ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Υπόθεση υπ' αρ.: 9354/2021., 28/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B38 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 9354/
- Κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορο -εναντίον - XXXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 28/02/
- Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Μιχαήλ-Αβραμίδου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Σ. Σαββίδης. Κατηγορούμενος, Απών. ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ [Άρθρο 74
(1)[(β) και (γ)] του Κεφ. 155]
- Σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, μόνον όταν το Δικαστήριο υιοθετεί εισήγηση της υπεράσπισης για την μη κλήση κατηγορουμένου σε απολογία, ή, στην απουσία τέτοιας εισήγησης, κρίνει ότι δεν δικαιολογείται η κλήσης του κατηγορουμένου σε απολογία, απαιτείται όπως το Δικαστήριο δώσει εκτεταμένη αιτιολογία για την απόφαση του. Σε αντίθετη περίπτωση, αυτή δηλαδή της απόρριψης υποβολής ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον κατηγορουμένου, ή όταν, στην απουσία μιας τέτοιας εισήγησης, κριθεί δικαιολογημένη από το Δικαστήριο η κλήσης του κατηγορουμένου σε απολογία, αρκεί η κατάληξης του Δικαστηρίου, χωρίς εκτεταμένη αιτιολόγηση [i].
- Έχοντας το Δικαστήριο εξετάσει την προσκομισθείσα, από πλευράς Κατήγορου, μαρτυρία, στην βάση των διατάξεων του Άρθρου 74
(1)[(β) και (γ)] του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 155») και των αρχών της νομολογίας που έχει ερμηνεύσει αυτές [ii], σε συνδυασμό πάντοτε με την νομική υπόσταση της υπόθεσης βάσει της έκθεσης αδικήματος της κατηγορίας με αρ. 1 στο κατηγορητήριο που έχει προσαχθεί στον Κατηγορούμενο [iii], το Δικαστήριο καταλήγει ότι δικαιολογείται η κλήσης του Κατηγορουμένου σε απολογία σε ότι αφορά το ποινικό αδίκημα της εν λόγω κατηγορίας. Πολύ συνοπτικά καταγράφεται, ότι, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, σε ότι αφορά την κατηγορία με αρ. 1 στο κατηγορητήριο, υπάρχει το πραγματικό υπόβαθρο που θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει σε καταδίκη του Κατηγορουμένου για το αδίκημα που του προσάπτεται, αντικρισθείσα αυτή εξ όψεως, χωρίς αξιολόγηση και στην καλύτερη αυτής έκδοση. 3. Σε ότι αφορά την μοναδική θέση που ετέθη από πλευράς Κατηγορουμένου για εξέταση από το Δικαστήριο, με την εισήγηση που υπέβαλε με βάση το Άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155 [iv], ότι η κατηγορία με αρ. 1 στο κατηγορητήριο δεν αποκαλύπτει ποινικό αδίκημα, το Δικαστήριο καταγράφει τα ακόλουθα που αφορούν στο σκεπτικό του για την απόρριψη της. Το Άρθρο 7 του περί Λοιμοκάθαρσης Νόμου, Κεφ. 260 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 260») προνοεί ότι, πρόσωπο το οποίο παραβαίνει οποιοδήποτε από τους Κανονισμούς και/ή τα Διατάγματα που εκδίδονται βάσει του Κεφ. 260, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται μετά από καταδίκη του από το Δικαστήριο, στην ποινή που με αυτό ορίζεται. Το Άρθρο 6 του Κεφ. 260, προνοεί ότι, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται «με Διάταγμα να εκδίδει Κανονισμούς που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας» για όλους ή για οποιουσδήποτε από τους ακόλουθους σκοπούς: «(α) τον καθορισμό των μέτρων που λαμβάνονται εντός της Δημοκρατίας σε οποιαδήποτε τοπική περιοχή, είτε εντός είτε εκτός της Δημοκρατίας, που κηρύχτηκε ως μολυσμένη τοπική περιοχή, (β) την παρεμπόδιση της εισαγωγής οποιασδήποτε επικίνδυνης μολυσματικής ασθένειας εντός της Δημοκρατίας ή οποιουδήποτε μέρους αυτής από οποιαδήποτε τοπική περιοχή εκτός της Δημοκρατίας, είτε η τοπική αυτή περιοχή είναι μολυσμένη τοπική περιοχή είτε όχι, (γ) την παρεμπόδιση της εξάπλωσης οποιασδήποτε επικίνδυνης μολυσματικής ασθένειας από οποιαδήποτε τοπική περιοχή εντός της Δημοκρατίας, είτε είναι μολυσμένη τοπική περιοχή είτε όχι, σε οποιαδήποτε άλλη τοπική περιοχή εντός της Δημοκρατίας, (δ) την παρεμπόδιση της μετάδοσης οποιασδήποτε επικίνδυνης μολυσματικής ασθένειας από τη Δημοκρατία ή από οποιαδήποτε τοπική περιοχή εντός της Δημοκρατίας, είτε είναι μολυσμένη τοπική περιοχή είτε όχι, σε οποιαδήποτε τοπική περιοχή εκτός της Δημοκρατίας, (ε) το καθορισμό των εξουσιών και καθηκόντων τέτοιων λειτουργών που δυνατό να τους ανατεθεί η εφαρμογή των Κανονισμών αυτών, (στ) τον καθορισμό των τελών και δικαιωμάτων που πρέπει να καταβάλλονται για οποιοδήποτε θέμα ή πράγμα που γίνεται βάσει των Κανονισμών αυτών, και το καθορισμό του προσώπου από το οποίο θα καταβάλλονται τα τέλη και δικαιώματα αυτά, και τα πρόσωπα τα οποία θα επιβαρύνονται με τα έξοδα εφαρμογής οποιωνδήποτε τέτοιων Κανονισμών, και το πρόσωπο από το οποίο δύνανται να ανακτηθούν οποιαδήποτε τέτοια έξοδα που προκλήθηκαν από τη Κυβέρνηση της Δημοκρατίας, και (ζ) γενικά για την εφαρμογή των σκοπών και διατάξεων του Νόμου αυτού και οποιασδήποτε υγειονομικής σύμβασης στην οποία η Δημοκρατία προσχώρησε ή δυνατό μελλοντικά να προσχωρήσει, (η) τη δημιουργία δικτύου Επιδημιολογικής Επιτήρησης και Ελέγχου Λοιμωδών Νοσημάτων με στόχο την παρακολούθηση, καταγραφή, ανάλυση δεδομένων που αφορούν λοιμώδη νοσήματα και την παροχή πληροφοριών σε αρμόδιες αρχές άλλων χωρών.». Στις 08/01/2021, δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας το Περί Λοιμοκαθάρσεως (Καθορισμός Μέτρων για Παρεμπόδιση της Εξάπλωσης του Κορωνοϊού COVID-19) Διάταγμα (Αρ. 2) του 2021, Κ.Δ.Π. 06/2021 (στο εξής καλούμενο «το Διάταγμα»). Αυτό, σύμφωνα με το Άρθρο 2.2 θα είχε ισχύ από τις 05:00 της 10ης/01/2021 μέχρι και τις 23:59 της 31ης/01/2021. Η παραβίασης με βάση το Άρθρο 7 του Κεφ. 260, που καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο, αφορά στις 20/01/2021. Με το Άρθρο 2.2.α. του Διατάγματος, απαγορεύονταν οι μετακινήσεις προσώπων, εξαιρουμένων κάποιων συγκεκριμένων περιπτώσεων. Με βάση το Άρθρο 2.2.β. του Διατάγματος, οι εν λόγω επιτρεπόμενες κατ' εξαίρεση μετακινήσεις, υπόκειντο, μεταξύ άλλων, βάσει της υπο-παράγραφου (iv), σε ότι αφορούσε τις περιπτώσεις που η μετακίνηση θα γινόταν με ιδιωτικό όχημα προσώπων από διαφορετικά νοικοκυριά, στον όρο ότι στο ίδιο όχημα δεν θα επέβαιναν πέραν των τριών ατόμων, συμπεριλαμβανομένου και του οδηγού, και ότι απαραίτητα τα πρόσωπα αυτά θα χρησιμοποιούσαν προστατευτική μάσκα προσώπου. Όπως στο Διάταγμα εισαγωγικά αναφέρεται, αφενός αυτό αποτελεί διάταγμα και αφετέρου αυτό εκδόθηκε από τον Υπουργό Υγείας κατά την άσκηση των εξουσιών που του παρέχονται από το προαναφερόμενο Άρθρο 6[(α), (β), (γ), (δ), (ε) και (ζ)] του Κεφ. 260 που του εκχωρήθηκαν με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 03/09/2020. Για το προκείμενο, σχετική μαρτυρία κατά την ακρόαση, δόθηκε και από τον Αντώνη Αντωνίου, Ανώτερο Διοικητικό Λειτουργό του Υπουργείου Υγείας, ΜΚ4, ο οποίος παρουσίασε στο Δικαστήριο και την σχετική απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με αρ. 90.005. Αυτή, φαίνεται να ελήφθη στην βάση του Άρθρου 3
(1)του Περί Εκχωρήσεως της ενασκήσεως των Εξουσιών των Απορρεουσών εκ τινός Νόμου, Νόμος του 1962, Νόμος 23/1962 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 23/1952») το οποίο προνοεί ότι: «Οσάκις δυvάμει Νόμoυ ή διoικητικής πράξεως γεvoμέvης κατ' εξoυσιoδότησιv Νόμoυ τo Υπoυργικόv Συμβoύλιov κέκτηται εξoυσίαv εvασκήσεως oιωvδήπoτε εξoυσιώv απoρρεoυσώv εκ τιvoς Νόμoυ, τo Υπoυργικόv Συμβoύλιov, εκτός εάv διά Νόμoυ ρητώς απαγoρεύεται τoύτo, δύvαται διά της επί τoύτω απoφάσεως vα εξoυσιoδoτήση τov αρμόδιov Υπoυργόv ή τov αρμόδιov Αvεξάρτητov Αξιωματoύχov της Δημoκρατίας ή ετέραv αρμoδίαv αρχήv εv τη Δημoκρατία, όπως εvασκή τας τoιαύτας εξoυσίας εκ μέρoυς τoυ Υπoυργικoύ Συμβoυλίoυ, υπό τoιoύτoυς όρoυς, εξαιρέσεις και επιφυλάξεις, ως τo Υπoυργικόv Συμβoύλιov ήθελεv εv τη τoιαύτη απoφάσει καθoρίσει.». Σημειώνεται ότι, με το Άρθρο 2 του Νόμου 23/1952 δίδεται η ερμηνεία της φράσης «εξoυσίαι απoρρέoυσαι εκ τιvoς Νόμoυ»: «"εξoυσίαι απoρρέoυσαι εκ τιvoς Νόμoυ" σημαίvει τας εκτελεστικής ή διoικητικής φύσεως εξoυσίας ή καθήκovτα δι' ωv περιβέβληται τo Υπoυργικόv Συμβoύλιov, ή Υπoυργός τις, ή Αvεξάρτητoς Αξιωματoύχoς ή ετέρα αρχή εv τη Δημoκρατία, δυvάμει oιoυδήπoτε Νόμoυ ή διoικητικής πράξεως γεvoμέvης κατ' εξoυσιoδότησιv Νόμoυ.». Για να καθίσταται δυνατή η εκτέλεση και εφαρμογή ενός Νόμου, είναι δυνατόν να παρέχεται από την νομοθετική εξουσία στην εκτελεστική εξουσία, εξουσία θέσπισης συμπληρωματικών κανόνων δικαίου, που κρίνονται αναγκαίοι για τον σκοπό. [v]. Η Βουλή των Αντιπροσώπων μπορεί να εξουσιοδοτεί την έκδοση κανονιστικών και εκτελεστικών διαταγμάτων για την εφαρμογή Νόμου που η ίδια ψηφίζει, σε οποιοδήποτε όργανο της Δημοκρατίας το οποίο ασκεί εκτελεστική εξουσία [vi]. Πρόκειται για νομοθετική εξουσιοδότηση χωρίς αυτονομία, αλλά συνδεόμενη με Νόμο στην εκτέλεση και εφαρμογή του οποίου αποβλέπει, η οποία θα πρέπει πάντοτε να ασκείται μέσα στα πλαίσια της εκφρασθείσας θέλησης της Βουλής των Αντιπροσώπων [vii]. Δεν αποβλέπει στην συμπλήρωση των διατάξεων του Νόμου ώστε να διευρύνεται ο σκοπός και η εφαρμογή του, αλλά σκοπεύει στο να τίθενται κανόνες δικαίου, καθαρά δευτερεύοντες, που είναι αναγκαίοι, ως και προελέχθη, στην εκτέλεση και εφαρμογή των υφιστάμενων διατάξεων του. Η διοίκηση, έχει την ευχέρεια άσκησης της κανονιστικής αυτής εξουσίας που της παρέχεται από την νομοθετική εξουσία (και όχι υποχρέωση), κυρίως με την έκδοση Κανονισμών και Διαταγμάτων ή Γνωστοποιήσεων με νομοθετικό περιεχόμενο. Εκδίδει όμως και Διατάγματα που δεν είναι νομοθετικού περιεχομένου, αλλά καθαρά διοικητικής φύσης. [viii]. Στην προκείμενη περίπτωση, η Βουλή των Αντιπροσώπων, με το προαναφερόμενο Άρθρο 6 του Κεφ. 260, εξουσιοδότησε το Υπουργικό Συμβούλιο με Διάταγμα να εκδίδει Κανονισμούς που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, για όλους ή για οποιουσδήποτε από τους σκοπούς που όρισε με αυτό, προς τον σκοπό εφαρμογής και εκτέλεσης του Κεφ. 260. Όπως και προαναφέρθηκε, η διοίκηση, έχει την ευχέρεια άσκησης της κανονιστικής εξουσίας που της παρέχεται από την νομοθετική εξουσία, κυρίως με την έκδοση Κανονισμών και Διαταγμάτων ή Γνωστοποιήσεων με νομοθετικό περιεχόμενο. Σε αυτή την περίπτωση, η Βουλή των Αντιπροσώπων, ως προαναφέρθηκε, καθόρισε στην εξουσιοδότηση της με το Άρθρο 6 του Κεφ. 260, τον τρόπο άσκησης της κανονιστικής εξουσίας της διοίκησης, ήτοι, με την έκδοση Κανονισμών με «Διάταγμα». Είναι, ως εκ τούτου, κατά την κρίση του Δικαστηρίου προφανές, ότι, η εξουσία εκδόσεως Κανονισμών, που συνιστά, ως και προελέχθη, νομοθετικής φύσης εξουσία, σε αυτή την περίπτωση, δόθηκε από τη Βουλή των Αντιπροσώπων στο Υπουργικό Συμβούλιο, χωρίς την επιφύλαξη του δικαιώματος της Βουλής των Αντιπροσώπων να τους εγκρίνει, να τους απορρίψει ή να τους τροποποιήσει, με βάση τις πρόνοιες του Περί Καταθέσεως στη Βουλή των Αντιπροσώπων των Κανονισμών που Εκδίδονται με Εξουσιοδότηση Νόμου Νόμος του 1989, Νόμος 99/1989 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 99/1989»), εφόσον παραχωρήθηκε η εξουσία στο Υπουργικό Συμβούλιο στην έκδοση τους, Διατακτικά (δηλαδή, χωρίς έγκριση) και την δημοσίευση τους, χωρίς άλλο, στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Εξ ου και η έκδοσης τους από τον Υπουργό Υγείας με Διάταγμα. Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 3
(1)του Νόμου 99/1989: «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου Νόμου, όταν δυνάμει Νόμου ή με εξουσιοδότηση Νόμου το Υπουργικό Συμβούλιο ή οποιοδήποτε Μέλος αυτού έχει εξουσία να εκδίδει Κανονισμούς, οι Κανονισμοί αυτοί κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση.» (η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου). Συνεπώς, το Άρθρο 3
(1)του Νόμου 99/1989, εφαρμόζεται μόνο όταν η εξουσιοδότηση που δίδει η Βουλή των Αντιπροσώπων προς την διοίκηση, αφορά σε Κανονισμούς και όχι Κανονισμούς με Διάταγμα. Και περαιτέρω, ότι, σύμφωνα και με το Άρθρο 2 του Περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1, υπάρχει σαφής διαφοροποίησης μεταξύ: «"διαταγμάτων", "κανονισμών", "κανόνων" και "διατάξεων" . που εκδίδονται σύμφωνα με εξουσίες που παρέχονται από Νόμο.». Για το προκείμενο, βλ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (πλειοψηφίας) στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. α. ν Βουλή των Αντιπροσώπων, Υπόθεση Αρ. 1695/2015, 28/03/2016, ECLI:CY:AD:2016:C174 [ix], στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Κατ' εφαρμογή, συνεπώς, της εν λόγω απόφασης προκύπτει ότι η οποιαδήποτε σύγκρουση ή αμφισβήτηση, από τη Νομοθετική Εξουσία, της εξουσίας ή της αρμοδιότητας της Εκτελεστικής Εξουσίας να ρυθμίζει τα ζητήματα των ωραρίων των καταστημάτων, των τουριστικών περιοχών, των τουριστικών περιόδων και των αργιών, προέκυψε με το Ν. 36(Ι)/2015, ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 27.3.2015 και τέθηκε σε ισχύ, τελικά, την 14.5.2015. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, ο Νόμος εκείνος αφαίρεσε από την Εκτελεστική Εξουσία την αποκλειστικήν αρμοδιότητα ρύθμισης των προαναφερομένων ζητημάτων, δια της εκδόσεως διαταγμάτων του αρμοδίου Υπουργού (δυνάμει του άρθρου 27 του Ν. 155(Ι)/2006), (διαταγμάτων που ακριβώς ήσαν, εγγενώς, επέκταση ως εκ της φύσεως τους, της ίδιας της διοικητικής λειτουργίας) και έδωσε την εξουσία αυτή στο Υπουργικό Συμβούλιο, το οποίο, όμως, θα πρέπει να ασκεί την εξουσία του με Κανονισμούς, οι οποίοι, σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Καταθέσεως στη Βουλή των Αντιπροσώπων των Κανονισμών που εκδίδονται με Εξουσιοδότηση Νόμου (Ν. 99/1989, όπως τροποποιήθηκε) κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων, προς έγκριση. . Άλλωστε, ο σκοπός της Κα' ης η αίτηση όταν θέσπισε το Ν. 36(Ι)/2015 ήταν πασιφανής και από τη σχετική αιτιολογική έκθεση, όπου αναγράφεται ότι, με την τροποποίηση, η Βουλή αποκτά εξουσία έγκρισης, τροποποίησης ή απόρριψης των Κανονισμών. Ήταν επομένως απόλυτα σαφής η πρόθεση της Καθ' ης η αίτηση να υποβάλει την εξουσία που, μέχρι τότε είχε η Εκτελεστική Εξουσία, στη δική της σφαίρα αρμοδιότητας.». (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου) Ότι το Υπουργικό Συμβούλιο, στην βάση του Άρθρου 3
(1)του Νόμου 23/1962, αποφάσισε να εξουσιοδοτήσει τον Υπουργό Υγείας, στην αρμοδιότητα του Υπουργείου του οποίου προΐσταται αναντίλεκτα εμπίπτουν οι διατάξεις του Κεφ. 260, να ασκήσει εκ μέρους του και για καθορισμένη περίοδο (προσωρινά) (από την ημερομηνία λήψης της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου σύμφωνα με το Άρθρο 3
(3)του Νόμου 23/1962), την κανονιστική εξουσία που η Βουλή των Αντιπροσώπων με το Άρθρο 6 του Κεφ. 260 του παραχώρησε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου ήταν νόμιμο, ειδικότερα εφόσον η Βουλή των Αντιπροσώπων δεν έθετε σε ότι αφορά αυτό, οποιοδήποτε περιορισμό στο εν λόγω Άρθρο 6 του Κεφ. 260 και ο Υπουργός Υγείας έχει, με βάση το Άρθρο 58.2 του Συντάγματος, την εξουσία έκδοσης τέτοιων Κανονισμών με Διάταγμα. [x]. 4. Το Δικαστήριο προχωρεί, ως εκ της προαναφερόμενης κατάληξης του, στο να επεξηγήσει στον Κατηγορούμενο, τα δικαιώματα που έχει προς υπεράσπιση του, ως αυτά ενσωματώνονται στις πρόνοιες του Άρθρου 74
(1)(γ) του Κεφ. 155: «Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορία αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου επαρκώς ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει την υπεράσπιση του, το Δικαστήριο καλεί αυτόν να προβάλει την υπεράσπιση του και τον πληροφορεί ότι δύναται να προβεί σε κατάθεση χωρίς όρκο, από τη θέση στην οποία βρίσκεται κατά τον εν λόγω χρόνο, οπότε δεν υπόκειται σε αντεξέταση ή ότι δύναται να δώσει μαρτυρία από τη θέση εξεταζόμενου μάρτυρα, αφού ορκιστεί ως μάρτυρας, οπότε υπόκειται σε αντεξέταση ως μάρτυρας.». Διευκρινίζοντας το Δικαστήριο ότι, στα δικαιώματα του Κατηγορουμένου, είναι, αν το επιθυμεί, να παραμείνει σιωπηλός. Σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως επιλογής, ως προαναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος δύναται να καλέσει οποιοδήποτε άλλη μαρτυρία θεωρεί πρέπουσα προς υπεράσπιση του, για να εξεταστεί από το Δικαστήριο. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Βλ. Mariano v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 112/2014, 20/11/2015, Re Δημήτρη Χατζηαργυρού, Πολιτική Αίτηση αρ. 19/2018, 28/03/2018, Archbold Magistrates' Courts Criminal Practise, 2004 - 2005, στην παράγραφο 19-115 και Blackstone's Criminal Practise 2004, στην παράγραφο D.20.8, στην σελίδα 1600 και την νομολογία που σε αυτά γίνεται παραποπμή, Moran v DPP
(2002)166 JP 467 και Harrison v Department of Social Security [1997] C.O.D. 220. [ii] Βλ. Wiseman and Another v Borman and Others
(1967)3 AllER 1047, Morphitis v The Police
(1975)2 C.L.R. 138, Γενικός Εισαγγελέας ν Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γενικός Εισαγγελέας ν Αριστοτέλους
(1992)2 Α.Α.Δ. 356, Γενικός Εισαγγελέας ν Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, Γενικός Εισαγγελέας ν Δράκου κ. α.
(2004)2 Α.Α.Δ. 211, R. v Galbraith
(1981)2 All.E.R. 1060, Azinas and Another v The Police
(1981)2 C.L.R. 9, Ι.Π.Κ. Ηχηκινηση Λτδ ν Σιεγγερης κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 121/2014, 16/12/2016, DI TRI Holdings Ltd v Ιακωβίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 121/2013, 11/05/2015, Γενικός Εισαγγελέας ν Δράκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 851, Nikiforos Technologies Ltd v Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/04/2014, Iacovou Brothers (Concrete) Ltd v Action Construction & Development Ltd κ. α., Πoινική Έφεση Αρ.184/2014, 10/02/2016, Κυπρίζογλου ν Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 53/2017, 64/2017, 66/2017 και 68/2017, 15/12/
- [iii] Βλ. Nikiforos Technologies Ltd v Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/04/
- [iv] Βλ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Στέλιος Σάββα & Υιοί Λτδ. ν Γενικού Εισαγγελέα, Αγωγή Αρ. 1/2019, 28/05/2020, στην οποία αναφέρθηκε: «Όπως είναι άλλωστε παγίως καθιερωμένο η τελική αγόρευση η οποία δεν επικεντρώνεται σε ένα συγκεκριμένο επίδικο θέμα, θεωρείται ότι περιορίζει τα προς απόφαση ζητήματα και όσα δεν αναπτύχθηκαν με την αγόρευση, κρίνονται ότι έχουν εγκαταλειφθεί.». [v] Βλ. στο σύγγραμμα του Ν. Χρ. Χαραλάμπους, Η Δράση και ο Έλεγχος της Δημόσιας Διοίκησης, έκδοση 1995, στις σελίδες 107 και
- [vi] Βλ. Θεοδωρίδης ν Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου
(1989)3 Α.Α.Δ. 1457, Partastampo Shipping and Fishing Ltd v Κυπριακής Δημοκρατίας κ. α.
(2011)3 Α.Α.Δ. 370 και Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ. α. ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)3 Α.Α.Δ. 1175. [vii] Ιωάννου κ. α. ν. Δημοκρατίας
(1993)3 Α.Α.Δ.
- [viii] Βλ. Φαρμακεία Παναγιώτη Γ. Λοΐζου Λτδ. κ. α. ν Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 568/2015, 11/09/2015, ECLI:CY:AD:2015:D
- [ix] Βλ. επίσης, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά Αρ. 1/2015, 03/12/
- [x] Βλ. Διευθυντής Τμήματος Δασών του Υπουργείου Γεωργίας Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος ν Γαβριηλίδου, Ποινική Έφεση Αρ. 29/2015, 19/10/
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο