ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΙΩΑΝΝΟΥ, Υπόθεση με αρ.: 140/2022, 28/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B34 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Υπόθεση με αρ.: 140/
- Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον- XXXXX ΙΩΑΝΝΟΥ Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 28/01/
- Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Αβραμίδου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Λ. Κυριακίδης. Κατηγορούμενος, Παρών. ---------- ΠΟΙΝΗ
- Ο Κατηγορούμενος έχει, μετά από δική του παραδοχή, καταδικαστεί από το Δικαστήριο, στα ποινικά αδικήματα των κατηγοριών με αρ. από 1 μέχρι και 3 στο κατηγορητήριο, που αφορούν: - Η κατηγορία με αρ. 1, την απόδραση προσώπου που τελεί υπό νόμιμη κράτηση, του Άρθρου 128(α) του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 154»), που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και πέντε χρόνων. - Η κατηγορία με αρ. 2, την κακόβουλη ζημιά σε περιουσία, του Άρθρου 324
(1)του Κεφ. 154, που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης δύο χρόνων ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €2.562 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί. - Και τέλος, η κατηγορία με αρ. 3, την κλοπή πράγματος αξίας, των Άρθρων 255 και 262 του Κεφ. 154, που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τριών χρόνων.
- Αποτελεί αρχή στο δίκαιο της επιβολής ποινής ότι, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, διαγράφεται από την προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή, ή από το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής. Είναι βεβαίως εύκολα κατανοητό ότι, η πρόβλεψη από τον Νομοθέτη, ιδιαιτέρως ποινής φυλάκισης, αλλά και το μέγεθος της, δίδουν και το στίγμα του μεγέθους της απαρέσκειας ή και αποστροφής της κοινωνίας για πράξεις ή παραλείψεις των οποίων μέσω αυτής επιδιώκεται η αποτροπή. Συνεπώς, όσο μεγαλύτερη είναι η προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή, τόσο σοβαρότερο πρέπει να θεωρείται και το αδίκημα. Το Δικαστήριο εφαρμόζει το Νόμο, πρέπει να τον εφαρμόζει αποτελεσματικά ώστε οι σκοποί του να επιτυγχάνονται και για αυτό ακριβώς τον λόγο, η σοβαρότητα ενός αδικήματος ως οροθετείται από τον Νομοθέτη και η ανάγκη για αποτροπή, πρέπει να αντανακλώνται και στην ποινή. Ιδιαιτέρως στις περιπτώσεις, όπως και η προκείμενη, όπου τα συγκεκριμένα αδικήματα παρατηρούνται στην κοινωνία να διαπράττονται με τέτοια συχνότητα, ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι βρίσκονται σε έξαρση και εκ της φύσεως τους είναι σοβαρά, δεδομένα που δημιουργούν αυξημένο αίσθημα ανησυχίας, οπότε, το Δικαστήριο, επιδιώκει, εκτός από την τιμωρία, και την γενική καταστολή. Αυτό επιτυγχάνεται, δια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών. [i]. Σύμφωνα με την Νομολογία, η χωρίς σημεία κάμψης έξαρσης στην διάπραξη συγκεκριμένων αδικημάτων, εκτός από αποτρεπτικές ποινές, δικαιολογεί και σταδιακή αύξηση των ποινών. [ii].
- Η ανάγκη για επιβολή ποινής ανάλογης με την σοβαρότητα ενός ποινικού αδικήματος, ως προαναφέρθηκε, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να σταθμίζεται με την ανάγκη για την εξατομίκευση της ποινής, ώστε η ποινή που τελικά θα επιβληθεί από το Δικαστήριο, να αρμόζει στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν. Και αυτό, πάντοτε με προσοχή, ώστε να μην εξουδετερώνονται τα στοιχεία εκείνα που σχετίζονται με τη σοβαρότητα του ποινικού αδικήματος και την ανάγκη για προστασία της κοινωνίας.
- Το πως ο Κατηγορούμενος διέπραξε τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα, αναφέρθηκε με λεπτομέρεια από την εκπρόσωπο του Κατήγορου. Αυτά τα γεγονότα, κάποιες πτυχές τους, διευκρινίστηκαν ή και σχολιάστηκαν από τον συνήγορο υπεράσπισης του Κατηγορουμένου. Αναφορά του Δικαστηρίου στις περιστάσεις διάπραξής των ποινικών αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο, στην πλήρη τους έκταση, θα ήταν πλεονασμός. Εντούτοις, επισημαίνεται από το Δικαστήριο η σημασία τους. Αυτές, επιδρούν καθοριστικά στο ζήτημα της ποινής. Και αυτό, επειδή, η σοβαρότητα ενός ποινικού αδικήματος, δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο της ποινής, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, εξαρτάται και από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν και αφορούν την διάπραξη του, από τις οποίες και διαγράφεται η υπαιτιότητα του κατηγορουμένου και το μέγεθος της ζημιάς ή βλάβης που προόριζε, μπορούσε να προκληθεί ή και προκλήθηκε με τις πράξεις ή παραλείψεις του, ή και τις συνέπειες του.
- Ως και προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο πρέπει να προσδιορίσει την υπαιτιότητα του Κατηγορουμένου και την ζημιά ή βλάβη που προκάλεσε ή προόριζε με τις πράξεις του να προκληθεί ή που θα μπορούσε να προκαλέσει με αυτές, με αναφορά σε παράγοντες, αναφορά στους οποίους γίνεται από το Δικαστήριο αμέσως μετά, που αποτελούν τα κύρια πραγματικά περιστατικά των προαναφερόμενων ποινικών αδικημάτων και προκύπτουν από τα γεγονότα της υπόθεσης. Οι παράγοντες αυτοί, προσδιορίζουν τα ποινικά αδικήματα υπό αναφορά, εντός του ευρύτερου φάσματος εγκληματικής συμπεριφοράς που τα Άρθρα 128(α), 324
(1), 255 και 262 του Κεφ. 154 καθορίζουν, με ανάλογη, κατά την ποινολογική θεώρηση του πράγματος, διακύμανση ως προς την τιμωρία των δραστών. Αυτοί, σε ότι αφορά το ζήτημα της ποινής, μπορούν να επενεργήσουν, είτε επιβαρυντικά, είτε ελαφρυντικά. Στην υπόθεση αυτή, για το προκείμενο, σημαντικά είναι τα εξής: - Ο Κατηγορούμενος, ενώ τελούσε υπό νόμιμη κράτηση από την Αστυνομία, μετά από εκτέλεση, στις 11/01/2022, Δικαστικού Εντάλματος Σύλληψης του, σχετικά με διερευνώμενη από την Αστυνομία υπόθεση για την διάπραξη ποινικών αδικημάτων, την ίδια ημέρα, επτά μόλις ώρες μετά, διέφυγε από το κρατητήριο του Αστυνομικού Σταθμού Ομορφίτας στο οποίο είχε τοποθετηθεί μόλις δύο ώρες προηγουμένως, διαπράττοντας έτσι το ποινικό αδίκημα της κατηγορίας με αρ. 1, της απόδρασης προσώπου που τελεί υπό νόμιμη κράτηση, του Άρθρου 128(α) του Κεφ. 154, που είναι, σημειώνεται, κακουργηματικού χαρακτήρα. - Η απόδραση προσώπου που τελεί υπό νόμιμη κράτηση, λόγω ακριβώς της φύσης του, είναι πάντοτε, -δηλαδή, ανεξαρτήτως περιστάσεων-, ένα σοβαρό ποινικό αδίκημα. Ως εκ τούτου, είναι πολύ σημαντικό για το Δικαστήριο, σε κάθε τέτοια υπόθεση, -και ανεξαρτήτως έκφανσης του βάσει του Άρθρου 128 του Κεφ. 154 και αν κατά τον συγκεκριμένο χρόνο βρίσκεται σε έξαρση-, να επισημάνει την σοβαρότητα του ποινικού αυτού αδικήματος, επιβάλλοντας στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης -μάλιστα, και κατά πολλούς ορθότερο: ποινή άμεσης φυλάκισης, ανεξαρτήτως πραγματικών περιστάσεων και προσωπικών του κατηγορουμένου-. Και αυτό, εφόσον, σε τέτοιες περιπτώσεις, η ποινή φυλάκισης σε κατηγορούμενο, δεν προορίζεται μόνο ως τιμωρία, αλλά και ως ένας σαφής αποτρεπτικός παράγοντας για άλλα πρόσωπα, εκτός του κατηγορουμένου, που μπορεί να σκεφτούν να δράσουν κατά τον ίδιο ή παρόμοιο τρόπο. - Η έκταση της ποινής φυλάκισης, που εξετάζεται σε δεύτερο στάδιο, καθορίζεται από άλλους επί μέρους παράγοντες. Για παράδειγμα, μικρότερη ποινή φυλάκισης, πρέπει το Δικαστήριο να επιβάλει σε ένα κατηγορούμενο, ο οποίος δρα από μόνος του, υποκινούμενος από κάποια προσωπική πίεση που τον πείθει να αποδράσει από την νόμιμη κράτηση του. Και μεγαλύτερη ποινή φυλάκισης πρέπει το Δικαστήριο να επιβάλει σε ένα κατηγορούμενο, «επαγγελματία εγκληματία», ο οποίος βοηθιέται να αποδράσει από την νόμιμη κράτηση του από, συνασπιστές του από εκτός ή και εντός της φυλακής ή του αστυνομικού κρατητηρίου στον οποίο βρίσκεται. Περαιτέρω, μεγαλύτερη είναι η υπαιτιότητα ενός κατηγορουμένου, του οποίου η απόδρασης από την νόμιμη κράτηση του, είχε συγκεκριμένο λόγο ή και σκοπό και δη παράνομο, και ο οποίος, για την επίτευξη της, έδρασε προγραμματικά και κατόπιν σχεδιασμού, για την υλοποίηση μάλιστα του οποίου χρησιμοποίησε και βία ή και προκάλεσε ζημιά, πετυχαίνοντας να παραμείνει ασύλληπτος για μεγάλη χρονική περίοδο, χωρίς ποτέ να παραδοθεί, κατά την διάρκεια της οποίας μάλιστα, διαπράττει και άλλα ποινικά αδικήματα. Και λιγότερη είναι η υπαιτιότητα ενός κατηγορουμένου, του οποίου η απόδρασης από την νόμιμη κράτηση του, δεν είχε συγκεκριμένο λόγο ή και σκοπό και δη παράνομο, και ο οποίος για την επίτευξη της, έδρασε χωρίς σχεδιασμό και από παρόρμηση, χωρίς βία ή και πρόκληση ζημιάς, πετυχαίνοντας να παραμείνει ασύλληπτος για πολύ μικρή χρονική περίοδο, χωρίς να έχει κατά την διάρκεια της διαπράξει οποιοδήποτε άλλο ποινικό αδίκημα και μετά παραδίδεται ο ίδιος στην Αστυνομία. Σημαντικά βεβαία στοιχεία, κατά την επιμέτρηση από το Δικαστήριο της ποινής φυλάκισης, είναι και φύση και οι περιστάσεις των ποινικών αδικημάτων, για τα οποία ή σχετικά με τα οποία ο κατηγορούμενος βρίσκεται υπό κράτηση. Και επιπρόσθετα, εάν ο κατηγορούμενος είχε καταδικαστεί σε αυτά τα ποινικά αδικήματα και εξέτιε την ποινή που του επέβαλε το Δικαστήριο στις Κεντρικές Φυλακές, ή αν απλώς ο κατηγορούμενος ήταν σε σχέση με αυτά, υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές εκκρεμούσης ποινικής δίωξης του, ή συλληφθείς ύποπτος για την διάπραξη τους και κρατούμενος σε κρατητήριο αστυνομικού σταθμού. - Στην προκείμενη περίπτωση, ο Κατηγορούμενος απέδρασε από το κρατητήριο του Αστυνομικού Σταθμού Ομορφίτας όπου βρισκόταν κατόπιν σύλληψης του από την Αστυνομία ως ύποπτος για την διάπραξη ποινικών αδικημάτων, τα οποία στο Δικαστήριο δεν αποκαλύφθηκαν από πλευράς Κατήγορου ποια ήταν, ούτε και φαίνεται ο Κατηγορούμενος να έχει διωχθεί για αυτά. Ο Κατηγορούμενος, δηλαδή, είχε συλληφθεί από την Αστυνομία και τελούσε υπό την κράτηση της, άγνωστο σε σχέση με τι συγκεκριμένα -δηλαδή, αν ήταν για ή σε σχέση με σοβαρής φύσεως ποινικά αδικήματα-, και δεν ήταν κατάδικος ή έστω υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές και μάλιστα για σοβαρής φύσεως υποθέσεις και ποινικά αδικήματα. Σε αυτό το σημείο, πρέπει να σημειωθεί ως σχετικό, και το ότι, ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. - Ο Κατηγορούμενος, επομένως, δεν απέδρασε από τις Κεντρικές Φυλακές, αλλά από το κρατητήριο του Αστυνομικού Σταθμού Ομορφίτας, όχι πολύ μετά από την εισαγωγή του εκεί, αφαιρώντας, όπως αναφέρθηκε στο Δικαστήριο από πλευράς Κατήγορου, -και συνάγει το Δικαστήριο από τα αναφερθέντα: με τα χέρια του-, «το γυαλί από το υπερυψωμένο παράθυρο της τουαλέτας του κελιού του» και «τη μεταλλική σχάρα ασφαλείας που υπήρχε εξωτερικά του παραθύρου». Φαίνεται δηλαδή ότι, από πλευράς Κατηγορουμένου, δεν υπήρξε κανένας προγραμματισμός ή σχεδιασμός για την απόδραση του, η οποία είναι προφανές ότι ήταν, χωρίς βοήθεια και ευκαιριακή λόγω και του βαθμού ασφάλειας που το συγκεκριμένο αστυνομικό κρατητήριο μπορούσε να παρέχει ή και παρείχε κατά την δεδομένη χρονική στιγμή. Απέδρασε ο Κατηγορούμενος από το αστυνομικό κρατητήριο κατά τον προαναφερόμενο τρόπο και στην συνέχεια απομακρύνθηκε από τον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας και έφυγε από την περιοχή, χωρίς καν να γίνει αντιληπτός. - Δεδομένο όμως είναι, ότι, ο Κατηγορούμενος, με την προαναφερόμενη πράξη του, προκάλεσε κακόβουλα ζημία σε περιουσία του δημοσίου, δηλαδή στο κρατητήριο του Αστυνομικού Σταθμού Ομορφίτας, αξίας €450 διαπράττοντας και το σχετικό ποινικό αδίκημα της κατηγορίας με αρ. 3, ως προαναφέρθηκε. - Ο Κατηγορούμενος, μετά την απόδραση του, ήταν καταζητούμενος από την Αστυνομία, μέχρι και που συλλήφθηκε στην βάση Δικαστικού Εντάλματος Σύλληψης του, δύο ημέρες μετά, στην κοινότητα Λιοπετριού, όπου είναι και η καταγωγή και ο τόπος διαμονής του. Δεν ήταν φαίνεται δύσκολος ο εντοπισμός του. - Ο Κατηγορούμενος, αμέσως μετά και την απόδραση του, για την μετακίνηση του από την Λευκωσία στο Λιοπέτρι, χρησιμοποίησε αυτοκίνητο το οποίο έκλεψε από τα υποστατικά της Laiko Manufacturing & Trading Ltd που γειτνιάζουν με τον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας, αξίας €6.000, το οποίο βρέθηκε στην κατοχή του όταν συλλήφθηκε, έχοντας υποστεί ζημιές και υπό περιστάσεις που δείχνουν ότι ο Κατηγορούμενος σκόπευε να το κρατήσει. Ούτε και στην περίπτωση των προαναφερόμενων πράξεων του που στοιχειοθετούν το εν λόγω ποινικό αδίκημα, η δράση του ήταν προγραμματισμένη και σχεδιασμένη, αλλά και πάλι ευκαιριακή. Ο Κατηγορούμενος, απέκτησε πρόσβαση στα υποστατικά της Laiko Manufacturing & Trading Ltd, είναι σημαντικό, από τον ίδιο τον φρουρό ασφαλείας του τόπου, ο οποίος, όταν ο Κατηγορούμενος το ζήτησε, χωρίς άλλο, «τον θεώρησε μέλος της Ε.Δ.Ο.Ν.» και του άνοιξε την θύρα της περίφραξης. Ενώ, στην συνέχεια, ο Κατηγορούμενος, έκλεψε το εν λόγω αυτοκίνητο, το οποίο βρήκε κάπου στον χώρο αφύλαχτο και με τα κλειδιά στην μίζα. - Ο Κατηγορούμενος, φαίνεται αντιμετωπίζει διάφορα προβλήματα. Αν και, οι λόγοι της απόδρασης του, δεν αναφέρθηκαν στο Δικαστήριο από πλευράς του, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτοί πρέπει να σχετίζονται με τα εν λόγω προβλήματα του. Κατ' αρχάς, ο Κατηγορούμενος είναι ουσιοεξαρτημένος. Από τα δεκατέσσερα του χρόνια, αναφέρει ότι είναι χρήστης κάνναβης και από τα δεκαοχτώ του χρόνια, αναφέρει ότι είναι χρήστης κρυσταλλικής μεθαμφεταμίνης. Σημειώνονται εδώ, αφενός, η ηλικία του Κατηγορουμένου σήμερα, των τριάντα χρόνων και αφετέρου, η επικινδυνότητα της κρυσταλλικής μεθαμφεταμίνης, η οποία, είναι αποδεδειγμένο, προκαλεί τρομακτικές παρενέργειες, οργανικές και ψυχικές, μάλιστα και με μόνιμες επιπτώσεις στην υγεία, στους χρήστες της. Πέραν τούτου, ο Κατηγορούμενος, είναι πατέρας ενός δωδεκάχρονου κοριτσιού, από το οποίο δηλώνει ουσιαστικά αποξενωμένος, λόγω των προβλημάτων που ισχυρίζεται αντιμετωπίζει με την πρώην σύζυγο του. Η, τον προηγούμενο χρόνο επικοινωνία που κατάφερε να έχει με το παιδί του, σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο, διακόπηκε περί τον περασμένο Αύγουστο, λόγω ισχυρισμών που η πρώην σύζυγος του και η οικογένεια της υπέβαλαν στην Αστυνομία εναντίον του πατέρα του, για σεξουαλική παρενόχληση του. Έκτοτε, ο πατέρας του Κατηγορουμένου, βρίσκεται κρατούμενος στις Κεντρικές φυλακές, υπόδικες, ως γίνεται αντιληπτό από το Δικαστήριο, σε υπόθεση που αφορά σχετική ποινική δίωξη του. Όλα τα προαναφερόμενα, αναφέρει ο Κατηγορούμενος, επηρέασαν την ψυχοσυναισθηματική του κατάσταση και είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, λογικό, την αντίληψη και σκέψη του. 6. Σταθμίζοντας τους επιβαρυντικούς και ελαφρυντικούς παράγοντες που προκύπτουν από τις προαναφερόμενες περιστάσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι, στην προκείμενη περίπτωση, η υπαιτιότητα του Κατηγορουμένου, σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα, και η βλάβη που προόριζε και τελικά πράγματι προκλήθηκε με τις πράξεις του, σε συνδυασμό, κατατάσσουν την εγκληματική δράση του Κατηγορουμένου, όχι στην υψηλότερη, υψηλή, και μέση βαθμίδα, αλλά κάτω από την μέση, του φάσματος της εγκληματικής συμπεριφοράς που τα Άρθρα 128(α), 324
(1), 255 και 262 του Κεφ. 154 καθορίζουν.
- Προς μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου, προσμετρούν τα εξής: - Η παραδοχή του Κατηγορουμένου στο κατηγορητήριο του, με την πρώτη ευκαιρία όταν κλήθηκε να το πράξει από το Δικαστήριο. [iii]. Αυτό, ως γεγονός, σε συνδυασμό με την απολογία του Κατηγορουμένου, μέσω του συνηγόρου υπεράσπισης του, για τα αδικήματα που διέπραξε, δείχνει, [έστω και κάποια] συνείδηση των παράνομων πράξεων του, που εκδηλώνεται δια της ετοιμότητας του να αναλάβει την ευθύνη τους μέσω της τιμωρίας. Με το τρόπο αυτό, βεβαίως, περισώνεται και δικαστικός χρόνος και δημόσιο χρήμα από την δαπάνη μίας ακροαματικής διαδικασίας, δεδομένο που συντείνει στην επιεικέστερη αντιμετώπιση του από το Δικαστήριο. Δεν παραβλέπεται όμως, από το Δικαστήριο, κατά την αποτίμηση του παράγοντα αυτού, ότι ο Κατήγορος είχε, φαίνεται, στην διάθεση του, ικανά στοιχεία μαρτυρίας για την απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν το κατηγορητήριο του Κατηγορουμένου, στον απαιτούμενο βαθμό. - Η συνεργασία του Κατηγορουμένου με την Αστυνομία, κατά την διερεύνηση των περιστατικών που αφορούν αυτή την υπόθεση, είναι επίσης παράγοντας που δικαιολογεί μετριασμό της ποινής του. Ο Κατηγορούμενος, έδωσε στην Αστυνομία κατάθεση με τους ισχυρισμούς του για τα γεγονότα και προέβη και σε υποδείξεις σκηνών σε ότι αφορά τα ποινικά αδικήματα που διέπραξε, από τα οποία, κατ' αρχήν, θα μπορούσε, λόγω των αυτοενοχοποιητικών του δηλώσεων, να στοιχειοθετεί, χωρίς ουσιαστικό άλλο, και το κατηγορητήριο που τελικώς του προσάχθηκε από τον Κατήγορο. - Ο Κατηγορούμενος, ως και προαναφέρθηκε, είναι ουσιοεξαρτημένος. Αναφέρθηκε στο Δικαστήριο, η συστηματική χρήση κάνναβης και κρυσταλλικής μεθαμφεταμίνης από πολύ νεαρή ηλικία. Η παραβατική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, είναι δυνατόν να οφείλεται, και στην ουσιοεξάρτηση του. Σε κάθε ποινική υπόθεση, όπου ο κατηγορούμενος προβάλλει την εξάρτηση του σε ουσίες ως παράγοντα που μετριάζει την ποινή του για τα ποινικά αδικήματα που διέπραξε ή όταν αυτό το δεδομένο είναι σε κάθε περίπτωση υπό αξιολόγηση από το Δικαστήριο, είναι σημαντικό ταυτόχρονα να εξετάζεται από το Δικαστήριο και το κατά πόσο ο κατηγορούμενος είναι πραγματικά αποφασισμένος και ικανός να κατακτήσει τον εθισμό του. Δεν μπορεί ένας κατηγορούμενος, που έχει προκαλέσει στον εαυτό του τον εθισμό του σε ουσίες, να αξιώνει ή να αναμένει μεγάλη έκπτωση στην ποινή του, την στιγμή που δεν έχει καταβάλει ποτέ, ή και δεν έχει πρόθεση να καταβάλει ενόσω εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα, προσπάθεια να απεξαρτηθεί. Η διαδικασία, ενώπιον του Δικαστηρίου, επιβολής ποινής στον κατηγορούμενο, πρέπει, βεβαίως, να αναγνωρίζει το γεγονός της εξάρτησης και την σημαντικότητα που έχει η αντιμετώπισης της. Αυτό, δεν είναι μόνο προς το συμφέρον του κατηγορουμένου, αλλά και προς το δημόσιο συμφέρον, καθότι είναι πολύ συχνά που η εξάρτηση έχει το αποτέλεσμα ενός φαύλου κύκλου φυλακίσεων ακολουθούμενος από την υποτροπή στο έγκλημα. Οι υποθέσεις απαιτούν προσεκτική εξέταση, όταν ένας κατηγορούμενος έχει φτάσει σε ένα κρίσιμο στάδιο στη ζωή του, με πραγματική προοπτική να γυρίσει την πλάτη του στο έγκλημα, ή να ξεφύγει από τον εθισμό σε ουσίες που τον οδήγησαν στο έγκλημα. Εάν ο κατηγορούμενος όντως κάνει μια πραγματική προσπάθεια να σπάσει τον κύκλο ή να αντιμετωπίσει τα αίτια του, τότε αυτό είναι σαφώς ένας παράγοντας που πρέπει να ληφθεί υπόψη υπέρ του και να τεθεί στο ισοζύγιο με τα επιβαρυντικά χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης υπόθεσης. Η επιτυχημένη και έγκαιρη αποκατάσταση, αντιπροσωπεύει συχνά το καλύτερο μακροπρόθεσμο πλεονέκτημα για την κοινωνία και μια προειδοποίηση που έχει εύλογη προοπτική ότι ο κατηγορούμενος θα αποτραπεί ή αποθαρρυνθεί ή θα διδαχτεί να αποφύγει το έγκλημα. Όταν το αδίκημα δεν έχει τα σημαντικά επιβαρυντικά χαρακτηριστικά, που χρειάζονται την επιβολή του Δικαστηρίου μέσω της ποινής, σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο πρέπει να επιδεικνύει επιείκεια. Στην περίπτωση του Κατηγορουμένου ωστόσο, αν και η ουσιοεξάρτηση του μετριάζει σε κάποιο βαθμό την υπαιτιότητα του σε ότι αφορά τα ποινικά αδικήματα που διέπραξε, η επιείκεια που το Δικαστήριο θα του επιδείξει σχετικά με την ποινή που πρέπει να του επιβληθεί, θα είναι ανάλογη της στάσης του έναντι του εν λόγω προβλήματος του στο παρόν στάδιο, που δεν είναι ουσιαστική προς την κατεύθυνση της αντιμετώπισης του, εφόσον μειώνει τούτο και την προοπτική αναμόρφωσης του. Δεν αναφέρθηκε ο Κατηγορούμενος να έχει ποτέ προσπαθήσει να απεξαρτηθεί, ούτε και φαίνεται να είναι στις προθέσεις του κάτι τέτοιο για το μέλλον. Καμία τέτοια αναφορά δεν έγινε στο Δικαστήριο από πλευράς του.
- Τέλος, προς εξατομίκευση και περαιτέρω μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τις προσωπικές του περιστάσεις. Αυτές, παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας μέσω σχετικής έκθεσης αρμόδιας Λειτουργού, ημερομηνίας 24/01/2022, η οποία υιοθετήθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης του Κατηγορουμένου κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου και, αν και δεν γίνεται ειδική αναφορά σε αυτές, λαμβάνεται από το Δικαστήριο υπόψη το κάθε τι. Αυτές, σε γενικές γραμμές, προαναφέθηκαν. Κυρίως, λαμβάνονται υπόψη, το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου, ότι είναι πρόσωπο χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης και μορφωτικού επιπέδου, από διαλυμένη οικογένεια και με διαλυμένη οικογένεια, ουσιοεξαρτημένος. Σημειώνοντας, ταυτοχρόνως, σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, ότι, λόγω της εγγενούς σοβαρότητας των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και της έξαρσης τους στην κοινωνία, οι προσωπικές του περιστάσεις, δεν μπορούν να εξουδετερώσουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που, ως προελέχθη, πρέπει να έχει η ποινή που πρέπει να του επιβληθεί [iv]. Το Δικαστήριο δεν αποδέχεται, όπως ήταν η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης του Κατηγορουμένου, ότι ο Κατηγορούμενος είναι νεαρός σε ηλικία, ώστε να δικαιούται περισσότερη επιείκεια. Η ηλικία του Κατηγορουμένου, ως και προαναφέρθηκε, των τριάντα χρόνων, δεν δικαιολογεί μια τέτοια αντιμετώπιση από το Δικαστήριο. Τέτοιας αντιμετώπισης δικαιολογείται να έχουν από το Δικαστήριο, οι νεαροί και οι νεαροί ενήλικες, που τυπικά είναι πρόσωπα κάτω των εικοσιπέντε χρόνων.
- Με τα δεδομένα αυτά υπόψη, το Δικαστήριο κρίνει ότι, τα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, τόσο βάσει του Νόμου, όσο και βάσει των περιστάσεων τους, είναι τόσο σοβαρά, που έχοντας υπόψη και την ανάγκη για αποτροπή, καμία άλλη ποινή εκτός από αυτή της φυλάκισης δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Ειδικότερα αυτό, εξετάζοντας το Δικαστήριο σε δεύτερο στάδιο, και την συνολική πορεία δράσης του Κατηγορουμένου που προκύπτει από την διάπραξη των προαναφερόμενων ποινικών αδικημάτων. Είναι τόσο σοβαρά, που υπερβαίνουν το όριο της κράτησης, δηλαδή, δικαιολογούν την αποστέρηση της ελευθερίας του Κατηγορουμένου. Και περαιτέρω, ότι, το ποινικό αυτό μέτρο αντιμετώπισης του Κατηγορουμένου από το Δικαστήριο, είναι αναπόφευκτο.
- Το Δικαστήριο, αφής στιγμής επιβάλλει στον Κατηγορούμενο ποινή για πέραν του ενός ποινικού αδικήματος, πρέπει να επιβάλει μία συνολική ποινή που να αντικατοπτρίζει ολόκληρη την ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά του και η οποία να είναι δίκαιη και ανάλογη. Αυτό ισχύει, είτε οι ποινές φυλάκισης δομηθούν με την απόφαση του Δικαστηρίου ως συντρέχουσες, είτε ως διαδοχικές. Επιπρόσθετα, εφόσον, σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι δύσκολο για το Δικαστήριο να καταλήξει, ως προαναφέρθηκε, σε μία δίκαιη και ανάλογη ποινή για πολλαπλά ποινικά αδικήματα απλώς με το να προσθέσει μαζί τις μεμονωμένες ποινές φυλάκισης για τα ξεχωριστά ποινικά αδικήματα, είναι αναγκαίο για το Δικαστήριο να αντιμετωπίσει την ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, μαζί με τις προσωπικές του περιστάσεις, ως σύνολο. Δεν υπάρχει κανένας άκαμπτος κανόνας, για τέτοιες περιπτώσεις, που να διέπει το εάν οι ποινές πρέπει να δομούνται από το Δικαστήριο, ως συντρέχουσες ή διαδοχικές συνιστώσες. Η πρωταρχική αρχή, ως και προαναφέρθηκε, είναι ότι, η συνολική ποινή ενός κατηγορουμένου, πρέπει να είναι δίκαιη και ανάλογη της συνολικά ποινικά κολάσιμης συμπεριφοράς του. Ως εκ των προαναφερόμενων, η γενική προσέγγισης του Δικαστηρίου, πρέπει να είναι:
(1)Αρχικά, να εξετάσει την ποινή για το κάθε ποινικό αδίκημα στην βάση των σχετικών αρχών.
(2)Ακολούθως, να προσδιορίσει εάν η περίπτωσης απαιτεί την επιβολή προς τον κατηγορούμενο συντρεχουσών ή διαδοχικών ποινών φυλάκισης για τα διαφορετικά ποινικά αδικήματα στην βάση των σχετικών αρχών.
(3)Και τέλος, να ελέγξει την συνολική ποινή που προκύπτει, έναντι της ανάγκης αυτή να είναι δίκαιη και ανάλογη της συνολικής εγκληματικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου. Συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, είναι συνήθως κατάλληλες:
(1)Όταν τα ποινικά αδικήματα, προκύπτουν από το ίδιο περιστατικό ή γεγονότα. Και
(2)όταν τα ποινικά αδικήματα, είναι του ίδιου ή παρόμοιου είδους, ιδίως όταν διαπράττονται κατά του ιδίου προσώπου. Όταν πρόκειται να επιβληθούν από το Δικαστήριο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, η ποινή, ως και προαναφέρθηκε, πρέπει να αντικατοπτρίζει τη συνολική εγκληματικότητα που η περίπτωση αφορά. Συνεπώς, η ποινή για το κάθε ξεχωριστό ποινικό αδίκημα, πρέπει, λόγω της ύπαρξης των συνδεδεμένων ή σχετικών ποινικών αδικημάτων, να «επιδεινώνεται» κατάλληλα. Διαδοχικές ποινές φυλάκισης, από την άλλη, είναι συνήθως κατάλληλες:
(1)Όταν τα ποινικά αδικήματα, προκύπτουν από άσχετα μεταξύ τους γεγονότα ή περιστατικά. Και
(2)όπου τα ποινικά αδικήματα είναι του ίδιου ή παρόμοιου είδους, αλλά η συνολική εγκληματικότητα του κατηγορουμένου δεν θα αντικατοπτρίζεται επαρκώς από την επιβολή συντρεχουσών ποινών φυλάκισης. Όταν πρόκειται να επιβληθούν από το Δικαστήριο διαδοχικές ποινές φυλάκισης, το αποτέλεσμα της πρόσθεσης τους, πρέπει, ως και προελέχθη, να είναι δίκαιο και ανάλογο της συνολικής εγκληματικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου. Όταν αυτό δεν επιτυγχάνεται, το Δικαστήριο, πρέπει να εξετάσει, πως μπορεί να καταλήξει σε αυτό το αποτέλεσμα. Στην προκείμενη περίπτωση, λόγω του ότι, αυτή η υπόθεση, αφορά ποινικά αδικήματα που ο Κατηγορούμενος διέπραξε σε σειρά και με πραγματικής αλληλουχία, που προκύπτουν από το ίδιο περιστατικό, κατάλληλη είναι η επιβολή προς αυτόν από το Δικαστήριο συντρεχουσών ποινών φυλάκισης. 11. Στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, εφαρμόζοντας τις αρχές της αναλογικότητας και συνολικότητας της ποινής, το Δικαστήριο επιβάλλει στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η Κατηγορία: 11 μήνες φυλάκιση. Στην 2η Κατηγορία: 3 μήνες φυλάκιση· Στην 3η Κατηγορία: 6 μήνες φυλάκιση· Οι προαναφερόμενες ποινές φυλάκισης του Κατηγορουμένου να συντρέχουν. Οι ποινές φυλάκισης του Κατηγορουμένου, θα αρχίσουν να εκτίονται από σήμερα που του έχουν ανακοινωθεί από το Δικαστήριο και κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 117
(1)του Κεφ.155, θα έχουν την μείωση που αυτό προνοεί, δεδομένου ότι, αυτός, τέλεσε υπό κράτηση σε ότι αφορά αυτή την υπόθεση, για περίοδο από 14/01/2022 μέχρι και σήμερα. 12. Οι παράγοντες που προαναφέρθηκαν κατά την επιλογή του είδους της ποινής του Κατηγορουμένου και την επιμέτρηση της, δηλαδή, τα αδικήματα και η σοβαρότητα τους και η συνολική πορεία δράσης του Κατηγορουμένου, αλλά και το σύνολο των περιστάσεων αυτής της υπόθεσης και οι προσωπικές του, χωρίς, σημειώνεται από το Δικαστήριο, να εντοπίζεται οτιδήποτε άλλο, ως σχετικό, για να ληφθεί υπόψη, επανεξεταζόμενοι για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που του έχουν μόλις επιβληθεί, δεν δικαιολογούν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αναστολή. Η ποινή φυλάκισης που ο Κατηγορούμενος συνολικά θα εκτίσει, κρίνει το Δικαστήριο, αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα των ποινικών αδικημάτων που διέπραξε, την συνολική πορεία έκνομης δράσης του και εξυπηρετεί ταυτοχρόνως και τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας, δεδομένης και της έξαρσης που παρατηρείται στην διάπραξη τους και της ανάγκης για αποτροπή. Αυτό δεν θα εξυπηρετείτο, αν αυτές οι ποινές φυλάκισης του Κατηγορουμένου, αναστελλόταν. (Υπ.) _______________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Βλ., σε ότι αφορά την νομική αυτή αρχή, χωρίς κατ' ανάγκη να υπάρχει ταύτισης αδικημάτων ή και περιστάσεων, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, Γενικός Εισαγγελέας ν Tvardovskyi, Ποινική Έφεση Αρ. 95/2017, 26/03/2018, Ν. Σ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 184/2015, 13/02/2018, Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39 και Cristinel ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
- [ii] Βλ., σε ότι αφορά την νομική αυτή αρχή, χωρίς κατ' ανάγκη να υπάρχει ταύτισης αδικημάτων ή και περιστάσεων, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση, Ν. Σ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 184/2015, 13/02/
- [iii] Βλ. Butterworths Stone's Justices Manual 2021, στο μέρος ΙΙΙ, στην παράγραφο 3.28 στην σελίδα 25, όπου αναφέρονται τα εξής: «A guilty plea produces greater benefits the earlier the plea is indicated. In order to maximise the above benefits and to provide an incentive to those who are guilty to indicate a guilty plea as early as possible, this guideline makes a clear distinction between a reduction in the sentence available at the first stage of the proceedings and a reduction in the sentence available at a later stage of the proceedings. . D. Determining the Level of Reduction. The maximum level of reduction in sentence for a guilty plea is one-third. D
- Plea indicated at the first stage of the proceedings. Where a guilty plea is indicated at the first stage of proceedings a reduction of one-third should be made (subject to the exceptions in section F). The first stage will normally be the first hearing at which a plea or indication of plea is sought and recorded by the court. D
- Plea indicated after the first stage of proceedings — maximum one quarter — sliding scale of reduction thereafter. After the first stage of the proceedings the maximum level of reduction is one-quarter (subject to the exceptions in section F). The reduction should be decreased from one-quarter to a maximum of one-tenth on the first day of trial having regard to the time when the guilty plea is first indicated to the court relative to the progress of the case and the trial date (subject to the exceptions in section F). The reduction should normally be decreased further, even to zero, if the guilty plea is entered during the course of the trial. For the purposes of this guideline a trial will be deemed to have started when pre-recorded cross-examination has begun. E. Applying the Reduction. E
- Imposing one type of sentence rather than another. The reduction in sentence for a guilty plea can be taken into account by imposing one type of sentence rather than another; for example: • by reducing a custodial sentence to a community sentence, or • by reducing a community sentence to a fine. Where a court has imposed one sentence rather than another to reflect the guilty plea there should normally be no further reduction on account of the guilty plea. Where, however, the less severe type of sentence is justified by other factors, the appropriate reduction for the plea should be applied in the normal way.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου) [iv] Βλ. Θεοδούλου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 5547, 20/05/
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο