← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ κ.α., Υπόθεση με αρ.: 7364/2021, 21/1/2022

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ κ.α., Υπόθεση με αρ.: 7364/2021, 21/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B33 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Υπόθεση με αρ.: 7364/

  1. Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον-
  2. XXXXX ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ
  3. XXXXX ΚΟΚΚΙΝΟΣ
  4. XXXXX ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 21/01/
  5. Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Χαραλάμπους. Για τους Κατηγορούμενους 1, 2 και 3: κα Μ. Σ. Κωνσταντίνου για κ. Ε. Χρ. Χατζηευτυχίου. Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, Παρόντες. ---------- ΠΟΙΝΗ
  6. Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 έχουν, μετά από δική τους παραδοχή, καταδικαστεί από το Δικαστήριο, στα ποινικά αδικήματα των κατηγοριών που αφορούν έκαστο στο κατηγορητήριο, οι οποίες, όλες, αφορούν το ποινικό αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας του Άρθρου 105 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 154»), που, σύμφωνα και με το Άρθρο 35 του Κεφ. 154, όταν οι περιστάσεις της υπόθεσης το δικαιολογούν, ως πλημμέλημα, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €2.562 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί· και το οποίο, σύμφωνα με την επιφύλαξη του Άρθρου 105 του Κεφ. 154, όταν από τις περιστάσεις της υπόθεσης προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος με τις πράξεις απέβλεπε σε κέρδος, ως κακούργημα, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τριών χρόνων [i].
  7. Αποτελεί αρχή στο δίκαιο της επιβολής ποινής ότι, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, διαγράφεται από την προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή, ή από το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής. Είναι βεβαίως εύκολα κατανοητό ότι, η πρόβλεψη από τον Νομοθέτη, ιδιαιτέρως ποινής φυλάκισης, αλλά και το μέγεθος της, δίδουν και το στίγμα του μεγέθους της απαρέσκειας ή και αποστροφής της κοινωνίας για πράξεις ή παραλείψεις των οποίων μέσω αυτής επιδιώκεται η αποτροπή. Συνεπώς, όσο μεγαλύτερη είναι η προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή, τόσο σοβαρότερο πρέπει να θεωρείται και το αδίκημα. Το Δικαστήριο εφαρμόζει το Νόμο, πρέπει να τον εφαρμόζει αποτελεσματικά ώστε οι σκοποί του να επιτυγχάνονται και για αυτό ακριβώς τον λόγο, η σοβαρότητα ενός αδικήματος ως οροθετείται από τον Νομοθέτη και η ανάγκη για αποτροπή, πρέπει να αντανακλώνται και στην ποινή. Ιδιαιτέρως στις περιπτώσεις, όπως και η προκείμενη, όπου το συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα, παρατηρείται, πλέον, [«διαπιστωμένα»] στην κοινωνία να διαπράττεται με τέτοια συχνότητα, ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι βρίσκεται σε έξαρση και εκ της φύσεως του είναι σοβαρό, δεδομένα που δημιουργούν αυξημένο αίσθημα ανησυχίας, οπότε, το Δικαστήριο, επιδιώκει, εκτός από την τιμωρία, και την γενική καταστολή. Αυτό επιτυγχάνεται, δια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών. [ii]. Σύμφωνα με την Νομολογία, η χωρίς σημεία κάμψης έξαρσης στην διάπραξη συγκεκριμένων ποινικών αδικημάτων, εκτός από αποτρεπτικές ποινές, δικαιολογεί και σταδιακή αύξηση των ποινών. [iii].
  8. Η ανάγκη για επιβολή ποινής ανάλογης με την σοβαρότητα ενός ποινικού αδικήματος, ως προαναφέρθηκε, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να σταθμίζεται με την ανάγκη για την εξατομίκευση της ποινής, ώστε η ποινή που τελικά θα επιβληθεί από το Δικαστήριο, να αρμόζει στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν. Και αυτό, πάντοτε με προσοχή, ώστε να μην εξουδετερώνονται τα στοιχεία εκείνα που σχετίζονται με τη σοβαρότητα του ποινικού αδικήματος και την ανάγκη για προστασία της κοινωνίας.
  9. Το προαναφερόμενο ποινικό αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας του Άρθρου 105 του Κεφ. 154, εμπίπτει στην ευρύτερη κατηγορία των αδικημάτων του δεκασμού και της κατάχρησης εξουσίας του Μέρους ΙΙΙ του Κεφ. 154, που στρέφονται εναντίον της άσκησης νόμιμης εξουσίας. Το Μέρος ΙΙΙ του Κεφ. 154, ποινικοποιεί διάφορες μορφές -μπορεί κατά την κρίση του Δικαστηρίου να χρησιμοποιηθεί ο όρος- «διαφθοράς», μία εκ των οποίων, είναι, ως και προελέχθη, η κατάχρηση εξουσίας του Άρθρου 105 του Κεφ.
  10. «Η διαφθορά, [γενικά], είναι μια επίβουλη μάστιγα που έχει ένα ευρύ φάσμα διαβρωτικών επιπτώσεων στις κοινωνίες. Υπονομεύει τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου, οδηγεί σε παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στρεβλώνει τις αγορές, διαβρώνει την ποιότητα ζωής και επιτρέπει την άνθηση του οργανωμένου εγκλήματος, της τρομοκρατίας και άλλων απειλών για την ανθρώπινη ασφάλεια. Αυτό το κακό φαινόμενο συναντάται σε όλες τις χώρες, μεγάλες και μικρές, πλούσιες και φτωχές, αλλά είναι στον αναπτυσσόμενο κόσμο που τα αποτελέσματά του είναι πιο καταστροφικά. Η διαφθορά βλάπτει δυσανάλογα τους φτωχούς εκτρέποντας κονδύλια που προορίζονται για την ανάπτυξη, υπονομεύοντας την αυξανόμενη ικανότητα παροχής βασικών υπηρεσιών, τροφοδοτώντας την ανισότητα και την αδικία και αποθαρρύνοντας την ξένη βοήθεια και επενδύσεις. Η διαφθορά είναι βασικό στοιχείο της οικονομικής υποαπόδοσης και σημαντικό εμπόδιο στην ανακούφιση της φτώχειας και στην ανάπτυξη.». [iv].
  11. Η ποινή που το Δικαστήριο επιβάλλει για ποινικά αδικήματα αυτής της φύσης, πρέπει να έχει έντονα στο χαρακτήρα της τα προαναφερόμενα στοιχεία της τιμωρίας και της αποτροπής. Η διαφθορά, ως προκύπτει και από την προαναφερόμενη αναφορά στις παρατηρήσεις του μ. Kofi Annan, τότε Γενικού Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, στον πρόλογο του στη συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών του 2004 εναντίον της Διαφθοράς, είναι ένα καρκίνωμα στην εμπορική και δημόσια ζωή ενός τόπου, και πρέπει, εφόσον η ποινικοποίηση των διαφόρων μορφών της, σε αυτό ακριβώς αποσκοπεί, να καθίσταται σαφές από την ποινική αντιμετώπιση των παραβατών από το Δικαστήριο για τα σχετικά αδικήματα, ότι, όσοι δραστηριοποιούνται ή και εμπλέκονται σε τέτοιες συμπεριφορές, περιορισμένη θα είναι η επιείκεια που θα επιδείξει το Δικαστήριο για την τιμωρία τους. Δεδομένου ότι, η διαφθορά, είναι, -υποστηρίζεται και έχει παρατηρηθεί-, τόσο επιζήμια για την εμπορική και δημόσια ζωή, αλλά και για την εμπιστοσύνη της κοινωνίας σε αυτούς τους τομείς, όσοι επιδίδονται σε πράξεις αυτού του είδους, ιδιαιτέρως αυτές που είναι κακουργηματικού χαρακτήρα, θα πρέπει να αναμένουν για την τιμωρία τους για το σχετικό ποινικό αδίκημα που διαπράττουν, αυστηρή ποινή -το πιο πιθανόν και κατά πολλούς ορθότερο, ποινή άμεσης φυλάκισης-, παρά τον ενδεχομένως προηγούμενο καλό τους χαρακτήρα ή και λευκό τους ποινικό μητρώο. Για όποιον μπορεί να μπει στον πειρασμό να δραστηριοποιηθεί ή και εμπλακεί σε τέτοιες συμπεριφορές, η προσδοκία μιας αυστηρής ποινής, -πιθανότερο, ποινής στερητικής της ελευθερίας-, πρέπει να λειτουργεί αποτρεπτικά και, κατά επέκταση, κατασταλτικά. Η έκταση και ο χαρακτήρας της αξιόποινης πράξης, σε αυτής της φύσης τα ποινικά αδικήματα, είναι παράγοντες που, κατά την κρίση του Διακστηρίου μπορούν να επηρεάσουν στην επιμέτρηση της ποινής και όχι, ως και προελέχθη, να καθορίσουν το είδος της [v].
  12. Το πως οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 διέπραξαν, κατά επανάληψη, το προαναφερόμενο ποινικό αδίκημα, αναφέρθηκε με λεπτομέρεια από την εκπρόσωπο του Κατήγορου. Αυτά τα γεγονότα, κάποιες πτυχές τους, διευκρινίστηκαν ή και σχολιάστηκαν από την συνήγορο υπεράσπισης των Κατηγορουμένων 1, 2 και
  13. Αναφορά του Δικαστηρίου στις περιστάσεις διάπραξής των ποινικών αδικημάτων από τους Κατηγορουμένους 1, 2 και 3, στην πλήρη τους έκταση, θα ήταν πλεονασμός. Εντούτοις, επισημαίνεται από το Δικαστήριο η σημασία τους. Αυτές, επιδρούν καθοριστικά στο ζήτημα της ποινής. Και αυτό, επειδή, η σοβαρότητα ενός ποινικού αδικήματος, δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο της ποινής, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, εξαρτάται και από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν και αφορούν την διάπραξη του, από τις οποίες και διαγράφεται η υπαιτιότητα του κατηγορουμένου και το μέγεθος της βλάβης που προόριζε, μπορούσε να προκληθεί ή και προκλήθηκε με τις πράξεις ή παραλείψεις του, ή και τις συνέπειες του.
  14. Το κατηγορητήριο των Κατηγορουμένων 1 και 2 αυτής της Υπόθεσης, αφορά, συνολικά, έντεκα περιστατικά παράνομης δράσης τους, που έλαβαν χώρα, σε αλληλουχία, σε μία αρκετά μεγάλη χρονική περίοδο δύο χρόνων, μεταξύ των ετών 2014 και 2016, σε τρία από τα οποία συμμετείχε και ο Κατηγορούμενος
  15. Κατά τα εν λόγω περιστατικά, ο Κατηγορούμενος 1, κατά την άσκηση του δημόσιου λειτουργήματος του ως Κοινοτάρχης της κοινότητας XXXXX και Πρόεδρος του Συμβουλίου της, καταχρώμενος τις εξουσίες που του παρείχε, κυρίως ο περί Κοινοτήτων Νόμος του 1999, Νόμος 86(I)/1999 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 86(Ι)/1999»), σε ότι αφορούσε την άσκηση των καθηκόντων του, προέβη σε αυθαίρετες πράξεις που παράβλαπταν τα δικαιώματα άλλων προσώπων. Δηλαδή, ενώ γνώριζε ότι ο Κατηγορούμενος 2 ήταν Μέλος του Συμβουλίου της κοινότητας, αποφάσισε και παραχωρήθηκαν στον Κατηγορούμενο 2, ως και προελέχθη, σε έντεκα διαφορετικές περιπτώσεις, εργασίες επί πληρωμής, συνολικού ύψους €925, που αφορούσαν σε έργα του Συμβουλίου της κοινότητας, για επιδιορθώσεις αγωγών, βλαβών και άλλων, καθαρισμό δρόμων, καθαρισμό χόρτων κλαδέματος και εφαρμογής υδρομετρητών. Ο Κατηγορούμενος 2, με την σειρά του, κατά την άσκηση του δημόσιου λειτουργήματος του ως Μέλος του Συμβουλίου της κοινότητας, καταχρώμενος τις εξουσίες που του παρείχε, κυρίως ο Νόμος 86(I)/1999, σε ότι αφορούσε την άσκηση των καθηκόντων του, προέβη σε αυθαίρετες πράξεις που παράβλαπταν τα δικαιώματα άλλων προσώπων. Δηλαδή, ενώ γνώριζε ότι ήταν Μέλος του Συμβουλίου της κοινότητας, αποδέχθηκε και του παραχωρήθηκαν, ως και προελέχθη, σε έντεκα διαφορετικές περιπτώσεις, εργασίες επί πληρωμής, συνολικού ύψους €925, που αφορούσαν στα προαναφερόμενα έργα του Συμβουλίου της κοινότητας. Ο δε Κατηγορούμενος 3, κατά την άσκηση του δημόσιου λειτουργήματος του ως Μέλος του Συμβουλίου της κοινότητας, καταχρώμενος τις εξουσίες που του παρείχε ο Νόμος 86(I)/1999, σε ότι αφορούσε την άσκηση των καθηκόντων του, προέβη σε αυθαίρετες πράξεις που παράβλαπταν τα δικαιώματα άλλων προσώπων. Δηλαδή, ενώ γνώριζε ότι ο Κατηγορούμενος 2 ήταν Μέλος του Συμβουλίου της κοινότητας, μαζί με τον Κατηγορούμενο 1, ενέκρινε και παραχωρήθηκαν στον Κατηγορούμενο 2, ως και προελέχθη, σε τρείς από τις προαναφερόμενες έντεκα διαφορετικές περιπτώσεις, εργασίες επί πληρωμής, συνολικού ύψους €260, που αφορούσαν σε έργα του Συμβουλίου της Κοινότητας, για επιδιορθώσεις αγωγών και καθαρισμό δρόμων. Σημειώνεται, σχετικά με τα προαναφερόμενα ότι, τα σχετικά εντάλματα του Συμβουλίου της κοινότητας, εκδίδονταν, επειδή έπρεπε, δια της ενυπόγραφης έγκρισης του Κατηγορουμένου 1 υπό την ιδιότητα του ως Προέδρου του Συμβουλίου της κοινότητας, και ενός άλλου Μέλους αυτού, που σε όλες τις περιπτώσεις, με εξαίρεση τις τρείς που προαναφέρθηκαν και αφορούν στον Κατηγορούμενο 3, ήταν ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 2 που ήταν και ο εισπράξας. Η ποινική αντιμετώπιση των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 από το Δικαστήριο, για το προαναφερόμενο ποινικό αδίκημα που κατά επανάληψη διέπραξαν, καθορίζεται, ως και προαναφέρθηκε, στην βάση των προαναφερόμενων πραγματικών περιστάσεων, από την υπαιτιότητα τους για αυτό και την βλάβη που με αυτό προόριζαν και τελικά προκάλεσαν. Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, αν και έδρασαν ομαδικά, το Δικαστήριο κρίνει ότι, ο ρόλος του Κατηγορουμένου 3, από τα περιστατικά της υπόθεσης, -χωρίς να προκύπτει ξεκάθαρα από τα γεγονότα κατά πόσο λειτουργούσε υπό καθοδήγηση του οποιουδήποτε-, ήταν υποβαθμισμένος και η λειτουργία του πιο περιορισμένη από αυτήν των Κατηγορουμένων 1 και 2, οι οποίοι είχαν, είναι προφανές, και τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Συνεπώς, η υπαιτιότητα του Κατηγορουμένου 3, σχετικά με την διάπραξη του προαναφερόμενου ποινικού αδικήματος, όλες τις φορές, είναι ολιγότερη από αυτή των Κατηγορουμένων 1 και
  16. Η δράση των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, αν και υπήρξε προσπάθεια συγκάλυψης της στα διάφορα έγγραφα ή και παραστατικά που δημιουργήθηκαν ή και εκτελέστηκαν κατά την υλοποίηση των παράνομων ενεργειών τους (σε ότι αφορούσε το ονοματεπώνυμο του Κατηγορουμένου 2, το οποίο διαφοροποιείτο για να συγκαλύπτεται φαινόμενα και το ασυμβίβαστο του), αυτή δεν ήταν σημαντική και γενικά, οι ενέργειες τους, δεν ήταν εκλεπτυσμένες και μετά από καλό σχεδιασμό και οργάνωση, εφόσον, από τα στοιχεία αυτά, αλλά και άλλα στα οποία εύκολα οδηγούσαν, οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 άφησαν «ίχνη», από τα οποία τελικώς διαπιστώθηκαν από την Αστυνομία τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το προαναφερόμενο κατηγορητήριο τους. Η συνολική βλάβη που προκλήθηκε από τους Κατηγορουμένους 1, 2 και 3 από την διάπραξη του προαναφερόμενου ποινικού αδικήματος, από απόψεως του ποσού που υπήρχε πρόθεση να καταβληθεί και καταβλήθηκε από τους Κατηγορουμένους 1 και 3 ή υπήρχε πρόθεσης να αποκτηθεί και αποκτήθηκε από τον Κατηγορούμενο 2, είναι, κρίνεται, μικρή. Σημαντικό, βεβαίως, στα περιστατικά αυτής της υπόθεσης, -εφόσον άπτεται και της νομικής πτυχής του ποινικού αδικήματος υπό εξέταση του Άρθρου 105 του Κεφ. 154, ήτοι, της σοβαρότητας του από απόψεως της προβλεπόμενης για αυτό ποινής και εάν πρόκειται, στις εξεταζόμενες κατηγορίες, για πλημμέλημα ή κακούργημα-, είναι το παραδεκτό γεγονός από πλευράς Κατήγορου -για το οποίο το Δικαστήριο ζήτησε και είχε την ρητή τοποθέτηση του Κατήγορου-, στη βάση των ισχυρισμών των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 και ειδικότερα των Κατηγορουμένων 1 και 2 (και περισσότερο του τελευταίου), ότι, με τις προαναφερόμενες παράνομες πράξεις τους, σε όλες τις περιπτώσεις, οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, δεν απέβλεπαν σε προσωπικό κέρδος και δεν ζημίωσαν την κοινότητα Καλιανών, εφόσον, όπως υποστηρίχθηκε από πλευράς τους και δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Κατήγορου, ήταν στην εξυπηρέτηση των έκτακτων αναγκών της κοινότητας που αποσκοπούσαν, που λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της, με τον τρόπο αυτό, με τις εργασίες που προαναφέρθηκαν, αυτές αντιμετωπίζονταν άμεσα. Ο δε Κατηγορούμενος 2, τα προαναφερόμενα ποσά που εισέπραξε, αναφέρθηκε από πλευράς του και δεν αμφισβητήθηκε και πάλι από πλευράς Κατήγορου, αφορούσαν στην χρησιμοποίηση εργαλείων και τις δαπάνες του για αγορές υλικών που αφορούσαν στην διεκπεραίωση των προαναφερόμενων σχετικών εργασιών.
  17. Προς μετριασμό της ποινής των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, προσμετρούν τα εξής: - Η παραδοχή των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 στο κατηγορητήριο τους, με την πρώτη ευκαιρία όταν κλήθηκαν να το πράξουν από το Δικαστήριο. [vi]. Αυτό, ως γεγονός, δείχνει, συνείδηση των παράνομων πράξεων τους, που εκδηλώνεται δια της ετοιμότητας τους να αναλάβουν την ευθύνη τους μέσω της τιμωρίας. Με το τρόπο αυτό, βεβαίως, περισώνεται και δικαστικός χρόνος και δημόσιο χρήμα από την δαπάνη μίας ακροαματικής διαδικασίας, δεδομένο που συντείνει στην επιεικέστερη αντιμετώπιση των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 από το Δικαστήριο. Δεν παραβλέπεται όμως, από το Δικαστήριο, κατά την αποτίμηση του παράγοντα αυτού, ότι ο Κατήγορος είχε, φαίνεται, στην διάθεση του, ικανά στοιχεία μαρτυρίας για την απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν το προαναφερόμενο κατηγορητήριο των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, στον απαιτούμενο βαθμό. - Η συνεργασία των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 με την Αστυνομία, κατά την διερεύνηση των περιστατικών που αφορούν αυτή την Υπόθεση, είναι επίσης παράγοντας που δικαιολογεί μετριασμό της ποινής τους. Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, έδωσαν καταθέσεις στην Αστυνομία, σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα που διέπραξαν σε αυτή την υπόθεση, από τις οποίες, στη βάση των ισχυρισμών τους, κατά αρχήν, θα μπορούσε να στοιχειοθετεί, χωρίς ουσιαστικό άλλο, και το κατηγορητήριο που τελικώς τους προσάχθηκε από τον Κατήγορο, λόγω της ομολογίας τους ή και παρουσίασης από πλευράς τους, ισχυρισμών τους για τα γεγονότα, αυτόενοχοποιητικών. Βεβαίως, το γεγονός ότι, ο Κατηγορούμενος 1, δεν υπήρξε απόλυτα συνεργάσιμος, ή και συνεργάσιμος στον ίδιο βαθμό με τους Κατηγορουμένους 2 και 3, επειδή αρνήθηκε τελικά να υπογράψει την κατάθεση που, ως και προαναφέρθηκε, έδωσε στην Αστυνομία, αν και παρατηρείται από το Δικαστήριο, κρίνεται ότι δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο, κατά την αποτίμηση του παράγοντα αυτού, στην επίδειξη προς αυτόν σε ότι αφορά την ποινή που πρέπει να του επιβληθεί, λιγότερη επιείκεια. - Ο χρόνος που παρήλθε από την διάπραξη των ποινικών αδικημάτων από τους Κατηγορουμένους 1, 2 και 3, μέχρι και την καταχώριση αυτής της υπόθεσης στο Δικαστήριο από τον Κατήγορο στις 23/03/2021, και η σχετική καθυστέρηση που δεν έχει δικαιολογηθεί από πλευράς Κστήγορου, εφόσον από τον Μάρτιο του έτους 2018 οι ανακρίσεις της Αστυνομίας φαίνεται ολοκληρώθηκαν, καθώς επίσης και ο χρόνος που παρήλθε μέχρι και σήμερα που επιβάλλεται στους Κατηγορουμένους 1, 2 και 3 από το Δικαστήριο ποινή, δικαιολογούν μετριασμό της ποινής τους, εφόσον, η ανάγκη για ειδική αποτροπή έχει ατονήσει. Χωρίς βεβαίως το Δικαστήριο να παραγνωρίζει, την ανάγκη, έντονη στην περίπτωση του συγκεκριμένου ποινικού αδικήματος, για γενική αποτροπή. Οι περιστάσεις, βεβαίως, που οδήγησαν στην διερεύνηση αυτής της υπόθεσης από την Αστυνομία, κατά τον Απρίλιο του έτους 2017, κατά την αποτίμηση του εν λόγω παράγοντα της καθυστέρησης στην ποινική αντιμετώπιση των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, επίσης λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, ως μέρος του ζητήματος.
  18. Τέλος, προς εξατομίκευση και περαιτέρω μετριασμό της ποινής των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τις προσωπικές τους περιστάσεις. Αυτές, παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο από την συνήγορο υπεράσπισης των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, κατά την αγόρευση της για μετριασμό της ποινής των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 και, αν και δεν γίνεται ειδική αναφορά σε αυτές, λαμβάνεται από το Δικαστήριο υπόψη το κάθε τι. Σημειώνοντας, ταυτοχρόνως, σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, ότι, λόγω της εγγενούς σοβαρότητας των αδικημάτων που οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 διέπραξαν, ως και προαναφέρθηκε, και της έξαρσης τους στην κοινωνία, οι προσωπικές τους περιστάσεις, δεν μπορούν να εξουδετερώσουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που, ως προελέχθη και επαναλαμβάνεται, πρέπει να έχει η ποινή που πρέπει να τους επιβληθεί [vii]. Ιδιαίτερη έμφαση, δίδεται από το Δικαστήριο στο γεγονός ότι, οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, είναι λευκού ποινικού μητρώου και με έντιμο πρότερο βίο. Χωρίς, βεβαίως, κατά την αποτίμηση του παράγοντα αυτού, να παραβλέπεται, σύμφωνα με τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, και το πότε ξεκίνησε η παράνομη δράση των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, αλλά και η διάρκεια της. Οι προσωπικές περιστάσεις των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, κρίνει το Δικαστήριο, παρά το γεγονός ότι αυτές που αφορούν στην ηλικία και την οικογενειακή τους κατάσταση διαφέρουν, λόγω του τύπου της ποινής που το Δικαστήριο με την απόφαση του επιλέγει για αυτούς, και εφόσον για τις οικονομικές τους περιστάσεις δεν έχει παρουσιαστεί από πλευράς τους οτιδήποτε, δεν δικαιολογούν, με γνώμονα μόνον αυτές, διαφοροποίηση στην ποινή που πρέπει να τους επιβληθεί από το Δικαστήριο, μεταξύ τους.
  19. Με τα δεδομένα αυτά υπόψη, το Δικαστήριο κρίνει ότι, τα ποινικά αδικήματα που οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 διέπραξαν, τόσο βάσει του Νόμου, όσο και βάσει των περιστάσεων τους, είναι τόσο σοβαρά, που έχοντας υπόψη και την ανάγκη για αποτροπή, ειδικότερα την γενική αποτροπή, έχοντας κατά νουν την επανάληψη τους και την συνολική πορεία δράσης των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, η ποινή της φυλάκισης, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί. Είναι τόσο σοβαρά τα ποινικά αδικήματα που οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 διέπραξαν, που υπερβαίνουν το όριο της κράτησης. Δηλαδή, δικαιολογούν την αποστέρηση της ελευθερίας των Κατηγορουμένων 1, 2 και
  20. Ωστόσο, το Δικαστήριο κρίνει ότι: (α) λόγω του λευκού ποινικού μητρώου των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, (β) της παραδοχής του κατηγορητηρίου τους στο Δικαστήριο, αμέσως όταν κλήθηκαν να το πράξουν από το Δικαστήριο, (γ) ότι αυτό αφορά, καίτοι σε σειρά, σύμφωνα με το Άρθρο 105 του Κεφ. 154, πλημμελήματα (η παρανομία δεν αποσκοπούσε στην αποκόμιση κέρδους), (δ) λόγω και της αδικαιολόγητης καθυστέρησης που παρατηρείται στην ποινική δίωξη τους από τον Κατήγορο και που, κατά επέκταση, αντικειμενικά παρατηρείται, γενικά στην ποινική από το Δικαστήριο αντιμετώπιση τους και (ε) των προσωπικών τους περιστάσεων; το ποινικό αυτό μέτρο αντιμετώπισης τους από το Δικαστήριο μπορεί να αποφευχθεί. Το Δικαστήριο έχει επιλέξει την χρηματική ποινή για τους Κατηγορουμένους 1, 2 και 3, την οποία όμως επιμετράει, έχοντας κατά νουν την σοβαρότητα και φύση των αδικημάτων που διέπραξαν, που, όπως και η ανάγκη για αποτροπή, πρέπει να αντανακλάται στην ποινή, σύμφωνα όμως πάντοτε, με τις προαναφερόμενες περιστάσεις των εν λόγω ποινικών αδικημάτων, αλλά και τις προσωπικές τους.
  21. Στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, εφαρμόζοντας τις αρχές της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, το Δικαστήριο στους Κατηγορουμένους 1, 2 και 3 επιβάλλει τις ακόλουθες ποινές: Στον Κατηγορούμενο 1, στην 1η, 3η, 5η, 7η, 9η, 11η, 14η, 17η, 20η, 22η και 24η Κατηγορία, σε κάθε μία από αυτές, €400 πρόστιμο. Στον Κατηγορούμενο 2, στην 2η, 4η, 6η, 8η, 10η, 12η, 15η, 18η, 21η, 23η και 25η Κατηγορία, σε κάθε μία από αυτές, €400 πρόστιμο. Στον Κατηγορούμενο 3, στην 13η, 16η και 19η Κατηγορία, σε κάθε μία από αυτές, €130 πρόστιμο.
  22. Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, κατ' εφαρμογής του Άρθρου 118

(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, θα έχουν μέχρι και την 15ην/03/2022 για να καταβάλουν το σύνολο του προστίμου που προκύπτει ως ανωτέρω. Τους δίδεται από το Δικαστήριο, εύλογος χρόνος ανταπόκρισης. 14. Επιπρόσθετα, και ως μέρος της ποινής του Κατηγορουμένου 2, το Δικαστήριο, στη βάση της εξουσίας που αντλεί από το Άρθρο 34
(1)του περί Δικαστηρίωv Νόμoυ τoυ 1960, Νόμος 14/1960, θα μπορούσε να εκδώσει εναντίον του, διάταγμα προς αποζημίωση του Κοινοτικού Συμβουλίου Καλιανών, για το ποσό των €925 [viii]. Αυτό, με δεδομένο ότι δεν ζητήθηκε από πλευράς Κατήγορου και επειδή στο προαναφερόμενο ποσό περιλαμβάνονται και πραγματικά έξοδα του Κοινοτικού Συμβουλίου Καλιανών για τις διάφορες εργασίες, που ο Κατηγορούμενος 2, είναι παραδεκτό, πράγματι εκτέλεσε, και όχι την αμοιβή του για την εκτέλεση τους, δεν εκδίδεται από το Δικαστήριο. (Υπ.) _______________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Με βάση, σημειώνεται, τις πρόνοιες του Άρθρου 105 του Κεφ. 154, ως αυτές είχαν κατά τον χρόνο διάπραξης των ποινικών αδικημάτων υπό εξέταση, πριν την τροποποίηση του από τον περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικό) (Αρ. 3) Νόμο του 2021, Νόμος 190(Ι)/2021, που ετέθη σε ισχύ από 21/12/2021. [ii] Βλ., σε ότι αφορά την νομική αυτή αρχή, χωρίς κατ' ανάγκη να υπάρχει ταύτισης αδικημάτων ή και περιστάσεων, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, Γενικός Εισαγγελέας ν Tvardovskyi, Ποινική Έφεση Αρ. 95/2017, 26/03/2018, Ν. Σ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 184/2015, 13/02/2018, Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39 και Cristinel ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
  1. [iii] Βλ., σε ότι αφορά την νομική αυτή αρχή, χωρίς κατ' ανάγκη να υπάρχει ταύτισης αδικημάτων ή και περιστάσεων, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση, Ν. Σ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 184/2015, 13/02/
  2. [iv] Βλ. την απόφαση Εφετείου στο Ηνωμένο Βασίλειο στην υπόθεση R v Dougall [2010] EWCA Crim
  3. [v] Βλ. R v Brealy [2010] EWCA Crim
  4. [vi] Βλ. Butterworths Stone's Justices Manual 2021, στο μέρος ΙΙΙ, στην παράγραφο 3.28 στην σελίδα 25, όπου αναφέρονται τα εξής: «A guilty plea produces greater benefits the earlier the plea is indicated. In order to maximise the above benefits and to provide an incentive to those who are guilty to indicate a guilty plea as early as possible, this guideline makes a clear distinction between a reduction in the sentence available at the first stage of the proceedings and a reduction in the sentence available at a later stage of the proceedings. . D. Determining the Level of Reduction. The maximum level of reduction in sentence for a guilty plea is one-third. D
  5. Plea indicated at the first stage of the proceedings. Where a guilty plea is indicated at the first stage of proceedings a reduction of one-third should be made (subject to the exceptions in section F). The first stage will normally be the first hearing at which a plea or indication of plea is sought and recorded by the court. D
  6. Plea indicated after the first stage of proceedings — maximum one quarter — sliding scale of reduction thereafter. After the first stage of the proceedings the maximum level of reduction is one-quarter (subject to the exceptions in section F). The reduction should be decreased from one-quarter to a maximum of one-tenth on the first day of trial having regard to the time when the guilty plea is first indicated to the court relative to the progress of the case and the trial date (subject to the exceptions in section F). The reduction should normally be decreased further, even to zero, if the guilty plea is entered during the course of the trial. For the purposes of this guideline a trial will be deemed to have started when pre-recorded cross-examination has begun. E. Applying the Reduction. E
  7. Imposing one type of sentence rather than another. The reduction in sentence for a guilty plea can be taken into account by imposing one type of sentence rather than another; for example: • by reducing a custodial sentence to a community sentence, or • by reducing a community sentence to a fine. Where a court has imposed one sentence rather than another to reflect the guilty plea there should normally be no further reduction on account of the guilty plea. Where, however, the less severe type of sentence is justified by other factors, the appropriate reduction for the plea should be applied in the normal way.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου) [vii] Βλ. Θεοδούλου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 5547, 20/05/
  8. [viii] Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν Πορα, Ποινική Έφεση Αρ. 323/2018, 12/11/
  9. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.