ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. VAKHTANG, Υπόθεση με αρ.: 16873/2021, 13/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B32 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Υπόθεση με αρ.: 16873/
- Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον- XXXXX VAKHTANG Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 13/01/
- Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Χαραλάμπους. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Κ. Καρεκλάς. Κατηγορούμενος, Παρών. ---------- ΠΟΙΝΗ
- Ο Κατηγορούμενος έχει, μετά από δική του παραδοχή, καταδικαστεί από το Δικαστήριο, στα ποινικά αδικήματα των κατηγοριών με αρ. από 1 μέχρι και 28 στο κατηγορητήριο, που αφορούν: - Οι κατηγορίες με αρ. 1, 6, 10, 13, 16, 18, 23, 25 και 27, την διάρρηξη κατοικίας ανθρώπων με σκοπό την διάπραξη σε αυτό κακουργήματος (αυτό της κλοπής), των Άρθρων 291 και 292(α) του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 154»), που, όταν διαπράττεται κατά την διάρκεια της ημέρας, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης επτά χρόνων και όταν διαπράττεται κατά την διάρκεια της νύχτας, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης δέκα χρόνων. - Οι κατηγορίες με αρ. 2, 7, 11, 14, 19, 24, 26 και 28, την κλοπή σε κατοικία, των Άρθρων 255 και 266(β) του Κεφ. 154, που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων. - Οι κατηγορίες με αρ. 3, 9, 12, 15, 17, 20 και 22, την κακόβουλη ζημιά σε περιουσία, του Άρθρου 324
(1)του Κεφ. 154, που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης δύο χρόνων ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €2.562 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί. - Η κατηγορία με αρ. 4, την παράνομη κατοχή περιουσίας, του Άρθρου 309 του Κεφ. 154, που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης έξι μηνών. - Η κατηγορία με αρ. 5, την απαγορευμένη μετανάστευση, των Άρθρων 6
(1)(θ) και 19
(2)[i] του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 105»), που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δέκα χρόνια ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €50.000 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί. - Η κατηγορία με αρ. 8, την παράνομη είσοδο σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου προσώπου (με σκοπό την ενόχληση), του Άρθρου 280 του Κεφ. 154, που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης δύο χρόνων. - Και τέλος, η κατηγορία με αρ. 21, την διάρρηξη κτιρίου με σκοπό την διάπραξη σε αυτό κακουργήματος (αυτό της κλοπής), των Άρθρων 291 και 295 του Κεφ. 154, που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων.
- Αποτελεί αρχή στο δίκαιο της επιβολής ποινής ότι, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, διαγράφεται από την προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή, ή από το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής. Είναι βεβαίως εύκολα κατανοητό ότι, η πρόβλεψη από τον Νομοθέτη, ιδιαιτέρως ποινής φυλάκισης, αλλά και το μέγεθος της, δίδουν και το στίγμα του μεγέθους της απαρέσκειας ή και αποστροφής της κοινωνίας για πράξεις ή παραλείψεις των οποίων μέσω αυτής επιδιώκεται η αποτροπή. Συνεπώς, όσο μεγαλύτερη είναι η προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή, τόσο σοβαρότερο πρέπει να θεωρείται και το αδίκημα. Το Δικαστήριο εφαρμόζει το Νόμο, πρέπει να τον εφαρμόζει αποτελεσματικά ώστε οι σκοποί του να επιτυγχάνονται και για αυτό ακριβώς τον λόγο, η σοβαρότητα ενός αδικήματος ως οροθετείται από τον Νομοθέτη και η ανάγκη για αποτροπή, πρέπει να αντανακλώνται και στην ποινή. Ιδιαιτέρως στις περιπτώσεις, όπως και η προκείμενη, όπου τα συγκεκριμένα αδικήματα, παρατηρούνται στην κοινωνία να διαπράττονται με τέτοια συχνότητα, ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι βρίσκονται σε έξαρση και εκ της φύσεως τους είναι σοβαρά, δεδομένα που δημιουργούν αυξημένο αίσθημα ανησυχίας, οπότε, το Δικαστήριο, επιδιώκει, εκτός από την τιμωρία, και την γενική καταστολή. Αυτό επιτυγχάνεται, δια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών. [ii]. Σύμφωνα με την Νομολογία, η χωρίς σημεία κάμψης έξαρσης στην διάπραξη συγκεκριμένων αδικημάτων, εκτός από αποτρεπτικές ποινές, δικαιολογεί και σταδιακή αύξηση των ποινών. [iii].
- Τα ποινικά αδικήματα που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, των κατηγοριών με αρ. 1, 5, 6, 10, 13, 16, 18, 23, 25 και 27, είναι κακουργηματικού χαρακτήρα και με βάση το Άρθρο 24
(1)του περί Δικαστηρίωv Νόμoυ τoυ 1960, Νόμος 14/1960 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 14/1960») δεν εκδικάζονται συνοπτικά. Ωστόσο, σύμφωνα με συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, αποφασίστηκε και εκδικάζονται από το Δικαστήριο συνοπτικά, στην βάση των προνοιών του Άρθρου 24
(2)του Νόμου 14/
- Αυτό σημαίνει ότι, το Δικαστήριο, δεν μπορεί να επιβάλει στον Κατηγορούμενο, για οποιοδήποτε από τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα, ποινή φυλάκισης που να υπερβαίνει τα πέντε χρόνια ή χρηματική ποινή που να υπερβαίνει τις €85.
- Είναι ζήτημα δικαιοδοτικό. Δηλαδή, εξουσίας την οποία το Δικαστήριο αντλεί από τον Νόμο. Εντούτοις, αυτό, ως δεδομένο, δεν καθιστά τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, λιγότερο σοβαρά [iv]. Για σκοπούς ταξινόμησης της εγκληματικής συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου, για σκοπούς τιμωρίας, το Δικαστήριο εξακολουθεί να έχει υποχρέωση [v] να λάβει υπόψη του, την σοβαρότητα που δίδεται στα ποινικά αδικήματα που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, από το νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής. Το στοιχείο αυτό, λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο στην επιμέτρηση της ποινής του Κατηγορουμένου και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής, όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της [vi].
- Η ανάγκη για επιβολή ποινής ανάλογης με την σοβαρότητα ενός ποινικού αδικήματος, ως προαναφέρθηκε, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να σταθμίζεται με την ανάγκη για την εξατομίκευση της ποινής, ώστε η ποινή που τελικά θα επιβληθεί από το Δικαστήριο, να αρμόζει στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν. Και αυτό, πάντοτε με προσοχή, ώστε να μην εξουδετερώνονται τα στοιχεία εκείνα που σχετίζονται με τη σοβαρότητα του ποινικού αδικήματος και την ανάγκη για προστασία της κοινωνίας.
- Το πως ο Κατηγορούμενος διέπραξε τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα, αναφέρθηκε με λεπτομέρεια από την εκπρόσωπο του Κατήγορου. Αυτά τα γεγονότα, κάποιες πτυχές τους, διευκρινίστηκαν ή και σχολιάστηκαν από τον συνήγορο υπεράσπισης του Κατηγορουμένου. Αναφορά του Δικαστηρίου στις περιστάσεις διάπραξής των ποινικών αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο, στην πλήρη τους έκταση, θα ήταν πλεονασμός. Εντούτοις, επισημαίνεται από το Δικαστήριο η σημασία τους. Αυτές, επιδρούν καθοριστικά στο ζήτημα της ποινής. Και αυτό, επειδή, η σοβαρότητα ενός ποινικού αδικήματος, δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, εξαρτάται και από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν και αφορούν την διάπραξη του, από τις οποίες και διαγράφεται η υπαιτιότητα του κατηγορουμένου και το μέγεθος της βλάβης που προόριζε, μπορούσε να προκληθεί ή και προκλήθηκε ή και τις συνέπειες του.
- Σε γενικές γραμμές, τα κύρια γεγονότα, σχετικά με τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα από τον Κατηγορούμενο, έχουν ως ακολούθως: - Η υπό αναφορά εγκληματική δράση του Κατηγορουμένου, χρονικά, εντάσσεται εντός της περιόδου, μεταξύ των ετών 2018 και
- Ο Κατηγορούμενος, κατά την περίοδο αυτή, ήταν ώριμος ηλικιακά, είκοσι οκτώ χρονών με τριάντα δύο χρονών. Σήμερα, ο Κατηγορούμενος είναι τριάντα δύο χρονών. Το ώριμο αυτό της ηλικίας του Κατηγορουμένου, κατά την διάπραξη των προαναφερόμενων ποινικών αδικημάτων, αλλά και σήμερα που του επιβάλλεται από το Δικαστήριο ποινή, δεν δικαιολογεί μετριασμό της ποινής που πρέπει να του επιβληθεί από το Δικαστήριο για αυτά, τόσο από απόψεως εκτίμησης της υπαιτιότητας του για την διάπραξη τους, όσο και από απόψεως της επίδρασης της ποινής σε αυτόν. Ως πρόσωπο, που κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν ήταν νεαρός ή, έστω, νεαρός ενήλικας, ο Κατηγορούμενος, αντικειμενικά (και δεν έχει παρουσιαστεί από πλευράς του διαφορετικά), πρέπει να ήταν ικανός να εκτιμήσει τις επιπτώσεις των παράνομων πράξεων του και να περιορίσει την παρορμητικότητα και την ανάληψη κινδύνων. [Η τακτικότητα, άλλωστε, στην διάπραξη, του συγκεκριμένου είδους ποινικών αδικημάτων (εναντίον περιουσίας) και το χρονικό πλαίσιο στο οποίο αυτά εντάσσονται, δηλαδή, εντός μιας χρονικής περιόδου μερικών ετών, δεν θα μπορούσαν, στα περιστατικά αυτής της υπόθεσης, να δικαιολογήσουν ένα τέτοιο συμπέρασμα από το Δικαστήριο]. Ως ενήλικας, περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος, κρίνεται από το Δικαστήριο, μπορεί με ασφάλεια να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις της ποινής που πρέπει να του επιβληθεί, ακόμη και εάν από το Δικαστήριο επιλεχθεί για αυτόν η ποινή της φυλάκισης, με ότι από αυτό συνεπάγεται από απόψεως «σκληρότητας» ή και «δυσκολιών». - Είναι αξιοσημείωτο, ότι, ο Κατηγορούμενος, κατά τον ίδιο χρόνο, ως προαναφέρθηκε, μεταξύ των ετών 2018 και 2021 που διέπραξε τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα (εναντίον περιουσίας), βρισκόταν στην Δημοκρατία παράνομα. Ο Κατηγορούμενος, ο οποίος είναι Γεωργιανός υπήκοος, βρέθηκε στην Δημοκρατία για πρώτη φορά, άγνωστο υπό ποιες περιστάσεις, με ποιο καθεστώς και για πόσο ακριβώς καιρό, κατά τις αρχές ή, ακόμη, και πριν από το έτος
- Αν και οι λόγοι για αυτό δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο (και ειδικότερα εάν αφορούσαν και πάλι σε ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου), στις 15/07/2015, εναντίον του Κατηγορουμένου εκδόθηκαν από τον Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, διατάγματα κράτησης και απέλασης και ο Κατηγορούμενος, κατά ακολουθία, απελάθηκε από την Δημοκρατία στην χώρα του Γεωργία. Λόγω της απέλασης του Κατηγορουμένου, ως τουλάχιστον συνάγεται από το Δικαστήριο από τα γεγονότα που παρουσιάστηκαν από τον Κατήγορο για το προκείμενο, σύμφωνα με το Κεφ. 105, ο Κατηγορούμενος κατέστη απαγορευμένος μετανάστης. Ως πρόσωπο στο οποίο δεν θα επιτρεπόταν μελλοντικά η είσοδος στην Δημοκρατία, τα στοιχεία του Κατηγορουμένου, στις 10/09/2015, καταχωρήθηκαν στον σχετικό κατάλογο στάσης («stop list»). Πολύ σύντομα μετά, σύμφωνα με τον ίδιο τον Κατηγορούμενο, κατά το έτος 2016 ή 2017, αυτός επέστρεψε στην Δημοκρατία παράνομα. Σύμφωνα πάντοτε με τον ίδιο τον Κατηγορούμενο, αυτός εισήλθε στο έδαφος της Δημοκρατίας, από μη εγκεκριμένο λιμάνι, ή σε κάθε περίπτωση, από περιοχή στην οποία η Δημοκρατία δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο, λόγω της εισβολής και κατοχής εδαφών της από τα στρατεύματα της Τουρκίας. Παρέμεινε δε και διέμεινε στην Δημοκρατία, ως προκύπτει από τις περιστάσεις αυτής της υπόθεσης, στις αποτελεσματικά ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές και ως προελέχθη, παράνομα, για μία πολύ μεγάλη χρονική περίοδο, τουλάχιστον τεσσάρων χρόνων, μέχρι και την 22/08/2021, οπόταν και ξεκίνησε η διερεύνησης από την Αστυνομία, της διάπραξης από τον Κατηγορούμενο, τόσο του προαναφερόμενου ποινικού αδικήματος της απαγορευμένης μετανάστευσης, όσο και των υπόλοιπων ποινικών αδικημάτων που προαναφέρθηκαν (κάποια από τα οποία, σημειώνεται, βρίσκονταν ήδη υπό διερεύνηση από παλαιότερα και σε εκκρεμότητα). - Ο Κατηγορούμενος, είχε, φαίνεται από τα γεγονότα της υπόθεσης, σχεδόν αμέσως, αφότου ήρθε στην Δημοκρατία παράνομα, ως προαναφέρθηκε, ξεκινήσει την εγκληματική του δράση, εφόσον, τα πρώτα ποινικά αδικήματα που αποτελούν αντικείμενο του κατηγορητηρίου του αυτής της υπόθεσης και αφορούν την διάρρηξη κατοικίας ανθρώπων με σκοπό την διάπραξη σε αυτό κακουργήματος (αυτό της κλοπής) και της κλοπής σε κατοικία, χρονολογούνται μεταξύ της 23ης και της 28ης Μαρτίου του έτους
- Συνέχισε δε, την εγκληματική αυτή δράση του ο Κατηγορούμενος, ουσιαστικά, καθ' όλη την περίοδο της παράνομης παραμονής και διαμονής του στην Δημοκρατία ή, σε κάθε περίπτωση, τακτικά, εφόσον, διέπραξε τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα εναντίον περιουσίας, κατά τα έτη 2018 (πέντε μήνες μετά, από το προαναφερόμενο πρώτο περιστατικό του έτους 2018, ακόμη ένα περιστατικό), 2019 (δύο διαφορετικά περιστατικά), 2020 (τρία διαφορετικά περιστατικά) και 2021 (πέντε διαφορετικά περιστατικά). - Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος, κατά την προαναφερόμενη χρονική περίοδο, δρώντας από μόνος του, διέπραξε το ποινικό αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας ανθρώπων με σκοπό την διάπραξη σε αυτή κλοπής, σε εννέα διαφορετικές περιπτώσεις, για την επίτευξη του οποίου, στις πλείστες των περιπτώσεων (στις έξι από αυτές τις περιπτώσεις), προκάλεσε κακόβουλα και ζημιά σε περιουσία. Ο Κατηγορούμενος, από τις εν λόγω κατοικίες ανθρώπων (τέσσερεις από τις οποίες, κατά τον ουσιώδη χρόνο, είναι αξιοσημείωτο, -εφόσον το στοιχείο αυτό άπτεται του αντίκτυπου της παράνομης δράσης του Κατηγορουμένου στα θύματα του και κατά συνέπεια, και στον προσδιορισμό της υπαιτιότητας του για το συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα σε ότι αφορά τις συγκεκριμένες περιπτώσεις-, ήταν προσωρινά ακατοίκητες), έκλεψε περιουσία, συνολικής αξίας €38.610 (αξιοσημείωτα, είναι βεβαίως, σχετικά με το δεδομένο αυτό:
(1)ότι, σε μία εκ των περιπτώσεων, που αφορά την κατοικία της XXXXX Μαχτεσσιάν, κλάπηκε περιουσία της, η αξία της οποίας όμως παρέμεινε άγνωστη στην Αστυνομία, λόγω της απουσίας της XXXXX Μαχτεσσιάν στο εξωτερικό· και
(2)ότι, σε μία άλλη εκ των περιπτώσεων, από τις πιο πρόσφατες του έτους 2021, που αφορά την κατοικία του XXXXX Λάμπη, όπου μάλιστα το ποινικό αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας ανθρώπων με σκοπό την διάπραξη σε αυτή κλοπής, διαπράχθηκε κατά την διάρκεια της νύχτας, κλάπηκε περιουσία του, συνολικής αξίας €30.000) και προκάλεσε ζημιά σε περιουσία, συνολικής αξίας €
- - Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος, κατά το έτος 2021, διέπραξε και το προαναφερόμενο ποινικό αδίκημα, της διάρρηξης κτιρίου με σκοπό την διάπραξη σε αυτό κλοπής, περιστατικό που αφορά στην ακατοίκητη και ουσιαστικά εγκαταλειμμένη για χρόνια (εξ ου, φαίνεται, και η σχετική εναντίον του κατηγορία που επιλέχθηκε από τον Κατήγορο) ανώγειο κατοικία επί της οδού XXXXX αρ. 4 στη Λευκωσία, οι ιδιοκτήτες της οποίας είναι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού, από την οποία δεν κλάπηκε οτιδήποτε και για την επίτευξη της οποίας, προκλήθηκε από τον Κατηγορούμενο, κακόβουλα, και ζημιά σε περιουσία, αξίας €
- - Επιπρόσθετα, ο Κατηγορούμενος διέπραξε και το ποινικό αδίκημα της παράνομης εισόδου σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου προσώπου, με σκοπό την ενόχληση του, στα πλαίσια του οποίου προκάλεσε κακόβουλα και ζημιά σε περιουσία, αξίας €
- - Τέλος, κατά σύλληψη του Κατηγορουμένου από την Αστυνομία και κατά την έρευνα στην συνέχεια των ανακρίσεων που αφορούν στις προαναφερόμενες υποθέσεις και ποινικά αδικήματα κατά τον Αύγουστο του έτους 2021, διαπιστώθηκε και το ότι, ι Κατηγορούμενος, κατείχε παράνομα περιουσία, συνολικής αξίας €2.
- Ως και προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο πρέπει να προσδιορίσει την υπαιτιότητα του Κατηγορουμένου και την ζημιά που προκάλεσε ή προόριζε με τις πράξεις του να προκληθεί, με αναφορά σε παράγοντες, αναφορά στους οποίους γίνεται από το Δικαστήριο αμέσως μετά, που αποτελούν τα κύρια πραγματικά περιστατικά των ρν λόγω αδικημάτων και προκύπτουν από τα προαναφερόμενα γεγονότα της υπόθεσης. Οι παράγοντες αυτοί, προσδιορίζουν τα αδικήματα υπό αναφορά, εντός του ευρύτερου φάσματος της εγκληματικής συμπεριφοράς που τα Άρθρα 291, 292(α), 295, 255, 266(β), 324
(1), 309 και 280 του Κεφ. 154 και τα Άρθρα 6
(1)(θ) και 19
(2)του Κεφ. 105 καθορίζουν, με ανάλογη, κατά την ποινολογική θεώρηση του πράγματος, διακύμανση ως προς την τιμωρία των δραστών. Αυτοί, σε ότι αφορά το ζήτημα της ποινής, μπορούν να επενεργήσουν, είτε επιβαρυντικά, είτε ελαφρυντικά. Επιβαρυντικοί, στην προκείμενη περίπτωση, είναι οι εξής παράγοντες: - Ότι, ο Κατηγορούμενος, έκλεψε περιουσία (τιμαλφή, ηλεκτρονικές/ηλεκτρικές συσκευές, ενδύματα και υποδήματα, αλλά και άλλα) από τα προαναφερόμενα διάφορα πρόσωπα (αποκομίζοντας, κατά τον χρόνο εκείνο, και αναλόγως περίπτωσης, και στην συνέχεια, το όφελος της), σημαντικής αξίας (από οικονομικής, τουλάχιστον, απόψεως) και ανά αντικείμενο, πολλά σε αριθμό, και προκάλεσε σε αυτά, σημαντικού βαθμού απώλεια. Αξιοσημείωτη, σχετικά με το ζήτημα αυτό, είναι η περίπτωση του XXXXX Λάμπη, από την οικία του οποίου ο Κατηγορούμενος, ως προαναφέρθηκε, έκλεψε περιουσία του, συνολικής αξίας €30.
- Η συνολική αξία της κλαπείσας περιουσίας, σε ότι αφορά όλα τα προαναφερόμενα περιστατικά, ως προελέχθη, είναι, €38.610 και ανευρέθηκε από την Αστυνομία και δύναται να ανακτηθεί από τους ιδιοκτήτες της (αναλόγως περίπτωσης, δεδομένο που δεν αφορά όλους αυτούς), μόνο ένα μέρος της, μικρής, μπορεί να λεχθεί από το Δικαστήριο, από τις περιστάσεις αυτής της υπόθεσης, αξίας (βλ. Έγγραφο Β). Ενδεικτικό αυτού, είναι το γεγονός, ότι, σε ότι αφορά την προαναφερόμενη περίπτωση του XXXXX Λάμπη, βρέθηκε από την Αστυνομία περιουσία του, την οποία αυτός θα μπορεί να ανακτήσει, αξίας μόνον €5.
- Η ανάκτησης των κλοπιμαίων ή μέρος αυτών, είναι παράγοντας που λαμβάνεται υπόψιν του Δικαστηρίου, ως μετριαστικό της ποινής που θα επιβληθεί σε ένα κατηγορούμενο, για αδικήματα όπως τα προαναφερόμενα στα οποία ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε, αναλόγως πάντοτε των περιστάσεων που οδήγησαν στην ανάκτηση, και δη, εάν η συνδρομή του κατηγορουμένου προς επίτευξη αυτού του αποτελέσματος ήταν ουσιαστική. Στην προκείμενη περίπτωση, το μέρος της κλαπείσας περιουσίας, που, ως προαναφέρθηκε, εντοπίστηκε, ανευρέθηκε από την Αστυνομία, στην κατοχή του Κατηγορουμένου, κατά την έρευνα της στην οικία και αυτοκίνητο του, στις 22/08/2021, υπό περιστάσεις, που δεν μπορεί να λεχθεί από το Δικαστήριο, ότι ήταν λόγω της βοήθειας που παρείχε για αυτό ο Κατηγορούμενος. - Είναι, περαιτέρω, σημαντικό για το προκείμενο να σημειωθεί, ότι, κατά την προαναφερόμενη έρευνα της Αστυνομίας, στην κατοχή, παράνομα, του Κατηγορουμένου, βρέθηκε και ένας μεγάλος αριθμός αντικειμένων / πραγμάτων (ίδιας φύσης, είναι αξιοσημείωτο, με την κλαπείσα περιουσία), συνολικής, ως προελέχθη, αξίας, €2.
- Το ποινικό αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας, στο οποίο ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε με βάση τα προαναφερόμενα γεγονότα, σημειώνεται από το Δικαστήριο, διαπράττεται όταν ο κατηγορούμενος κατέχει περιουσία, υπό τέτοιες ύποπτες περιστάσεις, ώστε, ενώ δεν αποδεικνύεται από μαρτυρία ότι είναι κλοπιμαία, εύλογα, εξ αντικειμένου, δημιουργούνται υποψίες στο πρόσωπο που τον βλέπει να κατέχει τέτοια περιουσία, ότι αυτή είναι κλοπιμαία [vii] και ο ίδιος δεν αποδείξει ότι απέκτησε κατοχή της νόμιμα [viii]. Ο Κατηγορούμενος, συνεπώς, επισημαίνεται από το Δικαστήριο, διέπραξε το προαναφερόμενο ποινικό αδίκημα, υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις που αφορούν και τα υπόλοιπα υπό αναφορά περιστατικά διάπραξης ποινικών αδικημάτων, από τις οποίες καθορίζεται, σχετικά με αυτό, και υπαιτιότητα του. - Ως και προαναφέρθηκε, η προαναφερόμενη παράνομη δράση του Κατηγορουμένου, εντάσσεται και καλύπτει, μία αρκετά μεγάλη χρονική περίοδο, τεσσάρων περίπου χρόνων, ήταν, κατά την περίοδο αυτή, τακτική, έγινε όταν ο Κατηγορούμενος ήταν ώριμος ηλικιακά και όταν στην Δημοκρατία αυτός βρέθηκε και διέμενε, παράνομα, ενώ ήταν απαγορευμένος μετανάστης. Από την άλλη, ελαφρυντικοί, στην προκείμενη περίπτωση, παράγοντες, είναι οι ακόλουθοι: - Ότι, ο Κατηγορούμενος, δεν προκύπτει από τα γεγονότα, να έδρασε για την διάπραξη των προαναφερόμενων αδικημάτων, κατόπιν σημαντικού βαθμού προγραμματισμού ή οργάνωσης ή και στόχευσης σχετικά με τις κατοικίες, την περιουσία ή και τα πρόσωπα αντικείμενο τους. Τουναντίον, από τα περιστατικά που έχουν παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, συνάγεται ότι, ο Κατηγορούμενος ενήργησε, χωρίς εκλεπτυσμό, εφόσον, η παράνομη δράση του, «επέτρεψε», σε ότι αφορά σχεδόν όλα τα επίδικα περιστατικά, την συλλογή από την Αστυνομία, στοιχείων μαρτυρίας ενοχοποιητικών του (είτε γενετικό υλικό, είτε δακτυλικά αποτυπώματα). Φαίνεται, άλλωστε αυτό, και από τον τρόπο που παραβίαζε για να εισέλθει στα εν λόγω υποστατικά (κατοικίες και κτήριο) ο Κατηγορούμενος, που, αν και σε κάποιες περιπτώσεις, φαίνεται ότι έκανε χρήση για τον σκοπό και διαρρηκτικών εργαλείων (ή και ότι ήταν εξοπλισμένος για σκοπούς διάρρηξης), ήταν πρόχειρος και θα μπορούσε να λεχθεί από το Δικαστήριο και ευκαιριακός. Ενώ, επιπρόσθετα, από τα ίδια περιστατικά, συνάγεται από το Δικαστήριο ότι, ο Κατηγορούμενος, σχετικά με την παράνομη δράση του, δεν στόχευσε τα θύματα του από την οποιαδήποτε άποψη και ότι, για το προκείμενο, ενήργησε τυχαία. Ωστόσο, τούτου λεχθέντος, πρέπει να σημειωθεί από το Δικαστήριο ότι, από τα ίδια προαναφερόμενα γεγονότα, διαπιστώνεται ότι, η προαναφερόμενη παράνομη δράσης του Κατηγορουμένου, ως και προαναφέρθηκε, δεν ήταν το αποτέλεσμα απλά μιας παρόρμησης (σε ότι αφορά την οποιαδήποτε εκ των υπό αναφορά περιπτώσεων). - Επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος, φαίνεται, σχετικά με τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα, έδρασε σε ώρα που δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτός ή έγινε αντιληπτός ή και ήρθε αντιμέτωπος με οποιοδήποτε πρόσωπο (εκτός της προαναφερόμενης περίπτωσης που αφορά το περιστατικό της διάρρηξης της κατοικίας του XXXXX Λάμπη, όταν το απόγευμα της ίδιας ημέρας επέστρεψε στον τόπο, εξωτερικά της κατοικίας όμως, για να βρει το ρολόι του που είχε απωλέσει και την παράνομη πράξη του το προηγούμενο βράδυ, οπόταν και έγινε αντιληπτός από γείτονα του εν λόγω XXXXX Λάμπη). Επίσης, ο Κατηγορούμενος, παρά το γεγονός ότι, για την διάρρηξη των προαναφερόμενων κατοικιών και κτηρίου, προκάλεσε, σε αρκετές εκ των επίδικων περιπτώσεων, κακόβουλα ζημιά σε περιουσία των ιδιοκτητών / κατόχων τους, αυτή, παρά την αναστάτωση και ταλαιπωρία που πρέπει να προκλήθηκε μέχρι ή και για την αποκατάσταση της, περιορίστηκε, φαίνεται, στο ελάχιστο. Και περαιτέρω, ότι, από την δράση του Κατηγορουμένου, δεν υπήρξε λήλωση, λεηλασία ή βανδαλισμός άλλης περιουσίας στις εν λόγω κατοικίες και κτήριο. Σταθμίζοντας τους προαναφερόμενους επιβαρυντικούς και ελαφρυντικούς παράγοντες, το Δικαστήριο κρίνει ότι, στην προκείμενη περίπτωση, η υπαιτιότητα του Κατηγορουμένου, σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα αδικήματα και η βλάβη που προοριζόταν με αυτά και τελικά προκλήθηκε, κατατάσσουν την εγκληματική του δράση, στην μέση του φάσματος εγκληματικής συμπεριφοράς που τα Άρθρα 291, 292(α), 295, 255, 266(β), 324
(1), 309 και 280 του Κεφ. 154 και τα Άρθρα 6
(1)(θ) και 19
(2)του Κεφ. 105 καθορίζουν. 8. Προς μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου, προσμετρούν τα εξής: - Η παραδοχή του Κατηγορουμένου στο κατηγορητήριο του, με την πρώτη ευκαιρία όταν κλήθηκε να το πράξει από το Δικαστήριο. [ix]. Αυτό, ως γεγονός, σε συνδυασμό με την απολογία του Κατηγορουμένου, μέσω του συνηγόρου υπεράσπισης του, για τα αδικήματα που διέπραξε, δείχνει, συνείδηση των παράνομων πράξεων του, που εκδηλώνεται δια της ετοιμότητας του να αναλάβει την ευθύνη τους μέσω της τιμωρίας. Με το τρόπο αυτό, βεβαίως, περισώνεται και δικαστικός χρόνος και δημόσιο χρήμα από την δαπάνη μίας ακροαματικής διαδικασίας, δεδομένο που συντείνει στην επιεικέστερη αντιμετώπιση του από το Δικαστήριο. Δεν παραβλέπεται όμως, από το Δικαστήριο, κατά την αποτίμηση του παράγοντα αυτού, ότι ο Κατήγορος είχε, φαίνεται, στην διάθεση του, ικανά στοιχεία μαρτυρίας για την απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν το προαναφερόμενο κατηγορητήριο του Κατηγορουμένου, στον απαιτούμενο βαθμό (προερχόμενα, από ταύτιση του Κατηγορουμένου με γενετικό υλικό ή και δακτυλικά αποτυπώματα από τις σκηνές των εγκλημάτων, καθώς και από αναγνώριση από τους παραπονούμενους, πραγμάτων / αντικειμένων της ιδιοκτησίας τους, που βρέθηκαν στην κατοχή του). - Η συνεργασία του Κατηγορουμένου με την Αστυνομία, κατά την διερεύνηση των περιστατικών που αφορούν αυτή την υπόθεση, είναι επίσης παράγοντας που δικαιολογεί μετριασμό της ποινής του. Ο Κατηγορούμενος, έδωσε στην Αστυνομία, θεληματικά, κατάθεση και προέβη και σε υποδείξεις σκηνών σε ότι αφορά τα αδικήματα που διέπραξε, από τα οποία, κατ' αρχήν, θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί, χωρίς ουσιαστικό άλλο, και το κατηγορητήριο που τελικώς του προσάχθηκε από τον Κατήγορο. - Σημειώνεται επίσης, ότι, ο Κατηγορούμενος, κατά την διάρκεια των ανακρίσεων, προσωποκρατήθηκε από την Αστυνομία, με απόφαση του Δικαστηρίου, για περίοδο οκτώ ημερών. Παρά το γεγονός, ότι, αυτή η περίοδος, εφόσον δεν αφορά σε περίοδο «προφυλάκισης» του Κατηγορουμένου από το Δικαστήριο, δεν μπορεί να αφαιρεθεί από την περίοδο ή περιόδους ποινής φυλάκισης που τυχόν επιβληθούν στον Κατηγορούμενο από το Δικαστήριο, με βάση το Άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 155»), μπορεί, σε κάποιο βαθμό, όχι σημαντικό, να δικαιολογήσει μετριασμό της ποινής που πρέπει να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο από το Δικαστήριο.
- Τέλος, προς εξατομίκευση και περαιτέρω μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου, όπου αρμόζει, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τις προσωπικές του περιστάσεις. Αυτές, παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας μέσω σχετικής έκθεσης αρμόδιας Λειτουργού ημερομηνίας 13/09/2021 (στα πλαίσια εξέτασης του για να του παρασχεθεί δωρεάν νομική αρωγή), η οποία υιοθετήθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης του Κατηγορουμένου κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου (λαμβάνεται υπόψη στο βαθμό που δεν συγκρούεται σχετικά με το οτιδήποτε υπήρξε ειδική, ρητή τοποθέτησης από πλευράς του Κατηγορουμένου κατά την εκδίκαση της υπόθεσης) και, αν και δεν γίνεται ειδική αναφορά σε αυτές, λαμβάνεται από το Δικαστήριο υπόψη το κάθε τι. Σημειώνοντας, ταυτοχρόνως, σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, ότι, λόγω της εγγενούς σοβαρότητας του αδικήματος που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και της έξαρσης του στην κοινωνία, οι προσωπικές του περιστάσεις, δεν μπορούν να εξουδετερώσουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που, ως προελέχθη, πρέπει να έχει η ποινή που πρέπει να του επιβληθεί [x]. Ιδιαίτερη έμφαση, δίδεται από το Δικαστήριο στο γεγονός ότι, ο Κατηγορούμενος, είναι ανύπαντρος και χωρίς εξαρτώμενους. Περαιτέρω, ότι ο Κατηγορούμενος είναι αλλοδαπός, με καταγωγή από την Γεωργία, χώρα χαμηλού βιοτικού επιπέδου, και ότι προέρχεται, ουσιαστικά, από μονογονεϊκή οικογένεια, εφόσον με τον πατέρα του, μετά τον χωρισμό των γονέων του, από πολύ μικρή ηλικία, δεν έχει καμία επαφή, με ότι αυτό συνεπάγεται, χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Επίσης, ο Κατηγορούμενος είναι τριάντα δύο χρονών και έχει λευκό ποινικό μητρώο (χωρίς, βεβαίως, κατά την αποτίμηση του παράγοντα αυτού, να παραβλέπεται, σύμφωνα με τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, πότε ξεκίνησε η παράνομη δράση του Κατηγορουμένου και η διάρκεια της).
- Το Δικαστήριο, δεν θεωρεί ότι μετριάζει την ποινή του Κατηγορουμένου, το γεγονός ότι, ως ήταν η εισήγηση από πλευράς του, κατά την περίοδο που διέπραξε τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα, κατανάλωνε αλκοόλ και ήταν σε κάποιο βαθμό επηρεασμένος από αυτό. Ο Κατηγορούμενος, και έτσι να έχουν τα πράγματα, κατανάλωνε αλκοόλ, γίνεται αντιληπτό από το Δικαστήριο από την σχετική τοποθέτηση, εθελούσια και διέπραξε τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα ως προελέχθη, υπό περιστάσεις που δεν δικαιολογούν, για αυτό τον λόγο, έκπτωση στην ποινή που πρέπει να του επιβληθεί από το Δικαστήριο. Ένας κατηγορούμενος, που καταναλώνει οικειοθελώς αλκοόλ ή και άλλες ουσίες (ασχέτως του κατά πόσο η κατοχή και χρήση του / τους είναι νόμιμη ή παράνομη), πρέπει να αποδεχθεί και υποστεί τις συνέπειες της συμπεριφοράς που προκύπτει, ακόμη και αν αυτή είναι εκτός του χαρακτήρα του. Θα μπορούσε να λεχθεί, ότι, ο παράγοντας αυτός, είναι επιβαρυντικός, παρά μετριαστικός για έναν κατηγορούμενο. [xi]. Το Δικαστήριο, για το προκείμενο, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να αναφέρει και τα εξής. Η προαναφερόμενη εκδοχή του Κατηγορουμένου για τα προαναφερόμενα περιστατικά στα οποία αυτή η υπόθεση αφορά, περί μέθης, για πρώτη φορά παρουσιάστηκε ως θέσης του, στο Δικαστήριο, κατά την διαδικασία της αγόρευσης του συνηγόρου υπεράσπισης του προς μετριασμό της ποινής του, και αρκετό καιρό μετά την διάπραξη των προαναφερόμενων ποινικών αδικημάτων. Κατά την διαδικασία διερεύνησης της υπόθεσης από την Αστυνομία, σημειώνεται, ο Κατηγορούμενος, ο οποίος θεληματικά προέβη σε κατάθεση και παραδέχθηκε γεγονότα που στοιχειοθετούν το προαναφερόμενο κατηγορητήριο του, δεν ανέφερε οτιδήποτε περί μέθης του κατά την διάπραξη των υπό αναφορά ποινικών αδικημάτων, ως δικαιολογία για την εγκληματική δράση του, όταν θα ήταν λογικό, εφόσον είναι παράγοντας μετριαστικός για τον ίδιο, να το έπραττε. Από την διερεύνηση δε των προαναφερόμενων περιστατικών από την Αστυνομία, δεν προέκυψαν οποιαδήποτε γεγονότα που να στρέφουν την προσοχή προς αυτή την κατεύθυνση. Αντιθέτως, θα μπορούσε να λεχθεί, ότι, έχοντας το Δικαστήριο υπόψη, την συνολική πορεία δράσης του Κατηγορουμένου, σε κάθε περίπτωση, η θέσης του αυτή, για τις περιστάσεις διάπραξης από αυτόν των προαναφερόμενων ποινικών αδικημάτων, κρίνεται ότι, δεν είναι σε αρμονία με την υπεροχή των πιθανοτήτων που ένα πρακτικό και ενημερωμένο άτομο θα αναγνώριζε εύκολα ως το λογικό υπό τις περιστάσεις, για να γινόταν αποδεκτή. Αρκεί, να σημειωθεί, ως ενδεικτικό τούτου, ότι ο Κατηγορούμενος, σχετικά με το περιστατικό της διάρρηξης της κατοικίας του XXXXX Λάμπη, διαπιστώθηκε ότι, για να «ολοκληρώσει» την κλοπή από αυτήν, της υπό αναφορά στην σχετική κατηγορία περιουσίας, για ενάμιση ώρα, ήταν στον τόπο, και πηγαινοερχόταν από την οικία στο αυτοκίνητο που χρησιμοποίησε για την δράση του, το οποίο είχε σταθμεύσει εξωτερικά της, για να την φορτώσει. Το δε απόγευμα της ίδιας ημέρας, πολλές ώρες μετά την προαναφερόμενη παράνομη δράση του, ως και προελέχθη, ο Κατηγορούμενος επέστρεψε στον τόπο, εξωτερικά της κατοικίας, για να βρει το ρολόι του που είχε απωλέσει κατά την διάρκεια της, για να συγκαλύψει προφανώς, όσο το δυνατόν καλύτερα, τον εαυτό του, οπόταν και έγινε αντιληπτός από γείτονα του εν λόγω XXXXX Λάμπη και τράπηκε σε φυγή. Αυτά, είναι στοιχεία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, που δεν καταδεικνύουν συμπεριφορά προσώπου σε μέθη. Επιπρόσθετα, το στάδιο κατά το οποίο πρόβαλε αυτούς τους ισχυρισμούς του ο Κατηγορούμενος, ως προαναφέρθηκε, για πρώτη φορά στο Δικαστήριο, μετά την ποινική του δίωξη από τον Κατήγορο με αυτή την υπόθεση, στα πλαίσια της διαδικασίας της επιβολής ποινής προς αυτόν από το Δικαστήριο μετά και την καταδίκη του, καθιστά και την όποια διερεύνηση τους από πλευράς της Αστυνομίας ή και του Κατήγορου, αδύνατη. Ανεξαρτήτως της αντίκρισης της εκδοχής αυτής του Κατηγορουμένου για τα γεγονότα από τον Κατήγορο (η οποία πρέπει να σημειωθεί, δεν ήταν θετική), από την στιγμή που οι ισχυρισμοί του Κατηγορουμένου αφορούν εξωγενείς, των συστατικών στοιχείων των προαναφερόμενων ποινικών αδικημάτων, βάσει της υπόθεσης του Κατήγορου, περιστάσεις, το Δικαστήριο δεν είναι, σε κάθε περίπτωση, υποχρεωμένο να τους αποδεχθεί. [xii].
- Με τα δεδομένα αυτά υπόψη, το Δικαστήριο κρίνει ότι, τα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, τόσο βάσει του Νόμου, όσο και βάσει των περιστάσεων τους, είναι τόσο σοβαρά, που έχοντας υπόψη και την ανάγκη για αποτροπή, καμία άλλη ποινή εκτός από αυτή της φυλάκισης δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Ειδικότερα αυτό, εξετάζοντας το Δικαστήριο σε δεύτερο στάδιο, και την συνολική πορεία δράσης του Κατηγορουμένου που προκύπτει από την διάπραξη των προαναφερόμενων ποινικών αδικημάτων. Είναι τόσο σοβαρά, που υπερβαίνουν το όριο της κράτησης, δηλαδή, δικαιολογούν την αποστέρηση της ελευθερίας του Κατηγορουμένου. Και περαιτέρω, ότι, το ποινικό αυτό μέτρο αντιμετώπισης του Κατηγορουμένου από το Δικαστήριο, είναι αναπόφευκτο.
- Το Δικαστήριο, αφής στιγμής επιβάλλει στον Κατηγορούμενο ποινή για πέραν του ενός ποινικού αδικήματος, πρέπει να επιβάλει μία συνολική ποινή που να αντικατοπτρίζει ολόκληρη την ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά του και η οποία να είναι δίκαιη και ανάλογη. Αυτό ισχύει, είτε οι ποινές φυλάκισης δομηθούν με την απόφαση του Δικαστηρίου ως συντρέχουσες, είτε ως διαδοχικές. Επιπρόσθετα, εφόσον, σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι δύσκολο για το Δικαστήριο να καταλήξει, ως προαναφέρθηκε, σε μία δίκαιη και ανάλογη ποινή για πολλαπλά ποινικά αδικήματα απλώς με το να προσθέσει μαζί τις μεμονωμένες ποινές φυλάκισης για τα ξεχωριστά ποινικά αδικήματα, είναι αναγκαίο για το Δικαστήριο να αντιμετωπίσει την ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, μαζί με τις προσωπικές του περιστάσεις, ως σύνολο. Δεν υπάρχει κανένας άκαμπτος κανόνας, για τέτοιες περιπτώσεις, που να διέπει το εάν οι ποινές πρέπει να δομούνται από το Δικαστήριο, ως συντρέχουσες ή διαδοχικές συνιστώσες. Η πρωταρχική αρχή, ως και προαναφέρθηκε, είναι ότι, η συνολική ποινή ενός κατηγορουμένου, πρέπει να είναι δίκαιη και ανάλογη της συνολικά ποινικά κολάσιμης συμπεριφοράς του. Ως εκ των προαναφερόμενων, η γενική προσέγγισης του Δικαστηρίου, πρέπει να είναι:
(1)Αρχικά, να εξετάσει την ποινή για το κάθε ποινικό αδίκημα στην βάση των σχετικών αρχών.
(2)Ακολούθως, να προσδιορίσει εάν η περίπτωσης απαιτεί την επιβολή προς τον κατηγορούμενο συντρεχουσών ή διαδοχικών ποινών φυλάκισης για τα διαφορετικά ποινικά αδικήματα στην βάση των σχετικών αρχών.
(3)Και τέλος, να ελέγξει την συνολική ποινή που προκύπτει, έναντι της ανάγκης αυτή να είναι δίκαιη και ανάλογη της συνολικής εγκληματικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου. Συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, είναι συνήθως κατάλληλες:
(1)Όταν τα ποινικά αδικήματα, προκύπτουν από το ίδιο περιστατικό ή γεγονότα. Και
(2)όταν τα ποινικά αδικήματα, είναι του ίδιου ή παρόμοιου είδους, ιδίως όταν διαπράττονται κατά του ιδίου προσώπου. Όταν πρόκειται να επιβληθούν από το Δικαστήριο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, η ποινή, ως και προαναφέρθηκε, πρέπει να αντικατοπτρίζει τη συνολική εγκληματικότητα που η περίπτωση αφορά. Συνεπώς, η ποινή για το κάθε ξεχωριστό ποινικό αδίκημα, πρέπει, λόγω της ύπαρξης των συνδεδεμένων ή σχετικών ποινικών αδικημάτων, να «επιδεινώνεται» κατάλληλα. Διαδοχικές ποινές φυλάκισης, από την άλλη, είναι συνήθως κατάλληλες:
(1)Όταν τα ποινικά αδικήματα, προκύπτουν από άσχετα μεταξύ τους γεγονότα ή περιστατικά. Και
(2)όπου τα ποινικά αδικήματα είναι του ίδιου ή παρόμοιου είδους, αλλά η συνολική εγκληματικότητα του κατηγορουμένου δεν θα αντικατοπτρίζεται επαρκώς από την επιβολή συντρεχουσών ποινών φυλάκισης. Όταν πρόκειται να επιβληθούν από το Δικαστήριο διαδοχικές ποινές φυλάκισης, το αποτέλεσμα της πρόσθεσης τους, πρέπει, ως και προελέχθη, να είναι δίκαιο και ανάλογο της συνολικής εγκληματικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου. Όταν αυτό δεν επιτυγχάνεται, το Δικαστήριο, πρέπει να εξετάσει, πως μπορεί να καταλήξει σε αυτό το αποτέλεσμα. Στην προκείμενη περίπτωση, λόγω του ότι, αυτή η υπόθεση, αφορά και ποινικά αδικήματα που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, που προκύπτουν από άσχετα μεταξύ τους περιστατικά, που πραγματοποιήθηκαν σε διαφορετικό χρόνο και αφορούν διαφορετικά πρόσωπα (θύματα / παραπονούμενους), παρά το γεγονός ότι αυτά, κατά βάση, είναι του ιδίου είδους, κατάλληλη θα ήταν η επιβολή προς αυτόν από το Δικαστήριο, συντρεχουσών ποινών φυλάκισης για τα ποινικά αδικήματα που προκύπτουν από τα ίδια περιστατικά και αφορούν το ίδιο πρόσωπο, οι οποίες να είναι διαδοχικές των ποινών φυλάκισης για τα ποινικά αδικήματα (που επίσης θα είναι συντρέχουσες μεταξύ τους, σε ότι αφορά το κάθε ξεχωριστό περιστατικό) που προκύπτουν από άσχετα μεταξύ τους περιστατικά και αφορούν διαφορετικά πρόσωπα. Ωστόσο, κάτι τέτοιο, έχοντας το Δικαστήριο κάνει μία αρχική εκτίμηση, πριν από την τελική του κρίση για το ζήτημα της ποινής, κρίνει ότι, θα είχε το αποτέλεσμα, κατά παράβαση της προαναφερόμενης πρωταρχικής αρχής στο δίκαιο της επιβολής ποινής, η συνολική ποινή του Κατηγορουμένου να είναι υπερβολική, δυσανάλογη της συνολικής εγκληματικής συμπεριφοράς του και κατ' επέκταση άδικη. Για να επιτευχθεί, ως προαναφέρθηκε, το τελικό αποτέλεσμα να είναι δίκαιο και ανάλογο της συνολικής εγκληματικής συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου, το Δικαστήριο, μπορεί να προσεγγίσει το ζήτημα των ποινών φυλάκισης που θα επιβληθούν στον Κατηγορούμενο για τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα, με τον ακόλουθο τρόπο. Λόγω της επανάληψης από τον Κατηγορούμενο των συγκεκριμένων ποινικών αδικημάτων εναντίον περιουσίας και της πρόσαψης τους σε αυτόν από τον Κατήγορο ως σειράς, να κριθούν από το Δικαστήριο για σκοπούς επιβολής ποινής σε αυτόν, με αναφορά στην συνολική αξία της περιουσίας που κλάπηκε / αποκτήθηκε από αυτόν και την χρονική περίοδο κατά την οποία έλαβε χώρα η εγκληματική του δράση, και να επιβληθούν σε αυτόν για αυτά, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, σε κάθε μία από τις οποίες να αντικατοπτρίζεται η συνολική σοβαρότητα της περίπτωσης. Για το έτερο αδίκημα της κατηγορίας με αρ. 5 στο κατηγορητήριο, που είναι διαφορετικού είδους και εντελώς ασύνδετο με τα προαναφερόμενα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος διέπραξε εναντίον περιουσίας, στο οποίο, λόγω και της φύσης, της σοβαρότητας και της έξαρσης του στην κοινωνία, απαιτείται η πρόσδοσης από το Δικαστήριο χωριστής αναγνώρισης, θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης, η οποία όμως, αφού μειωθεί από το Δικαστήριο (έχοντας το Δικαστήριο κάνει την αρχική επιμέτρηση στη βάση των σχετικών αρχών) ώστε το συνολικό αποτέλεσμα των ποινών φυλάκισης που θα επιβληθούν στον Κατηγορούμενο να είναι δίκαιο και ανάλογο της συνολικής εγκληματικής συμπεριφοράς του, θα διαταχθεί η έκτισης της διαδοχικά. 13. Στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, εφαρμόζοντας τις αρχές της αναλογικότητας και συνολικότητας της ποινής, το Δικαστήριο επιβάλλει στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η Κατηγορία: 24 μήνες φυλάκιση. Στην 2η Κατηγορία: 12 μήνες φυλάκιση· Στην 3η Κατηγορία: 5 μήνες φυλάκιση· Στην 4η Κατηγορία: 2 μήνες φυλάκιση· Στην 5η Κατηγορία: 6 μήνες φυλάκιση· (θα επιβάλλονταν από το Δικαστήριο 12 μήνες φυλάκιση, ωστόσο, στην βάση του προαναφερόμενου σκεπτικού του Δικαστηρίου στην παράγραφο 12 ανωτέρω, μειώνεται αναλογικά για να επιτευχθεί η εφαρμογή των αρχών της αναλογικότητας και συνολικότητας της ποινής) Στην 6η Κατηγορία: 6 μήνες φυλάκιση· Στην 7η Κατηγορία: 4 ½ μήνες φυλάκιση· Στην 8η Κατηγορία: 1 μήνα φυλάκιση· Στην 9η Κατηγορία: 1 μήνα φυλάκιση· Στην 10η Κατηγορία: 7 μήνες φυλάκιση· Στην 11η Κατηγορία: 5 μήνες φυλάκιση· Στην 12η Κατηγορία: 2 μήνες φυλάκιση· Στην 13η Κατηγορία: 12 ½ μήνες φυλάκιση· Στην 14η Κατηγορία: 9 μήνες φυλάκιση· Στην 15η Κατηγορία: 3 ½ μήνες φυλάκιση· Στην 16η Κατηγορία: 4 μήνες φυλάκιση· Στην 17η Κατηγορία: 1 μήνα φυλάκιση· Στην 18η Κατηγορία: 6 μήνες φυλάκιση· Στην 19η Κατηγορία: 4 ½ μήνες φυλάκιση· Στην 20η Κατηγορία: 45 ημέρες φυλάκιση· Στην 21η Κατηγορία: 4 μήνες φυλάκιση· Στην 22η Κατηγορία: 45 ημέρες φυλάκιση· Στην 23η Κατηγορία: 8 ½ μήνες φυλάκιση· Στην 24η Κατηγορία: 6 μήνες φυλάκιση· Στην 25η Κατηγορία: 4 μήνες φυλάκιση· Στην 26η Κατηγορία: 3 μήνες φυλάκιση· Στην 27η Κατηγορία: 12 ½ μήνες φυλάκιση· Στην 28η Κατηγορία: 9 μήνες φυλάκιση· Οι προαναφερόμενες ποινές φυλάκισης του Κατηγορουμένου στις κατηγορίες με αρ. 1, 2, 3, 4, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26, 27 και 28 να συντρέχουν. Η προαναφερόμενη ποινή φυλάκισης του Κατηγορουμένου στην κατηγορία με αρ. 5 να εκτιθεί διαδοχικά των προαναφερόμενων ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στις υπόλοιπες κατηγορίες. Οι ποινές φυλάκισης του Κατηγορουμένου, θα αρχίσουν να εκτίονται από σήμερα που του έχουν ανακοινωθεί από το Δικαστήριο και κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, θα έχουν την μείωση που αυτό προνοεί, δεδομένου ότι, αυτός, τέλεσε υπό κράτηση σε ότι αφορά αυτή την υπόθεση, για περίοδο από 31/08/2021 μέχρι και σήμερα.
- Οι παράγοντες που προαναφέρθηκαν κατά την επιλογή του είδους της ποινής του Κατηγορουμένου και την επιμέτρηση της, δηλαδή, τα αδικήματα και η σοβαρότητα τους και η συνολική πορεία δράσης του Κατηγορουμένου, αλλά και το σύνολο των περιστάσεων αυτής της υπόθεσης και οι προσωπικές του, χωρίς, σημειώνεται από το Δικαστήριο, να εντοπίζεται οτιδήποτε άλλο, ως σχετικό, για να ληφθεί υπόψη, επανεξεταζόμενοι για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που του έχουν μόλις επιβληθεί, δεν δικαιολογούν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αναστολή. Η ποινή φυλάκισης που ο Κατηγορούμενος συνολικά θα εκτίσει, κρίνει το Δικαστήριο, αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα των ποινικών αδικημάτων που διέπραξε, την συνολική πορεία έκνομης δράσης του και εξυπηρετεί ταυτοχρόνως και τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας, δεδομένης και της έξαρσης που παρατηρείται στην διάπραξη τους και της ανάγκης για αποτροπή. Αυτό δεν θα εξυπηρετείτο, αν αυτές οι ποινές φυλάκισης του Κατηγορουμένου, αναστελλόταν. (Υπ.) _______________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i][i] Ως ίσχυε κατά την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος στις 22/08/2021, βάσει του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως (Τροποποιητικού) Νόμου του 2021, Νόμος 46(Ι)/2021, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ, με την δημοσίευση του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, από 09/04/
- [ii] Βλ., σε ότι αφορά την νομική αυτή αρχή, χωρίς κατ' ανάγκη να υπάρχει ταύτισης αδικημάτων ή και περιστάσεων, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, Γενικός Εισαγγελέας ν Tvardovskyi, Ποινική Έφεση Αρ. 95/2017, 26/03/2018, Ν. Σ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 184/2015, 13/02/2018, Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39 και Cristinel ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
- [iii] Βλ., σε ότι αφορά την νομική αυτή αρχή, χωρίς κατ' ανάγκη να υπάρχει ταύτισης αδικημάτων ή και περιστάσεων, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση, Ν. Σ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 184/2015, 13/02/
- [iv] Βλ. σε ότι αφορά την νομική αυτή αρχή, χωρίς κατ' ανάγκη να υπάρχει ταύτισης αδικημάτων ή και περιστάσεων, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, Παπαγεωργίου (Γιάγκος) ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 112/2005, 25/11/2005, Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442 και Γενικός Εισαγγελέας ν Cham κ. α.
(1993)2 Α.Α.Δ.
- [v] Βλ. σε ότι αφορά την νομική αυτή αρχή, χωρίς κατ' ανάγκη να υπάρχει ταύτισης αδικημάτων ή και περιστάσεων, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση, Δημοκρατία ν Κυριάκου, κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 5192, 08/06/
- [vi] Βλ. σε ότι αφορά την νομική αυτή αρχή, χωρίς κατ' ανάγκη να υπάρχει ταύτισης αδικημάτων ή και περιστάσεων, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση, Γενικός Εισαγγελέας ν Μυλωνάς, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, 14/12/
- [vii] Βλ. Κλεάνθους ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 236/2018, 11/01/
- [viii] Βλ. Narmania v Αστυνομίας, κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 4/2018, κ. α., 03/04/
- [ix] Βλ. Butterworths Stone's Justices Manual 2021, στο μέρος ΙΙΙ, στην παράγραφο 3.28 στην σελίδα 25, όπου αναφέρονται τα εξής: «A guilty plea produces greater benefits the earlier the plea is indicated. In order to maximise the above benefits and to provide an incentive to those who are guilty to indicate a guilty plea as early as possible, this guideline makes a clear distinction between a reduction in the sentence available at the first stage of the proceedings and a reduction in the sentence available at a later stage of the proceedings. . D. Determining the Level of Reduction. The maximum level of reduction in sentence for a guilty plea is one-third. D
- Plea indicated at the first stage of the proceedings. Where a guilty plea is indicated at the first stage of proceedings a reduction of one-third should be made (subject to the exceptions in section F). The first stage will normally be the first hearing at which a plea or indication of plea is sought and recorded by the court. D
- Plea indicated after the first stage of proceedings — maximum one quarter — sliding scale of reduction thereafter. After the first stage of the proceedings the maximum level of reduction is one-quarter (subject to the exceptions in section F). The reduction should be decreased from one-quarter to a maximum of one-tenth on the first day of trial having regard to the time when the guilty plea is first indicated to the court relative to the progress of the case and the trial date (subject to the exceptions in section F). The reduction should normally be decreased further, even to zero, if the guilty plea is entered during the course of the trial. For the purposes of this guideline a trial will be deemed to have started when pre-recorded cross-examination has begun. E. Applying the Reduction. E
- Imposing one type of sentence rather than another. The reduction in sentence for a guilty plea can be taken into account by imposing one type of sentence rather than another; for example: • by reducing a custodial sentence to a community sentence, or • by reducing a community sentence to a fine. Where a court has imposed one sentence rather than another to reflect the guilty plea there should normally be no further reduction on account of the guilty plea. Where, however, the less severe type of sentence is justified by other factors, the appropriate reduction for the plea should be applied in the normal way.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου) [x] Βλ. Θεοδούλου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 5547, 20/05/
- [xi] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Evans, Ποινική Έφεσε Αρ. 81/2005, 21/11/2005 και Urgur v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 159/2011, 04/04/2012 και τις Κατευθυντήριες Οδηγίες Επιβολής Ποινής, του Συμβουλίου Επιβολής Ποινής του Ηνωμένου Βασιλείου, σχετικά με το αδίκημα της Διάρρηξης Κατοικίας Ανθρώπων (Domestic Burglary). [xii] Βλ., σε ότι αφορά την νομική αυτή αρχή, χωρίς κατ' ανάγκη να υπάρχει ταύτισης αδικημάτων ή και περιστάσεων, τις αποφάσεις του Εφετείου Ηνωμένου Βασιλείου στις υποθέσεις R v Broderick [1994] Crim LR 139 και R v Cairns a. o. [2013] EWCA Crim
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο