ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Υπόθεση με αρ.: 19323/2019, 9/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B37 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Υπόθεση με αρ.: 19323/
- Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον- XXXXX ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 09/02/
- Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Χαραλάμπους. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ο. Χριστοφή. Κατηγορούμενος, Παρών. ---------- ΠΟΙΝΗ
- Ο Κατηγορούμενος έχει, μετά από δική του παραδοχή, καταδικαστεί από το Δικαστήριο, στα ποινικά αδικήματα των κατηγοριών με αρ. από 1 μέχρι και 10 στο κατηγορητήριο, που αφορούν: - Οι κατηγορίες με αρ. 1, 3, 5 και 8, την διάρρηξη κατοικίας ανθρώπων με σκοπό την διάπραξη σε αυτό κακουργήματος (αυτό της κλοπής), των Άρθρων 291 και 292(α) του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 154»), που, όταν διαπράττεται κατά την διάρκεια της ημέρας, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης επτά χρόνων και όταν διαπράττεται κατά την διάρκεια της νύχτας, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης δέκα χρόνων. - Οι κατηγορίες με αρ. 2, 4, 6 και 9, την κλοπή σε κατοικία, των Άρθρων 255 και 266(β) του Κεφ. 154, που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων. - Η κατηγορία με αρ. 7, την διάρρηξη κτιρίου (αποθήκης) και την διάπραξη σε αυτό κακουργήματος (αυτό της κλοπής), των Άρθρων 291 και 294(α) του Κεφ. 154, που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης επτά χρόνων. - Και τέλος, η κατηγορία με αρ. 10, την παράνομη κατοχή περιουσίας, του Άρθρου 309 του Κεφ. 154, που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης έξι μηνών.
- Αποτελεί αρχή στο δίκαιο της επιβολής ποινής ότι, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, διαγράφεται από την προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή, ή από το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής. Είναι βεβαίως εύκολα κατανοητό ότι, η πρόβλεψη από τον Νομοθέτη, ιδιαιτέρως ποινής φυλάκισης, αλλά και το μέγεθος της, δίδουν και το στίγμα του μεγέθους της απαρέσκειας ή και αποστροφής της κοινωνίας για πράξεις ή παραλείψεις των οποίων μέσω αυτής επιδιώκεται η αποτροπή. Συνεπώς, όσο μεγαλύτερη είναι η προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή, τόσο σοβαρότερο πρέπει να θεωρείται και το αδίκημα. Το Δικαστήριο εφαρμόζει το Νόμο, πρέπει να τον εφαρμόζει αποτελεσματικά ώστε οι σκοποί του να επιτυγχάνονται και για αυτό ακριβώς τον λόγο, η σοβαρότητα ενός αδικήματος ως οροθετείται από τον Νομοθέτη και η ανάγκη για αποτροπή, πρέπει να αντανακλώνται και στην ποινή. Ιδιαιτέρως στις περιπτώσεις, όπως και η προκείμενη, όπου τα συγκεκριμένα αδικήματα, παρατηρούνται στην κοινωνία να διαπράττονται με τέτοια συχνότητα, ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι βρίσκονται σε έξαρση και εκ της φύσεως τους είναι σοβαρά, δεδομένα που δημιουργούν αυξημένο αίσθημα ανησυχίας, οπότε, το Δικαστήριο, επιδιώκει, εκτός από την τιμωρία, και την γενική καταστολή. Αυτό επιτυγχάνεται, δια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών. [i]. Σύμφωνα με την νομολογία, η χωρίς σημεία κάμψης έξαρσης στην διάπραξη συγκεκριμένων αδικημάτων, εκτός από αποτρεπτικές ποινές, δικαιολογεί και σταδιακή αύξηση των ποινών. [ii].
- Τα ποινικά αδικήματα που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, των κατηγοριών με αρ. 1, 3, 5, 7 και 8, είναι κακουργηματικού χαρακτήρα και με βάση το Άρθρο 24
(1)του περί Δικαστηρίωv Νόμoυ τoυ 1960, Νόμος 14/1960 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 14/1960») δεν εκδικάζονται συνοπτικά. Ωστόσο, σύμφωνα με συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, αποφασίστηκε και εκδικάζονται από το Δικαστήριο συνοπτικά, στην βάση των προνοιών του Άρθρου 24
(2)του Νόμου 14/
- Αυτό σημαίνει ότι, το Δικαστήριο, δεν μπορεί να επιβάλει στον Κατηγορούμενο, για οποιοδήποτε από τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα, ποινή φυλάκισης που να υπερβαίνει τα πέντε χρόνια ή χρηματική ποινή που να υπερβαίνει τις €85.
- Είναι ζήτημα δικαιοδοτικό. Δηλαδή, εξουσίας την οποία το Δικαστήριο αντλεί από τον Νόμο. Εντούτοις, αυτό, ως δεδομένο, δεν καθιστά τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, λιγότερο σοβαρά [iii]. Για σκοπούς ταξινόμησης της εγκληματικής συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου, για σκοπούς τιμωρίας, το Δικαστήριο εξακολουθεί να έχει υποχρέωση [iv] να λάβει υπόψη του, την σοβαρότητα που δίδεται στα ποινικά αδικήματα που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, από το νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής. Το στοιχείο αυτό, λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο στην επιμέτρηση της ποινής του Κατηγορουμένου και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής, όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της [v].
- Η ανάγκη για επιβολή ποινής ανάλογης με την σοβαρότητα ενός ποινικού αδικήματος, ως προαναφέρθηκε, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να σταθμίζεται με την ανάγκη για την εξατομίκευση της ποινής, ώστε η ποινή που τελικά θα επιβληθεί από το Δικαστήριο, να αρμόζει στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν. Και αυτό, πάντοτε με προσοχή, ώστε να μην εξουδετερώνονται τα στοιχεία εκείνα που σχετίζονται με τη σοβαρότητα του ποινικού αδικήματος και την ανάγκη για προστασία της κοινωνίας.
- Το πως ο Κατηγορούμενος διέπραξε τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα, αναφέρθηκε με λεπτομέρεια από την εκπρόσωπο του Κατήγορου. Αυτά τα γεγονότα, κάποιες πτυχές τους, διευκρινίστηκαν ή και σχολιάστηκαν από τον συνήγορο υπεράσπισης του Κατηγορουμένου. Αναφορά του Δικαστηρίου στις περιστάσεις διάπραξής των ποινικών αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο, στην πλήρη τους έκταση, θα ήταν πλεονασμός. Εντούτοις, επισημαίνεται από το Δικαστήριο η σημασία τους. Αυτές, επιδρούν καθοριστικά στο ζήτημα της ποινής. Και αυτό, επειδή, η σοβαρότητα ενός ποινικού αδικήματος, δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, εξαρτάται και από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν και αφορούν την διάπραξη του, από τις οποίες και διαγράφεται η υπαιτιότητα του κατηγορουμένου και το μέγεθος της βλάβης που προόριζε, μπορούσε να προκληθεί ή και προκλήθηκε ή και τις συνέπειες του.
- Σε γενικές γραμμές, τα κύρια γεγονότα, σχετικά με τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα από τον Κατηγορούμενο, έχουν ως ακολούθως: - Η υπό αναφορά εγκληματική δράση του Κατηγορουμένου, χρονικά, εντάσσεται εντός της περιόδου, μεταξύ Αυγούστου του έτους 2018 και Αυγούστου του έτους
- Ο Κατηγορούμενος, κατά την περίοδο αυτή, ήταν ώριμος ηλικιακά, σχεδόν είκοσι εννέα χρονών με σχεδόν τριάντα χρονών. Σήμερα, ο Κατηγορούμενος είναι τριάντα δύο χρονών. Το ώριμο αυτό της ηλικίας του Κατηγορουμένου, κατά την διάπραξη των προαναφερόμενων ποινικών αδικημάτων, αλλά και σήμερα που του επιβάλλεται από το Δικαστήριο ποινή, δεν δικαιολογεί μετριασμό της ποινής που πρέπει να του επιβληθεί από το Δικαστήριο για αυτά, τόσο από απόψεως εκτίμησης της υπαιτιότητας του για την διάπραξη τους, όσο και από απόψεως της επίδρασης της ποινής σε αυτόν. Ως πρόσωπο, που κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν ήταν νεαρός ή, έστω, νεαρός ενήλικας (τυπικά, πρόκειται για πρόσωπα κάτω των είκοσι πέντε χρόνων), ο Κατηγορούμενος, αντικειμενικά (και δεν έχει παρουσιαστεί από πλευράς του διαφορετικά, εκτός βεβαίως της ουσιοεξάρτησης του, στην οποία αναφορά γίνεται από το Δικαστήριο στην συνέχεια-), πρέπει να ήταν ικανός να εκτιμήσει τις επιπτώσεις των παράνομων πράξεων του και να περιόριζε την παρορμητικότητα και την ανάληψη κινδύνων. [Η τακτικότητα, άλλωστε, στην διάπραξη, του συγκεκριμένου είδους ποινικών αδικημάτων (εναντίον περιουσίας) και το χρονικό πλαίσιο στο οποίο αυτά εντάσσονται, δηλαδή, εντός μιας χρονικής περιόδου δώδεκα μηνών, δεν θα μπορούσαν, στα περιστατικά αυτής της υπόθεσης, να δικαιολογήσουν ένα τέτοιο συμπέρασμα από το Δικαστήριο]. Ως ενήλικας, περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος, κρίνεται από το Δικαστήριο, μπορεί με ασφάλεια να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις της ποινής που πρέπει να του επιβληθεί, ακόμη και εάν από το Δικαστήριο επιλεχθεί για αυτόν η ποινή της φυλάκισης, με ότι από αυτό συνεπάγεται από απόψεως «σκληρότητας» ή και «δυσκολιών». - Ο Κατηγορούμενος, κατά την προαναφερόμενη χρονική περίοδο, δρώντας από μόνος του, διέπραξε το ποινικό αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας ανθρώπων με σκοπό την διάπραξη σε αυτή κλοπής, σε τέσσερεις διαφορετικές περιπτώσεις. Οι τρείς από αυτές τις περιπτώσεις, επισημαίνεται, αφορούν το ποινικό αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας ανθρώπων με σκοπό την διάπραξη σε αυτό κλοπής, κατά την διάρκεια της νύχτας. Ο Κατηγορούμενος, από τις εν λόγω κατοικίες ανθρώπων, έκλεψε περιουσία, συνολικής αξίας €25.
- Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος, δρώντας και πάλι από μόνος του, κατά την ίδια χρονική περίοδο, διέπραξε και το ποινικό αδίκημα της διάρρηξης κτηρίου (ήτοι, αποθήκης στην αυλή κατοικίας ανθρώπων) και της διάπραξης σε αυτό κλοπής περιουσίας, συνολικής αξίας €
- - Τέλος, κατά σύλληψη του Κατηγορουμένου από την Αστυνομία και κατά την έρευνα στην συνέχεια των ανακρίσεων που αφορούν στις προαναφερόμενες υποθέσεις και ποινικά αδικήματα κατά τον Αύγουστο του έτους 2019, διαπιστώθηκε και το ότι, ο Κατηγορούμενος, κατείχε παράνομα περιουσία, συνολικής αξίας €1.020,
- Ως και προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο πρέπει να προσδιορίσει την υπαιτιότητα του Κατηγορουμένου και την ζημιά που προκάλεσε ή προόριζε με τις πράξεις του να προκληθεί, με αναφορά σε παράγοντες, αναφορά στους οποίους γίνεται από το Δικαστήριο αμέσως μετά, που αποτελούν τα κύρια πραγματικά περιστατικά των εν λόγω ποινικών αδικημάτων και προκύπτουν από τα προαναφερόμενα γεγονότα της υπόθεσης. Οι παράγοντες αυτοί, προσδιορίζουν τα αδικήματα υπό αναφορά, εντός του ευρύτερου φάσματος της εγκληματικής συμπεριφοράς που τα Άρθρα 291, 292(α), 294(α), 255, 266(β) και 309 του Κεφ. 154 καθορίζουν, με ανάλογη, κατά την ποινολογική θεώρηση του πράγματος, διακύμανση ως προς την τιμωρία των δραστών. Αυτοί, σε ότι αφορά το ζήτημα της ποινής, μπορούν να επενεργήσουν, είτε επιβαρυντικά, είτε ελαφρυντικά. Επιβαρυντικοί, στην προκείμενη περίπτωση, είναι οι εξής παράγοντες: - Ότι, ο Κατηγορούμενος, έκλεψε περιουσία από τα προαναφερόμενα διάφορα πρόσωπα (αποκομίζοντας κατά τον χρόνο εκείνο και αναλόγως περίπτωσης και στην συνέχεια, το όφελος της), σημαντικής αξίας (από οικονομικής τουλάχιστον απόψεως) και ανά αντικείμενο, πολλά σε αριθμό, και προκάλεσε σε αυτά, σημαντικού βαθμού απώλεια. Αξιοσημείωτη, σχετικά με το ζήτημα αυτό, είναι η περίπτωση του XXXXX Λεωνίδα, από την οικία του οποίου ο Κατηγορούμενος, ως προαναφέρθηκε, έκλεψε περιουσία του, συνολικής αξίας €16.
- Η συνολική αξία της κλαπείσας περιουσίας, σε ότι αφορά όλα τα προαναφερόμενα περιστατικά, είναι, €25.965 και ανευρέθηκε από την Αστυνομία και δύναται να ανακτηθεί από τους ιδιοκτήτες της (αναλόγως περίπτωσης, δεδομένο που δεν αφορά όλους), μόνο ένα μέρος της, μικρής, μπορεί να λεχθεί από το Δικαστήριο, από τις περιστάσεις αυτής της υπόθεσης, αξίας, περίπου €895 (βλ. και το Έγγραφο Β). Η ανάκτησης των κλοπιμαίων ή μέρος αυτών, είναι παράγοντας που λαμβάνεται υπόψιν του Δικαστηρίου, ως μετριαστικό της ποινής που θα επιβληθεί σε ένα κατηγορούμενο, για αδικήματα όπως τα προαναφερόμενα στα οποία ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε, αναλόγως πάντοτε των περιστάσεων που οδήγησαν στην ανάκτηση, και δη, εάν η συνδρομή του κατηγορουμένου προς επίτευξη αυτού του αποτελέσματος ήταν ουσιαστική. Στην προκείμενη περίπτωση, το μέρος της κλαπείσας περιουσίας, που, ως προαναφέρθηκε, εντοπίστηκε, ανευρέθηκε από την Αστυνομία, στην κατοχή του Κατηγορουμένου, κατά την έρευνα της στην οικία, υποστατικά και αυτοκίνητα του στις 26/08/2019 και μετά από εξετάσεις της σε καταστήματα αγοραπωλησίας χρυσού κατά την ίδια περίοδο, υπό περιστάσεις, που δεν μπορεί να λεχθεί από το Δικαστήριο ότι ήταν λόγω της βοήθειας που παρείχε για αυτό ο Κατηγορούμενος. Καμία βοήθεια δεν παρείχε ο Κατηγορούμενος στην Αστυνομία για τον εντοπισμό της κλαπείσας περιουσίας, σημειώνεται, ο οποίος, πρέπει να επισημανθεί από το Δικαστήριο, καθ' όλη την διάρκεια των αστυνομικών ανακρίσεων, σχετικά με τις προαναφερόμενες υποθέσεις, αρνιόταν κάθε εμπλοκή στα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα. - Είναι, περαιτέρω, σημαντικό για το προκείμενο να σημειωθεί, ότι, κατά την προαναφερόμενη έρευνα της Αστυνομίας, στην κατοχή, παράνομα, του Κατηγορουμένου, βρέθηκε και ένας μεγάλος αριθμός αντικειμένων / πραγμάτων (ίδιας φύσης, είναι αξιοσημείωτο, με την κλαπείσα περιουσία), συνολικής, ως προελέχθη, αξίας, €1.020,
- Το ποινικό αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας, στο οποίο ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε με βάση τα προαναφερόμενα γεγονότα, σημειώνεται από το Δικαστήριο, διαπράττεται όταν ο κατηγορούμενος κατέχει περιουσία, υπό τέτοιες ύποπτες περιστάσεις, ώστε, ενώ δεν αποδεικνύεται από μαρτυρία ότι είναι κλοπιμαία, εύλογα, εξ αντικειμένου, δημιουργούνται υποψίες στο πρόσωπο που τον βλέπει να κατέχει τέτοια περιουσία, ότι αυτή είναι κλοπιμαία [vi] και ο ίδιος δεν αποδείξει ότι απέκτησε κατοχή της νόμιμα [vii]. Ο Κατηγορούμενος, συνεπώς, επισημαίνεται από το Δικαστήριο, διέπραξε το προαναφερόμενο ποινικό αδίκημα, υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις που αφορούν και τα υπόλοιπα υπό αναφορά περιστατικά διάπραξης ποινικών αδικημάτων, από τις οποίες καθορίζεται, σχετικά με αυτό, και υπαιτιότητα του. - Ως και προαναφέρθηκε, η προαναφερόμενη παράνομη δράση του Κατηγορουμένου, εντάσσεται και καλύπτει, μία αρκετά μεγάλη χρονική περίοδο, δώδεκα περίπου μηνών. Ήταν, κατά την περίοδο αυτή, τακτική και έγινε όταν ο Κατηγορούμενος ήταν ώριμος ηλικιακά. Από την άλλη, ελαφρυντικοί, στην προκείμενη περίπτωση, παράγοντες, είναι οι ακόλουθοι: - Ότι, ο Κατηγορούμενος, δεν προκύπτει από τα γεγονότα, να έδρασε για την διάπραξη των προαναφερόμενων αδικημάτων, κατόπιν σημαντικού βαθμού προγραμματισμού ή οργάνωσης ή και στόχευσης σχετικά με τις κατοικίες, την περιουσία ή και τα πρόσωπα αντικείμενο τους. Τουναντίον, από τα περιστατικά που έχουν παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, συνάγεται ότι, ο Κατηγορούμενος ενήργησε, χωρίς εκλεπτυσμό, εφόσον, η παράνομη δράση του, «επέτρεψε», σε ότι αφορά αρκετά από τα επίδικα περιστατικά, την συλλογή από την Αστυνομία, στοιχείων μαρτυρίας ενοχοποιητικών του (λ. χ. γενετικό υλικό, πλάνα από κλειστό κύκλωμα βίντεο-παρακολούθησης, αποδείξεις είσπραξης και φωτογραφίες από τα καταστήματα αγοραπωλησίας χρυσού). Φαίνεται, άλλωστε αυτό, και από τον τρόπο που παραβίαζε για να εισέλθει στα εν λόγω υποστατικά (κατοικίες και κτήριο) ο Κατηγορούμενος, που δεν φαίνεται ότι γινόταν με την χρήση για τον σκοπό διαρρηκτικών εργαλείων (ή και ότι ήταν εξοπλισμένος για σκοπούς διάρρηξης), και ο οποίος ήταν πρόχειρος και θα μπορούσε να λεχθεί από το Δικαστήριο και ευκαιριακός. Ενώ, επιπρόσθετα, από τα ίδια περιστατικά, συνάγεται από το Δικαστήριο ότι, ο Κατηγορούμενος, σχετικά με την παράνομη δράση του, δεν στόχευσε τα θύματα του από την οποιαδήποτε άποψη και ότι, για το προκείμενο, ενήργησε τυχαία. Ωστόσο, τούτου λεχθέντος, πρέπει να σημειωθεί από το Δικαστήριο ότι, από τα ίδια προαναφερόμενα γεγονότα, διαπιστώνεται ότι, η προαναφερόμενη παράνομη δράσης του Κατηγορουμένου, ως και προαναφέρθηκε, δεν ήταν το αποτέλεσμα απλά μιας παρόρμησης (σε ότι αφορά την οποιαδήποτε εκ των υπό αναφορά περιπτώσεων). - Επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος, φαίνεται, σχετικά με τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα, έδρασε σε ώρα που δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτός ή έγινε αντιληπτός ή και ήρθε αντιμέτωπος με οποιοδήποτε πρόσωπο. Χωρίς, βεβαίως, λέγοντας αυτό, να παραβλέπεται ότι τρία εκ των προαναφερόμενων περιστατικών, αφορούν διάρρηξη κατοικίας ανθρώπων κατά την διάρκεια της νύχτας. Και περαιτέρω, ότι, από την δράση του Κατηγορουμένου, δεν προκύπτει να υπήρξε καταστροφή, λεηλασία ή βανδαλισμός άλλης περιουσίας στις εν λόγω κατοικίες και κτήριο. Σταθμίζοντας τους προαναφερόμενους επιβαρυντικούς και ελαφρυντικούς παράγοντες, το Δικαστήριο κρίνει ότι, στην προκείμενη περίπτωση, η υπαιτιότητα του Κατηγορουμένου, σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα αδικήματα και η βλάβη που προοριζόταν με αυτά και τελικά προκλήθηκε, κατατάσσουν την εγκληματική του δράση, στην μέση του φάσματος εγκληματικής συμπεριφοράς που τα Άρθρα 291, 292(α), 294(α), 255, 266(β) και 309 του Κεφ. 154 καθορίζουν.
- Προς μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου, προσμετρούν τα εξής: - Η παραδοχή του Κατηγορουμένου στο κατηγορητήριο του, με την πρώτη ευκαιρία όταν κλήθηκε να το πράξει από το Δικαστήριο. [viii]. Αυτό, ως γεγονός, σε συνδυασμό με την απολογία του Κατηγορουμένου, μέσω του συνηγόρου υπεράσπισης του, για τα αδικήματα που διέπραξε, δείχνει, συνείδηση των παράνομων πράξεων του, που εκδηλώνεται δια της ετοιμότητας του να αναλάβει την ευθύνη τους μέσω της τιμωρίας. Έμπρακτα, μάλιστα, καθότι, όπως αναφέρεται από το Δικαστήριο στην συνέχεια, ο Κατηγορούμενος, έχει πραγματικά και ουσιαστικά αντιμετωπίσει την ουσιοεξάρτηση του, γενεσιουργό αιτία, κατά την αναντίλεκτη θέση του, για τις προαναφερόμενες παράνομες πράξεις του. Με το τρόπο αυτό, βεβαίως, περισώνεται και δικαστικός χρόνος και δημόσιο χρήμα από την δαπάνη μίας ακροαματικής διαδικασίας, δεδομένο που συντείνει στην επιεικέστερη αντιμετώπιση του Κατηγορουμένου από το Δικαστήριο. Δεν παραβλέπεται όμως, από το Δικαστήριο, κατά την αποτίμηση του παράγοντα αυτού, ότι ο Κατήγορος είχε, φαίνεται, στην διάθεση του, ικανά στοιχεία μαρτυρίας για την απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν το προαναφερόμενο κατηγορητήριο του Κατηγορουμένου, στον απαιτούμενο βαθμό. Όπως επίσης δεν παραβλέπεται από το Δικαστήριο, η στάσης που τήρησε ο Κατηγορούμενος κατά το στάδιο των Αστυνομικών ανακρίσεων, που δεν ήταν σε καμία περίπτωση υποβοηθητική του έργου της Αστυνομίας. Ο Κατηγορούμενος είχε βεβαίως κάθε δικαίωμα να παραμείνει σιωπηλός ή και να αρνηθεί την εμπλοκή του στην διάπραξη των προαναφερόμενων ποινικών αδικημάτων. Τώρα όμως που αντιμετωπίζεται ποινικά από το Δικαστήριο, η εν λόγω στάση του, μειώνει την επιείκεια που δύναται να του επιδειχθεί από το Δικαστήριο. - Σημειώνεται επίσης, ότι, ο Κατηγορούμενος, κατά την διάρκεια των ανακρίσεων, προσωποκρατήθηκε από την Αστυνομία, με απόφαση του Δικαστηρίου, για περίοδο οκτώ ημερών. Παρά το γεγονός, ότι, αυτή η περίοδος, εφόσον δεν αφορά σε περίοδο «προφυλάκισης» του Κατηγορουμένου από το Δικαστήριο, δεν μπορεί να αφαιρεθεί από την περίοδο ή περιόδους ποινής φυλάκισης που τυχόν επιβληθούν στον Κατηγορούμενο από το Δικαστήριο, με βάση το Άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 155»), μπορεί, σε κάποιο βαθμό, όχι σημαντικό, να δικαιολογήσει μετριασμό της ποινής που πρέπει να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο από το Δικαστήριο.
- Τέλος, προς εξατομίκευση και περαιτέρω μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου, όπου αρμόζει, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τις προσωπικές του περιστάσεις. Αυτές, παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας μέσω σχετικής έκθεσης αρμόδιας Λειτουργού ημερομηνίας 09/11/2021, η οποία υιοθετήθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης του Κατηγορουμένου κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου και, αν και δεν γίνεται ειδική αναφορά σε αυτές, λαμβάνεται από το Δικαστήριο υπόψη το κάθε τι. Σημειώνοντας, ταυτοχρόνως, σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, ότι, λόγω της εγγενούς σοβαρότητας των ποινικών αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και της έξαρσης τους στην κοινωνία, οι προσωπικές του περιστάσεις, δεν μπορούν να εξουδετερώσουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που, ως προελέχθη, πρέπει να έχει η ποινή που πρέπει να του επιβληθεί [ix]. Ιδιαίτερη έμφαση, δίδεται από το Δικαστήριο στο γεγονός ότι, ο Κατηγορούμενος, είναι ανύπαντρος, χωρίς εξαρτώμενους και με υποστηρικτικό περιβάλλον (η οικογένεια του είναι συγκροτημένη και μπορεί να βοηθήσει στην αναμόρφωση του Κατηγορουμένου, όποιο και να είναι το είδος της ποινής που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο). Επίσης, ο Κατηγορούμενος είναι τριάντα δύο χρονών και έχει λευκό ποινικό μητρώο (χωρίς, βεβαίως, κατά την αποτίμηση του παράγοντα αυτού, να παραβλέπεται, σύμφωνα με τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, πότε ξεκίνησε η παράνομη δράση του Κατηγορουμένου και η διάρκεια της). Πρόκειται περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος, για πρόσωπο που, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρεται από το Δικαστήριο στην συνέχεια, έχει μόλις κατακτήσει τον εθισμό του από εξαρτησιογόνες ουσίες, έχει βρει δουλειά για να είναι οικονομικά ανεξάρτητος και δημιουργήσει το δικό του νοικοκυριό.
- Ο Κατηγορούμενος, όπως και προαναφέρθηκε, υποστήριξε ότι, κατά την προαναφερόμενη χρονική περίοδο, κατά την οποία διέπραξε τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα, ήταν ουσιοεξαρτημένος και οι παράνομες πράξεις του ήταν υποκινούμενες από τον εθισμό του και την ανάγκη του να εξασφαλίσει την δόση του. Η θέση του αυτή, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Κατήγορου. Στην Έκθεση Προόδου για τον Κατηγορούμενο, της Συμβουλευτικής Επιτροπής Θεραπείας Κατηγορουμένων Χρηστών ή Ουσιοεξαρτημένων ημερομηνίας 16/09/2021, δια της οποίας παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και η τελική Έκθεση του Κέντρου Θεραπείας της «Αγίας Σκέπης» ημερομηνίας 14/09/2021, στο οποίο παραπέμφθηκε ο Κατηγορούμενος για θεραπεία, γίνεται αναφορά στο σχετικό ιστορικό του Κατηγορουμένου. Ο Κατηγορούμενος, ήταν από την πολύ νεαρή ηλικία των δεκαπέντε χρόνων, χρήστης κάνναβης και από την επίσης πολύ νεαρή ηλικία των δεκαοχτώ χρόνων, χρήστης κοκαΐνης. Συνέχισε την χρήση, έχοντας ουσιοεξαρτηθεί, και πάλι από πολύ νεαρή ηλικία, μέχρι και την ηλικία των τριάντα χρόνων, όταν και, λόγω και αυτής της υπόθεσης, μετά από αίτημα του προς το Δικαστήριο, εντάχθηκε, κατόπιν απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 15/11/2019, στο θεραπευτικό πρόγραμμα του εν λόγω Κέντρου Θεραπείας, το οποίο και ολοκλήρωσε επιτυχώς. Σχετική, είναι η προαναφερόμενη Έκθεσης του Κέντρου Θεραπείας της «Αγίας Σκέπης», ημερομηνίας 14/09/
- Ένας κατηγορούμενος, που καταναλώνει οικειοθελώς αλκοόλ ή και άλλες ουσίες (ασχέτως του κατά πόσο η κατοχή και χρήση του / τους είναι νόμιμη ή παράνομη), πρέπει να αποδεχθεί και υποστεί τις συνέπειες της συμπεριφοράς που προκύπτει, ακόμη και αν αυτή είναι εκτός του χαρακτήρα του. Ο παράγοντας αυτός, σε κάποιες περιπτώσεις, είναι επιβαρυντικός, παρά μετριαστικός για έναν κατηγορούμενο. [x]. Ωστόσο, στην περίπτωση κατηγορουμένου εθισμένου στο αλκοόλ ή και ουσιοεξαρτημένου, η μέθη ή και η συμπεριφορά που προκύπτει λόγω της εξάρτησης, μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν είναι εθελοντική. Εντούτοις, το Δικαστήριο, κατά την αποτίμηση του παράγοντα αυτού, πρέπει να λαμβάνει υπόψη και τον βαθμό της βοήθειας που ο κατηγορούμενος αναζήτησε, ή και την εμπλοκή του στην όποια βοήθεια του προσφέρθηκε ή και του διατέθηκε για να αντιμετωπίσει τον εθισμό ή την ουσιοεξάρτηση του. Η σημασία του εν λόγω παράγοντα, έγκειται στα εξής. Σε κάθε ποινική υπόθεση, όπου ο κατηγορούμενος προβάλλει την εξάρτηση του στο αλκοόλ ή και σε ουσίες ως παράγοντα που μετριάζει την ποινή του για τα ποινικά αδικήματα που διέπραξε, είναι σημαντικό ταυτόχρονα να εξετάζεται και το κατά πόσο ο κατηγορούμενος είναι πραγματικά αποφασισμένος και ικανός να κατακτήσει τον εθισμό του. Δεν μπορεί ένας κατηγορούμενος, που έχει προκαλέσει στον εαυτό του τον εθισμό του στο αλκοόλ ή και σε ουσίες, να αξιώνει μεγάλη έκπτωση στην ποινή του, την στιγμή που δεν έχει καταβάλει ποτέ, ή και δεν έχει πρόθεση να καταβάλει ενόσω εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα, προσπάθεια να απεξαρτηθεί. Η διαδικασία, ενώπιον του Δικαστηρίου, επιβολής ποινής στον κατηγορούμενο, πρέπει, βεβαίως, να αναγνωρίζει το γεγονός της εξάρτησης και την σημαντικότητα που έχει η αντιμετώπισης της. Αυτό, δεν είναι μόνο προς το συμφέρον του κατηγορουμένου, αλλά και προς το δημόσιο συμφέρον, καθότι είναι πολύ συχνά που η εξάρτηση έχει το αποτέλεσμα ενός φαύλου κύκλου φυλακίσεων ακολουθούμενος από την υποτροπή στο έγκλημα. Οι υποθέσεις απαιτούν προσεκτική εξέταση, όταν ένας κατηγορούμενος έχει φτάσει σε ένα κρίσιμο στάδιο στη ζωή του, με πραγματική προοπτική να γυρίσει την πλάτη του στο έγκλημα, ή να ξεφύγει από τον εθισμό στο αλκοόλ ή και σε ουσίες που τον οδήγησαν στο έγκλημα. Εάν ο κατηγορούμενος όντως κάνει μια πραγματική προσπάθεια να σπάσει τον κύκλο ή να αντιμετωπίσει τα αίτια του, τότε αυτό είναι σαφώς ένας παράγοντας που πρέπει να ληφθεί υπόψη υπέρ του και να τεθεί στο ισοζύγιο με τα επιβαρυντικά χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης υπόθεσης. Η επιτυχημένη και έγκαιρη αποκατάσταση, αντιπροσωπεύει συχνά το καλύτερο μακροπρόθεσμο πλεονέκτημα για την κοινωνία και μια προειδοποίηση που έχει εύλογη προοπτική ότι ο κατηγορούμενος θα αποτραπεί ή αποθαρρυνθεί ή θα διδαχτεί να αποφύγει το έγκλημα. Όταν το αδίκημα δεν έχει τα σημαντικά επιβαρυντικά χαρακτηριστικά που χρειάζονται την επιβολή του Δικαστηρίου μέσω της ποινής, σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο πρέπει να επιδεικνύει επιείκεια. Στην περίπτωση του Κατηγορουμένου, η ουσιοεξάρτηση του μετριάζει σε κάποιο βαθμό την υπαιτιότητα του σε ότι αφορά τα ποινικά αδικήματα που διέπραξε και η επιείκεια που το Δικαστήριο θα του επιδείξει σχετικά με την ποινή που πρέπει να του επιβληθεί θα είναι ανάλογη της στάσης του έναντι του εν λόγω προβλήματος του στο παρόν στάδιο, που είναι ουσιαστική προς την κατεύθυνση της αντιμετώπισης του, εφόσον αυξάνει τούτο και την προοπτική αναμόρφωσης του.
- Με τα δεδομένα αυτά υπόψη, το Δικαστήριο κρίνει ότι, τα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, τόσο βάσει του Νόμου, όσο και βάσει των περιστάσεων τους, είναι τόσο σοβαρά, που έχοντας υπόψη και την ανάγκη για αποτροπή, καμία άλλη ποινή εκτός από αυτή της φυλάκισης δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Ειδικότερα αυτό, εξετάζοντας το Δικαστήριο σε δεύτερο στάδιο, και την συνολική πορεία δράσης του Κατηγορουμένου που προκύπτει από την διάπραξη των προαναφερόμενων ποινικών αδικημάτων. Είναι τόσο σοβαρά, που υπερβαίνουν το όριο της κράτησης, δηλαδή, δικαιολογούν την αποστέρηση της ελευθερίας του Κατηγορουμένου. Και περαιτέρω, ότι, το ποινικό αυτό μέτρο αντιμετώπισης του Κατηγορουμένου από το Δικαστήριο, είναι αναπόφευκτο.
- Το Δικαστήριο, αφής στιγμής επιβάλλει στον Κατηγορούμενο ποινή για πέραν του ενός ποινικού αδικήματος, πρέπει να επιβάλει μία συνολική ποινή που να αντικατοπτρίζει ολόκληρη την ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά του και η οποία να είναι δίκαιη και ανάλογη. Αυτό ισχύει, είτε οι ποινές φυλάκισης δομηθούν με την απόφαση του Δικαστηρίου ως συντρέχουσες, είτε ως διαδοχικές. Επιπρόσθετα, εφόσον, σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι δύσκολο για το Δικαστήριο να καταλήξει, ως προαναφέρθηκε, σε μία δίκαιη και ανάλογη ποινή για πολλαπλά ποινικά αδικήματα, απλώς με το να προσθέσει μαζί τις μεμονωμένες ποινές φυλάκισης για τα ξεχωριστά ποινικά αδικήματα, είναι αναγκαίο για το Δικαστήριο να αντιμετωπίσει την ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, μαζί με τις προσωπικές του περιστάσεις, ως σύνολο. Δεν υπάρχει κανένας άκαμπτος κανόνας, για τέτοιες περιπτώσεις, που να διέπει το εάν οι ποινές πρέπει να δομούνται από το Δικαστήριο, ως συντρέχουσες ή διαδοχικές συνιστώσες. Η πρωταρχική αρχή, ως και προαναφέρθηκε, είναι ότι, η συνολική ποινή ενός κατηγορουμένου, πρέπει να είναι δίκαιη και ανάλογη της συνολικά ποινικά κολάσιμης συμπεριφοράς του. Ως εκ των προαναφερόμενων, η γενική προσέγγισης του Δικαστηρίου, πρέπει να είναι:
(1)Αρχικά, να εξετάσει την ποινή για το κάθε ποινικό αδίκημα στην βάση των σχετικών αρχών.
(2)Ακολούθως, να προσδιορίσει εάν η περίπτωσης απαιτεί την επιβολή προς τον κατηγορούμενο συντρεχουσών ή διαδοχικών ποινών φυλάκισης για τα διαφορετικά ποινικά αδικήματα στην βάση των σχετικών αρχών.
(3)Και τέλος, να ελέγξει την συνολική ποινή που προκύπτει, έναντι της ανάγκης αυτή να είναι δίκαιη και ανάλογη της συνολικής εγκληματικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου. Συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, είναι συνήθως κατάλληλες:
(1)Όταν τα ποινικά αδικήματα, προκύπτουν από το ίδιο περιστατικό ή γεγονότα. Και
(2)όταν τα ποινικά αδικήματα, είναι του ίδιου ή παρόμοιου είδους, ιδίως όταν διαπράττονται κατά του ιδίου προσώπου. Όταν πρόκειται να επιβληθούν από το Δικαστήριο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, η ποινή, ως και προαναφέρθηκε, πρέπει να αντικατοπτρίζει τη συνολική εγκληματικότητα που η περίπτωση αφορά. Συνεπώς, η ποινή για το κάθε ξεχωριστό ποινικό αδίκημα, πρέπει, λόγω της ύπαρξης των συνδεδεμένων ή σχετικών ποινικών αδικημάτων, να «επιδεινώνεται» κατάλληλα. Διαδοχικές ποινές φυλάκισης, από την άλλη, είναι συνήθως κατάλληλες:
(1)Όταν τα ποινικά αδικήματα, προκύπτουν από άσχετα μεταξύ τους γεγονότα ή περιστατικά. Και
(2)όπου τα ποινικά αδικήματα είναι του ίδιου ή παρόμοιου είδους, αλλά η συνολική εγκληματικότητα του κατηγορουμένου δεν θα αντικατοπτρίζεται επαρκώς από την επιβολή συντρεχουσών ποινών φυλάκισης. Όταν πρόκειται να επιβληθούν από το Δικαστήριο διαδοχικές ποινές φυλάκισης, το αποτέλεσμα της πρόσθεσης τους, πρέπει, ως και προελέχθη, να είναι δίκαιο και ανάλογο της συνολικής εγκληματικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου. Όταν αυτό δεν επιτυγχάνεται, το Δικαστήριο, πρέπει να εξετάσει, πως μπορεί να καταλήξει σε αυτό το αποτέλεσμα. Στην προκείμενη περίπτωση, λόγω του ότι, αυτή η υπόθεση, αφορά και ποινικά αδικήματα που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, που προκύπτουν από άσχετα μεταξύ τους περιστατικά, που πραγματοποιήθηκαν σε διαφορετικό χρόνο και αφορούν διαφορετικά πρόσωπα (θύματα / παραπονούμενους), παρά το γεγονός ότι αυτά, κατά βάση, είναι του ιδίου είδους, κατάλληλη θα ήταν η επιβολή προς αυτόν από το Δικαστήριο, συντρεχουσών ποινών φυλάκισης για τα ποινικά αδικήματα που προκύπτουν από τα ίδια περιστατικά και αφορούν το ίδιο πρόσωπο, οι οποίες να είναι διαδοχικές των ποινών φυλάκισης για τα ποινικά αδικήματα (που επίσης θα είναι συντρέχουσες μεταξύ τους, σε ότι αφορά το κάθε ξεχωριστό περιστατικό) που προκύπτουν από άσχετα μεταξύ τους περιστατικά και αφορούν διαφορετικά πρόσωπα. Ωστόσο, κάτι τέτοιο, έχοντας το Δικαστήριο κάνει μία αρχική εκτίμηση, πριν από την τελική του κρίση για το ζήτημα της ποινής, κρίνει ότι, θα είχε το αποτέλεσμα, κατά παράβαση της προαναφερόμενης πρωταρχικής αρχής στο δίκαιο της επιβολής ποινής, η συνολική ποινή του Κατηγορουμένου να είναι υπερβολική, δυσανάλογη της συνολικής εγκληματικής συμπεριφοράς του και κατ' επέκταση άδικη. Για να επιτευχθεί, ως προαναφέρθηκε, το τελικό αποτέλεσμα να είναι δίκαιο και ανάλογο της συνολικής εγκληματικής συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου, το Δικαστήριο, μπορεί να προσεγγίσει το ζήτημα των ποινών φυλάκισης που θα επιβληθούν στον Κατηγορούμενο για τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα, με τον ακόλουθο τρόπο. Λόγω της επανάληψης από τον Κατηγορούμενο των συγκεκριμένων ποινικών αδικημάτων εναντίον περιουσίας και της πρόσαψης τους σε αυτόν από τον Κατήγορο ως σειράς, να κριθούν από το Δικαστήριο για σκοπούς επιβολής ποινής σε αυτόν, με αναφορά στην συνολική αξία της περιουσίας που κλάπηκε / αποκτήθηκε από αυτόν και την χρονική περίοδο κατά την οποία έλαβε χώρα η εγκληματική του δράση (έχοντας βεβαίως υπόψιν και όλους τους προαναφερόμενους ελαφρυντικούς και επιβαρυντικούς παράγοντες), και να επιβληθούν σε αυτόν για αυτά, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, σε κάθε μία από τις οποίες να αντικατοπτρίζεται η συνολική σοβαρότητα της περίπτωσης.
- Στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, εφαρμόζοντας τις αρχές της αναλογικότητας και συνολικότητας της ποινής, το Δικαστήριο επιβάλλει στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η Κατηγορία: 16 μήνες φυλάκιση. Στην 2η Κατηγορία: 8 μήνες φυλάκιση· Στην 3η Κατηγορία: 12 μήνες φυλάκιση· Στην 4η Κατηγορία: 9 ½ μήνες φυλάκιση· Στην 5η Κατηγορία: 10 μήνες φυλάκιση· Στην 6η Κατηγορία: 5 μήνες φυλάκιση· Στην 7η Κατηγορία: 10 μήνες φυλάκιση· Στην 8η Κατηγορία: 14 μήνες φυλάκιση· Στην 9η Κατηγορία: 6 μήνες φυλάκιση· Στην 10η Κατηγορία: 2 μήνες φυλάκιση· Οι προαναφερόμενες ποινές φυλάκισης του Κατηγορουμένου στις κατηγορίες με αρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9 και 10 να συντρέχουν. Οι ποινές φυλάκισης του Κατηγορουμένου, θα αρχίσουν να εκτίονται από σήμερα που του έχουν ανακοινωθεί από το Δικαστήριο.
- Οι παράγοντες που προαναφέρθηκαν κατά την επιλογή του είδους της ποινής του Κατηγορουμένου και την επιμέτρηση της, δηλαδή, τα αδικήματα, η σοβαρότητα και ο συνδυασμός τους, αλλά και το σύνολο των περιστάσεων αυτής της υπόθεσης και οι προσωπικές του Κατηγορουμένου ως προαναφέρθηκαν και η ουσιαστική αντιμετώπιση από τον Κατηγορούμενο της ουσιοεξέρτησης του μέσα από ένα εντατικό και πολύμηνο θεραπευτικό πρόγραμμα ως είναι αυτό του Κέντρου Θεραπείας της «Αγίας Σκέπης», χωρίς, σημειώνεται από το Δικαστήριο, να εντοπίζεται οτιδήποτε άλλο, ως σχετικό, για να ληφθεί υπόψη, επανεξεταζόμενοι για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει μόλις επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, δικαιολογούν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, μια τέτοια απόφαση. Το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου, η παραδοχή του στο Δικαστήριο των προαναφερόμενων ποινικών αδικημάτων που διέπραξε αμέσως όταν κλήθηκε να το πράξει, η απολογία και έμπρακτη μεταμέλεια του όπως φαίνεται και από το προαναφερόμενο γεγονός της ουσιαστικής αντιμετώπισης της ουσιοεξάρτησης του και ο χρόνος που παρήλθε από την διάπραξη των ποινικών αυτών αδικημάτων, είναι οι κύριοι παράγοντες που οδήγησαν το Δικαστήριο, χωρίς στιγμή να παραβλέπονται οι περιστάσεις διάπραξής των προαναφερόμενων ποινικών αδικημάτων και οι επιβαρυντικοί για τον Κατηγορούμενο από αυτές παράγοντες, ή και το γεγονός ότι αυτά βρίσκονται σε έξαρση και της ανάγκης, ως εκ τούτου, η ποινή να είναι αποτρεπτική, ειδικότερα από την άποψη της ανάγκης για γενική αποτροπή, να πάρει αυτή την απόφαση.
- Ως εκ τούτου, η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης του Κατηγορουμένου, ως προαναφέρθηκε, αναστέλλεται σύμφωνα με το Άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Νόμος 95/1972, για περίοδο τριών χρόνων. Δικαστήριο προς Κατηγορούμενο: Θα σας εξηγήσω αμέσως τι σημαίνει αυτό. Σημαίνει ότι, η ποινή φυλάκισης, είναι ποινή φυλάκισης, αλλά δεν ενεργοποιείται αμέσως, διότι, το Δικαστήριο κρίνει ότι θα πρέπει να σας δοθεί άλλη μια ευκαιρία, με την προϋπόθεση ότι δεν θα διαπράξετε άλλο ποινικό αδίκημα. Αυτό σημαίνει ότι, εάν μέσα στα επόμενα τρία χρόνια δεν διαπράξετε οποιοδήποτε άλλο ποινικό αδίκημα που τιμωρείται με φυλάκιση, δεν θα κληθείτε να υπηρετήσετε την ποινή φυλάκισης. Αν όμως διαπράξετε οποιοδήποτε άλλο τέτοιο ποινικό αδίκημα, θα μπορεί το Δικαστήριο να σας επιβάλει ποινή για το ποινικό αδίκημα εκείνο αλλά και να διατάξει να υπηρετήσετε, ακόμη και το υπόλοιπο της ποινής φυλάκισης που σας έχει επιβληθεί και η οποία σήμερα ανεστάλη. Επομένως, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στην επιείκεια που ο Νόμος και το Δικαστήριο που εφαρμόζει αυτόν, επιδεικνύουν σε σχέση με τη μελλοντική σας συμπεριφορά.
- Τα τεκμήρια στον κατάλογο τεκμηρίων της Αστυνομίας, Έγγραφο Β, τα οποία έχουν αναγνωριστεί από τους ιδιοκτήτες τους, να τους επιστραφούν. Τα υπόλοιπα τεκμήρια στον κατάλογο τεκμηρίων της Αστυνομίας, Έγγραφο Β, σε σχέση με τα οποία δεν έχει διαπιστωθεί η ταυτότητα του ιδιοκτήτη τους, να κατασχεθούν και δημευθούν. (Υπ.) _______________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Βλ., σε ότι αφορά την νομική αυτή αρχή, χωρίς κατ' ανάγκη να υπάρχει ταύτισης αδικημάτων ή και περιστάσεων, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, Γενικός Εισαγγελέας ν Tvardovskyi, Ποινική Έφεση Αρ. 95/2017, 26/03/2018, Ν. Σ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 184/2015, 13/02/2018, Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39 και Cristinel ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
- [ii] Βλ., σε ότι αφορά την νομική αυτή αρχή, χωρίς κατ' ανάγκη να υπάρχει ταύτισης αδικημάτων ή και περιστάσεων, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση, Ν. Σ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 184/2015, 13/02/
- [iii] Βλ. σε ότι αφορά την νομική αυτή αρχή, χωρίς κατ' ανάγκη να υπάρχει ταύτισης αδικημάτων ή και περιστάσεων, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, Παπαγεωργίου (Γιάγκος) ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 112/2005, 25/11/2005, Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442 και Γενικός Εισαγγελέας ν Cham κ. α.
(1993)2 Α.Α.Δ.
- [iv] Βλ. σε ότι αφορά την νομική αυτή αρχή, χωρίς κατ' ανάγκη να υπάρχει ταύτισης αδικημάτων ή και περιστάσεων, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση, Δημοκρατία ν Κυριάκου, κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 5192, 08/06/
- [v] Βλ. σε ότι αφορά την νομική αυτή αρχή, χωρίς κατ' ανάγκη να υπάρχει ταύτισης αδικημάτων ή και περιστάσεων, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση, Γενικός Εισαγγελέας ν Μυλωνάς, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, 14/12/
- [vi] Βλ. Κλεάνθους ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 236/2018, 11/01/
- [vii] Βλ. Narmania v Αστυνομίας, κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 4/2018, κ. α., 03/04/
- [viii] Βλ. Butterworths Stone's Justices Manual 2021, στο μέρος ΙΙΙ, στην παράγραφο 3.28 στην σελίδα 25, όπου αναφέρονται τα εξής: «A guilty plea produces greater benefits the earlier the plea is indicated. In order to maximise the above benefits and to provide an incentive to those who are guilty to indicate a guilty plea as early as possible, this guideline makes a clear distinction between a reduction in the sentence available at the first stage of the proceedings and a reduction in the sentence available at a later stage of the proceedings. . D. Determining the Level of Reduction. The maximum level of reduction in sentence for a guilty plea is one-third. D
- Plea indicated at the first stage of the proceedings. Where a guilty plea is indicated at the first stage of proceedings a reduction of one-third should be made (subject to the exceptions in section F). The first stage will normally be the first hearing at which a plea or indication of plea is sought and recorded by the court. D
- Plea indicated after the first stage of proceedings — maximum one quarter — sliding scale of reduction thereafter. After the first stage of the proceedings the maximum level of reduction is one-quarter (subject to the exceptions in section F). The reduction should be decreased from one-quarter to a maximum of one-tenth on the first day of trial having regard to the time when the guilty plea is first indicated to the court relative to the progress of the case and the trial date (subject to the exceptions in section F). The reduction should normally be decreased further, even to zero, if the guilty plea is entered during the course of the trial. For the purposes of this guideline a trial will be deemed to have started when pre-recorded cross-examination has begun. E. Applying the Reduction. E
- Imposing one type of sentence rather than another. The reduction in sentence for a guilty plea can be taken into account by imposing one type of sentence rather than another; for example: • by reducing a custodial sentence to a community sentence, or • by reducing a community sentence to a fine. Where a court has imposed one sentence rather than another to reflect the guilty plea there should normally be no further reduction on account of the guilty plea. Where, however, the less severe type of sentence is justified by other factors, the appropriate reduction for the plea should be applied in the normal way.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου) [ix] Βλ. Θεοδούλου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 5547, 20/05/
- [x] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Evans, Ποινική Έφεσε Αρ. 81/2005, 21/11/2005 και Urgur v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 159/2011, 04/04/2012 και τις Κατευθυντήριες Οδηγίες Επιβολής Ποινής, του Συμβουλίου Επιβολής Ποινής του Ηνωμένου Βασιλείου, σχετικά με το αδίκημα της Διάρρηξης Κατοικίας Ανθρώπων (Domestic Burglary). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο