητήριο δηλώθηκε ως διεύθυνση της η ίδια με αυτή της Εναγόμενης 1 (Λαϊκής). Στην πολύ σύντομη έκθεση απαίτησης αναφέρεται απλά ότι ο Ενάγων ήταν καταθέτης των Εναγομένων στις 26.3.13, ότι στις 22.5.13 η Λαϊκή τον ενημέρωσε για το πιστωτικό υπόλοιπο προς όφελος του μετά από συμψηφισμό με χρέη, ότι τον Αύγουστο του 2013 αφαιρέθηκε ακόμα κάποιο ποσό για χρέος και ότι παρά την εντολή του όπως εμβάσουν το πιστωτικό υπόλοιπο σε άλλο λογαριασμό του (στην Alpha Bank), οι Εναγόμενοι δεν το έπραξαν. Είναι προφανές από την έκθεση απαίτησης ότι αξιώνεται το ποσόν της κατάθεσης, ως αυτό είχε απομειωθεί χωρίς να εγείρεται οποιοδήποτε θέμα είτε αποζημίωσης είτε προσωπικής ευθύνης της υφιστάμενης (τότε) ειδικής διαχειρίστριας. Άλλωστε με βάση το άρθρο 19 του ισχύοντος (τότε) Ν.17(Ι)/13 υπάρχει ευθύνη του ειδικού διαχειριστή μόνο σε περιπτώσεις κακοπιστίας, δόλου ή βαριάς αμέλειας εκ μέρους του. Δεν ήταν αυτό που προέβαλε ο Ενάγων. Είναι λοιπόν σαφές ότι η πρώτη αυτή αγωγή υπ' αρ.20./15 δεν στρέφεται προσωπικά εναντίον της Εναγομένης 4 αλλά εναντίον του (εκάστοτε) διαχειριστή της Λαϊκής. Ακόμα και εκ του περισσού να έγινε εκεί η προσθήκη οποιουδήποτε των δύο Εναγομένων και πάλι δεν διαφοροποιείται η πιο πάνω διαπίστωση. Αυτό γίνεται εύκολα αντιληπτό εάν αναλογιστεί κάποιος τις συνέπειες σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης της πρώτης αγωγής. Ασφαλώς δεν αναμένει οποιοσδήποτε ότι αξιώνεται ή ότι θα επιστραφεί το κατατεθειμένο πιστωτικό υπόλοιπο από την προσωπική περιουσία της εδώ Εναγομένης
- Στην πραγματικότητα ενόψει της δήλωσης και του Ενάγοντος ότι στην πρώτη αγωγή ενάγεται ως Εναγόμενη 2 η Λαϊκή διά του διαχειριστή θα ανέμενε κάποιος πως λόγω του διορισμού νέου διαχειριστή θα γινόταν και η ανάλογη τροποποίηση στον τίτλο ούτως ώστε να εκπροσωπείται ορθά η (Λαϊκή) πλην όμως αυτό εκφεύγει της εξουσίας του παρόντος δικαστηρίου. Β. Η δεύτερη αγωγή υπ' αρ.32./15 στρέφεται εναντίον των
- Cyprus Popular Bank Public Co Ltd
- . Παύλου Ειδικός Διαχειριστής Cyprus Popular Bank Public Co Ltd
- Κεντρική Τράπεζα Κύπρου
- Γενικός Εισαγγελέας Όσον αφορά τη δεύτερη αυτή αγωγή κατ' ακρίβειαν δεν απαιτείται να λεχθεί οτιδήποτε δεδομένου ότι δεν αφορά καν την Εναγόμενη 4 της παρούσας υπόθεσης. Είναι όμως χρήσιμο να σημειωθεί πως αυτή καταχωρίστηκε στις 30.6.15, δηλαδή τρεις μήνες μετά τον διορισμό του διαδόχου διαχειριστή, εξ ου και το ότι αναφέρεται πλέον το δικό του όνομα στον τίτλο. Στο κλητήριο και πάλι δηλώθηκε ως διεύθυνση του η ίδια με αυτή της Εναγομένης 1 (Λαϊκής), όπως ακριβώς ήταν και στην πρώτη αγωγή. Στη δεύτερη αγωγή η έκθεση απαίτησης είναι αρκετά εκτενέστερη και σε αυτή παρατίθενται λεπτομέρειες δόλου, ψευδών παραστάσεων και αμέλειας της Λαϊκής κατά την πώληση αξιογράφων στον Ενάγοντα κατά το
- Ασφαλώς δεν αναφέρεται και δεν αποδίδεται κάποια επιλήψιμη συμπεριφορά για εκείνη την περίοδο στον κατονομαζόμενο εκεί διαχειριστή, ο οποίος ούτως ή άλλως διορίστηκε πέντε έτη αργότερα. Είναι αυτονόητο πως και σε εκείνη την αγωγή ως Εναγόμενη 2 είναι η Λαϊκή διά του (εκάστοτε) διαχειριστή της, πράγμα που ενισχύει και την προηγηθείσα κατάληξη μου σε σχέση με την πρώτη αγωγή. Γ. Η παρούσα τρίτη αγωγή διακρίνεται από τις δύο προηγηθείσες επί τω ότι με την έκθεση απαίτησης και ειδικά με τις §§14(δ), 15 και 18 αποδίδεται πλέον προσωπική ευθύνη και κυρίως βαριά αμέλεια η οποία προκάλεσε ζημιές στον ίδιο και για τις οποίες διεκδικεί αποζημιώσεις. Είναι εμφανές ότι στην παρούσα ο Ενάγων επικαλείται και θα προσπαθήσει να καταδείξει ότι η Εναγόμενη 4 έχει προσωπική ευθύνη στη βάση του άρθρου 19 του Ν.17(Ι)/
- Συνεπώς αυτή είναι η προσωπική εις βάρος της αγωγή και όχι η πρώτη αγωγή όπως παραδόξως έχει υποστηριχθεί παρά τον ξεκάθαρο τίτλο της παρούσας αγωγής. Κατάληξη Στη βάση όλων των ανωτέρω δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε κατάχρηση ή πολλαπλότητα διαδικασιών και η αίτηση υπόκειται σε απόρριψη. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα €1.000 συν ΦΠΑ υπέρ του Ενάγοντος και εις βάρος της Εναγομένης
- Η αίτηση ημερ. 2.10.19 ορίζεται για απόδειξη στις 31.3.22 και ώρα 8:45 π.μ. εκτός εάν η Εναγόμενη 4 καταχωρίσει την Υπεράσπιση της τρεις ημέρες προηγουμένως (ως είναι ορισμένη και για τον Εναγόμενο 3). Η αίτηση ημερ. 2.11.21 υπό της Εναγομένης 4 παραμένει ως είχε προγραμματιστεί (στις 3.5.22 για ακρόαση). (Υπ.) ............. Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο