← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Elkeblawy κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7699/21, 4/3/2022

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Elkeblawy κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7699/21, 4/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2022:4 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ. Χρ. Παρπόττα, Α.Ε.Δ. Α. Πανταζή-Λάμπρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7699/21 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν.

  1. XXXXX XXXXX XXXXX Elkeblawy
  2. XXXXX Almari
  3. XXXXX Srour Κατηγορούμενοι 4 Μαρτίου,
  4. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Παπαγαπίου μαζί με κα Ε. Βλάχου και Μ. Πολυκάρπου, ασκούμενες δικηγόρους Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Τζ. Μπετίτο Κατηγορούμενος 1 Παρών Π Ο Ι Ν Η Φρίκη και αποτροπιασμό νιώσαμε ακούγοντας τα συγκλονιστικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Συνοψίζονται ως ακολούθως: Ο κατηγορούμενος 1 (εφεξής ο κατηγορούμενος), Αιγύπτιος, ηλικίας 31 ετών κατά τον ουσιώδη χρόνο, βρισκόταν στην Κύπρο παράνομα διαμένοντας σε κάποιο διαμέρισμα στον Στρόβολο. Είχε ως σύντροφο την XXXXX Dergham (γνωστή και ως XXXXX) από την Ουκρανία. Κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2020, γύρω στις 04:00 τα ξημερώματα, μετά από σκηνή ζηλοτυπίας, όπου ο κατηγορούμενος θύμωσε, θεωρώντας ότι η XXXXX τον είχε προδώσει, τη γρονθοκόπησε δυνατά στο λαιμό με αποτέλεσμα αυτή να πέσει ανάσκελα προς τα πίσω. Από το στόμα της έτρεχε αρκετό αίμα και η γλώσσα της βγήκε προς τα έξω. Δεν ανάπνεε καλά και με το χέρι ο κατηγορούμενος έπιασε τον λάρυγγα της και τον τράβηξε. Οι πιο πάνω ενέργειες είχαν ως τραγικό αποτέλεσμα να προκληθεί ο θάνατος της άτυχης XXXXX. Αρχικά, ο κατηγορούμενος άφησε το θύμα, αιμόφυρτο στο διαμέρισμα του. Το απόγευμα όμως της ίδιας ημέρας τύλιξε το άψυχο πλέον σώμα του θύματος με σεντόνια, το τοποθέτησε σε καρότσι υπεραγοράς, σκεπάζοντας το με κουβέρτα για να μην φαίνεται και βγήκε έξω προς αναζήτηση τόπου να το πετάξει. Βρήκε ένα κοντινό εγκαταλελειμμένο κτίριο με υπόγειο και το άφησε εκεί. Συγκεκριμένα έδεσε τα πόδια του θύματος με σχοινί, το τύλιξε με σεντόνια και κουβέρτες και το έριξε σε φρεάτιο του υπογείου. Ακολούθως έδεσε το σχοινί στο εσωτερικό μέρος του μεταλλικού καλύμματος του φρεατίου και το έκλεισε. Ο λόγος που χρησιμοποίησε σχοινί, προσδένοντας το στη μια μεριά επί της σορού του θύματος και στην άλλη επί της εσωτερικής πλευράς του καλύμματος του φρεατίου, θα διαφαινόταν πολλούς μήνες μετά. Μετά που έριξε τη σορό στο φρεάτιο, ο κατηγορούμενος επέστρεψε στο διαμέρισμα του, μάζεψε τα πράγματα της XXXXX, τα έβαλε σε μια βαλίτσα και τα πέταξε σε παρακείμενο χωράφι. Μετά από μια - δυο μέρες, ο κατηγορούμενος, με τη βοήθεια άλλων προσώπων, διέφυγε αρχικά στις κατεχόμενες περιοχές και απ' εκεί στην Τουρκία. Περί τον Ιανουάριο ή Φεβρουάριο του 2021 αποφάσισε να επιστρέψει, φτάνοντας με βάρκα αρχικά στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου και από το οδόφραγμα Αστρομερίτη, στις ελεύθερες περιοχές. Στις 17.3.2021 ο κατηγορούμενος επικοινώνησε με τον πρώην κατηγορούμενο 2, XXXXX Almari (εφεξής ο Almari) και του ζήτησε να τον βοηθήσει, μεταφέροντας με το αυτοκίνητο του, ένα καναπέ όπως του είπε. Ο Almari ανταποκρίθηκε και τον παρέλαβε από το διαμέρισμα του, αλλά, αντί για καναπέ, ο κατηγορούμενος του ζήτησε να κατευθυνθεί στο σημείο όπου ήταν πεταγμένη η σορός της άτυχης κοπέλας. Φτάνοντας στο σημείο, ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο, πλησίασε το φρεάτιο, και με τη βοήθεια του σχοινιού με το οποίο την είχε προσδέσει αρκετούς μήνες πριν, την τράβηξε πάνω και την φόρτωσε στην κάσα του οχήματος του Almari. Κάπου εδώ επαληθεύτηκε το μυθιστορικό απόφθεγμα ότι «ο δολοφόνος επιστρέφει πάντα στη σκηνή του εγκλήματος». Στη συνέχεια, ο Almari - υπό την απειλή πλέον του κατηγορούμενου - συμμορφώθηκε με την υπόδειξη του και μετέφεραν τη σορό στην περιοχή Γερατζιές στην Αθηαίνου, όπου ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το όχημα και την εγκατέλειψε σε χωράφι. Την επομένη ημέρα, ο κατηγορούμενος αγόρασε καυστικό οξύ (προφανώς βιτριόλι που περιγράφεται στα γεγονότα ως «acid») και μαζί με τον Almari και ακόμα ένα πρόσωπο μετέβησαν εκ νέου στο σημείο όπου ήταν εγκαταλελειμμένη η σορός. Εκεί ο κατηγορούμενος περιέλουσε τη σορό με το καυστικό υγρό και την έθαψε. Μετά από μερικές μέρες και συγκεκριμένα στις 22.3.2021, ο Almari αποφάσισε να καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία. Συνόδευσε μάλιστα αυθημερόν την Αστυνομία στις Γερατζιές για να εντοπίσουν τη σορό, χωρίς όμως επιτυχία. Την επομένη ημέρα, 23.3.2021, ο κατηγορούμενος εντοπίστηκε από την Αστυνομία, ανακόπηκε και αφού διαπιστώθηκε ότι βρισκόταν στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας παράνομα από τις 13.5.2016, συνελήφθη αρχικά (η ώρα 10:50) για το αδίκημα της παράνομης παραμονής. Λίγη ώρα πριν συμβούν όλα αυτά και συγκεκριμένα στις 10:10, η Αστυνομία εντόπιζε τη σορό της άτυχης κοπέλας στο χωράφι στις Γερατζιές - η οποία, θα πρέπει να σημειωθεί, ήταν θαμμένη, διαμελισμένη και σε κατάσταση μουμιοποίησης. Λίγο αργότερα εκδόθηκαν εντάλματα έρευνας της οικίας του κατηγορούμενου και σύλληψης του ιδίου για το αδίκημα του φόνου εκ προμελέτης. Ο κατηγορούμενος συνελήφθη στα γραφεία της ΥΚΑΝ όπου ήδη κρατείτο και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στον Νόμο, απάντησε «όχι δεν ξέρω τίποτε». Περί ώρα 15:50, ο κατηγορούμενος εξέφρασε την επιθυμία προς την Αστυνομία να πει την αλήθεια. Αντ' αυτού όμως απέδωσε τις εγκληματικές του πράξεις στον Almari. Μετά την ψευδή αυτή αφήγηση, ο κατηγορούμενος συνελήφθη και για αδίκημα συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος και αφού του επεστήθη και πάλι η προσοχή στον Νόμο απάντησε «είναι ο XXXXX όχι εγώ». Παράλληλα συνελήφθη ο Almari και ο πρώην κατηγορούμενος 3 της παρούσας υπόθεσης. Έπειτα, ο κατηγορούμενος, συνέχισε να δίνει παραπλανητικές καταθέσεις στην Αστυνομία. Συνολικά έδωσε έξι καταθέσεις - μια προφορική και πέντε ανακριτικές. Στις τελευταίες δύο καταθέσεις, ημερ. 13.4.2021 και 14.4.2021 ομολόγησε τη διάπραξη του στυγερού εγκλήματος, παραθέτοντας συνάμα την εκδοχή του για το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα. Μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι το βράδυ του συμβάντος βρισκόταν με το θύμα σε κάποια μπυραρία, έπιναν και μέθυσαν. Κάποια άλλη κοπέλα που βρισκόταν στο μέρος κάθισε στα πόδια του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα το θύμα - προφανώς ενοχλημένο - να αποχωρήσει. Συναντήθηκαν αργότερα στο διαμέρισμα του κατηγορούμενου, όπου το θύμα - σύμφωνα πάντα με τον κατηγορούμενο - θυμωμένη και μεθυσμένη άρχισε να του ρίχνει διάφορα αντικείμενα. Ο ίδιος στη συνέχεια ξάπλωσε στο κρεβάτι όπου το θύμα τον πλησίασε και τον χαστούκισε στο πρόσωπο. Στο σημείο αυτό, ο κατηγορούμενος θύμωσε και γρονθοκόπησε το θύμα στο λαιμό με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος προς τα πίσω, ανάσκελα. Της έριξε νερό, φώναξε το όνομα της, έπιασε το σφυγμό της αλλά ήταν ήδη νεκρή. Τέλος να σημειώσουμε ότι σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση δεν ήταν δυνατή η εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων σε σχέση με τα ακριβή αίτια θανάτου της άτυχης κοπέλας. Το πιο πάνω πλέγμα γεγονότων έφερε τον κατηγορούμενο εδώ, ενώπιον του Δικαστηρίου μας, αντιμέτωπο με τις δύο υπό κρίση κατηγορίες. Η 1η αφορά το αδίκημα της Ανθρωποκτονίας κατά παράβαση του άρθρου 205 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 και η 2η - που φαντάζει πλέον ασήμαντη - το αδίκημα της Παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά παράβαση των άρθρων 2, 18, 19 και 20 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ.
  5. Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής, ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης κ. Μπετίτο, υιοθέτησε κατ' αρχάς τα γεγονότα όπως τα εξέθεσε η Κατηγορούσα Αρχή. Τα γεγονότα αυτά τα έχουμε συνοψίσει ανωτέρω. Απ' εκεί και πέρα ο συνήγορος υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, η οποία βρίσκεται κατατεθειμένη στο φάκελο του Δικαστηρίου. Απ΄ αυτή προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, με καταγωγή από την Αίγυπτο, είναι σήμερα ηλικίας 33 ετών, άγαμος και πριν τη σύλληψη του ασχολείτο με την τοποθέτηση κεραμικών. Έχει τρία αδέλφια, οι γονείς του είναι υπερήλικες ενώ ο ίδιος δεν εργάστηκε ούτε και υπηρέτησε στρατιωτική θητεία στην Αίγυπτο. Αντίθετα εγκατέλειψε την Αίγυπτο το 2014 και ήρθε στην Κύπρο. Ως προκύπτει από τα γεγονότα, από το 2016 και εντεύθεν, βρίσκεται εδώ χωρίς να κατέχει άδεια παραμονής. Δεν έχει προβλήματα υγείας ή εθισμό σε ουσίες ή αλκοόλ. Σε σχέση με το ήσσονος σημασίας αδίκημα της 2ης κατηγορίας, ο κ. Μπετίτο, αφού δέχτηκε τα γεγονότα ως αναφέρονται στο κατηγορητήριο, ανέφερε απλώς ότι ο κατηγορούμενος ερχόμενος στην Κύπρο, ευελπιστούσε για ένα καλύτερο οικονομικό μέλλον. Απολογείται προς την Κυπριακή Δημοκρατία και το Δικαστήριο για την πράξη του. Απ' εκεί και πέρα, σε σχέση με την Ανθρωποκτονία, ζήτησε από το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη ότι υπήρξε κάποια συνεργασία του κατηγορούμενου με τις αστυνομικές αρχές αφού προέβη σε υποδείξεις σκηνών, ενώ τουλάχιστον, στις δύο τελευταίες καταθέσεις που έδωσε, ομολόγησε ενοχή, παραθέτοντας και τα γεγονότα. Ζήτησε μάλιστα από το Δικαστήριο να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα στη συνεργασία του αφού η ιατροδικαστική έρευνα δεν οδήγησε στα ακριβή αίτια του θανάτου. Τούτο, κατά το συλλογισμό, θα επιμήκυνε τη δίκη και θα δυσχέραινε την προσπάθεια απόδειξης της υπόθεσης. Στο ίδιο πλαίσιο, ο συνήγορος ζήτησε όπως ληφθεί υπόψη και η παραδοχή του κατηγορούμενου στο σημείο όπου άλλαξε απάντηση, το οποίο ουσιαστικά, ήταν αμέσως μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Περαιτέρω ο συνήγορος στάθηκε στο νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου, στο καθαρό ποινικό του μητρώο και στη μεταμέλεια που επιδεικνύει μέσω των τελευταίων δύο καταθέσεων του. Έχει τύψεις και ένιωσε άγχος για αυτό που συνέβη, πρόσθεσε ο συνήγορος. Δεν είχε πρόθεση να προκαλέσει το θάνατο του θύματος με τη γροθιά που της έδωσε και υπό αυτή την έννοια, πρόκειται για περίπτωση «αθέλητης ανθρωποκτονίας». Επ' αυτού τόνισε ότι το θύμα κτυπήθηκε μόνο μια φορά, με τη γροθιά που του κατάφερε ο κατηγορούμενος στο λαιμό. Δυστυχώς, συνέχισε ο συνήγορος, δημιουργήθηκε στη συνέχεια μια αλυσίδα γεγονότων που επέφεραν τον θάνατο του θύματος. Ο θάνατος επήλθε ακαριαία ή εν πάση περιπτώσει εντός σύντομου χρονικού διαστήματος και έτσι ο κατηγορούμενος δεν είχε περιθώριο να αντιδράσει. Προσπάθησε να την επαναφέρει χωρίς επιτυχία αφού δεν είχε σφυγμό. Ο συνήγορος στη συνέχεια αναφέρθηκε στο στοιχείο της μέθης, επισημαίνοντας ότι αμφότεροι, κατηγορούμενος και θύμα, ήταν μεθυσμένοι. Με αναφορά δε σε Νομολογία, ζήτησε από το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη το γεγονός αυτό ως μετριαστικό στοιχείο. Σε σχέση με τη μετέπειτα συμπεριφορά του κατηγορούμενου, ο ευπαίδευτος συνήγορος την απέδωσε στην κατάσταση «σοκ» υπό την οποία βρισκόταν ο κατηγορούμενος. Επέδρασε καταλυτικά ο φόβος σύλληψης και απέλασης από την Κύπρο αφού βρισκόταν εδώ παράνομα, σημείωσε ο συνήγορος. Παράλληλα ο κατηγορούμενος φοβόταν μήπως συλληφθεί και κατηγορηθεί για φόνο εκ προμελέτης αφού δεν υπήρχε αυτόπτης μάρτυρας να δει τι ακριβώς είχε συμβεί. Αυτή ήταν η ψυχική σύνθεση του κατηγορούμενου εκείνη τη στιγμή. Εν πάση περιπτώσει ζήτησε από το Δικαστήριο όπως εστιάσει στο ίδιο το συμβάν και όχι στις μετέπειτα πράξεις και ενέργειες του κατηγορούμενου. Αναγνώρισε πάντως ο κ. Μπετίτο ότι η ποινή που θα επιβληθεί θα είναι πολύχρονη ποινή φυλάκισης, αλλά ζήτησε - ενόψει των μετριαστικών - όπως η ποινή μην είναι «εξαντλητική». Τέλος χαρακτήρισε το συμβάν ως «μια άτυχη στιγμή» μέσα από το οποίο ο κατηγορούμενος, έχασε ένα άνθρωπο που αγαπούσε, στοιχείο που ζήτησε από το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη, επιδεικνύοντας τη μέγιστη δυνατή επιείκεια. Από πλευράς Δικαστηρίου, επαναλαμβάνουμε κατ' αρχάς τη φρίκη και τον αποτροπιασμό μας για το απεχθές έγκλημα που διέπραξε ο κατηγορούμενος. Το αδίκημα της ανθρωποκτονίας - η αφαίρεση δηλαδή μιας ανθρώπινης ζωής - του πολυτιμότερου αγαθού που υπάρχει σε αυτό τον κόσμο - με τον ένα ή τον άλλο τρόπο - βρίσκεται στην κορυφή της πυραμίδας των ειδεχθών εγκλημάτων που γνωρίζει η ανθρωπότητα - εξ ου και ο νομοθέτης έχει προβλέψει ως μέγιστη ποινή, τη διά βίου φυλάκιση. Η κοινωνία συγκλονίζεται από ανθρωποκτόνες πράξεις και αναμένει ανταπόδοση, όχι ως μέτρο εκδίκησης, αλλά ως μέτρο προστασίας του κοινωνικού συνόλου από πράξεις αυτού του είδους. Είναι γι' αυτό ακριβώς το λόγο που το Ανώτατο Δικαστήριο έχει σε πολλές αποφάσεις του τονίσει την ιερότητα της ζωής και την αδήριτη ανάγκη επιβολής ποινών οι οποίες θα προστατεύουν την κοινωνία, έχοντας αποτρεπτικό χαρακτήρα τόσο για τον κατηγορούμενο όσο και για άλλους επίδοξους εγκληματίες. Σε ότι αφορά το θέμα της ποινής, είναι πάγια νομολογιακή αρχή ότι η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών και ιδιαιτεροτήτων. Δεν υπάρχουν όμοιες υποθέσεις για να υπάρχουν και όμοιες ποινές. Οι προηγούμενες ποινές όμως είναι ενδεικτικές του τρόπου αντιμετώπισης του συγκεκριμένου αδικήματος στο χρόνο όπου επιβάλλονται και συνεπώς αναφορά και στάθμιση της Νομολογίας βοηθά στην εμπέδωση αισθήματος ομοιομορφίας στη μεταχείριση των δραστών. Με αυτά κατά νου θα προβούμε σε μια σύντομη ανασκόπηση της Νομολογίας. Ξεκινούμε από την υπόθεση Selim v. Δημοκρατίας

(2011)2 Α.Α.Δ. 199 όπου ο εφεσείων ευρισκόμενος μόνος του με το θύμα σε ερημική περιοχή την έπιασε με το δεξί του χέρι και την έσφιξε με όλη του τη δύναμη. Ακολούθως την άφησε και αντιλήφθηκε ότι είχε ξεψυχήσει. Στη συνέχεια έριξε το πτώμα σε παρακείμενο πηγάδι, το σφράγισε από πάνω και έφυγε. Στην επιβολή της ποινής λήφθηκε υπόψη από το Κακουργιοδικείο και στοιχείο πρόκλησης που συνίστατο στο γεγονός ότι το θύμα είχε αναφέρει στον εφεσείοντα, ότι, δεν ήταν ο βιολογικός πατέρας της «θυγατέρας» τους. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την πρωτόδικη ποινή φυλάκισης 20 χρόνων, δεν θεώρησε σοβαρή την προαναφερθείσα πρόκληση ώστε να δικαιολογείται συσχετισμός προς το βάναυσο στραγγαλισμό του θύματος. Στην εν λόγω υπόθεση σημαντική ήταν η επισήμανση ότι υποθέσεις ανθρωποκτονίας όπου επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης από 18-28 έτη ήταν υποθέσεις όπου δεν υπήρχε πρόκληση, είτε άγγιζαν τα όρια της προμελέτης, είτε αφορούσαν τη δολοφονία πέραν του ενός προσώπου. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Χρίστου, Ποινική Έφεση 20/2015, ημερ. 6.11.2017, ο 86χρονος θύτης σκότωσε τη σύζυγο του κτυπώντας την στο κεφάλι με το μπαστούνι του. Ο συνήγορος του εισηγήθηκε ότι επρόκειτο για «αθέλητη ανθρωποκτονία». Το Ανώτατο Δικαστήριο, χωρίς να απορρίψει ρητά αυτή την εισήγηση, διαπίστωσε ότι ο υπερήλικας θύτης επέδειξε αδιαφορία για το ενδεχόμενο αποτέλεσμα των κτυπημάτων που κατάφερε στο θύμα, θεωρώντας τούτο ιδιαιτέρως επιβαρυντικό. Στη συνέχεια και παρά την ύπαρξη πολλών και ισχυρών μετριαστικών παραγόντων, μεταξύ των οποίων και το γεγονός ότι ο εφεσείων βρισκόταν στη δύση ουσιαστικά της βιολογικής του ζωής, δεν δίστασε να του επιβάλει άμεση ποινή φυλάκισης 2 χρόνων με την αυτονόητη βέβαια υπόδειξη πως αν ο θύτης δεν ήταν τέτοιας μεγάλης ηλικίας η «ποινή θα ήταν πολύ πιο αυστηρή». Στην Ιορδάνους v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 152/2014, ημερ. 19.4.2018 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 20 χρόνων στον εφεσείοντα που πυροβόλησε τη σύζυγο του στο κεφάλι. Στην Bistriceanu v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 76/2017, ημερ. 26.4.2018, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 16 ετών στον εφεσείοντα ο οποίος παραδέχτηκε ενοχή για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας. Εκεί ο εφεσείοντας είχε ρίξει καυστική σόδα στο πρόσωπο και στο σώμα του θύματος, γεγονός που επέφερε τον θάνατο. Τέλος στην Okmelashvili v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 146/2020, ημερ. 22.12.2021 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 17 ετών στον εφεσείοντα ο οποίος είχε πυροβολήσει τη σύζυγο του και ο οποίος είχε προβεί σε άμεση παραδοχή. Επιστρέφουμε στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης κάνοντας αρχή από κάποια ζητήματα που τέθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο Υπεράσπισης. Πρώτα απ' όλα υποδεικνύουμε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει ποινιολογική σημασία το τελικό αίτιο του θανάτου της άτυχης XXXXX, αν ήταν δηλαδή από εσωτερική αιμορραγία ή από βαριά εγκεφαλική κάκωση κοκ, αλλά, ότι, γενεσιουργός, μόνη και καθοριστική αιτία του θανάτου της ήταν η παράνομη πράξη του κατηγορούμενου που προηγήθηκε. Η γροθιά δηλαδή που της κατάφερε στο λαιμό - η οποία αναμφίβολα ήταν βίαιη και βάναυση αφού προκάλεσε την οπίσθια πτώση της που είχε ως αποτέλεσμα να κτυπήσει στο έδαφος. Εξάλλου ο ίδιος ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι ο θάνατος ήταν ακαριαίος ή εν πάση περιπτώσει επήλθε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Δεν αμφισβητήθηκε, και αποδεχόμαστε επομένως προς όφελος του, ότι στο μυαλό του κατηγορούμενου, τη στιγμή που γρονθοκοπούσε το θύμα, δεν είχε διαμορφωμένη υποκειμενική πρόθεση να το θανατώσει. Υπό αυτή την έννοια η ανθρωποκτονία είναι αθέλητη (βλ. Πουτζιουρής κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 309). Είναι όμως σημαντικό να επισημανθούν τα εξής: Στην Κύπρο, σε αντίθεση με το τι ισχύει στην Αγγλία, ο Ποινικός Κώδικας ρυθμίζει τα αδικήματα κατά της ζωής με βαθμιαία πτώση, διαβαθμίζοντας τα δηλαδή, ανάλογα με το μέγεθος υπαιτιότητας. Στην κορυφή βρίσκεται ο Φόνος κατά παράβαση του άρθρου 203, στο ενδιάμεσο η Ανθρωποκτονία κατά παράβαση του άρθρου 205 και στην κατώτερη βαθμίδα η Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου
  1. Στο αγγλικό δίκαιο όμως ενσωματώνονται στην έννοια της ανθρωποκτονίας τόσο η ανθρωποκτονία του άρθρου 205 του δικού μας ΠΚ όσο και η πρόκληση θανάτου του δικού μας άρθρου
  2. Εν όψει ακριβώς αυτής της ενιαίας συμπερίληψης που καλύπτει ευρύτητα υπαιτιότητας, υπάρχει στην Αγγλία τεράστια διακύμανση/απόκλιση στις ποινές που επιβάλλονται για αυτό το αδίκημα (βλ. R v. George Kenneth Boyer
(1981)3 Cr. App. R (s.) 35). Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο στην Κύπρο. Το συστατικό στοιχείο της «πρόθεσης» διάπραξης ανθρωποκτονίας στην Κύπρο ικανοποιείται ακόμα και με την απόδειξη ενσυνείδητης ή υποκειμενικής αμέλειας ή αμέλειας πρώτου βαθμού - αυτό που κατά το αγγλικό δίκαιο ονομάζεται «recklessness» Η έννοια αυτή εξηγήθηκε στην θεμελιακή υπόθεση Cunnigham [1957] 2 All ER 412 ως «ενσυνείδητη ανάληψη κινδύνου». Η αντίληψη ή επίγνωση δηλαδή κινδύνου πρόκλησης θανάτου ή σοβαρής σωματικής βλάβης. Απόλυτα σχετική επί των πιο πάνω αρχών είναι η υπόθεση Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2015)2 Α.Α.Δ. 256 από την οποία έχουμε αντλήσει καθοδήγηση. Συνεπώς όταν ο κατηγορούμενος - ο οποίος, δεν φαίνεται από τα γεγονότα να έπασχε από οποιαδήποτε νοητική υστέρηση ή ψυχωτική νόσο, γρονθοκοπούσε με βαναυσότητα και βιαιότητα στον λαιμό, το ανυπεράσπιστο θύμα, το οποίο ανήκε στο ασθενές (σωματικά) φύλο, λογίζεται, για σκοπούς του Νόμου, ωσάν να είχε πλήρη επίγνωση του κινδύνου πρόκλησης είτε θανάτου είτε σοβαρής σωματικής βλάβης. Με άλλα λόγια στοιχειοθετείται πλήρως η «πρόθεση» διάπραξης ανθρωποκτονίας. Για τον πιο πάνω λόγο δεν μπορούμε να δεχτούμε και την εισήγηση περί «άτυχης στιγμής» που ανέδειξε ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης. «Άτυχη στιγμή» θα ήταν αν ο θάνατος προκαλείτο από ένα τυχαίο γεγονός, από κάποια ασυνήθιστη συγκυρία ή από μια ιδιαιτερότητα θύματος ή περιστάσεων. Για παράδειγμα "άτυχη στιγμή" υπήρξε στην υπόθεση Νικολάου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 483, όπου θηροφύλακας πλήγηκε από σφαιρίδια όπλου λαθροκυνηγού που πυροβόλησε για εκφοβισμό - 7 χρόνια φυλάκιση. Ομοίως στην Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 692 όπου στο πλαίσιο διαπληκτισμού θύματος και θύτη εκπυρσοκρότησε κυνηγετικό όπλο και σκοτώθηκε το θύμα - 5 χρόνια φυλάκιση. Επίσης στην Λοΐζου v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 751 όπου ο κατηγορούμενος μετά από αλλεπάλληλες προκλήσεις από το θύμα και υπό το κράτος φόβου, ένεκα επίθεσης που δεχόταν από τον σκύλο του θύματος, τον κτύπησε με σκεπάρνι στο λαιμό και πέθανε. Μετά το συμβάν ο θύτης επισκέφθηκε μόνος του αστυνομικό σταθμό και πληροφόρησε τους επί καθήκοντι αστυνομικούς για το τι είχε συμβεί - 5 χρόνια φυλάκιση. Εδώ δεν υπάρχει αναφορά στα γεγονότα που να δικαιολογεί ένα τέτοιο συμπέρασμα. Αντιθέτως, τα γεγονότα ήταν τραγικά όπως τραγική ήταν η κατάληξη για το άτυχο θύμα της υπόθεσης, το οποίο όχι μόνο σκοτώθηκε αλλά στερήθηκε του μετά θάνατο, ιερού δικαιώματος, αξιοπρεπούς ταφής. Επί τούτου και με κάθε εκτίμηση προς τις θέσεις του ευπαιδεύτου συνηγόρου Υπεράσπισης, δεν μπορούμε να μην λάβουμε υπόψη μας επιβαρυντικά και τα όσα ακολούθησαν του θανάτου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος μίλησε για «σοκ». Σοκ ενδεχομένως να υπήρξε τη στιγμή του συμβάντος και αμέσως μετά. Ο κατηγορούμενος όμως με παγερή ψυχραιμία, υπολογισμό και μεθόδευση και ενεργώντας σε βάθος χρόνου, έπραξε ό,τι ήταν δυνατό να εξαφανίσει το πτώμα. Αρχικά άφησε το άψυχο σώμα στο διαμέρισμα, προφανώς μέχρι να καταστρώσει σχέδιο εξαφάνισης. Έπειτα το σκέπασε, το φόρτωσε σε καροτσάκι υπεραγοράς και το έριξε σε φρεάτιο υπογείου παρακείμενης οικοδομής. Θεώρησε ότι ο χώρος αυτός δεν ήταν απόλυτα ασφαλής και φρόντισε με τη χρήση σχοινιού να προσδέσει τη σορό με το εσωτερικό κάλυμμα του φρεατίου, κάτι το οποίο του έδινε τη δυνατότητα να την ανασύρει από το φρεάτιο, αργότερα. Πράγματι μετά από πέντε περίπου μήνες και αφού στο μεσοδιάστημα αναχώρησε και επέστρεψε στην Κύπρο, ξαναπήγε στο φρεάτιο για να ολοκληρώσει τη διαδικασία της εξαφάνισης. Ανέσυρε τη σορό, τη φόρτωσε σε αυτοκίνητο και την έθαψε σε χωράφι στην Αθηαίνου, φροντίζοντας προηγουμένως να την περιλούσει με καυστικό οξύ για να εξαφανίσει και τα τελευταία της απομεινάρια. Σημειώνουμε στο σημείο αυτό ότι η σορός βρέθηκε θαμμένη, διαμελισμένη και σε κατάσταση μουμιοποίησης από την Αστυνομία. Συνεπώς ο ισχυρισμός περί «σοκ» δεν προσφέρει κανένα απολύτως δικαιολογητικό στον κατηγορούμενο. Αντίθετα τα προαναφερθέντα είναι άκρως επιβαρυντικά για τον κατηγορούμενο - βλέπε επί του σημείου αυτού Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 466. Η μετά θάνατο, κτηνώδης συμπεριφορά του κατηγορούμενου και η επίδειξη παντελούς ασέβειας προς το σώμα, την ψυχή και τη μνήμη της άτυχης κοπέλας, καθιστούν επίσης τη θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου περί «απώλειας αγαπημένου προσώπου» - με την πλέον επιεικέστερη των προσεγγίσεων - ανεδαφική και απορριπτέα. Συνεπώς με βάση αυτό το πλέγμα γεγονότων θα κριθεί ο κατηγορούμενος για τις άνομες πράξεις του. Από την άλλη θα λάβουμε υπόψη προς όφελος του κατηγορουμένου τα υπόλοιπα μετριαστικά στοιχεία που προκύπτουν από την αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου Υπεράσπισης. Συγκεκριμένα θα λάβουμε υπόψη μας και θα προσδώσουμε βαρύτητα στην παραδοχή του κατηγορουμένου η οποία δεν ήταν άμεση αλλά έγινε στα πολύ αρχικά στάδια της ακροαματικής διαδικασίας, διασώζοντας πολύτιμο δικαστικό χρόνο. Κρίνοντας μάλιστα από τον όγκο των τεκμήριων που κατατέθηκαν κατά την πρώτη δικάσιμο, είναι προφανές ότι αν διεξαγόταν δίκη, θα ήταν ιδιαιτέρως χρονοβόρα. Αποσοβήθηκε ο αχρείαστος αυτός κίνδυνος και θα πρέπει αυτό να πιστωθεί στον κατηγορούμενο. Σε ότι αφορά τη συνεργασία του κατηγορούμενου δεν ισχύει το ίδιο. Από την μια προέβη σε κάποιες υποδείξεις σκηνών και ομολόγησε ενοχή στις δύο τελευταίες ανακριτικές καταθέσεις, γεγονός το οποίο θα του πιστωθεί. Από την άλλη όμως επιχείρησε συνειδητά να παραπλανήσει την Αστυνομία, προβαίνοντας σε ψευδείς αναφορές, μη διστάζοντας μάλιστα να κατονομάσει άλλο πρόσωπο - φίλο του υποτίθεται - ως τον δράστη του στυγερού εγκλήματος. Η προσπάθεια αυτή του κατηγορούμενου δίνει κάποια εικόνα της ιδιαίτερης ιδιοσυγκρασίας και του γενικότερου προφίλ του και δεν μπορεί παρά να συνεκτιμηθεί από το Δικαστήριο, στην επιμέτρηση της ποινής. Υπόψη επίσης θα λάβουμε τα όσα αφορούν στις προσωπικές και άλλες του περιστάσεις όπως τις έχουμε καταγράψει ανωτέρω. Ο κατηγορούμενος ήταν σχετικά νέος κατά τη διάπραξη του εγκλήματος, 31 ετών ενώ σήμερα είναι 33 ετών. Το ηλικιακό αυτό στοιχείο εντάσσεται στις προσωπικές του περιστάσεις και θα το λάβουμε υπόψη. Θα πρέπει όμως να πούμε και τούτο. Στην ηλικία των 31 ετών ο χαρακτήρας του κατηγορούμενου ήταν πλήρως διαμορφωμένος. Όφειλε να είχε την αναγκαία ωριμότητα, συγκρότηση και αυτοέλεγχο για να μπορεί να καθορίζει και να κατευθύνει με υπευθυνότητα τις πράξεις του. Με άλλα λόγια δεν δικαιούται του ευεργετήματος που θα δικαιούτο για παράδειγμα ένα πολύ νεαρό πρόσωπο, ένας έφηβος, όπου, ενδεχομένως, οι πράξεις και παραλείψεις του καθορίζονται από ανωριμότητα, ανευθυνότητα, παρόρμηση και αυθορμητισμό. Λαμβάνουμε, περαιτέρω υπόψη το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το έγκλημα, ενώ τελούσε σε κατάσταση μέθης. Όπως έχει νομολογηθεί, η μέθη μπορεί να προσμετρήσει ως μετριαστικός παράγοντας, στο βαθμό που κρίνεται ότι αμβλύνει τον αυτοέλεγχο και επιδρά στις πράξεις του παραβάτη (βλ. Police v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσιολή
(1991)2 Α.Α.Δ. 194 και Pernell κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 417). Στο ίδιο πλαίσιο και σε μικρή μόνο έκταση όμως, θα λάβουμε υπόψη μας ότι και το θύμα βρισκόταν σε κατάσταση μέθης και επέδειξε προς τον κατηγορούμενο αντιδραστική/προκλητική συμπεριφορά, χωρίς ποσώς να θεωρούμε ότι υπάρχει «πρόκληση» υπό την έννοια του ισχυρού μετριαστικού παράγοντα ή βεβαίως ότι υπήρχε δικαιολογία για τη βίαιη και θανατηφόρα, όπως αποδείχθηκε, αντίδραση του κατηγορούμενου (βλ. Salim ανωτέρω). Περαιτέρω θα λάβουμε υπόψη τη μεταμέλεια και απολογία που εκφράστηκε διά στόματος του συνηγόρου του κατηγορουμένου, η οποία επαναλήφθηκε και για το αδίκημα της 2ης κατηγορίας. Τέλος θα προσμετρήσει προς όφελος του και το γεγονός ότι δεν βαρύνεται με οποιεσδήποτε προηγούμενες καταδίκες. Καταληκτικά λοιπόν, λαμβάνοντας υπόψη μας αφενός τα ιδιαίτερα γεγονότα του σοβαρού, φρικτού εγκλήματος που διέπραξε ο κατηγορούμενος ως το έχουμε σκιαγραφήσει πιο πάνω και της ανάγκης για αποτροπή και αφετέρου τους μετριαστικούς παράγοντες στους οποίους έχουμε επίσης αναφερθεί, κρίνουμε πως η αρμόζουσα ποινή για το αδίκημα της 1η κατηγορίας, την οποία και επιβάλλουμε, είναι η ποινή φυλάκισης 16 ετών. Στη 2η κατηγορία επιβάλλουμε ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Οι ποινές είναι συντρέχουσες, ξεκινούν από σήμερα αλλά μειώνονται για όση περίοδο ο κατηγορούμενος ήταν προφυλακιστέος - δηλαδή από τις 16.4.2021 (βλ. άρθρο 117 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155). Τα τεκμήρια να επιστραφούν στην Αστυνομία για να δοθούν στους δικαιούχους, πλην εκείνων που υπόκεινται σε καταστροφή και ως προς τούτο εκδίδεται ανάλογη διαταγή. Τέλος, €60 έξοδα να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) .............. Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Χρ. Παρπόττα, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Α. Πανταζή-Λάμπρου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.